Ἄρθρο τοῦ Ἐλευθερίου Κρητικοῦ, θεολόγου
ἀποκλειστικά γιά τήν https://katanixi.gr/

“Ὅ,τι ἔχει σχέση μέ τό Θεό καί ὑπηρετεῖ τό μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας, ὅπως εἶναι ὁ ναός, ἀποτελεῖ φορέα ὄχι μολυσμοῦ ἀλλά ἁγιασμοῦ καί ζωῆς”

Ἐπιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr


Ἀνασκευή ἐπιχειρημάτων γιά τή μόλυνση ἐντός τῶν ἱερῶν ναῶν

Ἐλευθερίου Κρητικοῦ, θεολόγου

Ἡ πανδημία τοῦ κορωναϊοῦ, μαζί μέ ὅλα τά δεινά πού προκάλεσε, ἐπέφερε καί τήν ἀμφισβήτηση τῶν δογμάτων τῆς πίστεώς μας. Ἕνα ἀπό τά σπουδαιότερα θέματα τῆς ἐπικαιρότητας, καί ἰδιαίτερα στό θρησκευτικό χῶρο, εἶναι ἡ δυνατότητα ἤ μή μολύνσεως ἐντός τῶν ἱερῶν ναῶν καί ἀπό τά ἐν αὐτοῖς. Οἱ ὑποστηρίζοντες τή δυνατότητα μολύνσεως ἐντός τῶν ἱερῶν ναῶν καταφεύγουν σέ παραπειστικά σοφίσματα καί δικαιολογίες. Αὐτό διότι τά λεγόμενά τους δέν ἔχουν κανένα ἔρεισμα στήν Ἁγία Γραφή καί γενικότερα στήν ἱερά Παράδοση καθώς καμμία μαρτυρία ἐξ αὐτῶν δέν ὑποστηρίζει τόν ἰσχυρισμό τους, καί οὔτε εἶναι κατάλληλη πρός ἀπόδειξη αὐτῆς τῆς νεοφανείσας κακοδοξίας πού ἀποτελεῖ βλασφημία τοῦ ἁγίου Πνεύματος.

Τό τελευταῖο διάστημα πολλοί ἄνθρωποι -δυστυχῶς μαζί μέ αὐτούς καί κάποιοι κληρικοί, θεολόγοι καί θεολογοῦντες- ἐπικαλοῦνται ἐπιχειρήματα ὑπέρ τῆς μολύνσεως ἐντός τῶν ἱερῶν ναῶν. Κάποια ἀπό αὐτά εἶναι ἀληθινοφανή ἀλλά τελικῶς ὁδηγοῦν σέ ἀδιέξοδο καί σύγκρουση μέ τά δόγματα τῆς εὐσεβείας. Παρατηροῦμε μέ σκεπτικισμό τά ἀβάσιμα καί ἕωλα ἐπιχειρήματα αὐτῆς τῆς θέσης καθώς καί τήν ἀλαζονεία ὅσων ἐκφέρουν ἀφθαίρετα ἄποψη γιά τά δογματικά θέματα ὡσάν αὐτά νά μήν εἶναι ἤδη καθορισμένα ἀπό τήν ἱερά Παράδοση. Ἀντιλαμβανόμενοι τό γεγονός ὅτι πολλοί πιστοί παρασύρονται, θά προσπαθήσουμε νά προβοῦμε σέ ἀνασκευή αὐτῶν τῶν ἐπιχειρημάτων ἐπιθυμώντας νά συμβάλλουμε, ἔστω καί στό ἐλάχιστο, στήν καταπολέμηση αὐτῆς τῆς νέας μάστιγας τῆς ἀποϊεροποίησης τῶν ναῶν.

  1. Ἀτυχής παραλληλισμός βαπτίσματος καί ἐγκαινίων πρός ἀπόδειξη τῆς μόλυνσης ἐντός τῶν ἱερῶν ναῶν.

Θεολογοῦντες ὑπερασπιστές τῆς δυνατότητας μολύνσεως στό ναό παραλληλίζουν τό ἅγιο βάπτισμα μέ τήν ἀκολουθία τῶν ἐγκαινίων ἱερῶν ναῶν. Ὅ,τι εἶναι τό βάπτισμα γιά τούς ἀνθρώπους εἶναι τά ἐγκαίνια γιά τούς ναούς, λέγουν. Διά μέσου μιᾶς λαθεμένης συλλογιστικῆς πορείας, ἀφήνουν νά ἐξαχθεῖ τό συμπέρασμα: ἀφοῦ ὁ ἔμψυχος ναός τοῦ Θεοῦ, ἤτοι τό ἀνθρώπινο σῶμα, μολύνεται, φθείρεται καί μεταδίδει ἀσθένειες, τότε καί ὁ ἄψυχος ναός τοῦ Θεοῦ δύναται νά μολύνεται, νά φθείρεται καί νά μεταδίδει ἀσθένειες. Ἐφόσον, λοιπόν, ὁ πιστός μετά τό Βάπτισμα καί τό Χρῖσμα, δέν καθίσταται ἀπρόσβλητος ἀπό ἀσθένειες καί ἰούς, τότε καί ὁ ναός δέν καθίσταται ἀπρόσβλητος ἀπό τή μόλυνση.

Ἄς ἐξετάσουμε λοιπόν, ἐπί τῇ βάσει τῆς ἱερᾶς Παραδόσεως, τούς συλλογισμούς καί τά ἐπιχειρήματά τους ὥστε νά ἀποδείξουμε ὅτι δέν εὐσταθοῦν μέ γνώμονα τήν ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια. Θά ἐκθέσουμε ἐδῶ συνοπτικά τήν αἰτία πού ἀσθενοῦμε καί φθειρόμαστε ὄντας ναοί τοῦ ἐν ἡμῖν ἁγίου Πνεύματος. Βεβαίως, ἡ ἀπάντηση σ’ αὐτό τό θέμα κρύπτεται ἐντός τῆς ἀνθρωπολογικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας ἐκ τῆς ὁποίας θά παρουσιάσουμε ὀλίγα στοιχεῖα, ὡς ἀπαραίτητα γιά τήν κατανόηση τοῦ θέματος.

Ὁ ἄνθρωπος, εὑρισκόμενος στό μεταίχμιο μεταξύ πνευματικοῦ καί ὑλικοῦ κόσμου, γνωρίζεται ὡς διφυής. Εἶναι δηλαδή διπλός: ὁ «ἔξω ἄνθρωπος», ὁ ὁποῖος εἶναι ὁρατός, καί ὁ «ἔσω», ὁ ὁποῖος εἶναι ἀόρατος, πνευματικός. Στό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου κατοικεῖ ἡ ψυχή, ἡ ὁποία εἶναι καί αὐτή δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, συγκειμένου τοιουτοτρόπως τοῦ ἀνθρώπου ἐξ ὕλης καί πνεύματος. Ἡ ὑλική καί ἡ πνευματική φύση ἐναρμονίζονται πλήρως πρό τῆς πτώσεως, συγκροτώντας μία ψυχοσωματική ἑνότητα, χωρίς ἡ μία νά ἀντίκειται στήν ἄλλη καί ἀλληλοεπιδρώντας μεταξύ τους. Βασικό γνώρισμα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τό αὐτεξούσιο, δηλαδή ἡ ἐλευθερία. Τοποθετηθείς ὁ Ἀδάμ ἐντός τοῦ Παραδείσου, βρισκόταν ὁλόκληρος, ὡς ψυχοσωματική ὀντότητα, σέ κοινωνία μέ τό Θεό καί ἄρα σέ κατάσταση ἀρετῆς καί ἁγιότητος. Οἱ μέριμνες, ἡ λύπη, ὁ πόνος, ἡ ἀσθένεια καί ἡ φθορά δέν ἀποτελοῦσαν συντρόφους τοῦ ἀνθρώπου. Ἀντιθέτως, ἦταν πλήρως ἀπαλλαγμένος ἀπό αὐτά.

