«Αὐτή εἶναι ἡ ἀπάρνησις τοῦ ἑαυτοῦ μας, τήν ὁποία ζητεῖ ἀπό ἐμᾶς ὁ Θεός» (Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης) 

Ἐπιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Μέρος 5ον

«δελφοί μου, ἐνδυναμοῦσθε ἐν Κυρίῳ καί ἐν τῷ κράτει τῆς ἰσχύος Αὐτοῦ. Ἐνδύσασθε τήν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ πρός τό δύνασθαι ὑμᾶς στῆναι πρός τάς μεθοδείας τοῦ διαβόλου» (Πρός Ἐφεσ. 6, 10-11).   

Ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ὡς σπουδαῖος διδάσκαλος τοῦ Φιλοκαλικοῦ κινήματος, συγκεντρώνει ὅλα ἐκεῖνα τά γνήσια χαρακτηριστικά τοῦ ὀρθόδοξου μοναχισμοῦ, πού εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο, ἡ ἡσυχία, ἡ ἀδιάκριτη, γνήσια τελεία ὑπακοή, ἡ ταπεινή ἐργασία στό διακόνημα, ἡ νήψη μέ τήν ἀδιάλειπτη νοερά προσευχή. 

Στά συγγράμματα καί τά ἐκδοθέντα βιβλία του ἀφιέρωσε τό μεγαλύτερο μέρος τῆς διδασκαλίας του γιά τήν πνευματική καθοδήγηση μέ τήν προετοιμασία τῶν πιστῶν γιά τήν ἀρετή, ὥστε σύντομα νά φτάσουν καί στήν προσδοκώμενη τελειότητα, μέσα ἀπό τήν ἁγιότητα καί τήν ὁμοίωσή τους μέ τόν Θεό. 

Καθώς ὁ ἴδιος γνωρίζει ὅτι ἡ ἁγιότητα δέν εἶναι μία ὑπερφυσική κατάσταση, ἀλλά μία ἀνθρωπίνως βιούμενη χαρισματική ἁγιοπνευματική κατάσταση.

Στό ἔργο του προβάλλει τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ ὡς πρότυπο γιά τήν τελειότητα καί γιά τήν ἀρετή καί καλεῖ τούς πιστούς νά πολεμήσουν τό διάβολο μαζί καί τήν θεομίσητη ἁμαρτία μέ τίς ἀπολαύσεις τῆς σάρκας, πού εἶναι ὕψιστο κακό. Ἐνῶ ταυτόχρονα προτρέπει μέ τήν μακαρία ταπείνωση νά ἀντιμετωπίσουν τήν ὑπερηφάνεια.

Ὁ Ὅσιος Νικόδημος, στό ἔργο του ὁ «Ἀόρατος Πόλεμος», γιά αὐτόν τόν «Ἀόρατον» Πόλεμο τοῦ Κυρίου ἐναντίον τοῦ διαβόλου, γράφει τά ἑξῆς:

“Τώρα λοιπόν πού γνώρισες πολύ καλά ὅτι ἡ πνευματική ζωή καί ἡ τελειότητα (8) δέν στέκεται σέ αὐτές τίς ἀρετές, πού εἴπαμε, γνώριζε ὅτι δέν ἀποτελεῖται ἀπό ἄλλα παρά ἀπό τήν γνῶσι τῆς ἀγαθότητας (9) καί τῆς μεγαλειότητας τοῦ Θεοῦ καί τῆς δικῆς μας μηδεναμηνότητας καί κλίσεως σέ κάθε κακό στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί στό μῖσος τοῦ ἑαυτοῦ μας. 

Στήν ὑποταγή, ὄχι μόνο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί ὅλων τῶν κτισμάτων, γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ στήν ἀποστροφή κάθε δικοῦ μας θελήματος, τέλειας ὑπακοῆς στό Θεῖο θέλημα.

Καί ἀκόμη, νά τά θέλουμε ὅλα αὐτά καί νά τά κάνουμε ξεκάθαρα γιά τή δόξα τοῦ Θεοῦ (10) καί μόνο γιά νά ἀρέσουμε σέ αὐτόν, καί γιατί ἔτσι θέλει καί αὐτός καί ἔτσι πρέπει νά τόν ἀγαπᾶμε καί νά τόν ὑπηρετοῦμε.

Αὐτός εἶναι ὁ νόμος τῆς ἀγάπης, αὐτός πού ἔχει γραφτεῖ ἀπό τό χέρι τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ στίς καρδιές τῶν πιστῶν δούλων Του. 

Αὐτή εἶναι ἡ ἀπάρνησις τοῦ ἑαυτοῦ μας, τήν ὁποία ζητεῖ ἀπό ἐμᾶς ὁ Θεός

Αὐτός εἶναι ὁ γλυκός ζυγός τοῦ Ἰησοῦ καί τό φορτίο Του τό ἐλαφρό. 

Αὐτή εἶναι ἡ ὑποταγή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, στήν ὁποία μᾶς προσκαλεῖ ὁ λυτρωτής μας καί Διδάσκαλος μέ τό δικό Του παράδειγμα καί μέ τή φωνή Του. (11)

Λοιπόν, ἐσύ ἀδελφέ, πού ἐπιθυμεῖς νά φθάσῃς στό ὕψος αὐτῆς τῆς τελειότητας, ἐπειδή καί εἶναι ἀνάγκη νά κάνῃς μία ἀκατάπαυστη πάλη μέ τόν ἑαυτό σου, γιά νά νικήσῃς γενναῖα καί νά ἐξουδετερώσῃς ὅλα τά θελήματα μεγάλα καί μικρά, ἀναγκαστικά, πρέπει νά ἑτοιμασθῇς μέ κάθε προθυμία τῆς ψυχῆς σου σέ αὐτό τόν πόλεμο.

Γιατί, τό στεφάνι δέν δίνεται σέ ἄλλο, παρά μόνο στόν γενναῖο πολεμιστή.

ὁποῖος Πόλεμος, καθώς εἶναι δυσκολώτερος ἀπό κάθε ἄλλο πόλεμο γιατί πολεμώντας ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ μας, πολεμούμαστε ἀπό τόν ἴδιον τόν ἑαυτό μας ἔτσι καί ἡ νίκη πού πετυχαίνουμε σέ αὐτόν, θά εἶναι ἐνδοξότερη ἀπό κάθε ἄλλη, καί περισσότερο εὐπρόσδεκτη στόν Θεό. 

Γιατί ἄν θελήσῃς νά θανατώσῃς τά ἄτακτα πάθη σου, καί τίς ἐπιθυμίες καί θελήματά σου, θά ἀρέσῃς στόν Θεό περισσότερο, καί θά τόν ὑπηρετῆς καλύτερα, παρά νά μαστιγώνεσαι μέχρι νά βγάλης αἷμα, καί νά νηστεύῃς περισσότερο ἀπό τούς παλιούς ἐρημῖτες, καί παρά νά ἐπέστρεφες στό καλό χιλιάδες ψυχές, ὄντας ἐσύ κυριευμένος ἀπό τά πάθη. (12)

Γιατί, ἄν κι’ ὁ Θεός ἀγαπᾷ περισσότερο τήν ἐπιστροφή τῶν ψυχῶν, ἀπό τή νέκρωσι ἑνός μικροῦ θελήματος, ὅμως ἐσύ, ἀγαπητέ, δέν πρέπει νά θέλῃς, οὔτε νά κάνῃς τίποτα ἄλλο βασικώτερο, ἀπό ἐκεῖνο πού ὁ Θεός ζητᾷ, καί θέλει πλέον ἀποκλειστικά ἀπό σένα.

Γιατί αὐτός, βεβαιότατα, καλύτερα εὐχαριστεῖται στό νά ἀγωνίζεσαι γιά νά ἀπονεκρώσῃς ἐσύ τά δικά σου πάθη, παρά στό νά κάνῃς ὁποιοδήποτε ἄλλο πρᾶγμα, καί ἄς εἶναι μεγάλο καί σπουδαῖο, παραβλέποντας τά πάθη σου.

Τώρα λοιπόν, πού ἔμαθες ἀπό τί ἀποτελεῖται ἡ χριστιανική τελειότητα καί ὅτι γιά νά τήν ἀποκτήσῃς πρέπει νά ἔχῃς ἕνα παντοτινό καί σκληρότατο πόλεμο ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ σου, εἶναι ἀνάγκη νά προμηθευτῇς τέσσερα πράγματα, σάν ὁπλισμό πολύ ἀσφαλῆ καί ἀναγκαῖο, γιά νά γίνῃς νικητής σέ αὐτόν τόν ἀόρατο πόλεμο καί νά λάβης τό στεφάνι. 

Καί αὐτά εἶναι: «Τό α΄ νά μήν ἐμπιστεύεσαι ποτέ τόν ἑαυτόν σου, τό β΄ νά ἔχῃς πάντα ὅλο σου τό θάρρος καί τήν ἐλπίδα στό Θεό, τό γ΄ νά ἀγωνίζεσαι πάντα· καί τό δ΄ νά προσεύχεσαι».

