Του Παναγιώτη Νούνη
Αποκλειστικά για katanixi.gr

Ο χαρακτηρισμός του Μεγάλου Κωνσταντίνου και της μητέρας αυτού της βασιλομήτωρ Αγίας Ελένης, ως Ισαποστόλους της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, ελέω της εσωτερικής και εξωτερικής θρησκευτικής διπλωματίας τους δεν είναι τυχαίος ούτε μάλλον υπερβολικός

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra


Η ΔΙΑΔΟΣΗ TOΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ (4ος – 5ος αι.)

Του Παναγιώτη Νούνη

Το άρθρο περί της Εξωτερικής Πολιτικής του Ρωμαϊκού Κράτους (που ακούει καταχρηστικώς σήμερα στο όνομα Βυζάντιον) το οποίο πρόκειται να μας απασχολήσει, είναι: της κ. Σοφίας Πατούρα, “Η διάδοση του Χριστιανισμού στα πλαίσια της εξωτερικής πολιτικής του Βυζαντινού κράτους (4ος – 5ος αι.),” Σύμμεικτα, vol. 7, pp. 215-236, 1987.

Ό τίτλος, θεωρώ, ότι είναι αρκετά σαφής: πρόκειται, για την διάδοση στα πέρατα της γνωστής τότε οικουμένης του ορθοδόξου Χριστιανισμού (ενίοτε και ετερόδοξες εκφάνσεις του Χριστιανισμού) μέσα στα αυστηρά πλαίσια της Εξωτερικής Πολιτικής της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Ο εν λόγω τίτλος του άρθρου, φαίνεται, να ανταποκρίνεται λίαν καλώς και πλήρως στο περιεχόμενο του άρθρου. Και αυτό, διότι δεν μας υπόσχεται περισσότερα πράγματα απ΄ ότι τελικά παρουσιάζεται εκτενώς και αναλυτικώς στο άρθρο.

Το κυρίως θέμα της Πατούρα, πραγματεύεται, περί της μεθοδευμένης εξωτερικής πολιτικής ή της θρησκευτικο-πολιτικής διπλωματίας και διαδόσεως του ορθοδόξου είτε ενός ετεροδόξου Χριστιανισμού (ανάλογα με τα εκάστοτε θεολογικά πιστεύω, κριτήρια και τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του εκάστοτε Οικουμενικού Αυτοκράτορα), προς τα βαρβαρικά έθνη και αλλόφυλους, τα οποία επιβουλεύονται και υποσκάπτουν εχθρικά την οικουμενική Ρωμαϊκήν Αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως της Νέας Ρώμης, μέσα στο χωροχρονικό πλαίσιο του 4ου και 5ου αιώνα μετά Χριστόν.

Κύριος στόχος και σκοπός της ιστορικής έρευνας της συγγραφέως, νομίζω, ότι είναι να αποδείξει μέσα από ελάχιστες και σπάνιες, ιστορικές, εκκλησιαστικές και αγιολογικές πηγές την αγαστή και στενή συνεργασία της Πολιτείας με την Εκκλησία, μαζί και την ευέλικτη ειρηνοποιό διπλωματία αμφοτέρων των θεσμών, στο πλαίσιο μίας αναγκαστικής (ελέω των ιστορικών συνθηκών) ρωμαλέας εξωτερικής θρησκευτικής πολιτικής της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης. Άραγε, η συγγραφέας τα καταφέρνει; Αυτό βέβαια, θα το δούμε αναντίρρητα στην πορεία του δοκιμίου μας.

Πολύ ορθά, η Πατούρα, ξεκινάει με τον Μέγα Κωνσταντίνο, που ως γνωστόν ο ίδιος με τολμηρές πολιτικές ενέργειες για την εποχή του, μέσω του Διατάγματος των Μεδιολάνων, έπηξε άπαξ και διαπαντώς την θρησκευτική ελευθερία των Χριστιανών, τουτέστιν απελευθέρωσε τον ορθόδοξο Χριστιανισμό και τους Χριστιανούς από τις θεοφώτιστες κατακόμβες και τις φυλακές, απάλλαξε αυτούς από τα σκληρά Μαρτύρια του Αίματος και κατέπαυσεν άρδην τους αδυσώπητους διωγμούς των προηγούμενων παγανιστών Αυτοκρατόρων. Παράλληλα, κατόρθωσε να μετακινήσει, να μεταμορφώσει, να ανατρέψει και να ανανεώσει την πάλαι ποτέ παγανιστική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της παλαιάς Ρώμης, σε Νέα Ρώμη με κέντρο από τούδε και εις το εξής την βασιλεύουσα Πόλη Κωνσταντινούπολη, δηλαδή την ορθόδοξη Χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Ο ίδιος ο Μέγας και Άγιος Ισαπόστολος οικουμενικός Αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος, την ίδια θρησκευτικο-πολιτική στρατηγική εφήρμωσε και στην εξωτερική πολιτική του για να αναχαιτίσει τους διωγμούς των Χριστιανών που διενεργούσε ο βασιλιάς της Περσικής Αυτοκρατορίας Σαβώρης, ο οποίος εξαπέλυσε στα όρια της περσικής αυτοκρατορίας του αιματινούς διωγμούς κατά των Χριστιανών.

Η συγγραφέας, αναφέρει (σελ. 216) πολύ σωστά, ότι, σύμφωνα με πληροφορίες που λαμβάνουμε από Εκκλησιαστικούς ιστορικούς του 4ου και 5ου αιώνα, κατά την βασιλεία του Μεγάλου Κωνσταντίνου είχαμε –μέσω της μυστικής συγκατάθεσης της Αυτοκρατορίας και της Εκκλησίαςεκχριστιανισμούς ξένων λαών και πέρα από τα όρια της Αυτοκρατορίας– όπως π.χ. των Ιβήρων, Ινδών, Σαρακηνών κ.ο.κ. Η συμμαχία με τους Ιβηρίτες λ.χ. διασφάλιζε τα βορειοανατολικά σύνορα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τους Πέρσες.

Ο χαρακτηρισμός του Μεγάλου Κωνσταντίνου και της μητέρας αυτού της βασιλομήτωρ Αγίας Ελένης, ως Ισαποστόλους της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, ελέω της εσωτερικής και εξωτερικής θρησκευτικής διπλωματίας τους δεν είναι τυχαίος ούτε μάλλον υπερβολικός. (Δείτε επίσης, εκτενώς και αναλυτικώς, το εγχειρίδιο του π. Θεοδώρου Ζήση, «Ο ΣΗΜΕΡΙΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ», εκδόσεις «το Παλίμψηστον», 2015, σσ. 142). Αυτό το επιπρόσθετο στοιχείο της εν λόγω μονογραφίας το καταγράφουμε και παραπέμπουμε σκόπιμα, καθότι η συγγραφέας καταθέτει πολύ ολίγα στοιχεία για την εξωτερική θρησκευτική πολιτική του Μ. Κωνσταντίνου το οποίο καλύπτει η σύγχρονη μονογραφία.

Μετά, ακολουθούν παρόμοια θρησκευτική διπλωματία οι απόγονοι υιοί του Μ. Κωνσταντίνου. Ο Κωνστάντιος, π.χ.: υιοθετεί, ως θρησκευτική άποψη και θρησκευτική εξωτερική και εσωτερική πολιτική την ετερόδοξη προσέγγιση του Χριστιανισμού την αίρεση του Αρειανισμού. Ως διάδοχος Αυτοκράτωρ, προωθούσε και στήριζε θεσμικά την άνοδο και εξάπλωση του Αρειανισμού. Ενώ ο πατέρας του ο Μέγας Κωνσταντίνος, πιστός στην Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία, Εκκλησία και Αυτοκράτωρ μέσω της Αγίας Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, κατεδίκασαν με συνοπτικά αποφασισθέντα, με διάφορα αναθέματα τον Άρειο, τους οπαδούς του μαζί και τις κακοδοξίες του.

Πρώτη επίσημη προσπάθεια, εκχριστιανισμού των αλλοφύλων, είναι ο εκχριστιανισμός των Γότθων από τον αρειανό αυτοκράτορα Κωνστάντιο, μέσα στα πλαίσια της εξωτερικής θρησκευτικής πολιτικής του, ο οποίος συμμετείχεν στην τελετή χειροτονίας εις επίσκοπον των Γότθων, του αρειανού πρεσβύτερου Ουλφίλα. Επόμενη πρωτοβουλία του Κωνστάντιου είναι ο εκχριστιανισμός της Αραβίας, της φυλής των Ομηριτών, όπου εκεί ορίζει ως αρχηγό τον αρειανό επίσκοπο Θεόφιλο. Η προσπάθεια τους στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. (σελ. 218) Βέβαια, ο Αρειανισμός συνέχιζε να απασχολεί έντονα και να προκαλεί ποικίλες αντιδράσεις στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας.

Βέβαια, ο μαζικός εκχριστιανισμός των Γότθων με επίσημη παρέμβαση Πολιτείας και Εκκλησίας της Νέας Ρώμης, απο πολιτική επιλογή, επιτεύχθηκεν, επι αρειανού Αυτοκράτορα Ουάλη μέσω του Γότθου φύλαρχου Φριτιγέρνη, κατά την ιστορική συγκυρία όπου οι Γότθοι είχαν μια σοβαρή ενδοφυλική διένεξη. Ο εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των Γότθων δεν ήταν αφ΄ εαυτού του ικανός και αρκετός για να διαλύσει και να διασπάσει το ισχυρότατο και φιλοπόλεμο βαρβαρικό φύλο. Η θρησκευτική τους διαφοροποίηση όμως, ο εκχριστιανισμός των Γότθων ήταν και εκείνη η χαριστική τους βολή ώστε το ρήγμα και ο διχασμός αναμεταξύ τους να είναι οριστικός. (σελ. 219-220)

Η Εξωτερική Πολιτική του διαίρει και βασίλευε, μέσω θρησκευτικής ιεραποστολής και παράδοξους διπλωματικούς ελλιγμούς δεν είναι σύγχρονη επινόηση και δημιούργημα της Μεγάλης Βρεττανίας ή των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

Παράλληλα, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, η Ρωμηοσύνη έπρεπε να προφυλαχθεί και από άλλα εχθρικά φύλα όπως τους Σαρακηνούς. Οι ρωμαίοι Βυζαντινοί, άδραξαν της ευκαιρίας να εφαρμώσαν τα ειρηνικά μέσα και την θρησκευτική διπλωματία τους, αποστέλλωντας στην βασίλισσα των Σαρακηνών Μαυία (με δικό της αίτημα) τον Μοναχό Μωϋσή ως επίσκοπον των Σαρακηνών. Ο μοναχός Μωϋσής όμως, ήταν καθόλα ορθόδοξος Χριστιανός, και αρνείτο δικαίως και εύλογα να χειροτονηθεί επίσκοπος από αρειανούς. Πράγμα που εξανάγκασε την αρειανίζουσα Αυτοκρατορία να αναπροσαρμοστεί και να συμβιβαστεί, ελέω της εξωτερικής πολιτικής επί των Σαρακηνών, και εν τέλει ο μοναχός Μωϋσής χειροτονείται με την άδεια του αρειανού Αυτοκράτορα, από εξόριστους ορθοδόξους επισκόπους, ως επίσκοπος των Σαρακηνών. (σελ. 220-221)

Όλα σχεδόν τα προηγούμενα, μέχρι στιγμής, μας αποδεικνύουν ότι η Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, η Κωνσταντινούπολις, επέλυε και με κάθε είδους ειρηνικά μέσα αρκετά προβλήματά της με το ρωμαλέο και ιεραποστολικό δόρυ της την θρησκευτική Εξωτερική Πολιτική, δηλ. με τον εκχριστιανισμό των αλλοφύλων και βαρβάρων λαών που επιβουλεύοντο μεθοδικά τα σύνορά της.

Να σημειωθεί, ωστόσο, ότι, στις παραμεθόριες περιοχές η ορθόδοξες τοπικές Εκκλησίες έπαιξαν σημαίνοντα ρόλο σε δογματικά και θεολογικά ζητήματα αντιδρώντας μαχητικά και πολεμικά ενάντια στις όποιες κακόδοξες επιδιώξεις και αξιώσεις του μη ορθόδοξου Αυτοκράτορα. Για λόγους όμως εθνικής ασφάλειας κακόδοξοι αυτοκράτορες ενίοτε υποχωρούσαν έναντι στα δίκαια αιτήματα των ορθοδόξων Χριστιανών. (σελ. 221)

Επι λέξη καταγράφει η αρθρογράφος, ότι:

«Ο ρόλος της Εκκλησίας και του Μοναχισμού στο ευαίσθητο απο τις βαρβαρικές επιδρομές βόρειο σύνορο της Αυτοκρατορίας, αποκτά μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα και εμφανίζεται ιδιαίτερα απειλητικός γιά τήν κεντρική εξουσία». (σελ. 221)

Στην πορεία η ίδια σημειώνει, ότι: «Βέβαια, η ηγεσία της ‘Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης, κατά κανόνα ταυτισμένη δογματικά μέ τον αυτοκράτορα, καί λειτουργώντας στα πλαίσια συνεργασίας Κράτους -‘Εκκλησίας, είχε βαρύνοντα συχνά λόγο σέ θέματα εξωτερικής θρησκευτικής πολιτικής». (σελ. 222)

Όταν βέβαια, κατά κανόνα η ηγεσία της Αυτοκρατορίας δεν ήταν καθόλου ταυτισμένη με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, και επέλεγε ο τάδε ή ο δείνα Αυτοκράτωρ να επιβάλλει στον κλήρο και λαό το όποιο κακόδοξο δόγμα της επιλογής του, τότε είχαμε αυθαίρετες και επιπόλαιες αλλαξοπατριαρχίες μέσω του στυγνού καισαροπαπισμού αλλά και δυναμικές εντάσεις και αντιδράσεις στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας. Αυτά όλα τα δρώμενα απασχολούν στην εσωτερική πολιτική όμως, η οποία δεν είναι το ζήτημα της παρούσης θεματολογίας. Όταν όμως, Εκκλησία και Πολιτεία συντονίζονταν μέσω της στενής συνεργασίας ή συναλληλίας, τότε εκεί η θρησκευτική διπλωματία με την διάδοση του Χριστιανισμού σε ξένους λαούς λάμβανε με θαυμαστό τρόπο σάρκα και οστά. Αυτό, το οποίο σήμερα είναι άκρως δυσεύρετο στο Νεοελληνικό και Κυπριακό Κράτος. Δηλαδή, η συνεργασία Εκκλησίας και Πολιτείας στην Εξωτερική Πολιτική, χωλαίνει, για τα συμφέροντα κυρίως κυρίαρχων Κρατών.

Αξίζει παράλληλα να σημειωθεί, θεωρώ, ότι κατά την περίοδο που προανεφέρθη όπου η Αυτοκρατορία με το Πατριαρχείο της Κων/Πόλεως αρειάνιζαν και προωθούσαν ως εξωτερική θρησκευτική Πολιτική τον μη ορθόδοξο Αρειανισμό (πρόγονος του Μονοφυσιτισμού και Ισλαμισμού), κατά τόπους ορθόδοξες Εκκλησίες (π.χ. η Εκκλησία της Καππαδοκίας με τον Μέγα Βασίλειον ή το πατριαρχείον της Αλεξανδρείας με τον Μέγα Αθανάσιον) εκτός του ότι στο εσωτερικό αντιμάχοντο και πολεμούσαν την κακοδοξία του Αρειανισμού, ανέπτυξαν παράλληλα ξεχωριστή δράση εκχριστιανισμού των εκχριστιανισθέντων αρειανών Γότθων κ.ά. ώστε να ασπαστούν την Φίλη Ορθοδοξία και να αποκηρύξουν την άφιλη κακοδοξία του γοτθικού Αρειανισμού.

Τα αμέσως προηγούμενα, τεκμηρειώνονται, κατά την συγγραφέα του άρθρου, σε αντιρρητικές και ποιμαντικές επιστολές του Αγίου και Μεγάλου Βασιλείου Αρχιεπισκόπου Καισαρείας. Ο Μέγας Βασίλειος, μεγάλος Πατέρας της Εκκλησίας, ένας εκ των αγίων Τριών Ιεραρχών, φαίνεται να διατηρούσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και σημαντική αλληλογραφία με την ορθόδοξη εκκλησία των Γότθων.

Μόνο, που δεν συμφωνώ απόλυτα, ότι η στάση του αυτή είχε να κάνει μονοσήμαντα με ορθολογικούς λόγους όπως π.χ. με την επίσημη εξωτερική πολιτική προπαγάνδα και την θρησκευτική διπλωματία της Αυτοκρατορίας, αλλά μάλλον θεωρώ ότι είχε να κάνει παράλληλα και με επιπρόσθετους λόγους, όπως: τα θεολογικά, πνευματικά ή ποιμαντικά κριτήρια, τα οποία η αρθρογράφος φαίνεται να αγνοεί, να παραθεωρεί ή και να τα παραμερίζει καθότι δεν τα επισημαίνει. Ελπίζω μόνο, ότι οι ορθολογικές αποστάσεις από την Χαρισματική και Ποιμαντική προσέγγιση της διαδόσεως του Χριστιανισμού, να μη σχετίζονται με την εν γένει αυστηρά ορθολογική τάση της Ιστορίας να απορρίπτει την Μεταφυσική, καθότι αυτή καθ΄εαυτή η Πατερική Θεολογία των Καππαδοκών κ.ά. αγίων Πατέρων της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, απορρίπτουσι ομοθυμαδόν, ουσιωδώς και οντολογικώς, την Μεταφυσική Θεολογία και την Φιλοσοφική Μεταφυσική.

Ο Μέγας Βασίλειος, δεν ήταν πολιτικός –αλλά ένας Χαρισματούχος καλός ποιμήν και Ασκητής Επίσκοπος της Καππαδοκίας-, ώστε να ταυτίζεται αδιάκριτα με την όποια θρησκευτική προπαγάνδα είτε εξωτερική ή εσωτερική πολιτική της ηγεσίας της Νέας Ρώμης, γι΄αυτό και δεν δίσταζε να έρθει πολλάκις σε μετωπική ρήξη μαζί τους, όταν το πολιτικό σκηνικό που προωθείτο είτε στο εξωτερικό είτε στο εσωτερικό ήταν κατά κόρον η κακοδοξία, δηλ. η αλλοίωσις της Ορθοδοξίας.

Επί Αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Α΄, ακριβώς μετά την Αγία Β΄ Οικουμενική Σύνοδο έχουμε, θεσμικά, ως επίσημη πλέον Θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας την Ορθόδοξη Χριστιανική Πίστη ή την Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία. Η εν λόγω μεγίστη θεσμική θρησκευτική αλλαγή στο εσωτερικό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας επέφερεν ταυτόχρονα και την ρηξικέλευθη και σημαίνουσα αλλαγή στην εξωτερική θρησκευτική διπλωματία.

Στο χωροχρονικό πλαίσιο τώρα, αυτής της ρωμαλέας θρησκευτικής μεταβολής έπαιξε καθοριστικό ρόλο η ασκητική φυσιογνωμία, η ποιμαντική και ιεραποστολική δράση και η χαρισματική προσωπικότητα του Αγίου Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως του Ιωάννη του Χρυσοστόμου.

Ο ίδιος ο ιερός Χρυσόστομος, πολέμησε εύλογα και αντιρρητικά τον Αρειανισμό και τον Παγανισμό, (αφού ως γνωστόν η όποια κακοδοξία –ως πνευματική θανατηφόρος πανδημία– διεσπούσε τον κοινωνικό ιστό της Αυτοκρατορίας) καθότι προσπαθούσε επιτυχημένα μέσω της ποιμαντικής και θεολογικής διάκρισης, να συγκρατήσει στην ορθόδοξη Πίστη τους ορθοδόξους Γότθους που διέμεναν στην Κων/Πολη, ενώ προσπάθησε μάλιστα να μεταστρέψει στην Ορθοδοξία αρειανούς ομοφύλους τους κ.ο.κ. Στον ιερό Χρυσόστομο και σε φίλους του Ασκητές επισκόπους της Εκκλησίας, οφείλεται κυρίως, ο προσηλυτισμός των Γότθων της Κριμαίας, ο εκχριστιανισμός των Ούνων και Σκυθών στην Ορθοδοξία. (σελ. 223)

Ωστόσο, να λεχθεί, ότι οι διάδοχοι του Μεγάλου Θεοδοσίου, συνέβαλαν στον άκρως επιτυχημένο εκχριστιανισμό των Αρμενίων, η οποία Μεγάλη Αρμενία τότε ήταν πολιτικά υποταγμένη στην Αυτοκρατορία των Περσών. (σελ. 226-227)

Η επίσημη διοίκηση της Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας, το Οικουμενικόν Πατριαρχείον της Κωνσταντινουπόλεως-Νέας Ρώμης σε στενή συνεργασία πάντοτε με τον εκάστοτε Αυτοκράτορα, ακόμη και εκείνων των περιπτώσεων που ο Αυτοκράτωρ ήταν κακόδοξος, προσπαθούσαν για εθνικο-πολιτικούς και εκκλησιαστικούς λόγους μέσω ειρηνικών μέσων όπως εκείνων της εξωτερικής θρησκευτικής πολιτικής ή πολιτικής προπαγάνδας της διαδόσεως είτε του ορθοδόξου είτε και του ετεροδόξου Χριστιανισμού να εκχριστιανίσουν τους βαρβάρους και ξένους λαούς, εξάπαντος θανάσιμους εχθρούς της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, γεγονός που πολλάκις αναφέρουν οι ιστορικές πηγές στεφόταν με πολιτικές και εκκλησιαστικές επιτυχίες για την βυζαντινή ρωμαϊκή διπλωματία.

Σ΄ όλο αυτό το μεθοδευμένο και αριστοτεχνικά δομημένο συνεργειακό πρόγραμμα της εξωτερικής θρησκευτικής πολιτικής, Εκκλησίας και Πολιτείας, συνέτειναν και αρκετές ιδιωτικές πρωτοβουλίες εξεχουσών προσωπικοτήτων και εκκλησιαστικών ανδρών με την σιωπηλή ή μυστική συγκατάθεση του Αυτοκράτορα και του οικουμενικού Πατριαρχείου, ώστε να εφαρμωσθεί και επαληθευθεί με ακρίβεια το θεολογικό και Γραφικό ρηθέν του Χριστού «πορευθέντες μαθητεύσαντες πάντα τα έθνη…».

Στους εν λόγω αιώνες που εξετάζουμε, έδρασαν σοβαρά και σημαντικά κατά την συγγραφέα, έδρασαν άκρως ιεραποστολικά με άνοιγμα προς τα αλλόδοξα και βάρβαρα έθνη, ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο υιός του Κωνστάντιος, ο Μέγας Θεοδόσιος και οι απόγονοί του, ο Μέγας Βασίλειος, ο ιερός Χρυσόστομος, ο Άγιος Σάββας και ο Άγιος Ευθύμιος, ο Άγιος Συμεών ο Στυλίτης, κ.ά. στενοί φίλοι, συνεργάτες και μαθητές τους, οι οποίοι ανέπτυξαν μεγάλη ιεραποστολική και ποιμαντική δράση για τα συμφέροντα τόσον της Εκκλησίας όσον και της Αυτοκρατορίας. Μόνο, που δεν συμφωνώ απόλυτα, ότι η στάση τους αυτή είχε να κάνει μονοσήμαντα με ορθολογικούς λόγους όπως π.χ. με την εξωτερική πολιτική προπαγάνδα και θρησκευτική διπλωματία της Αυτοκρατορίας, αλλά μάλλον θεωρώ ότι είχε να κάνει και με επιπρόσθετους λόγους, όπως: τα θεολογικά, πνευματικά ή ποιμαντικά κριτήρια, τα οποία η αρθρογράφος φαίνεται να αγνοεί, να παραθεωρεί ή και να τα παραμερίζει καθότι δεν τα επισημαίνει.

O σκοπός της έρευνας, είναι, με σαφήνεια διατυπωμένος. Παρ΄ όλες τις ελάχιστες πηγές, για το ζήτημα της διαδόσεως του Χριστιανισμού κατά τον 4ο και 5ο αιώνα μετά Χριστόν, σε ξένους λαούς, η συγγραφέας εντόπισε αρκετά πολύτιμα στοιχεία από εκκλησιαστικές και αγιολογικές πηγές καθώς και ικανοποιητικά ιστοριολογικά στοιχεία. Επειδή όμως έχει ελάχιστα ερευνηθεί η διάδοση του Χριστιανισμού –πρό του 6ου αιώνα, δηλ. πρό της εποχής Ιουστιανιανού- θεωρώ, ότι οι στόχοι της συγγραφέως επιτεύχθησαν στο ακέραιο.

Οι ερευνητικές υποθέσεις της δεν είναι άστοχες αλλά ούτε κατέπεσαν στο κενό. Οι στόχοι της εννοιολογικά καλύπτουν τον σκοπό της έρευνας. Η μεθοδολογία της, να ξεδιπλώνει ανά χρονική περίοδο τα ανάλογα ιστορικά γεγονότα, με ανάλογες υποσημειώσεις και παραπομπές, καθώς και η λεπτομερή αναφορά στα πρόσωπα που πρωταγωνιστούσαν είναι αλυσιδωτά και με λογική συνέπεια δομημένα, ώστε να παρατηρεί κανείς με ενδιαφέρον, ετεροχρονισμένα, την πανοραμική ιστορική θέα.

Η εν λόγω έρευνα είναι καθαρά μια ιστορική μελέτη, με επαρκή βιβλιογραφία και παραπομπές, αλλά θα ήταν ακόμη πιο ενδιαφέρουσα αν προσεγγιζόταν και από θεολογικής απόψεως, μιας και χρησιμοποιούνται εκκλησιαστικές και αγιολογικές πηγές. Η συγγραφέας, χρησιμοποιεί, ορθά και λογικά τα επιχειρήματά της για να υποστηρίξει την γνώμη της. Η γλώσσα της είναι σαφής και όχι πολύ επιστημονική, πράγμα που θεωρώ ότι είναι αρκετά βοηθητικό να μελετηθεί απερίσπαστα και απνευστί από εκκλησιαστικούς κύκλους, θεολόγους, κληρικούς αλλά και από απλούς πιστούς Χριστιανούς, ώστε να αντιληφθούν και την άκρως ενδιαφέρουσα ιστορική οπτική του πράγματος.

Το άρθρο της συγγραφέως, θεωρώ, ότι είναι αρκετά καλό και αξιόπιστο, διότι με κριτική και συνθετική σκέψη χρησιμοποιεί προσεκτικά και με φειδώ τις εκκλησιαστικές και αγιολογικές πηγές, καθώς και τις επιστολές των προαναφερθέντων αγίων Πατέρων που πάσχιζαν να εκχριστιανίσουν τους ξένους λαούς. Επισημαίνει άριστα, ωστόσο, τον σημαίνον ρόλο του Ησυχασμού/Μοναχισμού, παράλληλα και τον επίσημο θεσμικά ρόλο της Εκκλησίας, όταν συνδιάζεται με στρατηγική διάκριση για την Εξωτερική Πολιτική ενός Κράτους. Δεν είναι όμως «ντε φάκτο» απολύτως βέβαιο, ότι, οι προσωπικές πρωτοβουλίες των προειρρημένων σημαντικών προσωπικοτήτων αγίων Επισκόπων και οσίων Ασκητών για εκχριστιανσμό των μη Χριστιανών, ότι η εν λόγω ενέργεια τους ήταν αποτέλεσμα μυστικής ή σιωπηλής συμφωνίας με την Βυζαντινή διπλωματία της Αυτοκρατορίας, αλλά πιθανόν, να είναι ταυτόχρονα και ένα σημαντικό αποτέλεσμα που εκπηγάζει από γνήσιο Εκκλησιολογικό, Ποιμαντικό και Θεολογικό φρόνημα, το οποίο καλλιεργείται μέσα στην Εκκλησία και διακηρύττεται κατά τας Γραφάς.

Οι Ρωμηοί της Νέας Ρώμης, γνώριζαν εμπειρικώς, ότι το κακό δεν πατάσσεται με ανάλογο ή χειρότερο κακόν τρόπο, αλλά το κακό κατά τας Γραφάς πατάσσεται με τον αγαθό και καλό τρόπο.

Όπερ και αυτό εφήρμοζαν εμπράκτως οι Ρωμαίοι της Κωνσταντινουπόλεως μέσω της Εξωτερικής Πολιτικής τους έναντι ούκ ολίγων εχθρικών και πάμπολλων μηδενιστικών δυνάμεων. Και πέτυχαν μέσω αυτής της ευαγγελικής και ποιμαντικής τακτικής, κατά τις ιστορικές πηγές, μεγάλες πολιτικές και εκκλησιαστικές επιτυχίες.

Του Παναγιώτη Νούνη
Ιστορικός Ερευνητής
Ενδιάμεση Εξέταση εν καραντίνα
8ο Εξάμηνο/2020
Φιλοσοφική Σχολή
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

Υγ.: Ακαδημαϊκό Δοκίμιο και ιστορική έρευνα για το μάθημα (ΙΣΤ112) ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, για το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας. Το εν λόγω δοκίμιο κρίθηκε και αξιολογήθηκε απο την διδάσκουσα Ειδική Επιστήμονα Δρ κ.Σ.Μ. με σωρηδόν άστοχες και άδικες παρατηρήσεις, επίσης σε αρκετά σημεία του κρίθηκε ανεξήγητα πολύ αρνητικά και επιπόλαια, μάλιστα μας επισημάνθηκε στα σημεία εις διπλούν ότι «είναι ανιστόρητο» και μη αντικειμενικό δοκίμιο. Το δοκίμιο μας επεστράφηκε για να το διορθώσουμε και να το ξαναγράψουμε. Εμείς το αρνηθήκαμεν. Δηλαδή, ελάβαμεν μηδέν!… Την ευχαριστούμε!

Υποσημείωσης περί φωτογραφιών: Η εν Κύπρο θεοφρούρητη Ιερά Μονή Σταυροβουνίου ή άλλως πως η Ιερά Μονή Θεοκρεμάστου, ή Ιερά Μονή του Τιμίου Σταυρού, είναι μία Μεγαλοκωνσταντίνεια δωρεά και η μεγίστη διαχρονική απόδειξη της χαρισματικής και αγιοπνευματικής Εξωτερικής Πολιτικής ΑΜΦΟΤΕΡΩΝ των αγίων Ισαποστόλων Μεγάλου Κωνσταντίνου και Αγίας Ελένης. Το Ζωοποιόν Τίμιον Ξύλο της ι.μ. Σταυροβουνίου καθώς και αυτή καθ΄εαυτή η Μονή ίσως είναι η μεγίστη πνευματική, πολιτισμική και ιστορική κληρονομιά των Κυπρίων και πηγή αγιασμού ψυχής τε και σώματος.