Ὁ ἄνθρωπος, μή στερούμενος τῆς τρεπτότητος ὡς κτίσμα, εἶχε τή δυνατότητα νά τάσσεται πρός τή μία ἤ τήν ἄλλη πλευρά καί νά προοδεύει ἀναλόγως στό ἀγαθό ἤ στό κακό. Ὤφειλε νά καταστεῖ ἀπερίτρεπτος στήν ἀρετή καί νά τελειωθεῖ, ὅπως οἱ ἄγγελοι. Αὐτός ἦταν ἱκανός, ἔχοντας τήν ἐξουσία, δύναμη καί γνώση, νά διαφυλάξει τήν κατά φύσιν ζωή, μένοντας στή μακαριότητα τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐκλήθη νά χρησιμοποιήσει τήν ἐλευθερία του, βρέθηκε πρό ἑνός σοβαροῦ διλήμματος: νά παραμείνει ὑποκείμενος τοῦ Θεοῦ, πορευόμενος πρός τή θέωση ἤ νά χρησιμοποιήσει τήν ἐκ Θεοῦ δοθεῖσα ἐλευθερία του καί νά ἀνυψωθεῖ σέ Θεό, ἀντικείμενος τοῦ Θεοῦ. Ἐπειδή προτίμησε τό δεύτερο, κατέστη ἀντίπαλος τοῦ Θεοῦ ἐπιφέροντας τό θάνατο. Ἡ ζηλοτυπία καί ἡ ἔχθρα τοῦ διαβόλου ὁδήγησαν στό νά ἀλλοτριωθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό Θεό καί τήν ἄλυπο ζωή. Προσδοκῶντας τά μεγαλύτερα καί σπεύδοντας νά ἀρπάσῃ τό ἀνέφικτον, ἔχασε καί τό κατεχόμενον. Ἡ θεόσδοτος τάξη παρηγκωνίσθη καί ἐπήλθε ἡ διατάραξη τῆς μακαρίας καταστάσεως.

Ἡ τοῦ Θεοῦ ἀλλοτρίωση ἀποτελεῖ τήν πηγή πασῶν τῶν δεινῶν τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ὑιοθέτηση τῆς ἁμαρτίας καί τῆς ἀνταρσίας τοῦ ἀνθρώπου κατά τοῦ Θεοῦ καί ἡ συνεπαγομένη ἔκπτωση ἐκ τῆς προσεδρείας τοῦ Κτίστου εἶναι ἡ πηγή ὅλων τῶν ἐπελθουσῶν δεινῶν στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, τῆς φθορᾶς, τοῦ πόνου καί τοῦ θανάτου. Ἡ ἐσωτερική ὄψη τοῦ ἐπεισοδίου τῆς πτώσεως εἶναι ὅτι «ἡ ἁμαρτία τὸ κάλλος τῆς εἰκόνος ἠχρείωσεν, εἰς τὰς ἐμπαθεῖς ἐπιθυμίας τὴν ψυχὴν καθέλκουσα»1. Τό κατ’ εἰκόνα ἀμαυρώθηκε καί ἡ προσωπικότητα τοῦ ἀνθρώπου ὑπέστη διάσπαση καί διατάραξη. Ἡ προτέρα τελεία ψυχοσωματική ἑνότητα ἐντός τοῦ ἀνθρώπου καταργεῖται καί τά φρονήματα τῆς σαρκός καί τοῦ πνεύματος καθίστανται μαχόμενα πρός ἄλληλα. Ἐξ αἰτίας τῆς ἀλλοιώσεως τῶν πνευματικῶν δυνάμεων, ἐπικρατεῖ ἐσωτερική ταραχή καί σύγχυση, πού προέρχεται ἐκ τῶν παθῶν. Ὁ νοῦς σκοτίζεται, στερούμενος τῆς φωτιστικῆς θείας ἐνεργείας, καί ἡ ἐπίτευξη τοῦ καλοῦ καθίσταται δυσχερής, ἀφοῦ πλέον ὁ ἴδιος εἶναι βραδύς στήν ἀρετή. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ἡ ἐξωτερική ὄψη ἀφορᾷ στή βιολογική μεταβολή καί ἀλλοίωση τοῦ ἀνθρώπου. Τό σῶμα στήν προπτωτική κατάσταση ἐφέρετο σέ ἀπάθεια, ἀφθαρσία καί ἀθανασία, ὄχι καθ’ ἑαυτό ἀλλά κατά τήν ἐνέργεια τῆς ψυχῆς πρός τή μετά τοῦ Θεοῦ κοινωνία. Τώρα ἀναδεικνύεται ἡ δύναμη τῆς φθορᾶς, ἡ ὁποία ἐπιφέρει συνεχή τάση πρός διάλυση καί ἀποσύνθεση. Μετά τήν πτώση «ὀδυνηρά σαρκί συνεζεύχθημεν εἰς φθοράν καταδεδικασμένῃ διά τήν ἁμαρτίαν», κατά τό Μέγα Βασίλειο. Ἔτσι, ἐνῷ ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα εὐθύνονται γιά τήν πτώση, οἱ συνέπειες αὐτῆς μεταδίδονται σέ ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα. Ἐπειδή ἡ φύση τοῦ Ἀδάμ βρίσκεται ἐντός τῆς φύσεως ὅλων τῶν ἀπογόνων του καί ἐνεργοποιεῖται διά τῶν προσωπικῶν ἁμαρτημάτων, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καθίστανται ὑπεύθυνοι ἔναντι τοῦ Θεοῦ.

Μέ βάση τήν ἀνωτέρω θεώρηση ἡ κάθε μορφῆς νόσος ἀποτελεῖ συνέπεια τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ἀσθένεια συνδέεται μέ τήν ἁμαρτία, καί ὄχι μέ τήν ἀνθρώπινη φύση. Οἱ πατέρες ἀνέπτυξαν τή διδασκαλία γιά τούς «δερμάτινους χιτῶνες», τό ὅτι δηλαδή ὁ Θεός μετά τήν πτώση τῶν πρωτοπλάστων, χάρη στή φιλευσπλαγχνία του, γιά νά μπορέσουν νά ἐπιζήσουν «ἐνέδυσεν αὐτοὺς…χιτῶνας δερματίνους» (Γέν. 3,21). Οἱ δερμάτινοι χιτῶνες δέν ἀποτελοῦν φυσικό συστατικό στοιχεῖο τοῦ ἀνθρώπου, καθότι δέν ὑπῆρχαν σ’ αὐτόν πρό τῆς πτώσεως. Τούς δερμάτινους χιτῶνες, κατά τό Μεθόδιο Ὀλύμπου, «διὰ τοῦτο κατεσκεύασεν (ὁ Θεός) οἱονεὶ νεκρότητι αὐτόν (τὸν ἄνθρωπο) περιβαλών»2. Ὁ ἄνθρωπος ὑπάρχει ὅσο ἀναβάλλει τό θάνατο, διότι μετά τήν πτώση βρίσκεται σέ μιά νέα κατάσταση, στήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει πλέον ὡς συστατικό του τή ζωή· «Συνδιεξῆλθε ταῖς τῶν τικτομένων διαδοχαῖς ἡ νεκρότης. Ὅθεν νεκρὸς ἡμᾶς διεδέξατο βίος, αὐτῆς τρόπον τινὰ τῆς ζωῆς ἡμῶν ἀποθανούσης»3. Μέ τό θάνατο, πού μπῆκε στήν ὕπαρξη, κατατμήθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση. Ἔτσι ἡ φθορά, ὅπως καί ἡ ἁμαρτία, ἔχουν γίνει μιά παγκόσμια πραγματικότητα τῆς ὁποίας ἡ ἐξάλειψη εἶναι ἀδύνατη γιά τήν ἀνθρώπινη φύση. Ἡ φθορά κληροδοτεῖται ἀπό γενεά σέ γενεά.

Διά τοῦ βαπτίσματος, ὁ ἄνθρωπος ἀναγεννᾶται συμμορφούμενος πρός τό θάνατο καί τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Τό θεωθέν ἐν Χριστῷ ἀνθρώπινο πρόσλημμα εὑρίσκει κατ’ ἄτομο μιμητές. Ὁ πιστός μέ τό βάπτισμα ἐγκεντρίζεται στό μυστηριακό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἑνώνεται ὀργανικῶς μετά τοῦ Χριστοῦ, καθώς ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου μετέχει στίς ζωοποιές ἐνέργειες αὐτοῦ. Διά τοῦ βαπτίσματος ἐλευθερώνεται ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ διαβόλου καί τοῦ θανάτου, καταργεῖται ἡ ἁμαρτία καί καταπίπτει τό μεσότοιχο τῆς ἔχθρας. Ἡ καταπάτηση τοῦ θανάτου καί τῆς φθορᾶς γίνεται «δυνάμει» χάρη στό θάνατο καί τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Διότι ὅσο διαρκεῖ ὁ κόσμος αὐτός «ἐν τῷ Ἀδάμ πάντες ἀποθνήσκουσιν» (Α΄ Κορ. ιε΄ 22). Ἡ ἀναγέννηση διά τοῦ βαπτίσματος γίνεται στήν ψυχή. Μέ τό βάπτισμα τό βιολογικό «εἶναι» τοῦ ἀνθρώπου ἀναγεννᾶται, ἀλλά ἡ νέα αὐτή δημιουργία δέ γίνεται ἀπό τό μηδέν, ἀλλά ἀπό τό προϋπάρχον βιολογικό εἶναι τοῦ ἀνθρώπου.

Τό κλειδί γιά τήν ὀρθή κατανόηση τοῦ θέματος εἶναι ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία βουλήσεως, τό αὐτεξούσιο. Ἡ φθορά πέρασε στήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη ἀπό τό αὐτεξούσιο. Αὐτό μέ τό βάπτισμα δέν καταργεῖται. Ὁμοίως, δέν καταργοῦνται καί οἱ συνέπειες τῆς πτώσεως γι’ αὐτόν τόν αἰώνα. Κατά τήν ἔσχατη ἡμέρα «ἐν τῷ Χριστῷ πάντες ζωοποιηθήσονται» διά τῆς κοινῆς ἀναστάσεως.

Ἡ ἀνάλυση πού προηγήθηκε ἔχει σκοπό νά καταστήσει κατανοητό τό πῶς ἐπῆλθε ἡ φθορά στήν ἀνθρώπινη φύση καί ὅτι αὐτή εἰσήχθη διά τοῦ αὐτεξουσίου. Ἐν ἀντιθέσει μέ τόν ἄνθρωπο, ὁ ναός δέν εἶναι ὄν, δέν ἔχει ψυχή καί αὐτεξούσιο. Αὐτή εἶναι ἡ βασική διαφορά μεταξύ ἀνθρώπου καί ναοῦ, πού συγχέονται στό συγκεκριμένο ἐπιχείρημα τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς μολύνσεως ἐντός τῶν ἱερῶν ναῶν.

  1. Ὅ,τι εἶναι φθαρτό δέν εἶναι καί πηγή φθορᾶς.

Προκειμένου νά ἀποδείξουν τή μόλυνση τοῦ ναοῦ συσχετίζουν τή φθορά τοῦ ναοῦ μέ τή μολυσματικότητά του. Τό συμπέρασμα, ὅμως, ὅτι ἡ φθαρτότητά του συνεπάγεται καί μολυσματικότητα εἶναι παντελῶς αὐθαίρετο καί προβληματικό.

Ἡ φθαρτότητα εἶναι χαρακτηριστικό τῆς κτιστότητος. Μετά τήν πτώση τῶν πρωτοπλάστων, ἡ κτίση ἀρχίζει νά φθείρεται καί αὐτή. Ὅ,τι ὅμως εἶναι φθαρτό δέν εἶναι καί πηγή φθορᾶς ἤ μολυσμένο. Γιά παράδειγμα, λέγομε φθαρτό τό σῶμα τοῦ Κυρίου, διότι πῆρε μέ τή θέληση του τά ἀδιάβλητα πάθη, τό τρύπημα ἀπό τά καρφιά, τό θάνατο, καί τά συναφή4. Ἐνῷ λέγεται φθαρτό, δέν μποροῦμε νά εἰποῦμε ὅτι εἶναι πηγή μολυσμοῦ. Αὐτό συμβαίνει λόγῳ τῆς ὑποστατικῆς ἕνωσης τῶν δύο φύσεων καί τοῦ τρόπου συλλήψεως κατά τόν ὁποῖο γεννήθηκε, ἄνευ σπέρματος ἀνδρός, γιά νά μήν ἔχει καμιά ἀρχή ἀπό τήν ἁμαρτία τοῦ Ἀδάμ. Ἑπομένως, εἶναι ὁ ἀπόλυτα ὑγιής ἄνθρωπος διότι ἡ ἀνθρώπινη φύση του εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπό τήν κληρονομούμενη φθαρτότητα. Οἱ ὑποστηρικτές τῆς θεωρίας τῆς μολυσματικότητας τῶν ναῶν, ἐάν δεχθοῦν ὅτι πᾶν κτιστό εἶναι φθοροποιό, μολυσματικό καί μολυσμένο, ὀφείλουν νά δεχθοῦν ἤ ὅτι τό σῶμα τοῦ Κυρίου ἦταν μολυσματικό καί φθοροποιό -καί ἔτσι ἀρνοῦνται τήν τέλεια ἕνωση τῶν δύο φύσεων-ἤ ὅτι τό σῶμα τοῦ Κυρίου ἦταν ἄφθαρτο, μέ τήν ἔννοια τῆς φθορᾶς, πού δώσαμε παραπάνω. Τότε, στήν τελευταία περίπτωση, ὁμοιάζουν μέ τούς παράφρονες Ἀφθαρτολάτρες ἤ Ἀφθαρτοδοκῆτες ἤ Ἰουλιανιστές οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριζαν ὅτι ἡ σάρκα τοῦ Κυρίου ἀπό τή στιγμή τῆς ἑνώσεώς της μέ τό Λόγο ἔγινε ἄφθαρτος. Βέβαια, δέ θά μποροῦσαν νά μήν περιπέσουν σέ δοκητισμό, ἀφοῦ τό σῶμα τοῦ Κυρίου δέ θά ἦταν ὁμοούσιο μέ ἐμᾶς καί ἀναγκαστικά θά ἔλεγαν ὅτι τό μυστήριο τῆς οἰκονομίας ἦταν ἕνα θέατρο μέ ἀντίκτυπο νά εἶναι ἀδύνατη ἡ σωτηρία μας.

Τό ἴδιο ἰσχύει καί μέ τή θεία κοινωνία. Ὁ ἅγιος ἄρτος, πού διατηρεῖται γιά τή μετάληψη τῶν ἀσθενῶν καθ’ ὅλη τή διάρκεια τοῦ ἔτους, ἐνδέχεται, ἐάν δέν ἀποξηρανθεῖ καλῶς, νά ἀλλοιωθεῖ. Μήπως αὐτό σημαίνει ὅτι δύναται τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου νά μεταδώσει κάποια ἀσθένεια; Μή γένοιτο! Κατά τή σκέψη ὅμως τῶν συγχεόντων φθαρτότητα καί μολυσματικότητα, θά πρέπει τό μέγιστο καί κάλλιστο μυστήριο νά μεταδίδει ἀσθένειες. Ἐάν δέν δεχθοῦν τή μετάδοση ἀσθενειῶν ἀπό τή θεία κοινωνία, ἀλλά οὔτε τή διαφορά τοῦ φθαρτοῦ ἀπό τήν πηγή τῆς φθορᾶς, τότε θά πρέπει νά δεχθοῦν τή δυτική πλάνη τῆς μετουσίωσης τῶν θείων δώρων, ἡ ὁποία ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία, κατά τήν ὁποία ὁ ἄρτος καί ὁ οἶνος δέ μετουσιώνονται, ἀλλά μεταβάλλονται, πού σημαίνει τή μεταβολή τῶν ἰδιοτήτων τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου σέ αὐτές, πού φυσικῶς ἔχει ἡ θεότητα καί μετεῖχε καθ’ ὑπόσταση ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ.

Παρομοίως θά μπορούσαμε νά συσχετίσουμε τή μή μόλυνση ἐντός τοῦ χώρου τῶν μυστηρίων μέ τήν ἀδυναμία μολύνσεως ἀπό τίς ἱερές εἰκόνες. Καί οἱ ἅγιες εἰκόνες φθείρονται, ἀλλά ποιός δύναται νά ἰσχυριστεῖ ὅτι ἡ προσκύνηση καί ὁ ἀσπασμός τους εἶναι ἐπικίνδυνα νά μολύνουν; Μόνον ἕνας διεστραμμένος νοῦς θά εἶχε τό θράσος νά ἰσχυριστεῖ κάτι τέτοιο. Ἐάν οἱ κατήγοροι τῶν ὀρθοδόξων καί ἀρνητῶν τῆς μολύνσεως ἐντός τῶν ἱερῶν ναῶν συνεχίσουν νά ἰσχυρίζονται μόλυνση ἀπό τό ναό μέ πρόσχημα τή φθαρτότητά του, θά πρέπει νά ἀρνηθοῦν καί τή θεολογία τῆς εἰκόνας, κατά τήν ὁποία, ὅπως ἀναγράφεται στόν ὅρο τῆς Ζ΄ Οἰκ. Συνόδου, «ἡ γὰρ τῆς εἰκόνος τιμὴ ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει· καὶ ὁ προσκυνῶν τὴν εἰκόνα, προσκυνεῖ ἐν αὐτῇ τοῦ ἐγγραφομένου τὴν ὑπόστασιν».

  1. Ἡ ἁγιαστική ἰδιότητα τῶν ἱερῶν ναῶν.

Ἡ σταθερή πίστη τῆς Ἐκκλησίας γιά τόν ἁγιαστικό χαρακτήρα τῶν ἱερῶν ναῶν εἶναι ἀναμφισβήτητη καί ἐπιβεβαιώνεται ἀπό πολλές πατερικές μαρτυρίες καί λειτουργικά κείμενα. Ὡς τήν ἐπισημότερη θά χαρακτηρίζαμε αὐτή τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἡ ὁποία σέ ἀπάντησή της στήν ἀμφισβήτηση τῆς ἁγιότητας τῶν ἱερῶν εἰκόνων ἀπό τή σύνοδο τῆς Ἱερείας, ἀναφέρεται στήν ἁγιότητα καί τή μετάδοση τῶν ἀκτίστων θείων ἐνεργειῶν ἀπό τά καθιερωμένα στό Θεό. Ἡ σύνοδος τῆς Ἱερείας εἶχε πεῖ τό ἀκόλουθο ἐπιχείρημα κατά τῆς προσκυνήσεως τῶν ἁγίων εἰκόνων: «Ἡ δὲ τῶν ψευδωνύμων εἰκόνων κακωνυμία οὔτε ἐκ παραδόσεως Χριστοῦ ἢ ἀποστόλων ἢ πατέρων τὸ εἶναι ἔχει οὔτε εὐχὴν ἱερὰν ἁγιάζουσαν αὐτήν, ἵνα ἐκ τούτου πρὸς τὸ ἅγιον ἐκ τοῦ κοινοῦ μετενεχθῇ, ἀλλὰ μένει κοινὴ καὶ ἄτιμος, ὡς ἀπήρτισεν αὐτὴν ὁ ζωγράφος»5. Ἡ ἐπίσημη ἀπάντηση τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στήν εἰκονομαχική αὐτή ἐπιχειρηματολογία ἦταν ἡ ἑξῆς: «Καὶ τὸ ἀληθὲς ἀκουσάτωσαν· πολλὰ τῶν ἐν ἡμῖν καθιερωμένων εὐχὴν ἱερὰν οὐ δέχονται, αὐτόθεν ἐξ αὐτοῦ τοῦ ὀνόματος πλήρη ὄντα ἁγιασμοῦ τε καὶ χάριτος· τοὔνεκεν ὡς σεπτὰ καὶ τιμῶμεν καὶ ἀσπαζόμεθα. αὐτὸς οὖν ὁ τύπος τοῦ ζωοποιοῦ σταυροῦ χωρὶς εὐχῆς ἱερᾶς γινόμενος παρ’ ἡμῖν σεβάσμιός ἐστι, καὶ ἀρκούμεθα τῷ τύπῳ αὐτοῦ λαμβάνειν τὸν ἁγιασμὸν διά τε τῆς γινομένης παρ’ ἡμῶν εἰς αὐτὸν προσκυνήσεως τῆς τε ἐν τῷ μετώπῳ σημειώσεως, καὶ τῆς ἐν τῷ ἀέρι διὰ δακτύλου γινομένης σφραγῖδος ἀποδιώκειν δαίμονας ἐλπίζομεν. ὡσαύτως καὶ ἐπὶ τῆς εἰκόνος διὰ τῆς τοῦ ὀνόματος σημασίας εἰς τὴν τοῦ πρωτοτύπου τιμὴν ἀναφερόμεθα, καὶ ἀσπαζόμενοι ταύτην καὶ τιμητικῶς προσκυνοῦντες μεταλαμβάνομεν ἁγιασμοῦ, ἐπεὶ καὶ ἱερὰ διάφορα σκεύη ἔχοντες ταῦτα ἀσπαζόμεθα καὶ περιπτυσσόμεθα καὶ ἁγιασμόν τινα εἰληφέναι παρ’ αὐτῶν ἐλπίζομεν· ἢ καὶ τὸν σταυρὸν καὶ τὰ ἱερὰ σκεύη φληναφήσουσι κοινὰ καὶ ἄτιμα εἶναι, ὡς ἀπήρτισεν αὐτὰ ὁ τέκτων καὶ ὁ ζωγράφος καὶ ὁ ὑφάντης, ἐπειδὰν οὐκ ἔχουσιν εὐχὴν ἱερὰν ἁγιάζουσαν αὐτά, ἢ καὶ τὰς σεπτὰς εἰκόνας ὡς ἱερὰς καὶ ἁγίας καὶ τιμίας ἀποδέξονται»6.

Ἑπομένως, εὐλόγως θά μπορούσαμε νά ἀναρωτηθοῦμε ἐάν «πολλὰ τῶν ἐν ἡμῖν καθιερωμένων εὐχὴν ἱερὰν οὐ δέχονται, αὐτόθεν ἐξ αὐτοῦ τοῦ ὀνόματος πλήρη ὄντα ἁγιασμοῦ τε καὶ χάριτος», τότε αὐτά τά ὁποῖα δέχονται εὐχή καί καθιέρωση, ὅπως εἶναι ὁ ναός, δέν εἶναι ἐξίσου ἱερά καί μεταδοτικά ἁγιασμοῦ;

Θά ἀναφέρει ἀλλοῦ ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος: «ταῦτα οὖν εἰδότες ἡμεῖς οἱ τῷ θεῷ μόνῳ τὴν λατρείαν ἡμῶν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ προσάγοντες πάντα τὰ αὐτῷ ἀνατεθειμένα καὶ καθιερωμένα, εἴτε θεῖος τύπος τοῦ τιμίου σταυροῦ εἴτε ἅγιον εὐαγγέλιον εἴτε σεπταὶ εἰκόνες εἴτε ἱερὰ σκεύη εἰσί, καὶ ἀσπαζόμεθα καὶ περιπτυσσόμεθα, ὡς ἐλπίδα ἔχοντες ἁγιασμοῦ μεταλαμβάνειν παρ’ αὐτῶν, καὶ προσκύνησιν τιμητικὴν αὐτοῖς ἀποδιδόαμεν»7. Ἡ ἁγιαστική ἰδιότητα τῶν ἱερῶν ναῶν διαφαίνεται σ’ αὐτή τή διδασκαλία τῆς ἁγίας Συνόδου ἀφοῦ, κατ’ αὐτήν, ὅσα «ἀνατίθενται τῷ Θεῷ» καί ἀφιερώνονται στήν ὑπηρεσία τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας μεταδίδουν ἁγιασμό. Θά μποροῦσε ἀνάμεσα στά ἱερά ἀναθήματα, πού παρατίθενται στο ἀνωτέρω ἀπόσπασμα, νά ἐμπεριέχεται καί ὁ ναός, ὅμως αὐτό φρονοῦμε ὅτι δεν συμβαίνει, διότι δέν εἶχε ἀμφισβητηθεῖ ἡ ἱερότητα αὐτοῦ.

Ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος, στήν ἐπιστολή της Πρὸς τοὺς βασιλεῖς Κωνσταντῖνον καὶ Εἰρήνην, ἀναλύει τήν ἔννοια τοῦ ρήματος «προσκυνεῖν»: «κυνεῖν γὰρ τῇ ἑλλαδικῇ ἀρχαίᾳ διαλέκτῳ τὸ ἀσπάζεσθαι καὶ τὸ φιλεῖν σημαίνει, καὶ τὸ τῆς πρὸς προθέσεως ἐπίτασίν τινα δηλοῖ τοῦ πόθου· ὥσπερ φέρω καὶ προσφέρω, κυρῶ καὶ προσκυρῶ, κυνῶ καὶ προσκυνῶ, ὃ ἐμφαίνει τὸν ἀσπασμὸν καὶ τὴν κατ’ ἐπέκτασιν φιλίαν»8. Στή συνέχεια, θέλοντας νά καταδείξει ὅτι ἡ προσκύνηση ἀπονέμεται καί σέ ἀνθρώπους καί σέ ἱερούς χώρους, χρησιμοποιεῖ μαρτυρίες τῆς Γραφῆς καί τῆς Παράδοσης. Γιά τήν προσκύνηση δέ ἱερῶν χώρων ἐπικαλεῖται τούς λόγους τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου: «τὴν Βηθλεὲμ σεβάσθητι καὶ τὴν φάτνην προσκύνησον»9. Ἐπομένως, ὅσα ἡ Σύνοδος δογμάτισε γιά τήν τιμή, προσκύνηση καί ἁγιαστική ἰδιότητα τῶν εἰκόνων και τῶν λοιπῶν ἱερῶν ἀναθημάτων, τά ὁποῖα μεταδίδουν χάρη καί ἁγιασμό, λόγῳ τῆς σχέσεως τους μέ τό Θεό, ἀφοροῦν καί στούς ἱερούς χώρους.

Ἀφήσαμε γιά τό τέλος -ὅσον ἀφορᾶ στήν Ζ΄ Οἰκ. Σύνοδο- τό ἀνάθεμα, μέ τό ὁποῖο ἡ Σύνοδος περάτωσε τόν Ὅρο της: «Τοὺς οὖν τολμῶντας… ὡς κοινοῖς χρῆσθαι τοῖς ἱεροῖς κειμηλίοις ἢ τοῖς εὐαγέσι μοναστηρίοις (σ.σ. εν. καὶ τοῖς ἱεροῖς ναοῖς), ἐπισκόπους μὲν ὄντας ἢ κληρικοὺς καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν, μονάζοντας δὲ ἢ λαϊκοὺς τῆς κοινωνίας ἀφορίζεσθαι»10.

Ἡ μετοχή τοῦ ναοῦ στήν ἄκτιστη θεία ἐνέργεια καί οἱ εὐεργετικές ἰδιότητες, πού προκαλεῖ στούς εἰσερχομένους σέ αὐτόν, γίνονται ἀντιληπτές ἀπό τήν ἀκολουθία τῶν ἐγκαινίων. Σέ καθαγιαστική εὐχή τῆς ἀκολουθίας τῶν ἐγκαινίων λέγει μεταξύ ἄλλων ὁ ἀρχιερεύς:

«Ναί, Δέσποτα Κύριε, ὁ Θεὸς ὁ Σωτὴρ ἡμῶν, ἡ ἐλπὶς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς, ἐπάκουσον ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν δεομένων σου, καὶ κατάπεμψον τὸ πανάγιόν σου Πνεῦμα, τὸ προσκυνητὸν καὶ παντοδύναμον, καὶ ἁγίασον τὸν Οἶκον τοῦτον· πλήρωσον αὐτὸν φωτὸς ἀϊδίου· αἱρέτισον αὐτὸν εἰς κατοικίαν σήν· ποίησον αὐτὸν σκήνωμα δόξης σου· κατακόσμησον αὐτὸν τοῖς θείοις σου καὶ ὑπερκοσμίοις χαρίσμασι· κατάστησον αὐτὸν λιμένα χειμαζομένων, ἰατρεῖον παθῶν, καταφυγὴν ἀσθενῶν, δαιμόνων φυγαδευτήριον, ἐν τῷ εἶναι τοὺς ὀφθαλμούς σου ἀνεῳγμένους ἐπ᾽ αὐτὸν ἡμέρας, καὶ νυκτός, καὶ τὰ ὦτά σου προσέχοντα εἰς τὴν δέησιν τῶν ἐν φόβῳ σου καὶ εὐλαβείᾳ ἐν αὐτῷ εἰσιόντων καὶ ἐπικαλουμένων τὸ πάντιμον καὶ προσκυνητὸν ὄνομά σου· ὅσα ἂν αἰτήσωνταί σε, καὶ σὺ ἀκούσεις ἐν οὐρανῷ ἄνω, καὶ ποιήσεις ἔλεος, καὶ ἵλεως ἔσῃ αὐτοῖς. Φύλαξον αὐτὸν ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος ἀσάλευτον, καὶ τὸ ἐν αὐτῷ Θυσιαστήριον, Ἅγιον Ἁγίων ἀνάδειξον, τῇ δυνάμει καὶ ἐνεργείᾳ τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος· δόξασον αὐτὸν ὑπὲρ τὸ κατὰ νόμον ἱλαστήριον, ὥστε τὰς ἐν αὐτῷ τελουμένας ἱερουργίας, εἰς τὸ ἅγιον καὶ ὑπερουράνιον καὶ νοερόν σου Θυσιαστήριον καταντᾶν, καὶ τὴν χάριν ἡμῖν κομίζειν τῆς σῆς ἀχράντου ἐπισκιάσεως· θαῤῥοῦμεν γάρ, οὐκ εἰς τὴν τῶν ἡμετέρων ἀναξίων χειρῶν ὑπουργίαν, ἀλλ᾽ εἰς τὴν σὴν ἄφατον ἀγαθότητα».

Κατά τήν ἀνωτέρω καθαγιαστική εὐχή, ὁ Ναός εἶναι ἁγιασμένος ἀπό τό Πανάγιο Πνεῦμα. Εἶναι πλήρης θείας δόξης ἀφοῦ εἶναι κατοικία τοῦ Θεοῦ. Μαρτυρεῖ ὁ Παῦλος γράφοντας πρός τόν Τιμόθεο: «ἵνα εἰδῇς πῶς δεῖ ἐν οἴκῳ Θεοῦ ἀναστρέφεσθαι, ἥτις ἐστὶν ἐκκλησία Θεοῦ ζῶντος» (Τιμ. γ΄ 15). Ἐπιπροσθέτως ἀναφέρει ἡ καθαγιαστική εὐχή ὅτι ὁ ναός εἶναι λιμένας χειμαζομένων, ἰατρεῖο παθῶν, καταφυγή ἀσθενῶν κ.λπ. Είναι ασύμβατο να δέχεται κανείς όλα τα ανωτέρω και ταυτόχρονα να υποστηρίζει ότι ο ναός μπορεί να γίνει εστία μολύνσεων.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνός, μέγας θεολόγος τοῦ Η΄ αἰῶνος καί οἰκουμενικός διδάσκαλος, στό ἔργο του Ἔκδοσις Ὀρθοδόξου Πίστεως, τό ὁποῖο ἀποτελεῖ σύστημα δογματικῆς τῆς Ὀρθοδοξίας, στό 13ο κεφ. Περί τόπου Θεοῦ καί ὅτι μόνον τό θεῖον ἀπερίγραπτον ἀναφέρει τά ἐξῆς: «Ὁ μὲν οὖν θεὸς ἄυλος ὢν καὶ ἀπερίγραπτος ἐν τόπῳ οὐκ ἔστιν· αὐτὸς γὰρ ἑαυτοῦ τόπος ἐστὶ τὰ πάντα πληρῶν καὶ ὑπὲρ τὰ πάντα ὢν καὶ αὐτὸς συνέχων τὰ πάντα. Λέγεται δὲ ἐν τόπῳ εἶναι, καὶ λέγεται τόπος Θεοῦ, ἔνθα ἔκδηλος ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ γένηται. Αὐτὸς μὲν γὰρ διὰ πάντων ἀμιγῶς διήκει καὶ πᾶσι μεταδίδωσι τῆς ἑαυτοῦ ἐνεργείας κατὰ τὴν ἑκάστου ἐπιτηδειότητα καὶ δεκτικὴν δύναμιν, φημὶ δὴ τήν τε φυσικὴν καὶ προαιρετικὴν καθαρότητα…Λέγεται τοιγαροῦν Θεοῦ τόπος ὁ πλέον μετέχων τῆς ἐνεργείας καὶ τῆς χάριτος αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ὁ οὐρανὸς αὐτοῦ θρόνος -ἐν αὐτῷ γάρ εἰσιν οἱ ποιοῦντες τὸ θέλημα αὐτοῦ ἄγγελοι καὶ ἀεὶ δοξάζοντες αὐτόν· αὕτη γὰρ αὐτῷ ἀνάπαυσις- καὶ ἡ γῆ ὑποπόδιον τῶν ποδῶν αὐτοῦ (ἐν αὐτῇ γὰρ διὰ σαρκὸς τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη). Ποὺς δὲ θεοῦ ἡ ἁγία σὰρξ αὐτοῦ διαφόρως ὠνόμασται. Λέγεται καὶ ἡ ἐκκλησία τόπος θεοῦ· τοῦτον γὰρ εἰς δοξολογίαν αὐτοῦ ὥσπερ τι τέμενος ἀφωρίσαμεν, ἐν ᾧ καὶ τὰς πρὸς αὐτὸν ἐντεύξεις ποιούμεθα. Ὁμοίως καὶ οἱ τόποι, ἐν οἷς ἔκδηλος ἡμῖν ἡ αὐτοῦ ἐνέργεια εἴτε διὰ σαρκὸς εἴτε ἄνευ σώματος γέγονε, τόποι θεοῦ λέγονται»11. Θεωροῦμε ὅτι στή σκέψη τοῦ ἱεροῦ Πατρός, ὁ ὁποῖος ἐπανειλημμένως τονίζει ὅτι δέ συνθέτει δικό του θεολογικό σύστημα ἀλλ’ ἀποδίδει πᾶν ὅ,τι ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας κατέγραψε ὡς ὀρθό, διακρίνεται ὁ ἀφιερωμένος στό Θεό τόπος ἀπό οἱονδήποτε ἄλλον τόπο. Καί βεβαίως κάθε τόπος εἶναι τόπος Θεοῦ, ἀφοῦ αὐτός εἶναι πανταχοῦ παρών, ἀλλά ὑπάρχει καί τόπος πού μετέχει περισσότερο στήν ἐνέργεια καί τή χάρη του. Ἑπομένως, δέ θά ἦταν ὀρθός ὁ ἰσχυρισμός ὅτι ὁ ναός εἶναι ὡσάν τούς ὑπολοίπους, καθότι ὁ Θεός εἶναι πανταχοῦ παρών. Ἄλλωστε καί ὅλη ἡ κτίση μετέχει τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, ὅπως τῆς συντηρητικῆς αὐτοῦ ἐνεργείας, ἀλλά μόνον ἐντός τῆς Ἐκκλησίας καθίστανται μεθεκτές ἡ φωτιστική καί θεοποιός ἐνέργειες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Μία ἀκόμα πατερική μαρτυρία, εὐρέως διαδεδομένη καί συχνά ἐπικαλούμενη τίς τελευταῖες ἡμέρες, εἶναι αὐτή τοῦ ἁγίου Συμεῶνος Θεσσαλονίκης, ἡ ὁποία συμπυκνώνει τήν προγενέστερη παράδοση. Λέγει, λοιπόν, ὁ ἅγιος Συμεών:

«Ὁ ναὸς ἀφιέρωται τῷ Θεῷ, καὶ αὐτοῦ ἐστιν οἶκος· καὶ αὐτὸς ἐστιν ἐν αὐτῷ. Καὶ ὁ ἐπικληθεὶς δὲ δοῦλος αὐτοῦ ἐν αὐτῷ μένει, ὡς ἐν οἰκείῳ σκηνώματι. Καὶ τῇ ψυχῇ μὲν ἐνδημεῖ ἀΰλως, πολλάκις δὲ καὶ τοῖς λειψάνοις ἐστὶ τεθειμένος ἐκεῖσε· καὶ θείᾳ δυνάμει καὶ χάριτι, ἐνεργεῖ· ὅτι καὶ διπλοῖ ὄντες ἡμεῖς καὶ τὰ δῶρα διπλῶς λαμβάνομεν. Ὅθεν καὶ ἐν τοῖς ὑλώδεσι τούτοις ἡ χάρις ἐφίσταται, καὶ ἐπιφοιτῶσα μένει, καὶ δι᾽ ἡμᾶς ἐνεργεῖ εὐδοκίᾳ Πατρός, καὶ ἐλέει τοῦ δι᾽ ἡμᾶς σαρκωθέντος καὶ διπλῶς ἡμᾶς ἀναπλάσαντος, καὶ ἐπιδημίᾳ καὶ οἰκτιρμοῖς τοῦ συνεργοῦ αὐτῷ καὶ ἀχωρίστου Πνεύματος. Καὶ τοῦτο βλέπομεν ἀριδήλως. Θεῖαι γὰρ δυνάμεις ἐνεργοῦνται ἐν τοῖς ναοῖς, καὶ ἀγγέλων ἐμφάνειαι καὶ ἁγίων· καὶ σημεῖα τελεῖται· καὶ τὰ αἰτήματα δίδοται· καὶ ἰάματα χορηγεῖται· καὶ τὰ ἐν αὐτοῖς δὲ τοῖς ναοῖς ἄψυχα, ὕδατά τε καὶ λίθοι καὶ κίονες καὶ πέπλα καὶ σιδήρια ἐνεργεῖ· οὐκ ἀφ᾽ ἑαυτῶν, πῶς γάρ; ἄψυχα καὶ κτίσματα Θεοῦ ὄντα, καὶ μηδὲν ἀφ᾽ ἑαυτῶν ἔχοντα; ὅμως ταῦτα ἐνεργεῖ τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι ἐν τούτοις ἐπικληθείσῃ, καὶ τοῦ θείου ἐν τούτοις ἐπονομασθέντος ὀνόματος, ἵν᾽ ἁγιασθῶμεν ἡμεῖς. Ὅπου τοίνυν Θεοῦ ὀνομασία τε καὶ ἐπίκλησις τοῦ πάντα πεποιηκότος τῆς μακαρίας Τριάδος τοῦ μόνου ὄντος Θεοῦ, ἅγια πάντα, καὶ ἐνεργεῖ πάντα, καὶ ἰᾶται, καὶ σώζει τῇ χάριτι»12 .

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς σημειώνει ὅτι ὁ ναός εἶναι οἶκος ὁ ὁποῖος φέρει μέσα του τό Χριστό, ἐνῷ συνιστᾶ τύπο τοῦ σπηλαίου τῆς Γέννησης τοῦ Χριστοῦ στή Βηθλεέμ ἀλλά καί τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς ὑπερουράνιας σκηνῆς ὅπου στέκεται ὁ Θεός13 .

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στή Χρηστοήθεια τῶν Χριστιανῶν ἀναφέρει τά ἑξῆς πέντε, πού βρίσκονται ἐντός τοῦ ναοῦ, γιά νά ἀποδείξει ὅτι ὁ ναός εἶναι τύπος τοῦ οὐρανοῦ: α) τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, β) τήν παρουσία τοῦ ἀφθαρτισμένου καί δεδοξασμένου σώματος τοῦ Χριστοῦ, γ) τήν παρουσία τῆς Μητρός τοῦ Θεοῦ, δ) τήν παρουσία τῶν Ἀγγέλων καί Ἀρχαγγέλων καί ε) τήν παρουσία ὅλων τῶν ἁγίων14 .

Διερωτᾶται κανείς πῶς εἶναι δυνατόν συναλιζόμενοι οἱ πιστοί ἐντός τοῦ ναοῦ μέ τό Θεό καί τούς φίλους του νά μολύνονται; Δηλαδή, γιά νά σκεφτοῦμε πιό πρακτικά τό θέμα, ἐάν εἴχαμε μπροστά μας σωματικά τόν ἴδιο τό Χριστό καί τόν βλέπαμε μέ τά σωματικά μας μάτια, καί περιστοιχιζόταν ἀπό ἀσθενεῖς, πού εἶχαν προστρέξει σ’ αὐτόν, γιά νά θεραπευθοῦν, ἐμεῖς τί θά κάναμε; Θά μέναμε μακριά του, γιά νά μή μολυνθοῦμε ἀπό τούς τριγύρω;

Ἐπιβεβαίωση τῆς σταθερῆς καί πάγιας διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν ἁγιαστική ἰδιότητα τῶν ἱερῶν ναῶν ἀποτελεῖ ἡ θέση ὅτι ὁ προσερχόμενος ἐντός τοῦ ναοῦ πρέπει νά προσέρχεται «μετ’ εὐλαβείας καί φόβου Θεοῦ».

  1. Ἡ πηγή τοῦ ἁγιασμοῦ δέν εἶναι πηγή φθορᾶς.

Μέ βάση τίς ἀνωτέρω χρήσεις, παρατηροῦμε ὅτι ὁ ναός δέν εἶναι κοινός τόπος ἀλλά ἔχει ἁγιαστική ἰδιότητα καί ἁγιάζει τούς προσερχομένους σ’ αὐτόν. Ὡς ἐκ τούτου εἶναι ἀδύνατον νά ἀποτελεῖ ταυτόχρονα καί πηγή φθορᾶς. Ὁ Μ. Βασίλειος στό δοκίμιο του Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός, ἀφοῦ ὁρίσει τό κυρίως ἀγαθόν ὡς ταὐτόν μέ τό θεῖο, διδάσκει ὅτι τό κακό εἶναι ἀνύπαρκτο, δηλαδή δέν εἶναι ὄν, ἀλλά στέρηση τοῦ ἀγαθοῦ. Μέ βάση, λοιπόν, τήν ὀρθόδοξη θεώρηση τοῦ κακοῦ καί ἐπεκτείνοντάς την, θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι, ἀφοῦ ὁ ναός εἶναι πλήρης χάριτος καί ἁγιασμοῦ καί μεταδίδει θεῖες ἐνέργειες, τότε εἶναι ἀδύνατον νά μεταδίδει καί φθορά.

Ὅλη ἡ κτίση μετέχει τῶν θείων ἐνεργειῶν, ὅπου ἡ οὐσιοποιός, σοφοποιός καί ζωοποιός ἐνέργεια συνέχουν τίς ἐκφάνσεις τοῦ μυστηρίου τῆς δημιουργίας. Δέν πρέπει, ὡστόσο, νά λησμονεῖται ὅτι ὑπάρχει πολλαπλότητα μυστηριακῶν ἐκφάνσεων σέ σχέση μέ τήν κτίση καί ὅτι «οἱ ἐκφάνσεις αὐτές παίρνουν τήν ἰδιάζουσα, συγκεκριμένη καί ἀποκλειστική φανέρωση στό σῶμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας»15. Σ’ αὐτό τό σημεῖο νά διευκρινιστεῖ ὅτι, σύμφωνα μέ τήν πατερική ἐκκλησιολογία, ἡ σύναξη τῶν πιστῶν –ἡ ἐκκλησιαστική σύναξη- νοεῖται ὡς μυστηριακή κοινωνία τῶν μελῶν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ἑπομένως, ἀφοῦ ἡ ἐκκλησιαστική σύναξη δέν εἶναι μία ἁπλή κοινωνία ἀνθρώπων ἀλλά μυστηριακή κοινωνία Θεοῦ καί ἀνθρώπων, τά μέλη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος μετέχουν στίς θεῖες ἰδιότητες. Σέ ὅσους δέ ἀντιτάσσουν ὅτι αὐτό συμβαίνει μόνο μέ τό μυστήριο τῆς θείας εὐχαριστίας θά θυμήσουμε ὅτι, κατά τόν Νικόλαο Καβάσιλα, ἡ Ἐκκλησία ὡς σῶμα «σημαίνεται ἐν τοῖς μυστηρίοις» καί τά μυστήρια δέν θά πρέπει νά τά περιορίσουμε στόν ἀριθμό ἑπτά, πρᾶγμα πού εἶναι δάνειο ἀπό τή σχολαστική θεολογία. Κατά ταῦτα τά μυστήρια ζωοποιοῦν καί αὐξάνουν τό μυστηριακό σῶμα μέ τή χάρη. Στά μυστήρια πού προϋποθέτουν τή σύναξη τῶν μελῶν τοῦ σώματος καί τά ὁποῖα εἶναι λειτουργικές ἐκφάνσεις τοῦ ἑνιαίου σώματος, δέν ὑπάρχει ἡ φθορά καί ὁ θάνατος. Βεβαίως, δύναται κάποιος νά ἀποθάνει κατά τή διάρκεια τῆς ἐκκλησιαστικῆς σύναξης, ἀλλά αὐτό διαφέρει ἀπό τό νά ποῦμε ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική σύναξη εἶναι φθοροποιός.

Στό ἐπιχείρημα δέ ὅτι μπορεῖ νά μεταδοθεῖ ἀσθένεια ἐντός τῆς φανέρωσης τῆς Ἐκκλησίας, ἐντός τῆς μυστηριακῆς σύναξης, ἐάν ὁ προσερχόμενος δέν πληροῖ τίς προϋποθέσεις γιά νά κοινωνήσει τῶν ζωοποιῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν ἤ ἐάν προσέρχεται μέ ἀπιστία, ἔχουμε νά ἀντιτάξουμε τό γεγονός ὅτι δέν ἐπηρεάζεται ἡ θεία χάρη ἀπό τήν προετοιμασία καί τή δεκτικότητα τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό γίνεται κατανοητό μέ τό ἑξῆς παράδειγμα: ἄς ὑποθέσουμε ὅτι στή θεία μετάληψη προσέρχονται κάποιοι ἀσθενεῖς, φορεῖς θανατηφόρου ἰοῦ, χωρίς νά πληροῦν τίς προϋποθέσεις γιά νά μετέχουν σ’ αὐτήν, ἀκόμα δέ καί νά ἔχουν ἀπιστία στό μυστήριο. Αὐτό δέ σημαίνει ὅτι θά μολυνθοῦν ὅσοι μετέλαβαν τά ἄχραντα μυστήρια μέ τήν ἴδια λαβίδα. Τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ διατηροῦν τίς ἰδιότητες τους. Μέ τόν ἴδιο τρόπο ὁ ναός καί ἡ μυστηριακή σύναξη τῶν μελῶν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ δέ μετατρέπονται σέ πηγή φθορᾶς οὔτε ἀπενεργοποιοῦνται ἐξαιτίας τῆς ἀναξιότητας τῶν προσερχομένων. Τό γεγονός ὅτι ἡ ἀσεβής προσέλευση στό μυστήριο τῆς θείας κοινωνίας καί κατ’ ἐπέκταση ἡ ἀσεβής προσέγγιση κάθε τι ἱεροῦ (π.χ. ναός, εἰκόνες) ὁδηγοῦν σέ κολασμό ἔχει νά κάνει μέ τή δεκτικότητα τοῦ ἀνθρώπου καί τό πῶς βιώνει ἡ ψυχή τοῦ καθενός τή θεία ἐνέργεια. Ἄλλος τήν ἴδια αὐτή ἐνέργεια μπορεῖ νά τήν βιώνει ὡς ζωή καί ἄλλος ὡς κόλαση.

  1. Συμπεράσματα.

Συμπερασματικά, κατανοοῦμε ὅτι ὁ παραλληλισμός βαπτίσματος καί ἐγκαινίων εἶναι ἄστοχος, λόγῳ τῆς ἔλλειψης αὐτεξουσίου στό ναό. Κατά δεύτερον, ἀποδείξαμε ὅτι ὅ,τι εἶναι κτιστό καί φθαρτό δέ συνεπάγεται ὅτι εἶναι μολυσμένο ἤ πηγή φθορᾶς. Ὅ,τι ἔχει σχέση μέ τό Θεό καί ὑπηρετεῖ τό μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας, ὅπως εἶναι ὁ ναός, ἀποτελεῖ φορέα ὄχι μολυσμοῦ ἀλλά ἁγιασμοῦ καί ζωῆς. Αὐτό συμβαίνει κατά μετοχή καί μέθεξη στήν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ. Ἑπομένως, ἀξιοῦνται σεβασμοῦ καί δέ μποροῦν νά ἀντιμετωπίζονται ὡς κοινοί τόποι. Ἡ δυτικότροπη ἀντίληψη τῆς ἐκκλησιολογίας καί ἡ θεώρηση τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἁπλῆς κοινωνίας ἀνθρώπων ὁδηγεῖ σέ ἐσφαλμένα πορίσματα.

Ἐντός τοῦ μυστηριακοῦ σώματος μπορεῖ νά ὑπάρχει φθορά καί θάνατος, ἀλλά τίποτε πού τελεῖται ἐντός αὐτοῦ δέν ἀποτελεῖ πηγή φθορᾶς.


  • 1. Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Λόγος ἀσκητικός, PG 31, 869D.
  • 2. ΜΕΘΟΔΙΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ, Ἀγλαοφῶν ἢ περὶ ἀναστάσεως, 1, 38, ΒΕΠΕΣ, 18, σ.129.
  • 3. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Ἐξήγησις τοῦ Ἄσματος τῶν Ἀσμάτων, PG 44, 1021D.
  • 4. Βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, PG 94, 1097-1100.
  • 5. MANSI 13, 268C.
  • 6. MANSI 13, 269D-272A.
  • 7. MANSI 13, 309CD.
  • 8. MANSI 13, 404E
  • 9. MANSI 13, 405C.
  • 10. MANSI 13, 380B.
  • 11. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, PG 94, 852ABC. Σέ μετάφραση: «Ὁ Θεὸς λοιπὸν ποὺ εἶναι ἄυλος καὶ ἀπερίγραπτος, εἶναι ἐκτὸς τόπου· διότι ὁ ἴδιος εἶναι τόπος τοῦ ἑαυτοῦ του, ποὺ πληροῖ τὰ πάντα καὶ εἶναι πέραν ἀπὸ ὅλα καὶ συγκρατεῖ ὁ ἴδιος τὰ πάντα. Λέγεται ἐπίσης ὅτι ὁ Θεὸς εὑρίσκεται καὶ εἰς τόπον, καὶ ὀνομάζεται τόπος Θεοῦ ὁ τόπος ὅπου ἐκδηλώνεται ἡ ενέργειά του. Διότι ὁ ἴδιος διέρχεται διὰ μέσου ὅλων χωρὶς νὰ ἀναμειγνύεται μὲ αὐτά, καὶ εἰς ὅλα μεταδίδει ἀπὸ τὴν ἐνέργειαν του, ἀνάλογα μὲ τὴν καταλληλότητα καὶ τὴν δεκτικὴν ἱκανότητα τοῦ καθενός, ἐννοῶ δηλαδὴ τὴν καθαρότητα τῆς φύσεως καὶ τῆς διαθέσεως τοῦ καθενός…Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὁ οὐρανὸς εἶναι θρόνος του-διότι εἰς αὐτὸν εὑρίσκονται οἱ ἄγγελοι ποὺ ἐκτελοῦν τὸ θέλημα του καὶ αἰωνίως τὸν δοξολογοῦν· διότι αὐτὴ ἡ δοξολογία εἶναι ἡ ἀνάπαυσις του-και ἡ γῆ εἶναι ὑποπόδιον τῶν ποδῶν του-διότι εἰς αὐτὴν ἔζησε μὲ τὴν ἀνθρωπίνην σάρκα ἀνάμεσα εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Ἔχει ὀνομασθῆ δὲ μὲ ἄλλο ὄνομα πόδι τοῦ Θεοῦ ἡ ἁγία του σάρξ. Λέγεται ὅμως καὶ ἡ Ἐκκλησία τόπος Θεοῦ· διότι αὐτὸν τὸν χῶρον τὸν ἐδώσαμεν ὡς δῶρον διὰ τὴν δοξολογίαν του, ὅπως κάποιο ἀφιερωμένον μέρος ὅπου καὶ προσευχόμεθα εἰς τὸν Θεόν. Ἐπίσης λέγονται τόποι Θεοῦ καὶ οἱ τόποι εἰς τοὺς ὁποίους ἔχει γίνει φανερὴ εἰς ἡμᾶς ἡ ενέργειά του, εἴτε μὲ τὴν ένσαρκον παρουσίαν του, εἴτε χωρὶς σῶμα» (ΕΠΕ 1, 125-127).
  • 12. ΣΥΜΕΩΝΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, ΠερὶτοῦἹεροῦΝαοῦκαὶτῆςτούτουκαθιερώσεως, PG 155, 336. Σέ μετάφραση: «Ὁ ναὸς ἔχει ἀφιερωθῆ στὸν Θεὸ καὶ εἶναι κατοικία του. Ὁ Θεὸς βρίσκεται στὸν ναὸ ὁ ἴδιος. Ἐπίσης, καὶ ὁ Ἅγιος, στὸν ὁποῖο ἔχει ἀφιερωθεῖ ὁ ναός, μένει στὸν ναὸ σὰν σὲ δικὸ του σπίτι. Καὶ μὲ τὴν ψυχὴ του εἶναι παρὼν ἀοράτως, πολλὲς φορὲς ὅμως καὶ μὲ τὰ λείψανα του βρίσκεται σωματικὰ ἐκεῖ καὶ ἐνεργεῖ μὲ θεία δύναμη καὶ Χάρη. Ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε σύνθετοι, διπλοί, ἀπὸ ψυχὴ καὶ σῶμα, παίρνουμε τὰ θεῖα δῶρα μὲ διπλὸ τρόπο, ἀόρατα καὶ ὁρατά. Γι᾽ αὐτὸ καὶ στὰ ὑλικὰ καὶ αἰσθητὰ αὐτὰ πράγματα κατεβαίνει ἡ Χάρη καὶ μένει καὶ ἐνεργεῖ γιὰ μᾶς μὲ τὴν εὐδοκία τοῦ Πατρὸς καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ ποὺ σαρκώθηκε γιὰ μᾶς καὶ μᾶς ἀνέπλασε διπλά, καὶ μὲ τὴν ἔλευση καὶ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ εἶναι συνεργὸς αὐτοῦ καὶ ἀχώριστο. Καὶ αὐτὸ τὸ βλέπουμε ὁλοφάνερα. Μέσα στοὺς ναοὺς ἐνεργοῦν θεῖες δυνάμεις καὶ ἐμφανίσεις ἀγγέλων καὶ ἁγίων· ἐπιτελοῦνται θαύματα· ἐκπληρώνονται τὰ αἰτήματα· γίνονται ἰάσεις ἀσθενῶν. Ἀκόμη καὶ τὰ ἄψυχα ἀντικείμενα τῶν ναῶν, τὰ νερὰ καὶ οἱ πέτρες καὶ οἱ κίονες καὶ τὰ πέπλα καὶ τὰ σίδερα ἁγιάζουν, ὄχι βέβαια ἀφ᾽ ἑαυτών, ἀφοῦ εἶναι ἄψυχα καὶ κτίσματα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ μόνα τους δὲν ἔχουν τίποτε. Ἐνεργοῦν ὅμως μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἁγίου τοῦ ναοῦ, γιὰ νὰ ἁγιασθοῦμε ἐμεῖς. Ὅπου λοιπὸν ὑπάρχει ὀνομασία καὶ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ ποὺ ἐδημιούργησε τὰ πάντα, τῆς Ἁγίας Τριάδος, ποὺ εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεός, ἐκεῖ εἶναι ὅλα ἅγια, καὶ ὅλα ἁγιάζουν καὶ θεραπεύουν καὶ σώζουν μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ» (ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, Πρωτοπρεσβύτερος, «Προσβολὴ τῶν δογμάτων καὶ τῆς ἱερότητας τῶν ναῶν», Θεοδρομία 1-2 (2020) 213-214).
  • 13. Βλ. ἀντίστοιχα: ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ, Ὁμιλία Ι’, PG 151, 124 CD· Ὁμιλία Κ’, PG 151, 272C· Ὁμιλία ΛΣτ’, PG 151, 456C.
  • 14. Βλ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Χρηστοήθεια τῶν Χριστιανῶν, ἐκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 307.
  • 15. ΝΙΚΟΥ ΜΑΤΣΟΥΚΑ, Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία Β΄, ἐκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2018, σ.465

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra