«Εγώ δεν αρνούμαι τον Χριστό μου ποτέ! Αυτόν πιστεύω, Αυτόν ομολογώ!»

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Ο Θεόφιλος ήταν ένας νεαρός ναύτης από τη Ζάκυνθο. Μια μέρα με τον πλοίαρχό του ταξίδευαν για τη Χίο που ήταν και η πατρίδα του πλοιάρχου. Στη διάρκεια του ταξιδιού ένας καβγάς ξέσπασε ανάμεσά τους, με αποτέλεσμα ο νεαρός Θεόφιλος να εγκαταλείψει το πλοίο και τον πλοίαρχο μαζί. 

Ενώ περπατούσε στα δρομάκια του νησιού, συνάντησε έναν Αγαρηνό που του ζήτησε να τον πάρει μαζί του στο δικό του πλοίο. Ο Θεόφιλος όμως δεν ήθελε να είναι μαζί με Τούρκο γιατί τους αποστρέφονταν, αλλά ο Αγαρηνός τον πίεζε πολύ και ήθελε να τον πάρει ακόμα και με τη βία. Ο Θεόφιλος εξακολουθούσε να αρνείται να πάει μαζί του και ο Αγαρηνός θύμωσε πολύ. Έτσι τον συκοφάντησε ότι φορούσε στο κεφάλι του τον σκούφο που φορούσαν οι Τούρκοι. Περνώντας από εκεί κάποιοι άλλοι Αγαρηνοί άκουσαν τη συκοφαντία αυτή και όρμησαν πάνω στον νεαρό μάρτυρα χτυπώντας τον. Τον έσυραν μάλιστα και τον πήγαν στον κριτή κατηγορώντας τον για αυτό που άκουσαν. Ο κριτής, αφού το άκουσε, αποφάσισε πως πρέπει να γίνει Τούρκος αφού φορούσε τουρκικό σκούφο. Ο Άγιος όμως δεν ήθελε να γίνει Μουσουλμάνος και δεν άλλαζε τη γνώμη του.

Οι Αγαρηνοί προσπαθούσαν με διάφορους τρόπους να τον φέρουν στη θρησκεία τους. Από τη μια τον επαινούσαν και του υπόσχονταν πολλά και από την άλλη τον απειλούσαν. Αλλά ο νεαρός Θεόφιλος με πίστη στον Θεό έμενε ακλόνητος και φώναζε «Εγώ δεν αρνούμαι τον Χριστό μου ποτέ! Αυτόν πιστεύω Αυτόν ομολογώ!».

Βλέποντας οι Τούρκοι ότι δεν μπορούσαν να του αλλάξουν γνώμη, τον κατέκοψαν και ύστερα τον πήρε μαζί του ένας άνθρωπος του βασιλιά που βρίσκονταν εκεί, για να τον πάει στην Κωνσταντινούπολη. Ήθελε να τον προσφέρει ως δώρο στον βασιλιά, γιατί ο Θεόφιλος ήταν πολύ όμορφος νεαρός, μικρότερος από δεκαοχτώ χρονών.

Ενώ ο μάρτυρας βρίσκονταν ακόμα στη Χίο παρακαλούσε τον Θεό με πολύ πίστη και δάκρυα να τον απαλλάξει από τη βαρβαρότητα των Τούρκων αλλά και από τον κίνδυνο για την ψυχή του. Ο Θεός άκουσε τις προσευχές του και το απόγευμα που οι Τούρκοι πήγαν να προσευχηθούν -όπως συνήθιζαν- άφησαν τον μάρτυρα μόνο του. Τότε ο Θεός τον φώτισε και του έδωσε δύναμη να φύγει από εκεί. Πήγε έτσι και κρύφτηκε σε ένα άγνωστο μέρος. 

Όταν οι Αγαρηνοί επέστρεψαν από το προσκύνημά τους δεν τον βρήκαν εκεί. Άρχισαν να τον αναζητούν και να τον ψάχνουν στα σπίτια των χριστιανών, αλλά ο Θεός τον σκέπαζε και δεν τον έβρισκαν. Ο Άγιος έμεινε κρυμμένος τρείς μέρες και πείνασε. Έτσι, πήγε τα μεσάνυχτα στο σπίτι του πλοιάρχου του και αυτός του έδωσε να φάει. Μόλις έφαγε ο μάρτυρας, του έκανε το σημείο του σταυρού και έφυγε. 

Πήγε έπειτα σε μια εκκλησία για να κρυφτεί μέχρι να μπορέσει να εγκαταλείψει κρυφά το νησί.

Ο Θεόφιλος αποφάσισε να πάει στη Σάμο και έμεινε εκεί για λίγο καιρό. Μετά επέστρεψε στη Χίο και πήγε στον πλοίαρχό του για να του ζητήσει να πάει μαζί του. Στη Χίο όμως που πήγε, τον βρήκαν οι Αγαρηνοί και τον αναγνώρισαν. Όρμησαν πάλι πάνω του με βία, τον άρπαξαν και τον πήγαν ξανά στον κριτή. Αυτή τη φορά του είπαν με όρκο ότι έχει γίνει Τούρκος αλλά ο μάρτυρας φώναζε «Χριστιανός είμαι και χριστιανός θέλω να πεθάνω!»

Ο κριτής είχε πιστέψει εκείνους τους ασεβείς Αγαρηνούς και πίεζε με βία τον νεαρό μάρτυρα να επιστρέψει στην πίστη τους την οποία υποτίθεται ότι είχε δεχθεί παλιότερα. Ο Θεόφιλος όμως τους έλεγε πως δεν θα γινόταν ποτέ μουσουλμάνος και δεν θα αρνούνταν τον Χριστό ακόμα και αν έχανε την ζωή του για αυτό. 

Έτσι τον έστειλε ο κριτής στη φυλακή για τρεις μέρες και έπειτα τον ξανακάλεσε για εξέταση. Ο μάρτυρας ακλόνητος στην πίστη του τού απαντούσε τα ίδια πράγματα. Μάλιστα, ο νεαρός Θεόφιλος, με πολύ θάρρος, μίλησε όχι ως αγράμματος ναύτης αλλά ως θεολόγος στον κριτή και σε όσους βρίσκονταν εκεί και τους έλεγξε για την ανοησία τους και τις βλασφημίες που ξεστωμούσαν κατά του Χριστού. Αυτοί βέβαια οργίστηκαν και άρχισαν να τον χτυπούν πολύ άγρια. Μετά από τον ξυλοδαρμό, επέστρεψαν τον άγιο στο κελί της φυλακής και αργότερα τον ξαναέβγαλαν και τον πήγαν για τρίτη φορά στον κριτή. Αυτός δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο να αλλάξει γνώμη στον νεαρό μάρτυρα και γεμάτος οργή διέταξε να τον κάψουν ζωντανό. Ο μάρτυρας που τόσο ποθούσε τον Χριστό, δέχτηκε αυτόν τον φρικτό θάνατο με χαρά, για να τον φέρει κοντά στον αγαπημένο του Κύριο.

Μπήκαν λοιπόν σε ένα γυναικείο μοναστήρι όπου ο ναός του ήταν αφιερωμένος στον Άγιο μεγαλομάρτυρα Γεώργιο τον Τροπαιοφόρο. Οι Τούρκοι πρόσταξαν τον Μάρτυρα να κουβαλήσει τα ξύλα και να ανάψει μεγάλη φωτιά στην οποία θα καίγονταν ο ίδιος. Ο νεαρός Θεόφιλος, γεμάτος γενναιότητα, εκτέλεσε την εντολή τους.

Μαζεύτηκαν εκεί πολλοί Τούρκοι, για να δουν το μαρτύριο. Και ενώ ετοίμαζαν μεγάλη φωτιά για να ρίξουν μέσα τον μάρτυρα, αυτός αφού έκανε τον σταυρό του, προσευχήθηκε λέγοντας «Στα χέρια σου Χριστέ μου παραδίδω την ψυχή μου»… και μπήκε μόνος του στη φωτιά.

Όσο καίγονταν έψαλλε ευχαριστήριους ύμνους και δοξολογούσε τον Θεό που τον αξίωσε να μαρτυρήσει για το όνομά Του. Έτσι, παρέδωσε την αγία ψυχή του στον Κύριο στις 24 Ιουλίου του 1635.

Μάλιστα συνέβη και κάτι εντυπωσιακό! Την ώρα που καιγόταν το σώμα του Μάρτυρα εξέρχονταν από τη φωτιά μια θαυμαστή ευωδία! Αυτό χαροποίησε τους χριστιανούς, αλλά εξόργισε τους απίστους.

Και τι σκέφτηκαν τότε οι δόλιοι να κάνουν; Πήραν και έριξαν μέσα στη φωτιά ένα γουρούνι για να μην είναι καθαρή η ευωδία και να ατιμάσουν τον Μάρτυρα αλλά και να ντροπιάσουν τους πιστούς. Μόλις έριξαν όμως το γουρούνι μέσα στη φωτιά, έλιωσε το σχοινί με το οποίο ήταν δεμένα τα πόδια του και έτρεξε εκείνο αμέσως να σωθεί. 

Έτσι έμεινε πάλι μόνο η ευωδία η οποία μάλιστα αυξήθηκε για να δοξαστεί περισσότερο ο Άγιος και να καταντροπιαστούν οι Αγαρηνοί. Αφού έσβησε η φωτιά, ζήτησαν οι Χριστιανοί τα οστά του Αγίου και αφού βρήκαν μερικά άκαυστα τα αγόρασαν με πολλά χρήματα. Κομμάτια από τα λείψανα του Νεομάρτυρα υπάρχουν σήμερα σε μερικούς ναούς και μοναστήρια.

Ο Άγιος Θεόφιλος να δίνει από την πίστη και ανδρεία του σε όλα τα Ελληνόπουλα! Αμήν!

Ε.Ζ.  

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra