«Διότι ὅποιος ἐξετάζει στό βάθος τήν ὀρθή καί ἁγία συνείδησι, δέν μπορεῖ νά σφάλλῃ ποτέ, ἤ ἄν σφάλλη, νά μήν διορθωθῇ» (Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης)

Ἐπιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Μέρος 47ον

«Ἐν σαρκί γάρ περιπατοῦντες οὐ κατά σάρκα στρατευόμεθα· τά γάρ ὅπλα τῆς στρατείας ἡμῶν οὐ σαρκικά, ἀλλά δυνατά τῷ Θεῷ πρός καθαίρεσιν ὀχυρωμάτων· λογισμούς καθαιροῦντες καί πᾶν ὕψωμα ἐπαιρόμενον κατά τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, καί αἰχμαλωτίζοντες πᾶν νόημα εἰς τήν ὑπακοήν τοῦ Χριστοῦ, καί ἐν ἑτοίμῳ ἔχοντες ἐκδικῆσαι πᾶσαν παρακοήν, ὅταν πληρωθῇ ὑμῶν ἡ ὑπακοή» (Πρός Β΄ Κορ. 10, 3-6).

Ὅταν ἀσθενεῖ τό σῶμα μας χρειάζεται ἰδιαίτερη προσοχή καί νήψη, διότι τότε ἀτονοῦν οἱ σωματικές δυνάμεις καί δέν μπορεῖ ὁ ἀγωνιστής νά χρησιμοποιήσει τά ὅπλα τῆς σωματικῆς κακοπαθείας, ὁπότε τόν πολεμοῦν σκληρά οἱ δαίμονες γιά νά κερδίσουν ἔδαφος στήν ψυχή του. 

Γι’ αὐτό σέ περιπτώσεις σωματικῆς ἀσθενείας ἐνεργοῦν δύο δαίμονες καί εἶναι κυρίως οἱ δαίμονες τοῦ θυμοῦ καί τῆς βλασφημίας πού πολεμοῦν τούς λαϊκούς.  Οἱ δαίμονες τῆς γαστριμαργίας μαζί μ’ αὐτούς τῆς πορνείας πολεμοῦν συνήθως τούς ἀδελφούς μοναχούς στό Κοινόβιο. Ἐνῶ αὐτοί οἱ δαίμονες τῆς ἀκηδίας καί τῆς ἀχαριστίας πολεμοῦν πάντα τούς Ἀναχωρητές. 

Ὁ διάβολος ἐκμεταλλεύεται ὅλες τίς καταστάσεις τῆς ζωῆς γιά νά βλάψει τόν ἄνθρωπο, μέσα ἀπό πολλούς πειρασμούς καί μέσα ἀπό τίς θλίψεις μας παλεύει γιά νά μᾶς ἀπελπίσει, γιά νά μᾶς κάνει νά γογγύσουμε, ὥστε νά κάνουμε κάτι ἄτοπο ἤ νά ποῦμε έναν ἁμαρτωλό λόγο. 

Κι’ ἄν δέν τό καταφέρει, τότε μᾶς ὑποβάλλει ὑπερήφανη εὐχαριστία πρός τόν Θεό γιά τήν ὑπομονή τήν ὁποία Ἐκεῖνος μᾶς χάρισε μέσα στήν κάθε μας θλίψη.

Ὅταν συμβεῖ πτώση σέ κάποιο ἁμάρτημα ἀπαιτεῖται μεγάλη ἐπαγρύπνηση, διότι τότε ὁ διάβολος καραδοκεῖ νά φέρει τήν ψυχή μας σέ ἀπελπισία καθώς εἶναι φοβερή ἡ πανουργία τοῦ πονηροῦ πνεύματος τῆς λύπης καί ἀπογνώσεως. 

Οἱ δαίμονες παρασύρουν τόν ἄνθρωπο στήν πτώση συνήθως μέ τόν λογισμό, ὅτι ἐπειδή ὁ Θεός εἶναι φιλάνθρωπος πολύ εὔκολα δίνει ἄφεση ἁμαρτιῶν. 

Ὅμως, μετά τήν διάπραξη τῆς ἁμαρτίας παρουσιάζουν τόν Θεό ὡς αὐστηρό Κριτή, γιά νά φέρουν τήν ψυχή σέ ἀπελπισία καί γιά νά τήν ἐμποδίσουν ἀπό τή μετάνοια καί τήν ἐξομολόγηση γιά τή διόρθωση τοῦ σφάλματος: «Πρό μέν τοῦ πτώματος φιλάνθρωπον· μετά δέ τό πτῶμα ἀπότομον τόν Θεόν λέγουσιν οἱ δαίμονες»

Ὁ Ὅσιος Νικόδημος, στό ἔργο του ὁ «Ἀόρατος Πόλεμος», γιά αὐτόν τόν «Ἀόρατον» Πόλεμο τοῦ Κυρίου ἐναντίον τοῦ διαβόλου, γράφει τά ἑξῆς:

Κεφάλαιον Η´

Ἡ ἐξέτασις τῆς συνειδήσεως

“Γιά τήν ἐξέτασι τῆς συνειδήσεως σκέψου τρία πράγματα: (154)

Τά σφάλματα τῆς κάθε μέρας, τήν αἰτία τῶν σφαλμάτων αὐτῶν καί τήν στενοκαρδία καί προθυμία πού ἔχεις νά τά πολεμήσῃς καί νά ἀποκτήσῃς τίς ἀντίθετές τους ἀρετές. 

Γιά τά σφάλματα κάνε ἐκεῖνο πού σοῦ εἶπα στό κστ´ κεφάλαιο (τί πρέπει νά κάνουμε ὅταν πληγωθοῦμε…). 

Γιά τήν αἰτία αὐτῶν ἀνάγκασε τόν ἑαυτό σου νά τήν πολεμήσῃς, νά τήν κατατροπώσῃς καί νά τήν ρίξης στή γῆ. 

Γιά τήν προθυμία πού χρειάζεται νά κάνῃς αὐτό καί νά ἀποκτήσῃς τίς ἀρετές, δυνάμωσε τήν θέλησί σου μέ τήν ἀπιστία τοῦ ἑαυτοῦ σου, δηλαδή μέ τό νά μήν ἔχῃς καθόλου θάρρος στόν ἑαυτό σου, μέ τήν ἐλπίδα καί τό θάρρος στόν Θεό, μέ τήν προσευχή καί μέ τό μῖσος τῶν πράξεων τῆς κακίας καί μέ τήν ἐπιθυμία τῶν πράξεων τῆς ἀντίστοιχης ἀρετῆς.

Φρόντισε, ἀδελφέ, πάντοτε σέ κάθε σου λογισμό, λόγο καί ἔργο νά ἔχῃς συνείδησι ἀκατάγνωστη, δηλαδή νά μή σέ κατηγορῇ καί νά μή σέ τύπτῃ ἡ συνείδησίς σου γιά κάποιο πρᾶγμα. 

Διότι ὅποιος ἐξετάζει στό βάθος τήν ὀρθή καί ἁγία συνείδησι, δέν μπορεῖ νά σφάλλῃ ποτέ, ἄν σφάλλη, νά μήν διορθωθῇ

Διότι ἡ συνείδησις εἶναι ὁ φυσικός νόμος πού ἔδωσε ὁ Θεός στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων γιά νά τούς ὁδηγῇ πάντοτε σάν λυχνάρι σέ ὅλα τά καλά. 

Ὅπως εἶπε καί ὁ Ἅγιος Νεῖλος: 

«Νά χρησιμοποιήσῃς τήν συνείδησί σου ὡς λυχνάρι γιά τίς πράξεις σου». 

Καί ὁ Ἀπόστολος εἶπε ὅτι “οἱ ἐντολές τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ εἶναι γραμμένες μέσα στίς καρδιές”, «οἵτινες ἐνδείκνυνται τό ἔργον τοῦ νόμου γραπτόν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως καί μεταξύ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων καί ἀπολογουμένων» (Ρωμ. 2, 15).

Ἀπέναντι τεσσάρων πραγμάτων εἶσαι ὑποχρεωμένος νά διατηρῇς τήν συνείδησί σου ἀκατηγόρητη: 

Ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, ἀπέναντι τοῦ ἑαυτοῦ σου, πρός τόν πλησίον σου καί πρός ἄλλα πράγματα. 

Ὅσον ἀφορᾶ τόν Θεό πρέπει νά ἐξετάζῃς τήν συνείδησί σου ἄν φύλαξες ὅλα ἐκεῖνα πού εἶσαι ὑποχρεωμένος νά διαφυλάττῃς ἀπέναντί του. 

Δηλαδή ἄν διαφυλάττῃς ὅλες του τίς ἐντολές καί τίς πιό ἀσήμαντες (155)· καί ἄν τόν ἀγάπησες καί τόν ὑπηρέτησες μέ ὅλη σου τήν ψυχή καί εἶσαι ἕτοιμος νά πεθάνῃς γι᾿ αὐτόν, ὅπως εἶσαι ὑποχρεωμένος. 

Καί ἄν δέν τά διαφύλαξες, φρόντισε στό ἑξῆς νά τά διαφυλάξης.

Ὡς πρός τόν ἑαυτό σου θά διαφυλάξης ἀκατηγόρητη τήν συνείδησί σου, ἄν δέν ἀδιαφορῇς, ἀλλά κάνῃς ὅλο ἐκεῖνο τό χρέος πού πρέπει καί εἶσαι ὑποχρεωμένος καί εἶναι σύμφωνα μέ τήν δύναμί σου, τόσο πρός τόν Θεό, ὅσο καί πρός τόν πλησίον καί πρός τά ἄλλα πράγματα. 

Καί ἐκτός ἀπό αὐτά, ἄν δέν πέφτῃς σέ ὑπερβολές καί ἐλλείψεις, καταστρέφοντας παράκαιρα τήν ὑγεία σου καί τήν ζωή σου καί τίς σωματικές σου δυνάμεις μέ ὑπερβολική καί ἀκανόνιστη ἄσκησι καί δέν ἀποδίδῃς στό σῶμα τό δίκαιο μέτρο, φροντίζοντας γιά τήν σύστασι καί συντήρησί του. 

Γιατί καί αὐτό εἶναι ἀντίθετο στή συνείδησι καί στόν ὀρθό λόγο.

Ἀπέναντι τοῦ πλησίον θά φυλάξης καθαρή τήν συνείδησί σου, ἄν δέν κάνῃς κάτι πού εἶναι ἀντίθετο στήν ἀγάπη πού χρωστᾷς ἀπέναντί του, ἀποδίνοντας στούς μεγαλυτέρους σου καί ὁμοίους σου καί κατώτερούς σου ἐκεῖνο πού πρέπει στόν καθένα, σύμφωνα μέ τόν βαθμό καί τό ἐπάγγελμα καί προσέχοντας νά μή τούς σκανδαλίζῃς εἴτε μέ λόγο, εἴτε μέ ἔργο, εἴτε μέ σχῆμα καί μέ νεῦμα, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος: 

“Αὐτό προσέξτε, νά μή βάζετε πρόσκομμα ἤ ἐμπόδιο στόν ἀδελφό”, «μηκέτι οὖν ἀλλήλους κρίνωμεν, ἀλλά τοῦτο κρίνατε μᾶλλον, τό μή τιθέναι πρόσκομμα τῷ ἀδελφῷ σκάνδαλον» (Ρωμ. 14, 13) καί τό τοῦ Σολομῶντος: “Νά σκέφτεσαι σωστά ἐνώπιον Κυρίου καί ἀνθρώπων”, «καί προνοοῦ καλά ἐνώπιον Κυρίου καί ἀνθρώπων» (Παροιμίαι 3, 4).

Ἀλλά κι’ ἄν σοῦ τύχουν μερικά πράγματα τά ὁποῖα δέν εἶναι σύμφωνα μέ τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἐπιτρέπονται καί βρίσκονται στήν δική σου τήν κρίσι, γι᾿ αὐτά τά πράγματα λέγω, ἄν πληροφορῆται ἡ συνείδησίς σου ὅτι τάχα εἶσαι δυνατός καί μπορεῖς νά τά φυλάξης ὄχι, σκανδαλίζεται ὅμως ἡ συνείδησις τοῦ ἀδελφοῦ σου πού εἶναι ἀδύνατος, εἶσαι ὑποχρεωμένος καί ἀπό αὐτά νά μή δώσῃς ἀφορμή σκανδάλου, ἀλλά νά ἀναπαύσῃς τήν συνείδησι ἐκείνου: 

“Μήν τρῶτε τό εἰδωλόθυτο λέγει ὁ Παῦλος γιά ἐκεῖνον πού σᾶς εἰδοποίησε καί γιά τήν συνείδησι…”, «ἐάν δέ τις ὑμῖν εἴπῃ, τοῦτο εἰδωλόθυτόν ἐστι, μή ἐσθίετε δι᾿ ἐκεῖνον τόν μηνύσαντα καί τήν συνείδησιν· τοῦ γάρ Κυρίου ἡ γῆ καί τό πλήρωμα αὐτῆς» (Α΄ Κορ. 10, 28). 

Συνείδησι ὅμως λέγω ὄχι τήν δική του, ἀλλά τήν συνείδησι τοῦ ἄλλου: 

“Γιατί νά ρυθμίζεται ἡ ἐλευθερία μου ἀπό ἄλλη συνείδησι;”, «συνείδησιν δέ λέγω οὐχί τήν ἑαυτοῦ, ἀλλά τήν τοῦ ἑτέρου. Ἱνατί γάρ ἡ ἐλευθερία μου κρίνεται ὑπό ἄλλης συνειδήσεως;» (Α´ Κορ. 10, 29). 

Σέ ὅσα ὅμως πράγματα εἶναι ἐντολή τοῦ Θεοῦ καί σκανδαλίζεται ἡ συνείδησις τοῦ ἄλλου, τότε πρέπει ἐσύ νά καταφρονῇς τήν συνείδησι ἐκείνου καί νά μήν παραβαίνῃς τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ὅπως λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος.

Ἀπέναντι τῶν ἄλλων πραγμάτων θά ἔχῃς τήν συνείδησί σου ἀκατηγόρητη, ἄν ἔχῃς δίκαιο μέτρο καί δέν χρησιμοποιῇς ὑπερβολές καί ἐλλείψεις, τόσο στά φαγητά καί ποτά, ὅσο καί στά ἐνδύματα καί χρήματα καί στήν περιουσία. 

Διότι πρᾶγμα παρά συνείδησι ὑπολογίζεται ὄχι μόνον τό νά καταφρονῇ κανείς καί νά ἀφήνῃ νά καταστρέφωνται τά εὐτελῆ φαγητά καί ἐνδύματα τά χρήματα καί τά περιουσιακά του στοιχεῖα, μέ τά ὁποῖα μπορεῖ νά ἐξυπηρετήσῃ τίς σωματικές του ἀνάγκες, ἀλλά καί νά θέλῃ καί νά ζητᾷ τρυφηλά φαγητά, μαλακά φορέματα καί χρήματα καί περιουσιακά στοιχεῖα πού δέν εἶναι ἀπαραίτητα γιά τήν ἐξυπηρέτησί του.

Καί γιά νά μιλήσουμε γενικά, κάθε πρᾶγμα πού εἶναι ἔξω ἀπό τήν ὀρθή λογική, λέγεται παρά συνείδησι. 

Γι᾿ αὐτό καί σύ ἀδελφέ, γιά κάθε τί πού πρόκειται νά κάνῃς μικρό μεγάλο, πρῶτα νά συμβουλεύεσαι τήν συνείδησί σου καί νά τήν ἐξετάζῃς ὄχι ὅμως μέ ἀμέλεια καί ἐπιφανειακά, ἀλλά στό βάθος καί μέ πολλή φροντίδα καί ἀκρίβεια. 

Διότι ὅπως τά πηγάδια, ὅσο σκάβονται καί ἐξαντλοῦνται, τόσο καλύτερο καί γλυκύτερο νερό βγάζουν, ἔτσι καί ἡ συνείδησις, ὅσο περισσότερο ἐξετάζεται καί ξεσκεπάζεται ἀπό τά πάθη μέ τά ὁποῖα εἶναι σκεπασμένη, τόσο καλύτερα μᾶς διδάσκει τί πρέπει νά κάνουμε.

Ἐπειδή ὅμως ὑπάρχουν καί διάφορες συνειδήσεις, ὄχι δηλαδή μόνον καλές καί καθαρές, ἀλλά καί κεκαυτηριασμένες, ὅπως λέγει ὁ Παῦλος, δηλαδή πονηρές καί ἀναίσθητες καί μολυσμένες ἀπό τά πάθη.

Καί στή συνέχεια, ἐξ αἰτίας τῆς ἀναισθησίας τοῦ μολυσμοῦ τους, καί διότι δέν ἐξετάζονται μέ πολλή φροντίδα, δέν διδάσκουν πάντοτε σωστά καί καλά.

Γιά τόν λόγο αὐτό σωστό εἶναι νά μήν ἐμπιστεύεσαι πάντοτε μόνο στή συνείδησί σου, ἀλλά ὅσα αὐτή σοῦ συμβουλεύει νά τά συγκρίνῃς, ἄν εἶναι σύμφωνα μέ ἐκεῖνα πού διδάσκει ἡ Ἁγία Γραφή καί νά τά φανερώνῃς στούς Πνευματικούς, ἄν εἶναι σωστά, γιά νά μήν πλανηθῇς.

Πρόσθεσα τό « διότι δέν ἐξετάζονται οἱ συνειδήσεις μέ τόση ἐπιμέλεια», διότι ἡ συνείδησις τοῦ ἀνθρώπου ὅσο κι’ ἄν εἶναι ἐμπαθής καί πονηρή καί ἀναίσθητη, ὅταν ὅμως ἐξετάζεται μέ ἀκρίβεια καί ἐπιμέλεια, δέ σταματάει πάντοτε νά ἐλέγχῃ καί νά τύπτῃ καί νά κατηγορῇ τόν ἄνθρωπο, ὅτι ἁμαρτάνει καί ὅτι πρόκειται νά κολασθῇ διά τίς ἁμαρτίες του, ἄν δέν μετανοήσῃ. 

Γιατί αὐτή βάλθηκε μέσα μας ἀπό τόν Θεό ὡς ἀντίδικος, σύμφωνα μέ τό εὐαγγελικό πού λέγει: 

“Νά συμβιβασθῇς γρήγορα μέ τόν ἀντίδικό σου”, «ἴσθι εὐνοῶν τῷ ἀντιδίκῳ σου ταχύ ἕως ὅτου εἶ ἐν τῇ ὁδῷ μετ’ αὐτοῦ, μήποτέ σε παραδῷ ὁ ἀντίδικος τῷ κριτῇ, καί ὁ κριτής σε παραδῷ τῷ ὑπηρέτῃ, καί εἰς φυλακήν βληθήσῃ» (Ματθ. 5, 25).

Καί ἀψευδέστατος μάρτυρας, σύμφωνα μέ τό· “Σέ αὐτό συμφωνεῖ καί ἡ συνείδησί τους”, «οἵτινες ἐνδείκνυνται τό ἔργον τοῦ νόμου γραπτόν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως καί μεταξύ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων καί ἀπολογουμένων» (Ρωμ. 2, 15).

Καί συγχρόνως εἶναι κριτής ἀπαραλόγιστος καί πάρα πολύ δίκαιος καί πολύ αὐστηρός καί λόγος ὀρθός: Γι᾿ αὐτό καί δέν μπορεῖ νά σιωπήσῃ. 

Ἀλλά ὁ ἄνθρωπος ὅταν κυριευθῇ ἀπό τά πάθη καί θέλῃ νά κάμνῃ τίς ἐπιθυμίες του χωρίς κανένα χαλινάρι, ὅπως παρακούει καί παραβαίνει τό νόμο τοῦ Θεοῦ, ἔτσι παρακούει καί παραβαίνει καί τούς ἐλέγχους τῆς ἁγίας συνειδήσεως. 

Καί γιά νά μήν ἐλέγχεται πλέον ἀπό αὐτήν σάν κάποιος ἄλλος Ἡρῴδης κόβει τήν κεφαλή τοῦ Ἰωάννου, δηλαδή δέν ὑπολογίζει τήν συνείδησί του καί παίρνει τήν ἀπόφασι νά κολασθῇ. 

Γι᾿ αὐτό καί ὁ Σολομώντας γνωρίζοντας αὐτό δέν εἶπε ὅτι ἡ συνείδησις ὅταν ἐξετάζεται καλά δέν ἐλέγχει τόν ἁμαρτωλό, ἀλλά ὅταν ὁ ἁμαρτωλός φθάσῃ στό ἀποκορύφωμα τῶν κακῶν, καταφρονεῖ: 

“Ὅταν ὁ ἀσεβής φθάσῃ στό ἀποκορύφωμα τῶν κακῶν, τότε καταφρονεῖ”, «ὅταν ἔλθῃ ἀσεβής εἰς βάθος κακῶν, καταφρονεῖ, πέρχεται δέ αὐτῷ ἀτιμία καί ὄνειδος» (Παροιμίαι 18, 3).

Ἀκόμη σέ συμβουλεύω καί ἕνα ἄλλο πρᾶγμα πού ἀξίζει νά τό πληροφορηθῇς: 

Δηλαδή ποτέ νά μήν ἐμπιστεύεσαι στή συνείδησί σου, ἄν αὐτή καμμία φορά δέν σέ κατηγορῇ γιά κάποια ὑπόθεσί σου, διότι λέγεται συνείδησι γιά ἐκεῖνα μόνο πού ξέρουμε καί ὄχι γιά ἐκεῖνα πού δέν γνωρίζουμε. 

Ἐπειδή σύμφωνα μέ τόν Προφήτη Ἱερεμία, “ἡ καρδιά εἶναι πιό βαθειά ἀπό ὅλα τά πράγματα”, «βαθεῖα ἡ καρδία παρά πάντα, καί ἄνθρωπός ἐστι· καί τίς γνώσεται αὐτόν;» (Ἱερ. 17, 9), καί μέσα σέ αὐτήν βρίσκονται κρυμμένα πολλά λεπτά πάθη, τά ὁποῖα καθόλου δέν τά γνωρίζει ἐκεῖνος πού τά ἔχει, καί ἀπό τά ὁποῖα παρακαλεῖ ὁ Δαυΐδ νά καθαρισθῇ λέγοντας “καθάρισέ με ἀπό τά κρυφά πάθη”, «παραπτώματα τίς συνήσει; Ἐκ τῶν κρυφίων μου καθάρισόν με.» (Ψαλμός 18, 13).

Γι᾿ αὐτό καί σύ νά πιστεύῃς ὅτι ἡ καρδιά σου δέν εἶναι ποτέ καθαρή ἀπό τά κρυπτά καί λεπτά πάθη, τά ὁποῖα εἶναι γνωστά μόνο στό Θεό πού ἐξετάζει μόνος τίς καρδιές, ὅπως λέγει ὁ Σολομώντας: 

“Ἐσύ ἐντελῶς μόνος γνωρίζεις τήν καρδιά ὅλων τῶν ἀνθρώπων”, «καί σύ εἰσακούσῃ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐξ ἑτοίμου κατοικητηρίου σου καί ἵλεως ἔσῃ καί ποιήσεις καί δώσεις ἀνδρί κατά τάς ὁδούς αὐτοῦ, καθώς ν γνῷς τήν καρδίαν αὐτοῦ, ὅτι σύ μονώτατος οἶδας τήν καρδίαν πάντων υἱῶν ἀνθρώπων» (Γ´ Βασ. 8, 39). 

Καί νά ἔχῃς ὡς σίγουρο ἐκεῖνο πού λέγει ὁ Ἰωάννης ὅτι, δηλαδή, ὁ Θεός εἶναι μεγαλύτερος ἀπό τήν συνείδησι τῆς καρδιᾶς μας: 

“Ὁ Θεός εἶναι ἀνώτερος ἀπό τήν συνείδησί μας καί τά γνωρίζει ὅλα”, «ὅτι ἐάν καταγινώσκῃ ἡμῶν ἡ καρδία, ὅτι μείζων ἐστίν ὁ Θεός τῆς καρδίας ἡμῶν καί γινώσκει πάντα» (Α´ Ἰωάν. 3, 20).

Γι᾿ αὐτό καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γνωρίζοντας αὐτό ἔλεγε, ὅτι δέ γνωρίζει νά τόν ἐλέγχῃ γιά κανένα πρᾶγμα ἡ συνείδησί του, ἀλλά πάλι ἐξ αἰτίας αὐτοῦ δέν νομίζει ὅτι εἶναι δίκαιος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ: 

“Δέν μέ κατηγορεῖ γιά τίποτε ἡ συνείδησί μου, ἀλλά αὐτό δέν μέ ἀποδεικνύει ὅτι πραγματικά εἶμαι ἀθῷος”, «οὐδέν γάρ ἐμαυτῷ σύνοιδα· ἀλλ᾿ οὐκ ἐν τούτῳ δεδικαίωμαι· ὁ δέ ἀνακρίνων με Κύριός ἐστιν» (Α´ Κορ. 4, 4).

Καί ὅσα καλά ἔργα καί ὅσες νίκες ἔχεις κατορθώσει, ἄς τίς θεωρῇς ὕποπτες. 

Αὐτά σέ συμβουλεύω νά μή τά σκέπτεσαι πολύ μέ τή συνείδησί σου, διότι ὑπάρχει κάποιος κίνδυνος κρυφῆς κενοδοξίας καί ὑπερηφανείας. 

Ἔτσι ἀφήνοντας πίσω ὅλα αὐτά καί ρίχνοντάς τα στήν εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ, ὅποια καί ἄν εἶναι, ὁδήγησε τό λογισμό σου μπροστά στό δρόμο πού σοῦ ἀπομένει γιά τήν ἡμέρα ἐκείνη.

Μετά ἀπό αὐτά, ὅταν τελειώσῃ ἡ μέρα ἐκείνη, ἐξέτασε τόν ἑαυτό σου, ἄν χρησιμοποίησες καλά ὅσα σοῦ ἔτυχαν. 

Καί γιά ὅσα ἔσφαλες, νά μετανοήσῃς καί νά ζητήσῃς ἀπό τόν Θεό νά σέ συγχωρέσῃ καί στό ἑξῆς προσπάθησε νά διορθωθῇς. 

Κατόπιν εὐχαρίστησέ τον γιά τίς χάρες καί τίς εὐεργεσίες πού σοῦ χάρισε τήν ἡμέρα ἐκείνη. 

Ἀναγνώρισέ τον ὡς Ποιητή κάθε ἀγαθοῦ, καί περισσότερο εὐχαρίστησέ τον διότι σέ γλύτωσε ἀπό τόσους ἐχθρούς φανερούς καί μάλιστα ἀπό αὐτούς πού δέν φανερώνονται. 

Διότι σοῦ ἔδωσε καλούς λογισμούς καί ἀφορμές γιά τήν ἀρετή καί γιά κάθε ἄλλη εὐεργεσία πού δέ γνωρίζεις ἐσύ”.

Ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἐδῶ στό δεύτερο μέρος τοῦ ἐν λόγῳ βιβλίου «Ἀόρατος Πόλεμος», μᾶς συμβουλεύει μέσα ἀπό τήν ἐνάρετη ζωή του καί τήν θεολογική του κατάρτιση, μέσα ἀπό τήν διδασκαλία καί τήν ὀρθή ποιμαντική τῶν Ἁγίων Πατέρων σύμφωνα μέ τά δόγματα τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν πίστεως καί μέ τήν ἀσκητική ζωή τήν ὁποία μᾶς παρέδωσαν ἀκεραία καί ἀνόθευτη, ὡς ἑξῆς: 

«Τά τέσσερα ὅπλα πού εἴπαμε δηλαδή, τό νά μήν ἔχῃς θάρρος στόν ἑαυτό σου, τό νά ἐλπίζῃς στόν Θεό, τό νά ἀγωνίζεσαι πάντοτε καί τό νά προσεύχεσαι παίρνουν τήν δύναμι ἀπό τίς ἀξιομισθίες καί τήν χάρι πού μᾶς ἀξίωσε τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. 

Μέ ἐκεῖνα γίνεται ἡ μάχη κατά τῶν ἐχθρῶν μέ τήν δύναμιν τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλά αὐτό τό ὅπλο εἶναι αὐτό τό ἴδιο Αἷμα καί αὐτό τό ἴδιο τό Σῶμα μέ τήν ψυχή καί μέ τήν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ.  

Μέ αὐτό τό ὅπλο ὅμως πολεμοῦμε ἐκείνους μαζί μέ τόν Χριστό καί ὁ Χριστός τούς πολεμεῖ μαζί μέ ἐμᾶς, διότι, « τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα ἐν ἐμοί μένει, κἀγώ ἐν αὐτῷ» (Ἰωάν. 6, 56).

Ἀδελφοί μου, ἐμεῖς ἄς ζητήσουμε νά ἐνδυναμωθοῦμε ἀπό τόν Ἴδιο τόν Κύριο, ἄς ἐργαστοῦμε μέσα ἀπό τήν ἰσχυρή δύναμη τοῦ Θεοῦ, γιά τήν κατάκτηση τῶν ἐπουρανίων, αἰωνίων καί ἀφθάρτων ἀγαθῶν καί τῆς δικαιοσύνης Αὐτοῦ.

Ὥστε νά δυνηθοῦμε κατά τήν ἡμέρα ἐκείνη τῆς πονηρίας, νά ἀναδειχθοῦμε νικητές μέ τήν δύναμιν τοῦ Αἵματος Aὐτοῦ, ὅπως ἀκριβῶς ἀναφέρεται στήν Ἀποκάλυψη: «Καί αὐτοί ἐνίκησαν αὐτόν διά τό αἷμα τοῦ ἀρνίου καί διά τόν λόγον τῆς μαρτυρίας αὐτῶν, καί οὐκ ἠγάπησαν τήν ψυχήν αὐτῶν ἄχρι θανάτου» (Ἀποκ. 12, 11).

Ἀμήν, γένοιτο!

Συνεχίζεται…

  • 154. «Ἀόρατος Πόλεμος» Ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου. Ἀπόδοση στή νέα Ἑλληνική: Ἱερομόναχος Βενέδικτος. Ἔκδοση Συνοδείας Σπυρίδωνος Ἱερομονάχου, Νέα Σκήτη, Ἅγιον Ὄρος. http://users.uoa.gr https://www.imaik.gr
  • 155. Ὁ Μέγας Βασίλειος στόν πρόλογό του στούς κατά πλάτος ὅρους πολύ σοφά καί ἐκτεταμένα ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένοι ὅλοι οἱ Χριστιανοί, μικροί καί μεγάλοι, νά τηροῦν ὅλες τίς ἐντολές πού μᾶς προστάζει ὁ Κύριος στό Ἱερό Εὐαγγέλιο, χωρίς νά ἐξαιρεθῇ καμμία ἀπό αὐτές: Α´. Διότι ὁ Κύριος ἀποστέλλοντας τούς μαθητάς Του στό κήρυγμα τούς εἶπε νά διδάξουν ὅλα τά ἔθνη νά τηροῦν ὅσες ἐντολές πού τούς παρήγγειλε Αὐτός: “Πηγαίνετε καί κάνετε μαθητές μου ὅλα τά ἔθνη …διδάσκοντάς τους νά τηροῦν ὅλες τίς ἐντολές πού σᾶς ἔδωσα”, «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτούς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν· καί ἰδοὺ ἐγώ μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν» (Ματθ. 28, 19-20), δηλαδή ὄχι ἄλλες ἐντολές νά φυλάττουν καί ἄλλες νά παραμελοῦν, ἀλλά ὅλες, ὅλες χωρίς καμμία ἐξαίρεσι. Β´. Διότι ἄν δέν ἦταν ἀναγκαῖες καί ἀπαραίτητες ὅλες οἱ ἐντολές γιά τή σωτηρία μας, δέν θά γράφονταν καθόλου στήν Ἁγία Γραφή, οὔτε θά ἔδινε ἐντολή ὁ Κύριος νά φυλάττωνται ὅλες ὑποχρεωτικά. Γ´. Ἄν ὁ Κύριος μᾶς προστάσση νά γινώμαστε τέλειοι, “νά εἶσθε τέλειοι”, «ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὡς ὁ πατήρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειός ἐστιν» (Ματθ. 5, 48) καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος παραγγέλλει νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καταρτισμένος καί σωστός καί ὁλόκληρος “γιά νά εἶναι καταρτισμένος ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ”, «ἵνα ἄρτιος ᾖ ὁ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος, πρός πᾶν ἔργον ἀγαθόν ἐξηρτισμένος» (Β´ Τιμ. 3, 17), εἶναι φανερό ὅτι τήν τελειότητα αὐτή καί ὁλοκλήρωσι θά μᾶς τήν χαρίσῃ ἡ φύλαξις τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Δ´. Διότι οἱ ἐντολές τοῦ Χριστοῦ εἶναι συνδεδεμένες ἡ μία μέ τήν ἄλλη σάν μέ κάποια ἁλυσίδα, ὥστε ὅποιος καταλύσῃ καί παραβῇ μία μόνον ἀπό τίς ἐντολές, ἐκεῖνος μέ τήν λύσι καί τήν παράβασι τῆς μιᾶς ἐντολῆς, λύνει καί παραβαίνει συγχρόνως ὅλες τίς ἄλλες ἐντολές καί δέν δέχεται τόσο μισθό γιά τίς ἐντολές πού φύλαξε, ὅσο τιμωρία γιά ἐκείνην πού δέν φύλαξε. Γι᾿ αὐτό καί ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος ἀπό τήν μιά μεριά λέγει ὅτι “ὅποιος τηρήσει ὅλες τίς ἐντολές τοῦ νόμου καί παραβῇ μία, θεωρεῖται παραβάτης ὅλου τοῦ νόμου”, «ὅστις γάρ ὅλον τόν νόμον τηρήσῃ, πταίσῃ δέ ἐν ἑνί, γέγονε πάντων ἔνοχος» (Ἰάκ. 2, 10). Καί ὁ ἴδιος ὁ Μέγας Βασίλειος λέγει: «Τί θά μέ ὠφελήσουν οἱ ἄλλες ἐντολές πού κατώρθωσα ἄν πῶ τόν ἀδελφό μου μωρό καί γι᾿ αὐτὸ θεωρηθῶ ἔνοχος τῆς γέεννας τοῦ πυρός;». Ἀπό ὅλα αὐτά λοιπόν βγαίνει τό συμπέρασμα ὅτι κάθε Χριστιανός ἔχει μεγάλη ὑποχρέωσι νά τηρῇ ὅλες τίς ἐντολές. Καί τί λέγω ἁπλῶς νά τίς τηρῇ; Νά τίς τηρῇ μέ ὅλη του τήν δύναμι μέ ὅλη του τήν θέλησι καί μέ ὅλη του τήν ἀγάπη, ἄν θέλῃ, σύμφωνα μέ τόν Ἀπόστολο νά στεφανωθῇ σάν νόμιμος ἀθλητής. Καί ὄχι μόνον αὐτό ἀλλά καί ὁ ἴδιος ἀπό μόνος του νά προσθέτῃ κάτι παραπάνω στίς ἐντολές, κάνοντας κατά κάποιον τρόπο, μία ὑπερβολή. Διότι κι’ ἐκεῖνος πού εἶχε τό ἕνα τάλαντο δέν δέχθηκε ἔπαινο ἀπό τόν Κύριό του, διότι ἐπέστρεψε τό τάλαντο, ἀλλά κατακρίθηκε διότι δέν τό αὔξησε. Τελειώνω τήν ὑποσημείωσι καί σοῦ λέγω: Ἀδελφέ, ἄν ἀνήκῃς στήν τάξι τῶν δούλων καί φοβᾶσαι τόν Θεό γιά νά μή σέ κολάσῃ, φύλαττε ὅλες τίς ἐντολές. “Εὐτυχισμένος εἶναι ἐκεῖνος πού φοβᾶται τόν Κύριο, στίς ἐντολές βρίσκει εὐχαρίστησι”, «Μακάριος ἀνήρ ὁ φοβούμενος τόν Κύριον, ἐν ταῖς ἐντολαῖς αὐτοῦ θελήσει σφόδρα» (Ψαλμός 111, 1). Ἄν ἀναβῇς στήν τάξι τῶν μισθωτῶν καί περιμένῃς νά λάβης μισθό γιά τήν ἀρετή σου στήν βασιλεία τῶν οὐρανῶν, φύλαττε ὅλες τίς ἐντολές: «Ἔκλινα τήν καρδίαν μου τοῦ ποιῆσαι τά δικαιώματά σου εἰς τόν αἰῶνα δι᾿ ἀντάμειψιν» (Ψαλμός 118, 112). Ἄν ἀνεβῇς στήν τάξι τῶν υἱῶν καί δουλεύσῃς τόν Θεό γιά μόνο τήν ἀγάπη πρός Αὐτόν, φύλαττε ὅλες τίς ἐντολές: “Ὑψώνω τά χέρια μου πρός τίς ἐντολές σου πού ἀγάπησα”, «καί ἦρα τάς χεῖράς μου πρός τάς ἐντολάς σου ἅς ἠγάπησα, καί ἠδολέσχουν ἐν τοῖς δικαιώμασί σου» (Ψαλμός 118, 49). Καί πάλι: «Ἄν εἶμαι Πατέρας, ποῦ εἶναι ἡ δόξα μου;»  λέγει ὁ Θεός. Δόξα τοῦ πατρός εἶναι ἡ ὑπακοή τοῦ υἱοῦ πρός τίς πνευματικές ἐντολές. Γιατί γνώριζε καί τό ἑξῆς: Ἄν παραβῇς μία μόνο ἐντολή, ὅταν μπορῇς νά μήν τήν παραβῇς, δέν θά ἔχῃς παρρησία, ἀλλά θά ντραπῆς τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Γι᾿ αὐτό καί ὁ Δαυΐδ ἔλεγε: “Τότε δέν θά ντραπῶ ὅταν θά ξανακοιτάζω τίς ἐντολές σου”, «τότε οὐ μή αἰσχυνθῶ ἐν τῷ με ἐπιβλέπειν ἐπί πάσας τάς ἐντολάς σου» (Ψαλμός 118, 6). Σοῦ θυμίζω ἀκόμη ὅτι ὅλες οἱ ἐντολές, τόσο τῆς Παλαιᾶς ὅσο καί τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὡς ἐπί τό πλεῖστον λέγονται μέ ρῆμα προστακτικό, ὅπως: «Ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς σας, εὐλογεῖτε ἐκείνους πού σᾶς καταρῶνται….» , σπάνια προφέρονται σέ ὁριστική, ὅπως τό «ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου, οὐ φονεύσεις, οὐ μοιχεύσεις…» , καί πάρα πολύ σπάνια προφέρονται μέ ἄλλα ρήματα.

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra