Ως γνωστόν, η υπακοή στους ποιμένες της Εκκλησίας μας δεν είναι αδιάκριτη και απροϋπόθετη.

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Μετά το 15ο σύντομο κήρυγμα περί εκκλησιολογίας, ακολουθεί φυσικά και ως πνευματική συνέχεια του προηγούμενου κηρύγματος, το 16ο επίσης σύντομο κήρυγμα περί υπακοής στην επίσημη Εκκλησία, του Σεβασμιωτάτου κ. Ιερεμία Φούντα, Μητροπολίτου Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως, στο περιοδικό της Ιεράς Μητροπόλεώς του. Έλαβε ασφαλώς την απάντησή του με το 6ο απαντητικό άρθρο της Κατάνυξης και ακολουθεί ακόμη μία απάντηση με το 7ο απαντητικό άρθρο από εμάς, που συμπληρώνει και ξεκαθαρίζει τη θέση μας περί της υπακοής στην Ιεραρχία της Εκκλησίας. Στο κήρυγμά του αυτό, ο κ. Ιερεμίας συνεχίζει με την ίδια ακριβώς συνέπεια τον στρατευμένο λόγο του, ως υπηρέτης της Δεσποτοκρατίας και της αίρεσης του Επισκοποκεντρισμού που έχει επικρατήσει δυστυχώς στην Εκκλησία επί των ημερών μας. Αναφέραμε ότι μπορεί ο Επίσκοπος να είναι στον υψηλότερο βαθμό ιερωσύνης, όμως κεφαλή της Εκκλησίας δεν είναι ο Επίσκοπος, αλλά ο Χριστός. Στην Ορθοδοξία δεν είμαστε όπως στην παπική αίρεση, για να έχουμε κεφαλή της εκκλησίας μας έναν άνθρωπο με πρωτείο και στον τύπο του αλάθητου, δηλαδή τον αιρεσιάρχη Πάπα. Σήμερα δυστυχώς, συναντούμε τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο να επικαλείται πρωτείο για τον Οικουμενικό θρόνο του Φαναρίου. Τον ίδιο σχεδόν δρόμο φαίνεται να ακολουθεί και ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, στον οποίο έχει Συνοδικά αναγνωριστεί το προνόμιο του πρώτου, ως επακόλουθο μιας νέας εκκλησιολογίας που προέκυψε από την ψευδοσύνοδο του Κολυμπαρίου. Δυστυχώς, αυτές οι δύο παρεκτροπές έχουν ως αποτέλεσμα το σχίσμα επί των ημερών μας στην Εκκλησία του Χριστού.

