Εν όψει της τακτικής για το 2019 συγκλήσεως της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος την προσεχή εβδομάδα και της εκλογής νέων Μητροπολιτών και Επισκόπων παραθέτουμε ως ντοκουμέντο τις απόψεις που είχε εκφράσει ο σημερινός Αρχιεπίσκοπος, ως Μητροπολίτης Θηβών, στην εφημερίδα «Ορθοδοξία» (Τεύχος αριθμ. 2, σελίδες 20-21).

Σημειώνεται ότι προ καιρού είχαν γραφεί οι απόψεις του κ. Ιερωνύμου σε επιστολή του προς τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο και οι σκέψεις του μετά από ποιμαντική έρευνα που του είχε ανατεθεί από την Ιεραρχία. Σήμερα για πρώτη φορά αναδημοσιεύονται οι εκτεταμένες δηλώσεις του σε εφημερίδα για τον τρόπο διοίκησης της Εκκλησίας. Σημειώνεται ότι οι υπογραμμίσεις είναι του υπογράφοντος. Ο τίτλος του ρεπορτάζ της εφημερίδας είναι «Ο απολογισμός της Ιεραρχίας – Τέσσερις Μητροπολίτες ανοίγουν τα χαρτιά τους μετά την τελευταία Σύνοδο του αιώνα(1999)». Οι άλλοι τρεις Μητροπολίτες ήσαν οι Δημητριάδος Ιγνάτιος, Ζακύνθου Χρυσόστομος και Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος». Ο Μητροπολίτης Ζακύνθου είναι σήμερα πρώην και πρωτοσυγκελλεύει στη Μητρόπολη Ζακύνθου και ο Αλεξανδρουπόλεως είναι Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης.

   «…Ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση θα ήταν η συζήτηση του τρόπου εκλογής των νέων Μητροπολιτών. Γιατί θα μας έθετε ενώπιον του βασικού ζητήματος του ρόλου και της θέσεως του επισκόπου στις κατά τόπους Εκκλησίες – συνάξεις. Σήμερα, περισσότερο παρά ποτέ, εξαιτίας μερικών αντικανονικών ενεργειών και της σιωπηρής αποδοχής κάποιων, ο θεσμός του Επισκόπου διέρχεται κρίση. 

  Ο Επίσκοπος έπαψε να είναι ποιμενάρχης και ο πατέρας κάθε επισκοπής συνδεδεμένος με τη Θεία Ευχαριστία, επικρατώντας η νομική έννοια της όποιας εξουσίας του. Ο Επίσκοπος, με τη βιαία επιβολή της Αυτοκεφαλίας από τους Βαρβάρους και τον Θεόκλητο Φαρμακίδη (χωρίς τις κατάλληλες και κανονικές ενέργειες προς το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως), αυτός ο Ελλαδίτης λοιπόν Επίσκοπος, υπηρέτησε επί χρόνια τον όποιο ατάλαντο πολιτικό άρχοντα και, αργότερα, τον εκάστοτε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών. Έτσι η εκλογή του Επισκόπου κατάντησε θέμα επιτυχίας της πλειοψηφίας, δηλαδή ομάδας ή ομάδων για την προώθηση ατομικών στόχων και όχι θέμα διακονίας του γεγονότος της Εκκλησίας.

 Ακόμη χειρότερα, οι επισκοπικές εκλογές λειτούργησαν ως κάλυψη της όποιας προσωπικής ανασφάλειας, με απομακρύνσεις, με εκπτώσεις και μ’ ένα σωρό άλλες αντικανονικές πράξεις. Τέτοιες επιλογές φυσικό είναι να οδηγούν στις ομαδοποιήσεις, να προωθούν ημετέρους, να συγκεντρώνουν τους επίδοξους διαδόχους στο κέντρο, στους διαδρόμους του Συνοδικού Μεγάρου, με συνέπεια να λησμονούνται ακρίτες, οι αξιόλογοι και σοβαροί κληρικοί που βρίσκονται μακριά από το κέντρο.

   Χαρακτηριστικό δεκαετιών είναι η εκλογή Μητροπολιτών με βάση την αρχή της πλειοψηφίας. Δεν είναι τυχαίο το ότι – σε σχέση μ’ αυτό – πολλοί εξ ημών θεωρούν πως οι διαδικασίες εκλογής είναι δημοκρατικές, λησμονώντας ότι η δομή της Εκκλησίας δεν είναι ούτε δημοκρατική ούτε πλειοψηφική, αλλά ιεραρχική και χαρισματική. Στο πρόσωπο του Επισκόπου φανερώνεται η Εκκλησία, γι’ αυτό και ο τρόπος εκλογής αλλά και τα κριτήριά της είναι ενδεικτικά της διασώσεως ή της εκπτώσεως του εκκλησιαστικού γεγονότος.

 Συνέπεια αυτής της αλλοιώσεως του λειτουργήματος του Επισκόπου ήταν η εξυπηρέτηση και η διατήρηση της εξουσίας του Πρώτου. Έτσι αυτό που τόσο εύστοχα και συχνά ευθαρσώς κηρύττουμε από τη θέση του Επισκόπου, την ελευθερία του κάθε προσώπου και, εν προκειμένω, του Επισκόπου, αυτό ακριβώς παραβιάζουμε από τη θέση του Αρχιεπισκόπου…Εδώ που έχουμε φτάσει, ένα ξεκίνημα για την “απελευθέρωση” του Επισκόπου από τις πιθανές εξουσιαστικές τάσεις του οποιουδήποτε “Πρώτου” ή της ομάδας και των ομαδαρχών, θα είναι δυστυχώς η θέσπιση μυστικής ψηφοφορίας στην Ιεραρχία, αλά πιθανώς και στη ΔΙΣ.

     Ως προς τα θέματα της ημερησίας διατάξεως, τα τεθέντα προς συζήτησιν θέματα της Ιεραρχίας δίδουν προτεραιότητα στα εντυπωσιακά και δευτερεύοντα και όχι στο πρωτεύον, που είναι το γεγονός της Εκκλησίας, το λειτούργημα του Επισκόπου και η σύναξη του λαού του Θεού. Κάτω από αυτή την προοπτική και αυτήν τη θεώρηση περί Εκκλησίας, την οποία έχει ο Μακαριότατος Πρόεδρος, για να είναι συνεπής με τον εαυτό του, οφείλει να θέσει θέμα παρακολουθήσεως των συνεδριάσεων της Ιεραρχίας από τους δημοσιογράφους, τα τηλεοπτικά κανάλια και από όσους εκ του λαού θα ήθελαν, όπως ακριβώς γίνεται και στη Βουλή των Ελλήνων…Θεωρώ ότι ο  κατάλογος των θεμάτων της Ιεραρχίας θα ήταν πλουσιότερος και ουσιαστικότερος αν είχαν ζητηθεί κατά την περίοδο της προετοιμασίας του, θέματα τόσο από τους Ιεράρχες, όσο και από τις Θεολογικές Σχολές». 

  Με τον απαράδεκτο τρόπο, όπως τον περιγράφει ο Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος, αρχιερατικών εκλογών έχουν επί των ημερών του εκλεγεί (με τους τρεις της προσεχούς Ιεραρχίας, συν τους δύο Επισκόπους) σαράντα (40) Μητροπολίτες και βοηθοί Επίσκοποι. Εξ αυτών οι δεκαοκτώ (18) Μητροπολίτες έχουν εκλεγεί από τα Γραφεία της Ιεράς Συνόδου ή της Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Σημειώνεται ότι οι δεκαοκτώ προέρχονται από περίπου σαράντα  αρχιμανδρίτες, που εργάζονται στα γραφεία της Ιεράς Συνόδου και της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, ποσοστό 45%, ενώ οι υπόλοιποι 22 από το σύνολο των εκτός των ως άνω γραφείων εκλογίμων  αρχιμανδριτών, που υπολογίζονται ότι είναι άνω των διακοσίων, ή ποσοστό 10%.-

ΕΙΔΙΚΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ

ΠΗΓΗ