Όλο στα ουράνια… όλο στα ουράνια… ο νούς, κι ας ζούμε κατά τι σκληρότερη σκλαβιά, με κλειστές εκκλησίες, απομονωμένοι, χωρίς δυνατότητα συνάντησης με τους αγαπημένους πνευματικούς αδερφούς.

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Μια έντονα πειρασμική κατάσταση κυριαρχεί γύρω μας και μέσα μας, λόγω την χείριστης αντιμετώπισης του κορωνοϊού. Δεν αργεί με κάθε ευκαιρία να χτυπήσει, να ξεσπάσει. Όλων των ειδών οι πειρασμοί χτυπάνε τον ταλαίπωρο άνθρωπο.

Βγαίνουν στην επιφάνεια όλες οι αδυναμίες, όλες οι αμφιβολίες, όλες οι απιστίες, κι η Εκκλησία τις ευλογεί, τις υποδέχεται, τις καλωσορίζει, τις ερεθίζει. Ο ανθρωπάκος χτυπιέται, χτυπιέται λυσσαλέα. Μόνο η υπακοή έσωζε τον άνθρωπο διαχρονικά από τον πειρασμό και το διάβολο. Στις μέρες μας είναι αμαρτία να κάνεις  υπακοή σε βλάσφημες αποφάσεις. Σφιχτοδενόμαστε με τον πειρασμό. Όχι ψυχή μου, πέτα… πέτα… ψηλά! Η υπακοή στο Λόγο, στο θέλημα του Θεού, αυτή θα σε σώσει! Η υπακοή στον απλανή ορθόδοξο γέροντα! 

Έχουμε μια τετραετία ακόμη παραζάλης. Δε θα βγουμε ίδιοι, δε θα βγούμε αλώβητοι. Τα παιδιά θα γεννιούνται με κλειστές τις εκκλησίες. Στην παιδική ηλικία δε θα κοινωνήσουν, δε θα γευτούν Χριστό, δε θα σφραγιστούν ανεξίτηλα με την σφραγίδα του αγίου πνεύματος, που στην εφηβεία έτσι κι αλλιώς θα περιφρονήσουν.

Ο άνθρωπος αρρωσταίνει και βγαίνει θετικός σε κορωνοϊό, με ένα τεστ που δεν εντοπίζει, όμως, μόνο αυτόν τον τελευταίο κορωνοϊό. Αυτό σημαίνει ότι θα πάρει και μια θεραπεία ανάλογη, πιθανότατα δε θα πάρει αντιβίωση, αν έχει πυρετό πάνω από τρεις μέρες όπως έκανε στη ζωή του μέχρι τώρα. Αυτό σημαίνει ότι θα παλέψει με ντεπόν μια γρίππη βαρειά και θα γονατίσει. Αυτό σημαίνει ότι θα μπει σε αναπνευστήρα χωρίς ίσως να χρειάζεται, στην απομόνωση, στη διασωλήνωση, στις ΜΕΘ του θανάτου. Θα κηδευτεί με πρωτόκολλα κορωνοϊού μόνος του. 

Η αγορά κλειστή με ένα λοκ ντάουν που δε χρειάζεται, άνθρωποι άνεργοι, χωρίς μεροκάματο, με λανθασμένες θεραπείες και μόνη λύση τα εμβόλια της διαστροφής. Άλλοι, νέοι πειρασμοί. Τί θα κάνεις; 

Δεν υπάρχει άλλη οδός, μόνο “άνω σχώμεν τας καρδίας”, μόνο “άνω”. Μόνο το άυλο είναι η λύση, η οδός, η οδός των αγίων, δι’ ευχών του αγίου γέροντα. Εκεί είμαστε ενωμένοι δι’ ευχών του αγίου γέροντά μας  με τον Χριστό, εκεί λατρεύουμε αενάως το Χριστό, εκεί δεν υπάρχει πειρασμός, διάβολος, εγώ, θέλημα. Όλοι μπορούμε να ζήσουμε ευτυχισμένοι με διακόνημα, ευχή και το “Πάτερ ημών”. Ο Κύριος θα μας δίνει ό,τι έχουμε ανάγκη και θα ζούμε απο δω τον παράδεισο πιο βέβαιοι από ποτέ για το πρόσκαιρο αυτής εδώ της ζωής και την προσδοκία του Παραδείσου. Σε όλες τις Κατοχές και τις πιο βαριές σκλαβιές υπήρχαν άνθρωποι που ζούσαν έτσι απόλυτα την πίστη και η πίστη αυτή τους έτρεφε αισθητά και πνευματικά. Δεν υπάρχει διάσταση μεταξύ υμών και ημών, δεν υπάρχει θάνατος, υπάρχει μόνο σάρκα και σαρκικό φρόνημα που καθηλώνει το πνεύμα. 

Ας δούμε πώς πολιτεύονταν οι άγιοι του Θεού, για να δυναμώσουμε και να εμπνευστούμε, γιατί δεν ξέρουμε τι μας περιμένει: 

Διαβάζουμε στο βίο της οσίας γερόντισσας Μακρίνας Βλασσοπούλου: 

«Τότε στήν Κατοχή, στην πείνα, πήγα σ’ ένα παρεκκλήσι να άνάψω τό καντηλάκι. Και εκεί λοιπόν, απ’ έξω από τόν φράχτη είχε συκιές.

Και παρακάλεσα: «βοήθησε, Χριστέ μου, νά κόψω ένα συκάκι, μόνο ένα συκάκι». Η πείνα να σε δουλεύη, να σε θερίζη. Και πήγα και έκοψα ένα συκαλάκι και το έφαγα να δυναμώσω και αμέσως ένιωσα τύψεις, γιατί νά κόψω το σύκο αυτό. Πήγα λοιπόν στον πνευματικό και εξομολογήθηκα: «έκοψα ένα σύκο, αλλά η πείνα τόσο πολύ μ’ ανάγκασε». Και μου απάντησε: «όταν θα γίνης σε καλή κατάσταση θα πάρης τρεις οκάδες σύκα καί θα τα μοιράσης γι’ αυτό που έκλεψες».

Ξεκινήσαμε μια μέρα τρία κορίτσια να πάμε στην Ζαγορά, στο πίσω μέρος τού ανατολικού Πηλίου, γιατί γνώριζα κάποια οικογένεια εκεί πέρα και σκέφτηκα: «ας πάω, μήπως μου δώση λίγο ψωμάκι και λίγο λαδάκι». Μόλις φθάσαμε εκεί πέρα και με είδαν, άρχισαν να κλαίνε. «Πάει τό Μαρικάκι, θα πεθάνη». Ήμουν σκελετός και είχε βγη χνούδι στο πρόσωπό μου από την αδυναμία. Αυτοί λοιπόν οι καημένοι μάζεψαν πατάτες από ’δώ και από ’κεί, μάζεψαν λίγο λαδάκι και μου τα ετοίμασαν. Το βράδυ έκοψαν γιά νά φάμε ζυμωτό ψωμί και έφαγα ένα καρβέλι. Πώς το φαγα; Πού πήγε; «Φάγε», μου έλεγαν. Μου έδιναν πατάτες βραστές, από όλα…, όλα τά τρωγα. Δεν χόρταινα. Μου έδωσαν και πατάτες μαζί μου, πώς νά τις σηκώσω; 

Σηκώνονται δεκαοκτώ οκάδες πατάτες και ένα τενεκεδάκι λάδι; Τελικά μου τις ανέβασαν στον ανήφορο τα παιδιά με τά ζώα. Στο δρόμο είχαν φυλάκια οι Ιταλοί και πήρε και νύχτωνε. Ήταν περίπου δώδεκα με μία η ώρα μετά τά μεσάνυχτα. Πού νά πάω μέ τό τόσο βάρος; Μόλις έβλεπα τους Ιταλούς, φοβόμουνα. Ακουμπούσαμε με τα άλλα κορίτσια στα βραχάκια και καθόμασταν εκεί πέρα και κλαίγαμε και λέγαμε: «Τείχος εί τών Παρθένων, Θεοτόκε Παρθένε». Μας έβλεπαν που προσευχόμασταν και παρακαλούσαμε και μάς σήκωναν για λίγο τό βάρος πού είχαμε, για νά μπορέσουμε νά προχωρήσουμε. Μετά από έξι ώρες δρόμο έφτασα τό πρωί στο σπίτι με τις πατάτες στον ώμο και αισθανόμουν σαν ετοιμοθάνατη από την εξάντληση και την αδυναμία. Αμέσως έπεσα κάτω λιπόθυμη, γιατί δέν είχα άλλη αντοχή. Τότε οι γείτονες μου πήραν τις πατάτες και το λάδι και δε μου άφησαν τίποτα.

Μετά από αυτό το περιστατικό, εκείνες τις ημέρες μ’ έπιασε ένας πόνος στο πλευρό τόσο δυνατός, δε μπορούσα να αναπνεύσω. Δεν φορούσαμε φανέλλες τότε. «Έκανα τόσο δρόμο με τις πατάτες στην πλάτη και φαίνεται κρύωσα. Σκέφτηκα ότι άσχημα τήν είχα. Πού να έβρισκα γιατρό; Η γειτονιά έρημη, λίγα πρόσωπα, όλοι είχαν φύγει. Πού να απευθυνόμουν; Τελικά μου συνέστησαν κάποιον και πήγα σιγά-σιγά, με ακροάστηκε καί διέγνωσε: «Έχεις πλευρίτιδα και πρέπει να βρής πίτουρα να βάλης». Του άπάντησα: « που νά βρω; Δέν μπορώ», και έφυγα.

Επέστρεψα στο σπίτι λέγοντας: «Θα καθίσω, Παναγία μου, μέσα στο δωμάτιο και ό,τι είναι ευλογημένο. Θές να με πάρης; Πάρε με. Δεν θέλεις; Όπως Εσύ θέλεις». Κάθησα μόνη μου στά σκοτεινά, χωρίς καντήλι, χωρίς τίποτα. Είχε σκοτεινιάσει και όπως ήμουν ξαπλωμένη, κουκουλωμένη, είδα να έρχεται μία μοναχούλα με το σχηματάκι της. Με πλησίασε και μου είπε: «Δεν μπορείς;». Τό δωμάτιο έλαμψε, πλημμύρισε φως. «Ναι, δεν μπορώ». Άρχισα τα παράπονά μου: «Να, πήγα στην Ζαγορά…, και τώρα δεν έχω τίποτα, ούτε καντηλάκι έχω, τίποτα δεν έχω και είπα θα καθίσω εδώ και ας πεθάνω. Ποιος θα μου ανοίξη την πόρτα; Δεν έχω κανένα». Και εκείνη με παρηγόρησε- «Μη στεναχωριέσαι, θα γίνης καλά, εγώ θά σε κάνω καλά». Και ούτε να αναρωτηθώ ποιά είναι, νά την ρωτήσω. Πήρε λοιπόν ένα μικρό παπλωματάκι που είχα και μου το’ βαλε όπως κάνεις το χωνί.

Έτσι ακριβώς. Μου σταύρωσε το πλευρό μου και μου είπε: «Άντε, δεν έχεις τίποτε, θα γίνης καλά». Αμέσως μου πέρασε το πλευρό μου και έλαβα μέσα μου ένα ουράνιο χορτασμό. Και ενώ είχα πείνα, εξάντληση -που νά βρει κανείς φαγητό; Που νά βρεί;-. Τίποτε, χόρτασα, σάν νά είχα σφάξει ένα ζώο μπροστά μου καί το’ ψησα καί τό φαγα. Τέτοιο χορτασμό αισθανόμουν. Και όταν έφυγε, άρχισα να αναρωτιέμαι ποιά νά ήταν. Και με πληροφόρησε μία φωνή: «η αγία Παρασκευή». Το πρωί πήγα στον γιατρό. Μόλις με είδε, απόρησε και είπε: «Τί ήρθες;». «Να με ακροαστήτε λιγάκι». Με εξέτασε και διαπίστωσε: «Δεν έχεις τίποτα, τί έγινε;». Του είπα αυτό και αυτό. «Επέτρεψε ο Θεός, παιδί μου, λόγω της πείνας και της ανέχειας να σε κάνει η Αγία καλά». Και γι’ αυτό από νέα αγαπούσα την αγία Παρασκευή. Είναι της πείνας αυτά, της Κατοχής.

Δέν είχα κανένα δικό μου άνθρωπο, και τον αδελφό μου τον είχα χαμένο. 

Εννέα χρονών έφυγε και πήγε στον θείο μας στον Λαγκαδά. Τί νά έκανα λοιπόν; Μόνη μου μάζευα χόρτα και μετά σιγά-σιγά τα έπλενα και τα πήγαινα πολλές φορές ωμά και σ’ ένα κοριτσάκι πού ήταν άρρωστο- είχε φυματίωση τό καημένο. Και στο ίδιο μέρος που τα μάζευα, την άλλη μέρα αλλά και την ίδια μέρα κατά θαυμαστό τρόπο φύτρωναν άλλα. Μ’ έβλεπε και έμενα αδύνατη ο π. Εφραίμ, ο παλιός μου ο πνευματικός και μία μέρα μου είπε: «Κοίταξε, παιδί μου, κοίταξε παιδάκι μου, όλους τους θάψαμε. Κοίταξε, Μαρικάκι μου, χρυσό μου παιδί. Άμα πας στον Χριστό και έχεις παρρησία, πολύ εύχου καί γιά μένα τον αμαρτωλό». «Ό,τι είναι θέλημα Θεού», έλεγα. «Άμα θέλει να με πάρει ό Χριστός, ας πεθάνω. Ό,τι είναι θέλημα Θεού». 

Ύστερα, λοιπόν, έκανε κήρυγμα και είπε στό εκκλησίασμα: «Όσο θα έχετε ψωμί, από μία μπουκιά θα κόβετε και θα ρίχνετε στο Μαρικάκι· θ’ ανοίξη τό παράθυρο να πετάτε την μπουκιά μέσα στό σπίτι, νά βρίσκη να τρώει». Τότε, λοιπόν, είχαν εξαφανίσει οι Ιταλοί τις γάτες και άνοιγα το παράθυρο και έριχναν μπουκιές-μπουκιές μέσα, τις έπαιρνα, έτρωγα και συνήλθα. Έκανα υπακοή.

Όταν συναντιόμασταν, μετά τήν Θεία Λειτουργία με τις πνευματικές αδελφές, δεν μιλούσαμε. Μας έλεγε ο πνευματικός: «Μη μιλάτε. Θα παίρνετε τό αντίδωρο και θά πηγαίνετε στο σπίτι και σ’ όλη τη διαδρομή θα λέτε τήν «ευχή». Μόλις φθάνετε στό σπίτι, θα λέτε: “Δόξα σοι, ο Θεός ημών, δόξα σοι”. Και μετά στο σπίτι θα αισθάνεστε μεγάλη ευωδία, μεγάλη χάρη». Και χωρίς να κοινωνούμε, μόνο το αντίδωρο που παίρναμε, πάλι αυτό λέγαμε, και νομίζαμε ότι λιβάνιζαν εκείνη την ώρα. Στον δρόμο που βαδίζαμε, ευωδίαζε σαν κάποιος να λιβάνισε. Λέγαμε, τί ευωδέστατα λουλούδια είναι αυτά; Καί δέν είχε τίποτε, ούτε περιβόλι ούτε τίποτε. Ήταν, δηλαδή, πολλή η Χάρις του Θεού. Στην εκκλησία η «ευχή» δεν έφευγε καθόλου από το στόμα και αδολεσχούσαμε μόνο στα ουράνια. Ρωτούσαμε μεταξύ μας μόνο, «τί κάνετε». Όλο τήν «εύχή» και στά ουράνια, όλο στά ουράνια.

Μια φορά, πήγαμε σ’ ένα παρεκκλησάκι. Ήταν Δεκαπενταύγουστος και πρότεινα: «δέν πάμε νά άνάψουμε τά καντηλάκια στον άγιο Νικόλαο καί νά φύγουμε;». Όλες μαζί ξεκινήσαμε. 

Ήμασταν επτά. Ξεκινήσαμε, λοιπόν, και δεν πήραμε ούτε κουλούρι, μόνο μέ τό αντίδωρο. Μόλις φτάσαμε στους πρόποδες, στο παρεκκλησάκι εκεί πέρα, είπα: «τί καλά νά είχαμε μία φετούλα ψωμάκι και ένα σύκο νά τρώγαμε!». Μπήκαμε στο παρεκκλησάκι, ανάψαμε τα καντηλάκια, ψάλαμε- πήγα κι εγώ μέσα στο Ιερό να ανάψω το καντηλάκι. Πρόσεξα ένα δέμα πάνω στην Αγία Τράπεζα. Τό πήρα στά χέρια μου καί βγαίνοντας είπα: «παιδιά, ο άγιος Νικόλαος μάς έστειλε κάτι- δέν ξέρω τι, του αγίου Νικολάου δώρο είναι». Πήγα λοιπόν να το ανοίξω, τι να δω! Όσες ήμασταν από ένα σύκο και από μία ζεστή φέτα ψωμί! Φρέσκο ψωμί, της ώρας! 

Μετά από ενάμιση μήνα ξαναπήγαμε. Εγώ επειδή είχα γλυκαθή, πήγα πάλι μέσα στο ιερό να ανάψω τα καντηλάκια. Και είδα τότε στον ακάνθινο στέφανο του Εσταυρωμένου να τρέχουν σταλαγματιές. Πώς τρέχουν τα δάκρυα, έτσι έτρεχαν και αυτές και απ’ την πλευρά Του έτρεχε ύδωρ μεμειγμένο μέ αίμα. Ήταν εκεί μία εικόνα τής Παναγίας που είχε από μέσα και γύρω-γύρω βαμβάκι. Πήρα λοιπόν τό βαμβάκι, πήγα πίσω από την Αγία Τράπεζα και σκούπιζα τον Εσταυρωμένο. Έγινε μούσκεμα το βαμβάκι. Κατευθείαν φύγαμε για τον Εσπερινό και είπαμε στον πνευματικό μας αυτό που συνέβη. Αμέσως μας είπε: «παιδιά, πόλεμος θά γίνη»- και το έκανε κήρυγμα στην εκκλησία. Μ’ αυτό τό βαμβάκι σταύρωσε όλο τον κόσμο πού παραβρέθηκε σ’ εκείνον τον Εσπερινό. Και πράγματι έτσι έγινε, σε λίγο καιρό κηρύχθηκε ό πόλεμος».

Έτσι κι εμείς αδερφοί μου! Όλο στα ουράνια… όλο στα ουράνια… ο νους, κι ας ζούμε κατά τι σκληρότερη σκλαβιά, με κλειστές εκκλησίες, απομονωμένοι, χωρίς δυνατότητα συνάντησης με τον γέροντα και τους αγαπημένους πνευματικούς αδερφούς. Ο ουρανός όλα να τα χορηγήσει, δι’ ευχών του αγίου γέροντά μας!

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2