Σε αυτό το κήρυγμα ο Σεβασμιώτατος κ. Ιερεμίας, επικαλείται τον λόγο άλλου αγίου πατρός, του Αγίου Κυπριανού που λέει: «ἄν δέν εἶσαι μέ τόν Ἐπίσκοπο, δέν εἶσαι μέ τήν Ἐκκλησία· καί ἄν δέν εἶσαι μέ τήν Ἐκκλησία, δέν εἶσαι μέ τόν Ἐπίσκοπο»! Τι αναζητούμε εμείς οι πιστοί στην Εκκλησία, Σεβασμιώτατε; Ασφαλώς τη σωτηρία της ψυχής μας. Όταν μιλάμε για τη σωτηρία, εννοούμε τον Παράδεισο και την αιώνια ζωή στη βασιλεία των Ουρανών. Εννοούμε την αγιότητα και τη Θέωση, δηλαδή την ένωσή μας με τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό. Και πού βρίσκουμε τη Θέωση; Πού βρίσκουμε τη σίγουρη σωτηρία; Μόνο εντός της Εκκλησίας υπάρχει σωτηρία. Αυτό έλεγε επιγραμματικά ο Άγιος Κυπριανός: «Extra Ecclesia nulla salus, εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία»! Επομένως μόνο η ένωση με τον Θεάνθρωπο Χριστό εξασφαλίζει τη σωτηρία, με τη συμμετοχή στο κατεξοχήν Θείο Μυστήριο της σωτηρίας, τη Θεία Ευχαριστία. Αφού μας σώζει μόνο ο Κύριος, πώς τολμάει αρχιερέας της Εκκλησίας Του και κλειδώνει τον ιερό ναό και λειτουργεί χωρίς τον λαό; Πώς δύναται να ανακοινώνει ότι η Θεία Λειτουργία θα γίνει χωρίς τη συμμετοχή του ποιμνίου; Πήρε μήπως από μόνος του τη θέση του Χριστού, ως Κριτή των ψυχών, και αποφασίζει για τη σωτηρία του κάθε πιστού; Ο λόγος του Αγίου είναι ξεκάθαρος, ότι εκτός της Εκκλησίας δε σώζεται ο πιστός και ότι η σωτηρία βρίσκεται μόνο μέσα στη Μία και Αγία Εκκλησία του Χριστού και πραγματοποιείται μέσω της Θείας Ευχαριστίας, αλλά και φανερώνεται διά της Θείας Ευχαριστίας. Όπου τελείται το Άγιο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας εκεί βρίσκεται η Εκκλησία, και όπου είναι η Εκκλησία, εκεί τελείται η Θεία Ευχαριστία. Κατά συνέπεια αυτό που σηματοδοτεί την ύπαρξη της Εκκλησίας, είναι η Θεία Ευχαριστία. Πώς λοιπόν η Ιεραρχία της Ιεράς Συνόδου έλαβε τη δαιμονική απόφαση της μη συμμετοχής του λαού στη Θεία Ευχαριστία και αποκόπτει το ποίμνιο από τον ίδιο τον Χριστό; Η Ορθόδοξη πίστη σύμφωνα με τη διδασκαλία των Αγίων Πατέρων μας, είναι Χριστοκεντρική. Όμως, η ερμηνεία του λόγου των αγίων Πατέρων στις μέρες μας, γίνεται συνήθως με τη σύγχρονη οικουμενιστική και συναισθηματικά ανθρωπιστική, αιρετική κατά πάντα πρακτική.

Ο απόλυτος σεβασμός στο Θείο Πρόσωπο του Κυρίου είναι αποτέλεσμα της θείας αγάπης που δεν απαιτείται, αλλά κερδίζεται από τον Κύριο διά της Σταυρικής θυσίας Του και της ευσπλαχνίας Του προς τον αμαρτωλό. Εκείνος ο Επίσκοπος που ακολουθεί τα βήματα των Αγίων Πατέρων στην πράξη και ορθοτομεί τον λόγο της αληθείας, είναι άξιος σεβασμού και είναι αγαπητός από το ποίμνιο. Οι σύγχρονοι Επίσκοποι που έχουν αλωθεί από το «γλυκανάλατο» πνεύμα του συγκριτικού Οικουμενισμού, δεν προσφέρουν την αλήθεια του Κυρίου και καταργούν τους Ιερούς Κανόνες των αγίων Οικουμενικών Συνόδων.

Επομένως μιλάμε για Επισκόπους αιρετικούς, που ενεργούν αυθαίρετα και όχι με βεβαιωμένες αγιοπνευματκές πράξεις. Ίσως για εσάς δικαιολογημένα ενεργούν με τις «κατ᾽οικονομίαν παραβάσεις» των Ιερών Κανόνων, τις οποίες αμνηστεύετε. Πραγματικά είναι άξιο απορίας πώς η συντριπτική πλειοψηφία των Επισκόπων δε βλέπει την επικινδυνότητα των σημερινών αιρέσεων και των σχισμάτων, που έλαβαν χώρα ήδη μετά την ψευδοσύνοδο του Κολυμπαρίου με τους σχισματικούς της Ουκρανικής αυτοκέφαλης ψευδοεκκλησίας. Ο έλεγχος της Ιεραρχίας, που γίνεται με καθαρά εκκλησιολογικά κριτήρια των αγίων Οικουμενικών Συνόδων, θα έπρεπε να μη θεωρείται υβριστικός, αλλά δεκτικός και διορθωτικός απέναντι στα ατοπήματα που αφορούν τη νέα αιρετική εκκλησιολογία. Ο έλεγχος αυτός, διαφέρει του υβριστικού και απαράδεκτου τρόπου ορισμένων κύκλων ή και μεμονωμένων πιστών στους οποίους εσείς αναφέρεστε.

Ο απορριπτέος, άκριτος και υπερήφανος ζηλωτισμός επίσης, διαφέρει πολύ από το πνεύμα των αγίων Ομολογητών και Θεοφόρων Πατέρων που αγωνίστηκαν εναντίον των αιρέσεων με ιερό ζήλο. Υπερασπίστηκαν την αλήθεια της πίστεως και πρωτοστάτησαν εναντίον των αιρέσεων απλοί μοναχοί, όπως ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης. Οι άγιοι αποστόμωναν τους αιρετικούς με τον πύρινο λόγο τους, με τα συγγράμματά τους, με τα θαύματά τους, ενίοτε και με χαστούκι ακόμη, σαν αυτό του Αγίου Νικολάου, προερχόμενο όμως από την ιερή αγανάκτηση, προκειμένου να διαφυλαχθεί ανόθευτη η διδασκαλία της Εκκλησίας. Εμείς λοιπόν οι Ορθόδοξοι πιστοί έχουμε κληθεί από την Εκκλησία να βαδίζουμε στο ήθος των Αγίων μας. 

Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού. Στην Εκκλησία ανήκουν όσοι είναι ενωμένοι με το Σώμα του Χριστού. Ένας είναι ο τρόπος της υπακοής μας στον Κύριο Ιησού Χριστό, που φανερώνεται με την τήρηση των θείων εντολών Του και του αγίου θελήματός Του. Ποιος άλλος τρόπος μπορεί να υπάρξει από την υπακοή στις εντολές του Χριστού; Μήπως η επιζητούμενη τυφλή υπακοή στις εντολές των Επισκόπων που δεν είναι σύμφωνες με την εκκλησιολογία των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων; Η Εκκλησία δεν είναι η Ιεραρχία, αλλά το Σώμα του Χριστού, όπου ο Κύριος, ως Μέγας Αρχιερεύς, είναι η κεφαλή της Εκκλησίας. Η θεοδίδακτη αρετή της υπακοής δεν αφορά την ανθρώπινη διοικητική πειθαρχία και υποταγή του ποιμνίου στους Επισκόπους, αλλά την υπακοή στο ίδιο τον Κύριο διά των αγίων ποιμένων που ορθοτομούν τον λόγο της αληθείας της Εκκλησίας Του. Η υπακοή αφορά καθαρά την καθοδήγηση των ποιμενομένων από πνευματικά απλανείς Ορθόδοξους Ποιμένες, με κριτήριο τη σωτηρία της ψυχής. Αυτό διδασκόμαστε από τον άγιο Απόστολο Παύλο: Στην προς Εβραίους (ιγ´ 17-21) επιστολή: «Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καί ὑπείκετε· αὐτοί γάρ ἀγρυπνοῦσιν ὑπέρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ὡς λόγον ἀποδώσοντες· ἵνα μετά χαρᾶς τοῦτο ποιῶσι καί μή στενάζοντες· ἀλυσιτελές γάρ ὑμῖν τοῦτο. Προσεύχεσθε περί ἡμῶν· πεποίθαμεν γάρ ὅτι καλήν συνείδησιν ἔχομεν, ἐν πᾶσι καλῶς θέλοντες ἀναστρέφεσθαι. περισσοτέρως δέ παρακαλῶ τοῦτο ποιῆσαι, ἵνα τάχιον ἀποκατασταθῶ ὑμῖν. Ὁ δέ Θεός τῆς εἰρήνης, ὁ ἀναγαγών ἐκ νεκρῶν τόν ποιμένα τῶν προβάτων τόν μέγαν ἐν αἵματι διαθήκης αἰωνίου, τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν, καταρτίσαι ὑμᾶς ἐν παντί ἔργῳ ἀγαθῷ εἰς τό ποιῆσαι τό θέλημα αὐτοῦ, ποιῶν ἐν ὑμῖν τό εὐάρεστον ἐνώπιον αὐτοῦ διά Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν».

Στη σημερινή ζοφερή κατάσταση στην οποία βρίσκεται η επίσημη Εκκλησία, σύμφωνα με τον πατερικό λόγο του άρθρου «έργο του διαβόλου το κλείσιμο των εκκλησιών» του σεβαστού μας πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση: «Ὑπακοή, κάνουμε, σέ ὅσους ὑπακούουν στό Χριστό καί στούς Ἁγίους. Διαφορετικά ἡ ἀνυπακοή εἶναι ἁγία. Ἡ ὑπακοή στούς ἐπισκόπους καί στούς ἱερεῖς, πνευματικούς καί ἡγουμένους, εἶναι ὄντως μεγάλη χριστιανική ἀρετή, ὑπό μία ὅμως προϋπόθεση· ὅτι καί αὐτοί ὑπακούουν στό Χριστό, στό Εὐαγγέλιο, στούς Ἁγίους, εἶναι ἀληθινοί ποιμένες καί ὄχι ψευδοποιμένες καί ψευδοδιδάσκλοι οὔτε προβατόσχημοι λύκοι πού κατασπαράσσουν οἱ ἴδιοι τά πρόβατα. Εἶναι γεμᾶτο τό Εὐαγγέλιο ἀπό συστάσεις τοῦ Κυρίου καί τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων νά μήν ἀκολουθοῦμε τούς κακούς ποιμένες· ἡ ἐκκλησιαστική ἱστορία εἶναι γεμάτη ἐπίσης ἀπό παραδείγματα πατριαρχῶν καί λοιπῶν κληρικῶν πλανεμένων, πού ζητοῦσαν καί αὐτοί ὑπακοή στίς πλάνες καί στίς ἑτεροδιδασκαλίες τους. Ἄν δέν ὑπῆρχαν οἱ φωτισμένοι Ἅγιοι Πατέρες καί οἱ μεγάλοι Ὁμολογητές νά ἀγωνισθοῦν ἐναντίον τους καί νά ἀποκαλύψουν τίς πλάνες καί τίς αἱρέσεις τους, ὥστε νά καταδικασθοῦν στήν συνέχεια ἀπό τίς Ἅγιες Συνόδους, οἰκουμενικές καί τοπικές, θά εἶχε κατορθώσει ὁ Διάβολος νά διαλύσει τήν Ἐκκλησία μέ τίς αἱρέσεις, τά σχίσματα καί τήν ἠθική διάβρωση καί ἐκκοσμίκευση».

Τελειώνοντας το κήρυγμα ο κ. Ιερεμίας, με ένα λόγο του Αγίου Πορφυρίου, παρακαλεί τους αντιφρονούντες να μη διαφωνήσουν, γιατί είναι αμαρτία να τα βάζουν με τον άγιο Πορφύριο. Με το κείμενο που παραθέτει, αναφέρει ο ίδιος, ως εξέχον χαρακτηριστικό του εκκλησιαστικού φρονήματος του αγίου, το σεβασμό και την υπακοή στους Επισκόπους και την Επίσημη Εκκλησία. Ο άγιος ενοχλούνταν όταν έβλεπε αυτά που γράφονταν εναντίον των ποιμένων της Εκκλησίας και έλεγε τα εξής: «Νά πονᾶμε γιά τήν Ἐκκλησία. Νά τήν ἀγαπᾶμε πολύ. Νά μήν δεχόμεθα νά κατακρίνουν τούς ἀντιπροσώπους της. Στό Ἅγιο Ὄρος τό πνεῦμα πού ἔμαθα ἦταν ὀρθόδοξο, βαθύ, ἅγιο, σιωπηλό, χωρίς ἔριδες, χωρίς καυγάδες καί χωρίς κατακρίσεις. Νά μή πιστεύουμε τούς ἱεροκατηγόρους. Καί μέ τά μάτια μας νά δοῦμε κάτι ἀρνητικό νά γίνεται ἀπό κάποιο ἱερωμένο, νά μήν τό πιστεύουμε, οὔτε νά τό σκεπτόμαστε, οὔτε νά τό μεταφέρουμε. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τά λαϊκά μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί γιά κάθε ἄνθρωπο. Ὅλοι εἴμαστε Ἐκκλησία. Ὅσοι κατηγοροῦν τήν Ἐκκλησία καί τά λάθη τῶν ἐκπροσώπων της, μέ σκοπό δῆθεν νά βοηθήσουν τήν διόρθωσή της, κάνουν μεγάλο λάθος. Αὐτοί δέν ἀγαποῦν τήν Ἐκκλησία, οὔτε τόν Χριστό…». Και προσθέτει ως συνέχεια του λόγου του αγίου, ο ίδιος: «Ἡ Ἐκκλησία δέ τοῦ Χριστοῦ ἐν προκειμένῳ ταυτίζεται μέ αὐτήν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καί τῶν ἐπικοινωνούντων μαζί του τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Χριστιανοί μου, στό σημερινό ταπεινό μου κήρυγμα σᾶς εἶπα νά μή κατηγορεῖτε τούς ἱερωμένους σας καί τούς Ἐπισκόπους τῆς Ἐκκλησίας. Ἄν βλέπετε κάτι τό σκανδαλῶδες, προσευχή γι᾽ αὐτούς καί μή τό λέγετε στούς ἄλλους, γιατί γίνεστε αἰτία μεγαλυτέρου σκανδαλισμοῦ».

Αρχικά για να γίνουμε κατανοητοί, να τονίσουμε ότι δεν τίθεται στην εκκλησιαστική ζωή θέμα αντιφρονούντων, αλλά αιρετικών απόψεων σχετικά με τη θέση της Εκκλησίας την οποία εκφράζουν Συνοδικά οι Άγιες Οικουμενικές Σύνοδοι. Μεμονωμένα τα λόγια και οι πράξεις των Αγίων και όλων ημών, κρίνονται με βάση το κύρος των ιερών κανόνων και της αγιοπνευματικής διδασκαλίας και αγιοπνευματικής βιοτής των Αγίων Θεοφόρων Πατέρων, σύμφωνα με την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας. Εν πρώτοις τιμούμε, αγαπούμε και ακολουθούμε τους Αγίους Πατέρες και όλους τους Αγίους που τους αναγνωρίζουν, τους μιμούνται και ευγνωμονούν διά αυτών, τον Άγιο Τριαδικό Θεό της ορθόδοξης πίστης μας. Όμως υπάρχει διάκριση μεταξύ της κατάκρισης και ιεροκατηγορίας, με αυτή του ελέγχου σχετικά με αιρετικά λόγια και έργα.

Σε σχετική ομιλία για το προαναφερθέν θέμα: «Άλλο κατάκριση και ιεροκατηγορία και άλλο αυστηρός έλεγχος του αιρετικού», ο πρωτοπρεσβύτερος Νικόλαος Μανώλης, λέει: «Άλλο κατάκριση και ιεροκατηγορία και άλλο αυστηρός έλεγχος της αίρεσης και του αιρετικού. Πολύ σοφά τα λόγια των αγίων που μας ομιλούν για το βαρύτατο αμάρτημα της κατάκρισης. Όμως παρεξηγούνται από τους αιρετικούς οικουμενιστές. Είναι γνώρισμα όλων των αιρετικών και των σημερινών οικουμενιστών να μετονομάζουν τον αυστηρό έλεγχο για την πλάνη και την αίρεσή τους σε κατάκριση και ιεροκατηγορία. Πρέπει να κάνουμε σαφές πως είναι άλλο η κατάκριση και η ιεροκατηγορία και άλλο ο αυστηρός έλεγχος και η ομολογιακή και απολογητική αντιπαράθεση με την αίρεση και τον αιρετικό. Δεν ασχολούμαστε με τα κρύφια της ψυχής και της ζωής κανενός. Δε καταγγέλουμε τον ιερέα ως κλέφτη, ως αμαρτωλό, πόρνο, απατεώνα, αλλά και κανέναν άλλον. Αυτό είναι κατάκριση και ιεροκατηγορία. Να ασχολείσαι δηλαδή, με τις ποικίλες αμαρτίες του συνανθρώπου σου και να τις καταμαρτυρείς ή και να συκοφαντείς, λέγοντας οικτρά ψέματα προσβάλοντας την ιερότητα του προσώπου του αδερφού σου. Όμως, όταν κηρύττει κάποιος δημόσια με έργα και λόγους την πλάνη και την αίρεση, τον Οικουμενισμό και τη μασονία, τότε έχουμε υποχρέωση και εντολή απ’ τους Πατέρες, (έχω πολλές φορές αναφέρει τα αντίστοιχα πατερικά χωρία σε άρθρα μου) να τον ελέγχουμε, να τον καταγγέλουμε και να αντιδρούμε απέναντί του. Στη δημόσια έκφραση της αίρεσης ακόμα κι από Σύνοδο είμαστε υποχρεωμένοι να αντιδρούμε δημόσια. Αν δε το κάνουμε είναι βαρύτατη αμαρτία. Και αυτό όχι μόνο για τους κληρικούς αλλά, οι Πατέρες ζητούν κι απ’ τους λαϊκούς να αντιδρούν με δημόσιο λόγο δυναμικά στην αίρεση και στον αιρετικό θεολόγο, Ιερέα, Επίσκοπο, ή Πατριάρχη. Τελειώνω τη σύντομή μου αναφορά, κάνοντας μια σύνοψη των παραπάνω γραφομένων μου με την εξής διατύπωση που πηγάζει από την εμπειρία της Εκκλησίας. Σε θέματα πίστεως υπερβαίνονται τα όρια των εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών και ουδείς επιτρέπεται να σιωπά, κινδυνευούσης της πίστεως, ακόμη και οι εκκλησιαστικώς υφιστάμενοι. Αυτά προς διευκρίνιση για τα διλήμματα και την πλανεμένη διδασκαλία περί κατακρίσεως, που προσπαθούν να μας επιβάλλουν οι πάσης φύσεως Οικουμενιστές. Αυτό είναι το πολύ σύντομο νομίζω και αυτονόητο, όπως καταλαβαίνετε άρθρο, που λέει αλήθειες και είναι μια πεποίθηση των Πατέρων της Εκκλησίας μας. Θα μπορούσα να αναφέρω δεκάδες χωρία Πατερικά, που μιλούν για την κατάκριση σε αντιδιαστολή ή τα ίδια χωρία αυτά, με προηγούμενες τοποθετήσεις των ίδιων των Πατέρων που μιλούνε, για την τοποθέτησή μας απέναντι σε έναν αιρετικό Ιερέα, αιρετικό Επίσκοπο, σε μια αιρετική Σύνοδο».

Η υπακοή στους ποιμένες της Εκκλησίας μας, δεν είναι αδιάκριτη και απροϋπόθετη. Στο βιβλίο του πρωτοπρ. Θεοδώρου Ζήση «Κακή ὑπακοή καί ἁγία ἀνυπακοή» παρατίθεται η σχετική ευαγγελική και πατερική διδασκαλία. Η Εκκλησία του Χριστού δεν ταυτίζεται με την αίρεση και την πλάνη. Σε τούτο τον λόγο του κ. Ιερεμία: «Ἡ Ἐκκλησία δέ τοῦ Χριστοῦ ἐν προκειμένῳ ταυτίζεται μέ αὐτήν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καί τῶν ἐπικοινωνούντων μαζί του τοπικῶν Ἐκκλησιῶν», ως απάντηση παραθέτουμε τα αγωνιώδη για την πνευματική πορεία του ποιμνίου, λόγια του π. Θεοδώρου Ζήση: «ἐπειδή ἐδῶ καί πολλά χρόνια ὅλοι οἱ χλιαροί καί δειλοί ἤ καί ἀδιάφοροι σέ θέματα πίστεως ἐπίσκοποι καί πνευματικοί ἀποκοιμίζουν τούς πιστούς καί ἀπονευρώνουν τό ἀγωνιστικό τους φρόνημα, προβάλλοντας τό καθῆκον τῆς ὑπακοῆς, ἀναγκασθήκαμε μέ πόνο καί ποιμαντική περίσκεψη νά γράψουμε ἕνα μικρό βιβλίο μέ τίτλο «Κακή ὑπακοή καί ἁγία ἀνυπακοή», ὅπου παρατίθεται ἡ σχετική εὐαγγελική καί πατερική διδασκαλία. Τοῦ βιβλίου αὐτοῦ ἔχει οὐσιαστικά ἀπαγορευθῆ ἡ διάδοση καί ἡ κυκλοφορία· δέν θά τό βρεῖ κανείς σέ χριστιανικά βιβλιοπωλεῖα ἤ βιβλιοπωλεῖα Ἱερῶν Μητροπόλεων ἤ Ἐκθέσεις βιβλίων «ὑπάκουων» μοναστηριῶν. Φοβοῦνται μήπως ἀφυπνισθοῦν καί ξυπνήσουν κάποιοι εὐλαβεῖς πιστοί, ἀφιονισμένοι μέ τή διδασκαλία τῆς ἀπροϋπόθετης ὑπακοῆς, πού σημαίνει αἰχμαλωσία στίς πλάνες τῶν ἐπισκόπων, στήν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ πού ἔχει ἐκ τῶν ἔσω διαβρώσει καί καταλάβει σχεδόν τό σύνολο τῶν ἐπισκόπων, χωρίς οἱ ὁλίγοι ὀρθοφρονοῦντες νά ἀνθίστανται μέ πράξεις, ὄχι μέ λόγια καί ἀνακοινωθέντα, μέ ὁμιλίες καί κηρύγματα. Θά κάνουμε λοιπόν ὑπακοή στόν ἀρχιαιρεσιάρχη πατριάρχη Βαρθολομαῖο, ὁ ὁποῖος ἔχει διατυπώσει τοῦ κόσμου τίς πλάνες καί ἔχει μηνυθῆ γι᾽αὐτές στήν Ἱερά Σύνοδο ἀπό τόν ἡγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Λογγοβάρδας ἀρχιμανδρίτη Χρυσόστομο Πῆχο; Ἔχει κατακριθῆ ἐπίσης μέ πολλά κείμενα τῆς «Συνάξεως Κληρικῶν καί Μοναχῶν», ἡ ὁποία μάλιστα μέ δεκάδες ἄρθρων, στό ἱστολόγιο «Κατάνυξις» ἔχει παρουσιάσει τά κατά καιρούς «Οἰκουμενιστικά λεχθέντα καί πραχθέντα» τοῦ πρωτεύθυνου γιά τήν διάδοση τοῦ ἰοῦ τῶν αἱρέσεων πατριάρχη. Ἡ κορυφαία βλάσφημη θέση του, πρό πολλῶν ἐτῶν, ἦταν αὐτή πού παρουσίαζε τούς Ἁγίους πού ἀγωνίσθηκαν ἐναντίον τοῦ Παπισμοῦ καί προκάλεσαν δῆθεν τό σχῖσμα!!! ὡς «θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως», δηλαδή τοῦ Διαβόλου, τόν ὁποῖο βέβαια Παπισμό μαζί μέ ἄλλες αἱρέσεις ἀθώωσε καί ἐκκλησιοποίησε στήν ψευδοσύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου τῆς Κρήτης (2016), γιά νά ἀκολουθήσει καί ἡ νομιμοποίηση τῶν σχισματικῶν τῆς Οὐκρανίας πού ἀπειλεῖ μέ γενικό σχίσμα τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Στήν ἴδια γραμμή συμπρωταγωνιστής καί συνυπεύθυνος ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Ἱερώνυμος, ὁ ὁποῖος μέ ὁμάδα οἰκουμενιστῶν ἀρχιερέων στηρίζει ὅλες τίς ἐπιλογές τοῦ Φαναρίου, στό Κολυμπάρι καί στό Οὐκρανικό, τώρα δέ καί στό κλείσιμο τῶν ναῶν καί στήν ἀπαγόρευση τῶν λατρευτικῶν συναθροίσεων. Αὐτοί ἀποφάσισαν καί οἱ σύν αὐτοῖς χλιαροί, δειλοί, ἐξουσιολάγνοι καί καισαρόδουλοι, νά μᾶς ζητήσουν νά κάνουμε ὑπακοή καί νά ἐμπιστευθοῦμε τήν κρίση τους.

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2


Δείτε σχετικά:
Όχι θιασώτης και της αιρέσεως του Επισκοποκεντρισμού, Σεβασμιώτατε Γόρτυνος!
– Σχόλιο στο άρθρο: «Ο Γόρτυνος Μεγαλουπόλεως ξαναχτυπά. Οφειλόμενη απάντηση Νο.3»
– Ο Γόρτυνος Μεγαλουπόλεως ξαναχτυπά. Οφειλόμενη απάντηση Νο.3
– Τα στερνά τιμούν τα πρώτα, Άγιε Γόρτυνος
– ΑΠΑΝΤΗΣΗ στον Σεβασμιώτατο Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμία
– Απάντηση στον επίσκοπο Γόρτυνος Ιερεμία και προς όλους τους Αρχιερείς
– Οι απαράδεκτες θέσεις του μητρ. Γόρτυνος για το Ουκρανικό ζήτημα [Βίντεο]