Γιά αὐτά θέλω νά σοῦ μιλήσω ξεχωριστά, σύν Θεῷ, σύντομα.

Κεφάλαιο Β´.

Δέν πρέπει νά ἐμπιστευώμαστε, οὔτε νά δίνουμε θάρρος ποτέ στόν ἑαυτό μας

Τό νά μήν ἐμπιστεύεσαι τόν ἑαυτόν σου (13), ἀγαπητέ μου ἀδελφέ, εἶναι τόσο ἀναγκαῖο σέ αὐτόν τόν Πόλεμο, πού χωρίς αὐτό, νά εἶσαι βέβαιος, ὅτι, ὄχι μόνον δέν θά μπορέσεις νά πετύχεις τή νίκη πού ἐπιθυμεῖς, ἀλλ᾿ οὔτε κἄν νά ἀντισταθεῖς στό παραμικρό καί αὐτό, ἄς τυπωθεῖ καλά στό νοῦ σου.

Γιατί, ἐμεῖς πράγματι, ὄντας φυσικά διεφθαρμένοι ἀπό τήν φύσι μας ἀπό τόν καιρό τῆς παραβάσεως τοῦ Ἀδάμ, ἔχουμε σέ μεγάλη ὑπόληψι τόν ἑαυτό μας, ἡ ὁποία ἄν καί δέν εἶναι ἀλήθεια, παρά ἕνα ψέμα καί τίποτα ἄλλο, ἐμεῖς ὅμως, νομίζουμε μέ μία ἀπατηλή ἐντύπωση, πώς εἴμαστε κάποιοι (14)

Αὐτό εἶναι ἕνα ἐλάττωμα, πού πολύ δύσκολα ἀναγνωρίζεται, καί πού δέν ἀρέσει στό Θεό, ὁ ὁποῖος ἀγαπᾷ νά ἔχουμε ἐμεῖς μία γνῶσι χωρίς δόλο γι᾿ αὐτή τήν βεβαιώτατη ἀλήθεια.

Δηλαδή, νά ξέρουμε, ὅτι κάθε χάρι καί ἀρετή πού ἔχουμε, προέρχεται ἀπό αὐτόν μόνο, πού εἶναι ἡ πηγή κάθε ἀγαθοῦ καί ὅτι, ἀπό μᾶς, δέν μπορεῖ νά προέλθη κανένα καλό, οὔτε κανένας καλός λογισμός, πού νά τοῦ ἀρέσῃ. 

Ἄν καί αὐτή ἡ ἀναγκαιότατη ἀλήθεια δηλαδή, τό νά μή πιστεύουμε στόν ἑαυτόν μας εἶναι ἔργο τοῦ θεϊκοῦ Του χεριοῦ, πού συνηθίζει νά τό δίνη στούς ἀγαπημένους του φίλους, πότε μέ ἐμπνεύσεις καί φωτισμούς, πότε μέ σκληρά μαστιγώματα καί θλίψεις, πότε μέ βίαιους καί σχεδόν ἀνίκητους πειρασμούς καί πότε μέ ἄλλα μέσα, πού ἐμεῖς δέν καταλαβαίνουμε.

Μέ ὅλα αὐτά, θέλει νά γίνεται καί ἀπό μέρους μας ἐκεῖνο, πού ἀνήκει, καί εἶναι δυνατόν σέ μᾶς. 

Γι᾿ αὐτό λοιπόν, ἀδελφέ μου, σοῦ σημειώνω ἐδῶ τέσσερις τρόπους, μέ τούς ὁποίους μπορεῖς, μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, νά πετύχης αὐτή τήν ἀμφιβολία τοῦ ἑαυτοῦ σου, δηλαδή, τό νά μήν ἐμπιστεύεσαι ποτέ τόν ἑαυτό σου.

α´ εἶναι τό νά γνωρίσῃς τήν μηδαμινότητά σου (15) καί νά σκεφθῇς, ὅτι ἀπό μόνος σου δέν μπορεῖς νά κάνῃς κανένα καλό, γιά τό ὁποῖο νά γίνῃς ἄξιος τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν.

β´ τό νά ζητῇς γι᾿ αὐτό πολλές φορές βοήθεια ἀπό τόν Θεό μέ θερμές καί ταπεινές δεήσεις, ἐπειδή αὐτό εἶναι χάρισμα δικό Του. 

Καί ἄν θέλῃς νά τό πάρης, πρέπει πρῶτα νά σκεφθῇς τόν ἑαυτό σου, ὄχι μόνο γυμνό ἀπό αὐτή τή γνῶσι τοῦ ἑαυτοῦ σου, ἀλλά καί κατά τά πάντα ἀδύνατο νά τήν ἀποκτήσεις.

Ἔπειτα, νά μιλᾷς μέ οἰκειότητα πολλές φορές μπροστά στή μεγαλειότητα τοῦ Θεοῦ, καί πιστεύω σταθερά, ἐξ αἰτίας τοῦ πελάγους τῆς εὐσπλαγχνίας Του, θά σοῦ τήν δώσῃ, ὅταν αὐτός γνωρίσῃ, μήν ἀμφιβάλλῃς καθόλου, ὅτι θά τήν ἀπολαύσεις.

γ´ τρόπος, εἶναι τό νά συνηθίσῃς νά φοβᾶσαι πάντα τόν ἑαυτό σου

Νά φοβᾶσαι τούς ἀναρίθμητους ἐχθρούς, στούς ὁποίους, δέν εἶσαι δυνατός νά κάνῃς οὔτε τήν παραμικρή ἀντίστασι.

Νά φοβᾶσαι τή πολύ δυνατή τους συνήθεια στό νά πολεμοῦν τίς πανουργίες, τά στρατηγήματά τους, τίς μεταμορφώσεις τους σέ ἀγγέλους φωτός· τά ἀναρίθμητα τεχνάσματα καί παγίδες, πού σοῦ στήνουν κρυφά στόν ἴδιο τό δρόμο τῆς ἀρετῆς.

δ´ τρόπος εἶναι, ὅταν πέσῃς σέ κανένα ἐλάττωμα νά σκεφθῇς καθαρά τήν ἀπόλυτη ἀδυναμία σου· ἐπειδή, γι᾿ αὐτό τό σκοπό παραχώρησε ὁ Θεός νά πέσῃς, γιά νά μάθης καλύτερα τήν ἀσθένεια σου (16).

Καί ἔτσι νά μάθης, ὄχι μόνο νά περιφρονῇς ἐσύ ὁ ἴδιος τόν ἑαυτό σου σάν ἕνα τίποτα, ἀλλά καί νά θέλῃς νά σέ καταφρονοῦν καί οἱ ἄλλοι σάν τέτοιου εἴδους ἀσθενῆ. 

Γιατί χωρίς αὐτή τήν θέλησι, δέν εἶναι δυνατό νά γίνῃ αὐτή ἡ ἐνάρετη δυσπιστία τοῦ ἑαυτοῦ σου, ἡ ὁποία ἔχει τό θεμέλιό της στήν ἀληθινή ταπείνωσι καί στήν προλεγόμενη ἔμπρακτη γνῶσι τῆς δοκιμῆς.

Ὁπότε, καθ᾿ ἕνας βλέπει πόσο ἀπαραίτητο εἶναι σ᾿ ἐκεῖνον πού θέλει νά ἑνωθῇ μέ τό οὐράνιο φῶς, τό νά γνωρίσῃ τόν ἑαυτό του, τήν ὁποία γνῶσι συνηθίζει νά τήν δίνη ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ στούς ὑπερήφανους καί προληπτικούς, μέσα ἀπό τίς πτώσεις, ἀφίνοντάς τους δηλαδή μέ δίκαιο τρόπο νά πέφτουν σέ κανένα ἐλάττωμα ἀπό τό ὁποῖο νομίζουν πώς ἠμποροῦν νά φυλαχτοῦν γιά νά γνωρίσουν τήν ἀδυναμία τους, καί νά μή ἐπιστεύωνται πλέον στόν ἑαυτόν τους καθόλου.

Ἀλλά αὐτό τό μέσο, τό τόσο ἄθλιο καί ἀναγκαστικό, δέν συνηθίζει νά τό μεταχειρίζεται πάντοτε ὁ Θεός, παρά, ὅταν τά ἄλλα μ έ σ α, τά πιό ἐλεύθερα, ὅπως εἴπαμε, δέν προξενοῦν στόν ἄνθρωπο αὐτή τήν ἐπίγνωσι τοῦ ἑαυτοῦ του. 

Γιατί τότε παραχωρεῖ νά πέσῃ ὁ ἄνθρωπος σέ σφάλματα τόσο μεγαλύτερα ἤ μικρότερα, ὅσο εἶναι μεγαλύτερη ἤ μικρότερη καί ἡ ὑπερηφάνεια καί ἡ ὑπόληψις, πού ἔχει γιά τόν ἑαυτό του· ὥστε, ὅπου δέν ὑπάρχει καμία ἀπολύτως ὑπόληψις, καθώς συνέβη στήν Παρθένο Μαρία, ἐκεῖ δέν ὑπάρχει παρομοίως οὔτε καί καμμία πτῶσις. 

Λοιπόν, ὅταν ἐσύ πέσεις, τρέξε ἀμέσως μέ τόν λογισμό στή ταπεινή γνῶσι τοῦ ἑαυτοῦ σου, καί μέ ἐπίμονη προσευχή ζήτησε ἀπό τό Θεό νά σοῦ δώσῃ τό ἀληθινό φῶς, γιά νά γνωρίσῃς τήν μηδαμινότητά σου καί νά μήν δείχνῃς ἐμπιστοσύνη καθόλου στόν ἑαυτόν σου, ἐάν θέλῃς νά μή πέσῃς πάλι καί μάλιστα σέ μεγαλύτερη βλάβη καί φθορά”.

Ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἐδῶ μᾶς συμβουλεύει πατρικά, κυρίως μέ τήν ταπείνωση καί πάντοτε μέσα ἀπό τήν πράξη μέ σοφά λόγια, ὡς ἑξῆς: «Καί ἄρχισε τό ἔργο, καί πολέμησε γιά νά νικήσῃς· καί βέβαια ἀπό αὐτά θά ἀποκτήσῃς τήν ὁλοκληρωτική ἐλπίδα στόν Θεό. 

Μέ τά τέσσερα αὐτά ὅπλα ὁπλίσου, ἀδελφέ μου, σάν ὁπλισμό πολύ ἀσφαλῆ καί ἀναγκαῖο, γιά νά γίνῃς νικητής σέ αὐτόν τόν ἀόρατο πόλεμο καί γιά νά λάβης τό στεφάνι

Καί αὐτά εἶναι: Τό α΄ νά μήν ἐμπιστεύεσαι ποτέ τόν ἑαυτόν σου, τό β΄ νά ἔχῃς πάντα ὅλο σου τό θάρρος καί τήν ἐλπίδα στό Θεό, τό γ΄ νά ἀγωνίζεσαι πάντα· καί τό δ΄ νά προσεύχεσαι».

Ἀδελφοί μου, ἐμεῖς ἄς ζητήσουμε νά ἐνδυναμωθοῦμε ἀπό τόν Ἴδιο τόν Κύριο, ἄς ἐνδυθοῦμε τήν πανοπλία τοῦ Θεοῦ, ἄς ἀντισταθοῦμε γιά νά δυνηθοῦμε κατά τήν ἡμέρα ἐκείνη τῆς πονηρίας, νά ἀναδειχθοῦμε νικητές. 

Ἄς ἐργαστοῦμε μέσα ἀπό τήν ἰσχυρή δύναμη τοῦ Θεοῦ, γιά τήν κατάκτηση τῶν ἐπουρανίων ἀφθάρτων ἀγαθῶν, τῆς δικαιοσύνης, κι’ ἀκόμη αὐτῆς τῆς θεωρίας τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ σύμφωνα μέ τόν Ψαλμό τοῦ Δαυΐδ: «γώ δέ ἐν δικαιοσύνῃ ὀφθήσομαι τῷ προσώπῳ Σου χ ο ρ τ α σ θ ή σ ο μ α ι ἐν τῷ ὀφθῆναι μοι τήν δόξαν Σου» (Ψαλμός 16, 15). 

Ἀμήν, γένοιτο!

Συνεχίζεται…

  • 8.«Ἀόρατος Πόλεμος» Ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου. Ἀπόδοση στή νέα Ἑλληνική: Ἱερομόναχος Βενέδικτος. Ἔκδοση Συνοδείας Σπυρίδωνος Ἱερομονάχου, Νέα Σκήτη, Ἅγιον Ὄρος. http://users.uoa.gr https://www.imaik.gr/
  • 9. Βλέπε ἀγαπητέ, πόσο ἄριστη εἶναι ἡ τάξι καί ἡ μέθοδος, πού μεταχειρίζεται αὐτό τό βιβλίο. Ἐπειδή κάθε τάξι καί τέχνη, ἀπό τό σκοπό της γνωρίζεται, σύμφωνα μέ τό φιλοσοφικό ἀξίωμα καί τό τέλος πού προκατασκευάζεται καί στοχεύεται σύμφωνα μέ τήν διάνοια, ἀρχή γίνεται καί λόγος τῆς ἐργασίας καί τῆς ἐπιχειρήσεως κάθε πράγματος· γι᾿ αὐτό καί τό βιβλίο αὐτό, πρίν ἀπό κάθε τί ἄλλο, προσθέτει ἐδῶ στήν ἀρχή, τήν τελειότητα καί τό σκοπό ὅλου αὐτοῦ τοῦ Ἀοράτου Πολέμου, ὥστε γνωρίζοντας τα, ὅλοι ἐκεῖνοι πού πρόκειται νά πολεμήσουν, νά μήν πλανηθοῦν μέ τίποτα ἄλλο, ἀλλά νά κατευθύνωνται πρός αὐτό, σάν σέ σημεῖο καί πρός μία κατεύθυνσι νά ὁδηγοῦν ὅλες τίς πράξεις τους.
  • 10. Γι᾿ αὐτό καί ὁ θεῖος Ἀπόστολος διατάζει νά κάνουμε γενικά ὅλα μας τά ἔργα γιά μόνο τήν δόξαν τοῦ Θεοῦ λέγοντας, “εἴτε τρῶτε, εἴτε πίνετε, εἴτε κάτι ἄλλο κάνετε, ὅλα νά τά κάνετε γιά τήν δόξα”. «Εἴτε οὖν ἐσθίετε εἴτε πίνετε εἴτε τι ποιεῖτε, πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε» (Α´ Κορ. 10, 31).
  • 11. Καί ἀληθινά, τό νά ὑποτασσώμαστε στό θέλημα τοῦ Θεοῦ πάντα καί νά προτιμᾶμε αὐτό ἀπό τό δικό μας, καί μέ τήν φωνή του μᾶς τό ἐδίδαξε ὁ ἀρχηγός καί τελειωτής τῆς σωτηρίας μας Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος μᾶς παράγγειλε νά προσευχώμαστε καί νά λέμε “Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς… γεννηθήτω τό θέλημά σου ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς”, «οὕτως οὖν προσεύχεσθε ὑμεῖς· Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς· ἁγιασθήτω τό ὄνομά σου» (Ματθ. 6, 9), καί μέ τό παράδειγμά Του, γιατί καί στήν ἀρχή τῆς ζωῆς Του, ἀμέσως πού μπῆκε στό κόσμο, τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐζήτησε νά κάνῃ κατά τόν Παῦλο πού λέει: “Νά, ἔρχομαι νά κάνω τό θέλημά σου”, «τότε εἴρηκεν· ἰδού ἥκω τοῦ ποιῆσαι, ὁ Θεός, τό θέλημά σου» (Ἑβρ. 10, 9)· (καί τότε εἶπον· ἰδού ἥκω, ἐν κεφαλίδι βιβλίου γέγραπται περί ἐμοῦ, τοῦ ποιῆσαι, ὁ Θεός, τό θέλημά σου. (Ἑβρ. 10,7) καί στό μέσον τοῦ Εὐαγγελίου Του, αὐτό ἔλεγε “κατέβηκα ἀπό τόν οὐρανό, ὄχι γιά νά κάνω τό δικό μου θέλημα, ἀλλά τό θέλημα ἐκείνου πού μ᾿ ἔστειλε”, «ὅτι καταβέβηκα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ οὐχ ἵνα ποιῶ τό θέλημα τό ἐμόν, ἀλλά τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με» (Ἰωάν. 6, 38)· καί στό τέλος τῆς ζωῆς Του, αὐτό τό ἴδιο ἐσφράγισε λέγοντας, στήν προσευχή· “Πάτερ, ἄς μή γίνῃ τό δικό μου θέλημα, ἀλλά τό δικό σου”, «λέγων· πάτερ, εἰ βούλει παρενεγκεῖν τοῦτο τό ποτήριον ἀπ᾿ ἐμοῦ· πλήν μή τό θέλημά μου, ἀλλά τό σόν γινέσθω» (Λουκ. 22, 42).
  • 12. Τά ἴδια σχεδόν λέει καί ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ (λόγος κγ´), ὅπου λέει: «Εἶναι καλύτερο νά λύσῃς τόν ἑαυτό σου ἀπό τόν σύνδεσμο τῆς ἁμαρτίας, παρά νά ἐλευθερώσῃς δούλους ἀπό τήν δουλεία»· καί ἄλλα πολλά σύμφωνα μέ αὐτά πού ἐξηγοῦνται ἐδῶ (ἀνάγνωσε καί τόν νς᾿ λόγο τοῦ ἰδίου).
  • 13. Ὁ Προφήτης Ἱερεμίας καταραμένο ὀνομάζει καί ἀποστάτη τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖνον πού θαρρεύεται καί ἐλπίζει στόν ἑαυτό του λέγοντας: «Τάδε λέγει Κύριος· Ἐπικατάρατος ὁ ἄνθρωπος, ὅς τήν ἐλπίδα ἔχει ἐπ’ ἄνθρωπον καί στηρίζει σάρκα βραχίονος αὐτοῦ ἐπ’ αὐτόν, καί ἀπό Κυρίου ἀποστῇ ἡ καρδία αὐτοῦ» (Ἱερ. 17, 5). Αὐτό τό ρητό ἑρμηνεύοντας ὁ Μέγας Βασίλειος λέγει ὅτι γιά αὐτόν, πού ἔχει τήν ἐλπίδα αὐτοῦ πάνω σέ ἄνθρωπο, φανέρωσε ὁ Προφήτης τό νά μήν ἐλπίζουμε σέ ἄλλον μέ τό νά στηρίζῃ τή σάρκα ὁ βραχίονας αὐτοῦ, ἐφανέρωσε τό νά ἐλπίζουμε στόν ἑαυτό μας· καί τά δυό δέ αὐτά τά ὠνόμασε ἀποστασία ἀπό τόν Θεόν (βλ. κατά πλάτος, μβ´). Καί μέ ἄλλον τρόπο τό ρητό αὐτό ἑρμηνευόντας, συμπεραίνει ὅτι εἶναι καταραμένος καί ἀποστάτης, ἐκεῖνος, πού ἐλπίζει στόν ἑαυτό του. Γιατί, λέει, ὅτι ὅποιος ἐλπίζει στόν ἄνθρωπο εἶναι καταραμένος καί τοῦ Θεοῦ ἀποστάτης. Βλέπε καί ἐδῶ πόσο ἄριστη εἶναι ἡ τάξις, πού χρησιμοποιεῖ τό βιβλίο αὐτό, γιατί ἀρχίζει τόν πόλεμο ἀπό τήν φιλαυτία, ἡ ὁποία εἶναι ἡ προκαταρκτική αἰτία καί ἡ ρίζα καί ἡ ἀρχή ὅλων τῶν ἄλλων παθῶν καί κακιῶν.
  • 14. Τό νά νομίζουμε ὅτι εἴμαστε κάποιοι, αὐτό ὀνομάζεται ὑπερηφάνεια (οἴησις), ἡ ὁποία εἶναι ἕνα πάθος, πού γεννιέται μέν ἀπό τήν φιλαυτία, γεννᾷ δέ αὐτά πάλι καί γίνεται ρίζα καί ἀρχή καί αἰτία ὅλων τῶν ἄλλων παθῶν, τόσο δέ λεπτό καί κρυφό πάθος εἶναι ἡ οἴησις αὐτή, σέ τρόπο πού, γιά τήν πολλή λεπτότητά του, οὔτε τό αἰσθάνονται καθόλου ἐκεῖνοι πού τό ἔχουν, ὅσο ὅμως εἶναι λεπτό καί κρυφό, τόσο εἶναι καί μεγάλο κακό. Γιατί, τήν πρώτη ἐκείνη πόρτα τοῦ νοῦ, ἀπό τήν ὁποία πρόκειται νά μπῆ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καί νά κατοικήσῃ στόν ἄνθρωπον, αὐτό τό καταραμένο πάθος στέκεται καί τήν κλείνει καί δέν ἀφήνει τήν χάρι νά μπῆ, ἡ ὁποία δίκαια ἀναχωρεῖ· γιατί πῶς μπορεῖ νά ἔρθει ἡ χάρις νά φωτίσῃ ἤ νά βοηθήσῃ τόν ἄνθρωπο ἐκεῖνο, πού νομίζει πώς εἶναι κάτι μεγάλο; Πῶς εἶναι σοφός; Καί πῶς δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό ἄλλη βοήθεια; Ὁ Κύριος νά μᾶς λυτρώσῃ ἀπό τέτοιο ἑωσφορικό πάθος καί ἀρρώστια, αὐτούς πού ἔχουν τό πάθος αὐτό τῆς ὑπερηφανίας· τήν βασανίζει ὁ Θεός μέ τόν Προφήτη, λέγοντας· “Ἀλοίμονο σ᾿ ἐκείνους πού νομίζουν ὅτι εἶναι σοφοί”. «Οὐαί οἱ συνετοί ἑαυτοῖς καί ἐνώπιον αὐτῶν ἐπιστήμονες» (Ἡσαΐας 5, 20)· καί ὁ Ἀπόστολος μᾶς παραγγέλνει αὐτό· “Μήν ἔχετε τήν ψευδαίσθησι ὅτι εἶσθε σοφοί” «τό αὐτό εἰς ἀλλήλους φρονοῦντες. Μή τά ὑψηλά φρονοῦντες, ἀλλά τοῖς ταπεινοῖς συναπαγόμενοι. Μή γίνεσθε φρόνιμοι παρ᾿ ἑαυτοῖς» (Ρωμ. 12, 16)· καί ὁ Σολομώντας, “Μή νομίζῃς σοφό τόν ἑαυτό σου”, «μή ἴσθι φρόνιμος παρά σεαυτῷ, φοβοῦ δέ τόν Θεόν καί ἔκκλινε ἀπό παντός κακοῦ» (Παροιμίαι 3, 7).
  • 15. Γι᾿ αὐτό λέει ὁ θεῖος Χρυσόστομος, ὅτι ὅποιος νομίζει τόν ἑαυτό του ὅτι δέν εἶναι τίποτα, ἐκεῖνος περισσότερο ἀπό ὅλους γνωρίζει τόν ἑαυτόν του· «οὗτος μάλιστα ἐστίν ὁ ἑαυτόν εἰδώς, ὁ μηδέν ἑαυτόν εἶναι νομίζων». Ὁ δέ θεῖος Μάξιμος «Ἀρετῆς ὄρος ἐστίν, ἡ τῆς ἀνθρώπινης ἀσθενείας κατ᾿ ἐπίγνωσιν πρός τήν Θείαν δύναμιν ἕνωσις» (κεφάλαιο οθ΄ τῆς Ι΄ ἑκατοντάδ. Φιλοκαλίας). Ὁ δέ Πέτρος ὁ Δαμασκηνός· «οὐδέν κρειττον τοῦ γνῶναι τήν οἰκείαν ἀσθένειαν καί ἀγνωσίαν, οὐδέ χεῖρον τοῦ ταύτην ἁγνοεῖν» (Φιλοκ. σελ. 611. Περί τοῦ μή ἀπογινώσκειν).16. Ὄχι μόνον ὅταν πέσῃ κάποιος σέ κανένα ἁμάρτημα, ἀλλά καί ὅταν πέσῃ σέ διάφορες δυστυχίες, περιστάσεις καί θλίψεις, καί μάλιστα σέ ἀσθένειες σωματικές καί πολυχρονίους, πρέπει νά γνωρίζῃ τήν ταπεινή γνῶσι τοῦ ἑαυτοῦ του καί τῆς ἀδυναμίας του, καί νά ταπεινώνεται, γιατί γι᾿ αὐτό τό σκοπό παραχωροῦνται ἀπό τό Θεό νά μᾶς ἔρχονται ὅλοι ἁπλά οἱ πειρασμοί οἱ ἀπό τοῦ διαβόλου, οἱ ἀπό τῶν ἀνθρώπων καί οἱ ἀπό τῆς φύσεως. Ὁπότε καί ὁ Ἀπόστολος αὐτό τό σκοπό σκεπτόμενος, ἔλεγε ὅτι γι᾿ αὐτό καί μόνο αὐτό ἀκολούθησαν οἱ στήν Ἀσία θανατηφόροι πειρασμοί. «Ἀλλά αὐτοί ἐν ἑαυτοῖς τό ἀπόκριμα τοῦ θανάτου ἐσχήκαμεν, ἵνα μή πεποιθότες ὦμεν ἐφ᾿ ἑαυτοῖς, ἀλλ᾿ ἐπί τῷ Θεῷ τῷ ἐγείροντι τούς νεκρούς» (Β´ Κορ. 1, 9). Καί γιά νά πῶ μέ συντομία ὅποιος θέλει νά γνωρίσῃ τήν ἀσθένειά Του στήν πρᾶξι, ἄς παρατηρήσῃ, ὄχι πολύ χρόνο, ἀλλά μιᾶς μόνο ἡμέρας τούς λογισμούς καί τά λόγια καί τά ἔργα, πού σκέφθηκε καί μίλησε καί ἔκανε καί βρίσκοντας ὅτι οἱ περισσότεροί του λογισμοί καί τά λόγια καί τά ἔργα εἶναι λανθασμένα, στραβά, ἀνόητα καί κακά, ἀπό τήν δοκιμή αὐτή θά καταλάβη πόσο εἶναι ἀσθενής ὁ ἑαυτός του καί ἀπό τήν κατανόηση αὐτή καί τήν ἀληθινή γνῶσι, ὁπωσδήποτε θά ταπεινωθῇ, καί στό ἑξῆς δέν θά ἐλπίζῃ στόν ἑαυτό του. Ὄχι λιγώτερο ἀπό αὐτά πού εἴπαμε πιό πάνω, θά μᾶς φέρῃ στήν ἐπίγνωσι τῆς ἀσθένειάς μας, ἡ ὑλική ἀρχή τοῦ εἶναι μας, δηλαδή, ὅταν σκεφτοῦμε πώς τό εἶναι μας,…)

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra