“Ἡ διακοπή μνημονεύσεως δέν εἷναι ἀπομάκρυνση ἀπό τήν Ἐπισκοπική Ἐκκλησία, ἀλλά μόνο ἀπομάκρυνση ἀπό τήν πίστη τοῦ συγκεκριμένου αἱρετίζοντος Ἐπισκόπου”…

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr
Λάβαμε προς δημοσίευση στην ηλεκτρονική μας διεύθυνση infokatanixis@gmail.com από τον π. Ιουστίνο Τσιουτέα την ακόλουθη επιστολή, συνοδευόμενη από την χαρακτηριστική φωτογραφία

Πρεσβύτερος Ιουστίνος Τσιουτέα

εφημέριος Ιερού Ναού Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μικρόδασους

Ιεράς Μητροπόλεως Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου

Πολύκαστρο 17-12-2021

Προς τον

Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου

κ. Δημήτριο

Ιερά Μονή Παναγίας (Επισκοπείο) Γουμένισσα

Σεβασμιώτατε,

Μέ τήν παρούσα ἐπιστολή ἐπιθυμῶ νά ἀπαντήσω ἐκτενέστερα, ὅπως Σᾶς προανήγγειλα στίς ἀπό 03-12-2021 καί 06-12-2021 ἐπιστολές μου, στά γραφόμενά Σας στήν ἐπιστολή Σας μέ ἀρ. πρωτ. 421/02-12-2021.

Κατ’ ἀρχήν, θα ἤθελα να τονίσω ὅτι ἡ ἐπισκοπική ἐπιστολή Σας εἶναι ἄκρως προσβλητική, ἐξυβριστική καί εὐτελιστική πρός τήν ἐλαχιστότητά μου, καί ὡς ἐκ τούτου δέν ἀποπνέει τήν Χάρι καί τήν εὐωδία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Εἶναι μιά πολύ σκληρή ἐπισκοπική ἐπιστολή, πού γέμει χολῆς καί ὄξους, μίσους καί κακίας, ἀπειλῶν καί ἐκφοβισμοῦ (bullying) ἐναντίον τῆς ἐλαχιστότητός μου, καί μάλιστα μέσα στήν εὐλογημένη καί κατανυκτική περίοδο τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς τῶν Χριστουγέννων, ἡ ὁποία, ὅπως γνωρίζετε, ἀλλά προφανῶς λησμονεῖτε, εἶναι περίοδος προσευχῆς, σωματικῆς καί πνευματικῆς νηστείας, ἐλεημοςύνης, καθάρσεως ἀπό τά πάθη, μετανοίας, ἐξομολογήσεως, ἁγιασμοῦ, κατανύξεως καί περισυλλογῆς, καί ὄχι κατακρίσεως τοῦ ἀδελφοῦ.

Σᾶς εἶμαι εὐγνώμων γιά τήν «περισσή πατρική Σας καλοσύνη», ὅπως γράφετε, ἡ ὁποία ἐμφαίνεται ἀπό τίς ἀκόλουθες ἐκφράσεις Σας:

«Μιά διαγωγή τόσο προδοτική πρός τόν Εὐεργέτη καί Πατέρα καί Ποιμενάρχη σου. Μιά ἐπιλογή καί στάση, πού δέν ἁρμόζουν σέ χριστιανό ὀρθόδοξο καί μάλιστα κληρικό».

«Δέν σέ κακίζω γιά τίς ἐναλλαγές τοῦ χαρακτήρα, ὁ κάθε ἄνθρωπος ἔχει μεταπτώσεις, δείγμα τῆς ἀτέλειας καί τῆς πνευματικῆς ἀνωριμότητος».

«Οἰ πεισματικές μεταπτώσεις συναισθημάτων καί φρονημάτων σέ καταφρόνηση καί περιφρόνηση δείχνουν κάτι πολύ ὀδυνηρό: τήν ἰσχυρότερη καί διαρκή μετάπτωση τῆς καρδιᾶς ἀπό τήν ἀληθινή αὐταπάρνηση ἔναντι τοῦ Κυρίου, ἀπό τήν πραγματική αὐτοθυσιαστική ὑπακοή ἔναντι τοῦ Κυρίου καί τῆς Ἐκκλησίας, ὡς σώματος Χριστοῦ».

«Νοοτροπία ἀνάλογη πρός τήν δική σου».

«Δική σου ἀφώτιστη ταλαιπωρία τῶν λογισμῶν».

«Ἐδῶ βρίσκεται τό κλειδί τῆς ψυχικῆς κα πνευματικῆς ἀρρωστίας γιά τήν ἔνταση στήν ὁποία ὁ πειρασμός ἀποπειράθηκε νά σέ καταβροχθίσει καί ἐσύ τόν ὑποδέχθηκες ὡς “σωτήρα” νέας ἐκδοχής. Στούς κακούς λογισμούς. Στό ὅτι παραδέχθηκες τούς λογισμούς σου ὡς τάχα λογισμούς εὑρύτερης παραδοχῆς (ὅτι δηλ. εἶσαι μιά παραδεκτή ὑπεραξία), μολονότι αὐτοί οἱ λογισμοί σέ ἀποχωρίζουν ἀπό τόν Πατέρα καί Ἐπίσκοπο καί Μητροπολίτη σου».

«Βέβηλη καί ἀνευλαβή καί ἀντιεκκλησιαστική καί καταβλάσφημη ἐπιστολή σου».

«Ἡ τοιαύτη ἀναίδεια καί τό φυσίωμα καί ἡ εὐθεία ὕβρις σου ἀπηχεῖται στό ἴδιο τό πρόσωπο τοῦ Κυρίου».

«Ἄς παύσει νά παρωθεῖ τά σεξουαλικά του ἀπωθημένα ὑποσυνειδήτως σέ τέτοιες ἀφελεῖς ἐγκλήσεις».

«Ἱσοτιμία ὑβριστικῶν ἐπιχειρημάτων».

«Καί μόνον αὐτό δείχνει τόν σκοτασμό τῆς ψυχής σου».

«Ὄντως, ἐάν ξεχηλώσει ὀ νοῦς ἀπό περηφάνεια καί αὐτοπεποίθηση, καί ἀρχίσει νά ξυλώνεται ὁ λογισμός, δέν κρατιέται μέ τίποτε ἡ κακοπιστία. Φυγαδεύεται ἡ Χάρις, καί ἐγκιβωτίζεται ὁ σκοτασμός».

«Φιρμάνια ὑβριστικά κατά τό δοκοῦν».

«Μέ πορτάρηδες τόν ἐγωϊσμό, τήν ἰδιογνωμοσύνη, τήν ἔπαρση τῆς αὐτάρκειας».

«Μέ τέτοια νοοτροπία κακῶν λογισμῶν καί ἐθελοτυφλότητος».

«Κανένας δέν στάθηκε ἀκραίος».

«Σέ καλῶ ἔστω καί τήν τελευταία τούτην ὥρα νά συνέλθεις καί νά προσέλθεις νά ἀνακαλέσεις τήν βέβηλη καί βλάσφημη καί ἀχάριστη καί ἀχαρακτήριστη σέ ἀναίδεια ἐπιστολή σου».

Σᾶς εὐχαριστῶ, λοιπόν, ἐκ βάθους καρδίας γιά τούς ἀνωτέρω προσβλητικούς χαρακτηρισμούς, τίς ἀνυπόστατες κατηγορίες, τίς συκοφαντίες καί τόν εὐτελισμό, πού ἐκτοξεύσατε ἐναντίον τῆς ἐλαχιστότητός μου, τίς ὁποῖες μέν φυσικά καί ἀποκρούω μετά βδελυγμίας, τίς αἵρω δέ σάν ἕνα ἀκόμη Σταυρό καί τίς ξεπερνῶ μέ τήν Χάρι τοῦ Κυρίου.

Δέν ἀναρωτηθήκατε, ὅμως, ὅτι, μέ αὐτόν τόν ἀδιάκριτο τρόπο, πού ἐκφράζεστε, εἶναι ἐμφανής ἡ ἀδυναμία καί ἡ ἔλλειψη ἐκ μέρους Σας ἐγκύρων θεολογικῶν ἐπιχειρημάτων στά γραφόμενά Σας, μέ ἀποτέλεσμα τήν καταφυγή Σας στήν γνωστή μέθοδο τῶν τουλάχιστον ἀπρεπῶν χαρακτηρισμῶν κατά τῆς ἐλαχιστότητός μου;

Παντελῶς ἀνάξια κάθε σχολιασμοῦ εἶναι καί τά παρακάτω γραφόμενά Σας: «Μέ τήν αὐτή λογική, δέν θά ἔπρεπε νά τρώμε ἤ νά ἐνδυόμεθα ἤ νά ἐξυπηρετούμεθα ὁδικά καί αὐτοκινητιστικά μέ τόσα καί τόσα προϊόντα εἰσαγωγῆς Κινεζικῆς ἤ ΒΑφρικανικῆς καί Εὐρωπαϊκῆς οὔτε καί νά θερμαινόμεθα στίς εκκλησιές καί στά οἰκήματα καί στίς μονές καί στό Ἅγιον Ὄρος καί σέ ὅλα τά ἀνά τόν κόσμον Μοναστήρια μέ πετρέλαιο Ἀραβικῆς ἤ ἄλλης προελεύσεως. Μέ τήν ἴδια λογική θά ἔπρεπε νά θεωροῦμε ὅτι ἡ περιοχή μας μολύνεται ἀπό τά ἀποδημητικά πουλιά πού μεταναστεύουν σέ χώρες εἰδωλολατρείας, γιά νά ρθοῦν πάλι σε μας τήν ἀνοίξη καί τό καλοκαίρι καί νά ἐπιμολύνουν τήν ὅλη ἀτμόσφαιρά μας καί… ἐμᾶς. Μέ τήν αὐτή λογική καί τό ὀξυγόνο καί οἱ ἄνεμοι καί τά καιρικά φαινόμενα τά ἀνά τόν κόσμον, ἐρχόμενα σέ μᾶς τούς Ὀρθοδόξους λαούς, μας καταμολύνουν. Μέ τήν αὐτή λογική καί τά φάρμακα εἰσαγωγῆς (γιά τήν πίεσῃ, τά μάτια, τίς νευροπάθειες, τίς ψυχοπάθειες, τίς καρκινοπάθειες κ.τ.ἄ.) μᾶς ἐπιμολύνουν καί ἡ χρήση τους ἀπό ἐμᾶς καταφάσκει στή θρησκευτική ἀλλοτρίοση τῶν χωρῶν παραγωγῆς τους».

Μετά τά ἀνωτέρω εἰσαγωγικά, περνῶ στό κυρίως μέρος τοῦ παρόντος κειμένου μου, τό ὁποῖο χωρίζω σέ δύο θεματικές ἑνότητες: Α΄ Θεολογικό μέρος καί Β΄ Προσωπικό μέρος

Α΄ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

1. Εἶστε οἱ σημερινοί Ἐπίσκοποι θεοκέλευστα ὄργανα; Εὐδόκησε ὁ Κύριος νά γίνετε ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας καί πατέρες;

Στήν ἐπιστολή Σας, Σεβασμιώτατε, διατυπώνετε τήν ἄποψη ὅτι Ἐσεῖς, οἱ Ἐπίσκοποι, εἶστε «θεοκέλευστα ὄργανα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς σώματος τοῦ Χριστοῦ» καί ὅτι «εὐδόκησε ὁ Κύριος νά γίνετε ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας καί πατέρες».

Γιατί, ὅμως, λησμονεῖτε ὅτι ὁ Κύριος μίλησε καί γιά μισθωτούς ποιμένες; Ξαναδιαβάστε, παρακαλῶ, τήν περικοπή τοῦ Καλοῦ Ποιμένος ἀπό τό κατά Ἰωάννη Ἅγιο Εὐαγγέλιο (Ἰω. 10, 9-16). Ξεχνᾶτε τό τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου γιά τούς ἀναξίους κληρικούς «πάντας μέν ὁ Θεός οὐ χειροτονεῖ, διά πάντων δέ αὐτός ἐνεργεῖ, ἤ καί αὐτοί εἴεν ἀνάξιοι, διά τό σωθῆναι τόν λαόν»; (Σχ. βλ. Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὀμιλία εἰς Β΄ Τιμόθεον, 2,3, PG 62, 610). Δέν ἐνθυμεῖσθε τό τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἀγιορείτοῦ, ὅτι Ἀρχιερεῖς πρέπει νά εἶναι ἤ Θεόκλητοι ἤ δημόκλητοι και ποτέ αὐτόκλητοι; (Σχ. βλ. Ἁγίου Νικοδήμου Ἀγιορείτου, «Ὁτι οἱ πάλαι ἀρχιερεῖς δέν ἐγίνοντο αὐτόκλητοι, ἀλλά ἤ θεόκλητοι ἤ δημόκλητοι», ἐν Συμβουλευτικῷ Ἐγχειριδίῳ, ἐκδόσεις Νεκτάριος Παναγόπουλος, Ἀθῆναι 2001, σελ. 33-34).

Ἀλλά, μιᾶς καί ἀναφέρετε τόν ἐν ἁγίοις πατέρα ἡμῶν Βασίλειο, Ἀρχιεπίσκοπο Καισαρείας Καππαδοκίας, οὐρανοφάντορος, τοῦ Μεγάλου, διάβαστε, παρακαλῶ, τί λέει γιά τούς κακούς ποιμένες καί ἀναρωτηθεῖτε γιά τόν ἑαυτό Σας.

«Γνώριμα δέ τά θλίβοντα ἡμᾶς, κἄν ἡμεῖς μή λέγωμεν. Εἰς πᾶσαν γάρ τήν οἰκουμένην ἐκκέχυται. Καταπεφρόνηται τά τῶν πατέρων δόγματα, ἀποστολικαί παραδόσεις ἐξουθένηνται, νεωτέρων ἀνθρώπων ἐφευρέματα ταῖς Ἐκκληςίαις ἐμπολιτεύεται· τεχνολογοῦσι λοιπόν, οὐ θεολογοῦσιν οἱ ἄνθρωποι· ἡ τοῦ κόσμου σοφία τά πρωτεῖα φέρεται παρωσαμένη τό καύχημα τοῦ σταυροῦ. Ποιμένες ἀπελαύνονται, ἀντειςάγονται δέ λύκοι βαρεῖς διασπῶντες τό ποίμνιον τοῦ Χριστοῦ. Οἶκοι εὐκτήριοι ἔρημοι τῶν ἐκκλησιαζόντων, αἱ ἐρημίαι πλήρεις τῶν ὀδυρομένων. Οἱ πρεσβύτεροι ὀδύρονται, τά παλαιά συγκρίνοντες τοῖς παροῦσιν· οἱ νέοι ἐλεεινότεροι, μή εἰδότες οἵων ἐστέρηνται. Ταῦτα ἱκανά μέν κινῆσαι εἰς συμπάθειαν τούς τήν Χριστοῦ ἀγάπην πεπαιδευμένους, συγκρινόμενος δέ τῇ ἀληθείᾳ τῶν πραγμάτων ὁ λόγος ἀξίας πολύ τῆς αὐτῶν ἀπολείπεται» (Σχ. βλ. Μεγάλου Βασιλείου, Τοῖς ἁγιωτάτοις ἀδελφοῖς καί ἐπισκόποις τοῖς ἐν τῇ Δύσει, ΕΠΕ 2, 20).

«Μόνον μή ἐξαπατηθῆτε ταῖς ψευδολογίαις αὐτῶν ἐπαγγελομένων ὀρθότητα πίστεως. Χριστέμποροι γάρ οἱ τοιοῦτοι καί οὐ Χριστιανοί, τό ἀεί αὐτοῖς κατά τόν βίον τοῦτον λυσιτελοῦν τοῦ κατ’ ἀλήθειαν ζῆν προτιμῶντες. Ὅτε ἐνόμισαν κτᾶσθαι τήν κενήν ταύτην ἀρχήν, προσέθεντο τοῖς ἐχθροῖς τοῦ Χριστοῦ· ὅτε εἶδον τούς λαούς ἀγριαίνοντας, σχηματίζονται πάλιν τήν ὀρθότητα. Οὐκ οἶδα ἐπίσκοπον μηδέ ἀριθμήσαιμι ἐν ἱερεῦσι Χριστοῦ τόν παρά τῶν βεβήλων χειρῶν ἐπί καταλύσει τῆς πίστεως, εἰς προσταςίαν προβεβλημένον. Αὕτη ἐστίν ἡ ἐμή κρίσις. Ὑμεῖς δέ εἴ τινα ἔχετε μεθ’ ἡμῶν μερίδα, ταὐτά ἡμῖν φρονήσετε δηλονότι· εἰ δέ ἐφ’ ἑαυτῶν βουλεύεσθε, τῆς ἰδίας γνώμης ἕκαστός ἐστι κύριος, ἡμεῖς ἀθῷοι ἀπό τοῦ αἵματος τούτου. Ταῦτα δέ ἔγραψα οὐχ ὑμῖν ἀπιστῶν, ἀλλά τό τινων ἀμφίβολον στηρίζων ἐκ τοῦ γνωρίσαι τήν ἐμαυτοῦ γνώμην, ὡς μή προσληφθῆναί τινας εἰς κοινωνίαν μηδέ τῆς χειρός αὐτῶν ἐπιβολήν δεξαμένους, μετά ταῦτα εἰρήνης γενομένης, βιάζεσθαι ἑαυτούς ἐναριθμεῖν τῷ ἱερατικῷ πληρώματι» (Σχ. βλ. Μεγάλου Βασιλείου, Ἐπιστολή 240, Νικοπολίταις Πρεσβυτέροις, ΕΠΕ 3, 226).

Ἐάν, λοιπόν, εἶστε Ἐσεῖς οἱ Ἐπίσκοποι θεοκέλευστοι, τότε γιατί δέν ἐφαρμόζετε αὐτά, πού διακελεύει ὁ Ἅγιος Τριαδικός Θεός, τό Ἱερό καί Ἅγιο Εὐαγγέλιο, οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, οἱ Ἅγιοι Πατέρες, οἱ Ἅγιες Οἰκουμενικές καί Τοπικές Σύνοδοι καί οἱ Θεῖοι καί Ἱεροί Κανόνες;

2. Πρεσβυτεριανισμός

Στήν ἐπιστολή Σας μέ κατηγορεῖτε γιά «πρεσβυτεριανικό προτεσταντισμό». Γράφετε: «Ποτέ δέν ὑπῆρξαν Σύνοδοι μόνο μέ πρεσβυτέρους». Ἀλλοῦ: «Ποτέ δέν εἴχαμε πρεσβυτεριανικές συνόδους ἤ πρεσβυτεριανικές ἀποφάσεις Ἁγίων Συνόδων. Αὐτά μόνο στόν Προτεσταντισμό ἐπικράτησαν πολύ ἀργότερα, ἀπό ἀντίδραση στήνν Παπική ἐκφράγκευση καί γιά τούς λόγους τῆς ἱστορικής τότε ἀδυναμίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας νά προσεγγίσει ἤ νά δώσει χείρα βοηθείας πρός μετάνοιαν καί ἐπιστροφήν στόν κόσμο τόν Προτεσταντικό. Ὁ τωρινός “πρεσβυτεριανισμός” τῆς ἀνηκοΐας καί τῆς καταφρονήσεως εἶναι διά τῆς πλαγίας ὁδοῦ εἴσοδος ἑνός ἄλλου Προτεσταντισμοῦ στά Ἅγια τῶν Ἁγίων τῆς Ὀρθοδοξίας». Καί σέ ἄλλο σημεῖο: «Δέν ὑπάρχει πρεσβυτεριανή Σύνοδος. Αὐτό κι ἄν δέν εἶναι παναίρεση καί πρεσβυτεριανικός προτεσταντισμός».

Πρός Θεοῦ, Σεβασμιώτατε! Ἐγώ, ὡς Ὀρθόδοξος, ποτέ δέν θέλω νά κάνω μιά Ἐκκλησία πρεσβυτεριανή. Κατ’ ἀρχήν, δέν ἐπιθυμῶ νά δημιουργήσω καμμία ἄλλη ἐκκλησία, διότι μέ τήν ἀποτείχισή μου εἶμαι ἐντός τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἄρα, ποιά ἡ χρεία δημιουργίας ἄλλης ἐκκλησίας; Καί κατά δεύτερον, ποτέ δέν θέλω νά δώσω τό γενικό σύνθημα ἐναντίον τῶν κληρικῶν γενικά, νά ἀναπτύξω δηλαδή ἕναν ἀντικληρικαλισμό, ἕναν πρεσβυτεριανισμό, ὁ ὁποῖος θά ἐπικεντρώνεται γύρω ἀπό πρεσβυτέρους, Ὀρθοδόξους καί εὐλαβεῖς, καί θά ἀπαξιώσει τόν Ἐπισκοπικό Θεσμό. Ὄχι! Ἄλλωστε κι ἐγώ τήν χειροτονία μου εἰς διάκονον καί πρεσβύτερον καί τήν ἱερωσυνη καί ὅλα ὅσα συνάγονται ἀπ’ αὐτή τήν ἔλαβα ἀπό Ἐπίσκοπο, τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Βρυούλων κ. Παντελεήμονα. Ἀπαξιώνω, ὅμως, καί πολεμῶ τούς αἱρετίζοντες, αἱρετικούς, οἰκουμενιστές, ἀναξίους καί προδότες ἐπισκόπους. Θέλω ὁ Ἐπίσκοπος νά εἶναι ὀρθοφρονών, ὀρθόδοξος καί ὀρθοπράττων. Ὑπάρχουν Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι. Δέν πιστεύω καί δέν προωθῶ τήν πλάνη ὅτι δέν ὑπάρχει πλέον κανένας Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος ἐπί τῆς γῆς καί ἀνά τήν οἰκουμένη. Προσπαθῶ πάντοτε νά εἶμαι μετριοπαθής καί δέν θέλω νά δημιουργήσω τήν ἐντύπωση ὅτι ἀπαξιώνω θεσμικά τόν Ἐπισκοπικό Θεσμό.

Ὁ αποτειχισμένος ἱερεύς σέ καμία περίπτωση δέν ἀνήκει σέ ἐκκλησία πρεσβυτέρων, δηλαδή πρεσβυτεριανή. Διότι, μέ τήν διακοπή τῆς μνημονεύσεως δέν φεύγει ἀπό τήν Ἐκκλησία του. Καί ἡ Ἐκκλησία αὐτή, στήν ὁποία ἀνήκει, π.χ. ἡ «ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησία», εἷναι Ἐκκλησία μέ Ἐπισκόπους. Ἡ διακοπή μνημονεύσεως δέν εἷναι ἀπομάκρυνση ἀπό τήν Ἐπισκοπική Ἐκκλησία, ἀλλά μόνο ἀπομάκρυνση ἀπό τήν πίστη τοῦ συγκεκριμένου αἱρετίζοντος Ἐπισκόπου. Ὁ ἀποτειχισμένος ἱερεύς δέν ἀμφισβητεῖ τήν ἱερωσύνη ἤ τήν ἀρχιερωσύνη ἤ τήν διακονία καί τό ἔργο τοῦ Ἐπισκόπου κλπ., ἀφοῦ αυτές δόθηκαν νομίμως ἀπό τήν Καθολική Ἐκκλησία καί τελοῦνται νομίμως ἐντός τῆς διαδικασίας της, ἀλλά μόνο τήν πίστη του. Καί αὐτό νομιμοποιείται νά τό κάνει μέ βάση τόν 15ο Κανόνα τῆς ΑΒ΄, ἀλλά καί μέ βάσῃ τό γεγονός ὅτι τά αἱρετικά κηρύγματα καί οἱ αἱρετικές πράξεις τοῦ Ἐπισκόπου ἀναφέρονται σέ «ἐγνωσμένη» ἀπό Ἁγίους ἀνθρώπους ἤ «συνοδικῶς καταδικασμένη» αἵρεση. Δέν χρειάζεται δηλαδή νά περιμένει νά συγκληθεί νέα Σύνοδος, γιά νά διαπιστώσει τήν αἵρεση αὐτῶν τῶν δοξασιῶν. Αὐτό ἔχει ἤδη γίνει. Μία Σύνοδος ἀπαιτεῖται, γιά νά ἀνιχνεύσει τούς παρανομοῦντες, ὄχι τήν αἵρεση, καί νά ἐπιβάλλει ποινές. Ἡ δέ πράξη ἀποτειχίσεως τοῦ ἱερέως εἷναι ἱερή καί θεάρεστη πράξη, διότι μπορεί νά ὁδηγήσει σέ προβληματισμό, ἀναστοχασμό καί, τελικά, σέ μετάνοια τόν Ἐπίσκοπο καί γι’ αὐτό ὁ 15ος Κανόνας τήν ἐπαινεῖ.

Ὁ ἀποτειχισμένος ἱερεύς δέν λειτουργεῖ καί δέν θύει στό θυσιαστήριο αὐθαίρετα καί ἀπό μόνος του, χωρίς τήν μεσολάβηση Ἐπισκόπου, γιά νά πεῖ κανείς ὅτι συμπηγνύει ἤ αντιπροσωπεύει πρεσβυτεριανή ἐκκλησία. Ἡ εὐθύνη καί τό χάρισμα τοῦ «προσφέρειν θυσία τῷ Θεῷ» τοῦ δόθηκε κατά τήν χειροτονία του ἀπό τόν ίδιο τόν Θέο καί ὄχι ἀπό τόν Ἐπίσκοπο, διαμέσου, βεβαίως, τῶν χειρῶν τοῦ Ἐπισκόπου, πού τέλεσε τήν χειροτονία του. Καί αὐτή ἡ παρακαταθήκη δέν ἐπιστρέφεται σέ κανέναν, παρά μόνο στόν ἴδιο τόν Κύριο, ὅπως ἀναφέρεται στήν εὐχή τῆς χειροτονίας του. Καί ὁπωσδήποτε ὄχι στόν αἱρετίζοντα Ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος, παραβαίνοντας Κανόνα τῆς Ἐκκλησίας, τόν 15ο τῆς ΑΒ΄, ἄρα ἐκκλησιαστικῶς παρανομῶν, παρανόμως τοῦ ἀφαιρεῖ διά τῆς ποινῆς τῆς ἀργίας τό χάρισμα θυσίας, πού τοῦ δόθηκε ἀπό τόν Θεό, τό ὁποῖο μόνο Αὑτός τό παίρνει πίσω καί κανείς ἄλλος. Ἡ ἱεροσύνη δίνεται μέ σκοπό τήν θυσία στό θυσιαστήριο, πού, κατά τόν Ἅγιο Νεκτάριο, εἷναι τό κύριο ἔργο ἑνός ἱερέως, καί χωρίς θυσία στό θυσιαστήριο δέν νοεῖται ἱεροσύνη, εἷναι κενό γράμμα.

Ἑπομένως, οἱ ἀποτειχισμένοι ἱερεῖς, πού τελοῦν τό Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, δέν συνιστοῦν ἐκκλησία πρεσβυτέρων, ὅπως γράφετε ἐσφαλμένως, ἀφελῶς ἤ σκοπίμως, διότι κατά πρῶτον, αὐτή τήν δωρεά καί εὐθύνη τῆς θυσίας τήν πῆραν ἀπό τόν Θέο διά χειρῶν Ἐπισκόπου καί πίσω ἀπό τήν ενέργειά τούς αὐτή ὑπάρχει πάντοτε ἔνας Ἐπίσκοπος, ὁ χειροτονήσας Ἐπίσκοπος. Ἀλλά ἄκομα, διότι οὔτε ἡ διακοπή τῆς μνημονεύσεως ἀποτελεῖ καταργήση τοῦ Ἐπισκόπου τῆς μητροπολιτικῆς περιφερείας, στην ὁποία ανήκουν, ἀφοῦ αὑτό εἷναι ἔργο μιᾶς Συνόδου, οὔτε καί τῆς ἐν μητροπόλει ἐπισκοπικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά δηλωτική ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος, λόγῳ τῆς ἐγνωσμένης αἱρέσεως, πού ἀκολουθεῖ, δέν μπορεί νά προΐσταται πλέον τῆς Εὐχαριστιακῆς Συνάξεως.

Συνεπῶς, ἄνευ ἰσχύος εἶναι ἡ ἐκ τοῦ πονηροῦ πνεύματος ἐμπνευσθεῖσα φράση Σας «οὔτε ὕβρεις, οὔτε ἐγκλήσεις περί οἰκουμενισμοῦ, οὔτε ἀποτειχίσεις, οὔτε αὐτές οἱ αὐτές οἱ γελοιότητες καί φαιδρότητες, πού μόνο τόν Σατανά χαροποιοῦν, διότι γίνονται οἰκουμενισμός τῶν ἀποτειχισμένων πρός τούς δαίμονες καί συντυχίες μέ τά πνεύματα πλάνης», τήν ὁποία Σᾶς καλῶ πάραυτα νά ἀνακαλέσετε.

3. Ὑπάρχει σχέση μέ τήν Ἐκκλησία ἐρήμην τοῦ Ἐπισκόπου;

Στόν ἰσχυρισμό Σας ὅτι «δέν ὑπάρχει σχέση μέ τήν Ἐκκλησία ἐρήμην τοῦ Ἐπισκόπου», θά ἤθελα νά παρατηρήσω τά ἐξῆς :

Ἡ Ἐκκλησία εἷναι μέν Ἐπισκοπική, δηλαδή ἔχει ὑποχρεωτικά Ἐπισκόπους στήν σύστασή της, ἀλλά δέν εἷναι Ἐπισκοποκεντρική, παρά μόνο Χριστοκεντρική. Αὑτό εἷναι προφανές, διότι θά ἦταν πολύ επικίνδυνο ἡ Ἐκκλησία νά ἐξαρτᾶται, νά κεντρώνεται καί νά ταυτίζεται μέ τό κτιστό, ἀτελές καί τρεπτό πρόσωπο ἑνός ἀνθρώπου, π.χ. τοῦ Ἐπισκόπου, καί ὄχι μέ τό τέλειο Θεανδρικό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ἀφοῦ τό ἦθος καί τό δόγμα ἑνός Ἐπισκόπου μπορεί νά σφάλλει, νά ὑποστεῖ ἀλλοίωση, νά καταπέσει καί νά παρακμάσει κλπ., ὅπως τό ἀποδεικνύουν ἀναρίθμητα γεγονότα τῆς Ἐκκλησιαστικῆς μας Ἱστορίας, ὁπότε θά ἦταν ἀναπόφευκτο νά θεωρηθεῖ ὅτι καί ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ταυτιζομένη καί ἐξαιτίας τοῦ Ἐπισκόπου, κι Αὐτή ὁμοίως σφάλλει, ἀλλοιώνεται, καταπίπτει καί παρακμάζει, δηλαδή εἷναι κτιστό, ὑπομένον σέ φθορά καί θάνατο καί ὄχι τό Ἄκτιστο τοῦ ἀνθρωπίνου Σώματος τοῦ Ἐνσαρκωμένου καί Ἀναστημένου Θεοῦ Λόγου. Ἐξαιτίας αὑτοῦ, ἡ Ἐπισκοποκεντρική Ἐκκλησία εἷναι αἵρεση καί βλασφημία, ἀφοῦ ἀμφισβητεῖ ὅτι ὁ Χριστός εἷναι ἡ κορυφή καί τό κέντρο τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή «τῆς συνάξεως πιστῶν ἐπί τό αὐτό» μαζί μέ τήν ἀγάπη Του καί τήν διακονία Του πρός αὑτούς, ἀλλά ἔνα πρόσωπο, π.χ. ὁ Ἐπίσκοπος, μέ ἀπόλυτη ἐξουσία καί ἴσως ἀναλγησία, ἀδιαφορία καί ἔλλειψη ἀγάπης ἀπέναντι στούς ἀδελφούς του, μοιράζοντας ποινές, τιμωρίες, απειλές καί ἐκβιασμούς κλπ. ἐναντίον τους καί ὄχι διακονία, ἀγάπη καί προσφορά καί δυνατότητα μετανοίας, ὅπως ὁ Κύριος. Αὐτή ἡ παθογένεια, σέ μικρή ἤ μεγάλη κλίμακα, εἷναι ἀδιαμφισβητήτως, Παπισμός, δηλαδή ἡ «ἑνός ἀνδρός ἀρχή» ἔναντι τῆς ἀρχῆς τῆς Ἐκκλησίας τῶν πολλῶν.

Οἱ ἱερεῖς καί τό ποίμνιο ἀπομακρύνονται καί προστατεύονται ἀπό αὐτόν διά τῆς πράξεως τῆς ἀποτειχίσεως καί συγχρόνως προσεύχονται, εὐελπιστοῦν καί ἀναμένουν τήν μετάνοιά του καί τήν ἐπιστροφή του στήν Ἐκκλησία, ἀπό τήν ὁποία ἀπομακρύνθηκε λόγῳ τῶν αἱρετικῶν ἐνεργειῶν του. Ἡ ἐπιστροφή ἀκολουθεῖ τήν ὁδό τῆς ὀρθῆς πίστεως. Ἡ πράξη αὐτή θά ἦταν ἀπομάκρυνση ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἄν ἡ Ἐκκλησία ταυτιζόταν στό πρόσωπο τοῦ Ἐπισκόπου. Κάτι τέτοιο, ὅμως, ὅπως ἐξηγήθηκε, δέν ἰσχύει. Ὅπως ὑπάρχουν πεπτωκότα μέλη τῆς Ἐκκλησίας, λαϊκοί καί ἱερεῖς, ἔτσι ὑπάρχουν καί πεπτωκότες Ἐπίσκοποι. Οἱ Ἐπίσκοποι ὡς κτιστοί ἄνθρωποι δέν ἔχετε ἀτρεψία καί τελειότητα πίστεως, οὔτε ἤθους, καί σίγουρα ὄχι ἀπόλυτη καί ἀκλόνητη ἀγαθότητα, διότι «ἀγαθός εἷναι μόνον ὁ Θεός» (Λουκ. 18, 19). Οἱ ἱερεῖς καί τό ποίμνιο ὀφείλουν νά προστατεύσουν τούς ἑαυτούς τους, τήν σωτηρία τους καί τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν πτώση τοῦ Ἐπισκόπου τους.

Ἀφῆστε, λοιπόν, κατά μέρος την ἀπόψή Σας ὅτι «καμία Σύνοδος (Τοπική ἤ Οἰκουμενική) δέν ἔδωσε τέτοιο δικαίωμα ἀποθράσυνσης σέ ἱερέα νά καταφρονεῖ τόν Ἐπίσκοπο τῆς Συνόδου». Ἡ ΑΒ΄ Σύνοδος ἐπί Μ. Φωτίου μέ τόν 15ο Ἱερό Κανόνα της κατοχυρώνει αὐτό τό δικαίωμα στούς ἱερεῖς.

4. Ὁ π. Δημήτριος Στανιλοάε

Ἀναφέσετε στόν π. Δημήτριο Στανιλοάε, ὁ ὁποῖος, ὅπως ἰσχυρίζεστε, «ποτέ δέν στάθηκε μέ νοοτροπία ἀνάλογη πρός τήν δική σου (καί τῶν διαδικτυακῶν) στά ζητήματα, τά ὁποῖα θίγεις, ἀπό ἄγνοια τῶν δεδομένων».

Ὁ π. Δημήτριος γεννήθηκε στίς 16 Νοεμβρίου 1903 καί ἐκοιμήθη στίς 5 Οκτωβρίου 1993. Ἀνῆκε στό Πατριαρχεῖο Ρουμανίας, Προκαθήμενος τοῦ ὁποίου τότε ἦταν ὁ Πατριάρχης Θεόκτιστος, ὁ ὁποῖος, ὅμως, ἦταν φιλοπαπικός, ἀφοῦ ὑποδέχτηκε τόν αἱρεσιάρχη Πάπα Ἰωάννη-Παῦλο Β΄ (Σχ. βλ. Papa Ioan Paul al II-lea și Patriarhul Teoctist au mers împreună spre Altar, https://www.youtube.com/watch?v=bbKbnI0Df28). Ὁ Στανιλοάε θά ἔπρεπε κανονικά νά ἐφαρμόσει τόν 15ο Ἰερό Κανόνα τῆς ΑΒ΄ Συνόδου καί νά διακόψει τήν μνημόνευση τοῦ Πατριάρχου Θεοκτίστου. Δέν τό ἔκανε, ὅμως. Γι’ αὐτό καί στό συγκεκριμένο θέμα δέν ἀποτελεῖ παράδειγμα πρός μίμηση, οὔτε βέβαια ἔχει ἀνακηρυχθεῖ ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας, γιά νά θεωρεῖται κανόνας πίστεως.

Παρ’ ὅλ’ αὐτά, ἄς Σᾶς θυμίσω ὅτι ὁ πατήρ Δημήτριος Στανιλοάε, κορυφαῖος ὀρθόδοξος Ρουμάνος θεολόγος, ἀναφέρεται στίς Ὀρθόδοξες προϋποθέσεις τῶν συγχρόνων ἀλυσιτελῶν οἰκουμενιστικῶν διαλόγων, τούς ὁποίους Ἐσεῖς ὑποστηρίζετε, γράφοντας : «Μέ τήν αὐτή λογική θά ἔπρεπε νά καταγγείλουμε διεθνῶς ὡς τάχα “προδότες” τῆς Ὀρθοδοξίας ὅλα τά παλαιά καί τά νέα στελέχη τῆς Διακοινοβουλευτικῆς Συνέλευσης Ὀρθοδοξίας γιά τούς ἀνοικτούς διαλόγους μέ ἄλλες θρησκευτικές ὁμάδες ὑπέρ τῆς διεθνοῦς εἰρήνης».

Λέει, λοιπόν, ὁ π. Δημήτριος ὅτι θά πρέπει νά ἐφαρμόσουμε ὀρθόδοξες θεολογικές προϋποθέσεις στούς διαλόγους, πού διεξάγει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκληςία μέ τίς αἱρέσεις καί τίς θρησκεῖες. Ἄν πράγματι οἱ αἱρετικοί, οἱ σχισματικοί καί οἱ τῶν ἄλλων θρησκειῶν θέλουν νά ἑνωθοῦν σέ μία ἐν Χριστῷ ποίμνη, πρέπει νά συμφωνήσουν στά ἑξῆς : Νά ἐπιτευχθεῖ

α) ἑνότητα στήν διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας˙ δηλαδή νά ἀποδεχθοῦν οἱ αἱρετικοί καί ἀλλόθρησκοι τό συνοδικό σύστημα διοικήσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκληςίας.

β) ἑνότητα στήν Ὀρθόδοξη Πίστη καί Ζωή, ὅπως αὐτές ἐκφράζονται στήν ἁγία παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας, στήν Ἁγία Γραφή, στίς ἀποφάσεις τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων, στούς Ἱερούς Κανόνες καί στά συγγράμματα τῶν Ἁγίων Πατέρων καί θεολόγων τῆς Ὀρθοδοξίας, καί

γ) ἑνότητα στήν Θεία Λατρεία τῆς Ὀρθοδοξίας.

Νομίζω, συνεχίζει ὁ π. Δημήτριος Στανιλοάε, ὅτι πρέπει οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί καί ἰδίως οἱ Ὀρθόδοξοι θεολόγοι νά μιλήσουμε καί νά ὁμολογήσουμε τήν ἀλήθεια, «ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπη καί ἀγαπῶντες ἐν ἀληθεία» (Β΄ Ἰω. 1, 3 καί Γ΄ Ἰω. 3), καί, ἀν χρειαστεῖ, νά μαρτυρήσουμε γι’αὐτήν, ἀν ὁ Χριστός μᾶς καλέσει καί ἀν εἴμαστε ἄξιοι νά λάβουμε μαρτυρική θεϊκή Χάρι ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία (Σχ. βλ. π. Δημητρίου Στανιλοάε, Γιά ἕναν ὀρθόδοξο οἰκουμενισμό, ἐκδ. Ἄθως-Σταμούλης, Πειραιεύς-Ἀθήνα 1976).

Ἐσεῖς, λοιπόν, Σεβασμιώτατε, πῶς ὁμοιάζετε στήν νοοτροπία τοῦ π. Δημητρίου Στανιλοάε σχετικά μέ τούς διαλόγους;

Ἄς προσθέσω ἐδῶ ὅτι οἱ σύγχρονοι οἰκουμενιστικοί διάλογοι διαφέρουν ριζικά ἀπό τούς διαλόγους τοῦ Κυρίου καί τῶν Ἁγίων, γιατί διεξάγονται μέ βάση τίς οἰκουμενιστικές ἀρχές τῆς δῆθεν «διευρυμένης ἐκκληςίας» καί τοῦ «δογματικοῦ μινιμαλισμοῦ». Γι’ αὐτόν τόν λόγο ἀποδεικνύονται ὅτι εἶναι ἀνορθόδοξοι καί ἄκαρποι, ἀνειλικρινεῖς καί μή ἐλεγκτικοί, ὑποκριτικοί καί ἀνθρωπάρεσκοι.

Τά κυριότερα σημεῖα τῆς παθολογίας τῶν συγχρόνων οἰκουμενιστικῶν διαλόγων εἶναι ἡ ἔλλειψη ὀρθοδόξου ὁμολογίας ἐκ μέρους τῶν Ὀρθοδόξων, ἡ ἀποσύνδεση τῆς ὁμολογίας ἀπό τήν ἀσκητικότητα, ἡ ἔλλειψη εἰλικρινείας ἐκ μέρους τῶν ἑτεροδόξων, ὁ ὑπερτονισμός τῆς ἀγάπης καί ὁ ὑποτονισμός τῆς ἀληθείας, ἡ πρακτική τοῦ νά μή συζητοῦνται αὐτά, πού χωρίζουν, ἀλλά αὐτά, πού ἑνώνουν, ἡ ἄμβλυνση τῶν ὀρθοδόξων κριτηρίων, ἡ ἀμοιβαία ἀναγνώριση ἐκκλησιαστικότητος, ὁ διάλογος ἐπί ἴσοις ὄροις, ἡ ὑπογραφή κοινῶν αντορθοδόξων κειμένων καί οἱ ἀντικανονικές συμπροσευχές .

Μέ κάθε εἰλικρίνεια, ἀνιδιοτέλεια καί μετριοπάθεια θά πρέπει νά τονιστεῖ ὅτι δέν εἶμαι ἐναντίον τῶν διαλόγων μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῶν αἱρετικῶν ἤ τῶν ἀλλοθρήσκων, μέ τήν βασική προϋπόθεση, ὅμως, οἱ διάλογοι αὐτοί θά πρέπει νά στηρίζονται σέ σωστές ἐκκλησιολογικές, θεολογικές καί ποιμαντικές ἀρχές καί δόγματα.

Ὁ διάλογος θά πρέπει νά εἶναι διάλογος ἀγάπης ἀπό τή μιά πλευρά, ἀλλά καί ἀληθείας ἀπό τήν ἄλλη. Ὁ διάλογος ὀφείλει νά ἀκολουθεῖ τό παράδειγμα τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος ἦταν καί θετικός, ἀλλά καί ἀρνητικός στόν διάλογο. Πρῶτος ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μας διαλέχθηκε μέ τούς ἁμαρτωλούς, π.χ. ὅπως ἀναφέραμε μέ τήν Σαμαρείτιδα. Ἀλλά, ταυτόχρονα, ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μας ἦταν αὐτός, πού ἀρνήθηκε τόν διάλογο, π.χ. μέ τόν Πιλάτο καί τούς Ἀρχιερεῖς. Ἐπιπροσθέτως, ὁ διάλογος θά πρέπει νά εἶναι σύμφωνος μέ τίς ἐπισημάνσεις τοῦ Ἀπ. Παύλου καί τήν τακτική τῶν ἁγίων Πατέρων. Ἑπομένως, συμφωνοῦμε μέ τόν σωστό, ὀρθόδοξο διάλογο, ἀλλά διαφωνοῦμε μέ τόν οἰκουμενιστικό διάλογο.

Μιᾶς καί ἀναφέρεστε στήν «διεθνή εἰρήνη» ἄς σᾶς ὑπενθυμίσω ὅτι ὁ Χριστός εἶπε : «Μή νομίσητε ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπί τήν γῆν˙ οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλά μάχαιραν» (Ματθ. 10, 34). Μ’αὐτόν τόν λόγο ὁ Χριστός δέν τάσσεται, βέβαια, ἐναντίον τῆς εἰρήνης καί ὑπέρ τοῦ πολέμου, ἀλλά ἐννοεῖ ὅτι ἡ Ἐκκλησία Του θά διχάσει τούς ἀνθρώπους, ἀφοῦ ἄλλοι θά πιστεύσουν καί ἄλλοι δέν θά πιστεύσουν καί οἱ ἄπιστοι θά πολεμοῦν τούς πιστούς. Τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου ἀναγκαίως ἐπιφέρει σύγκρουση μεταξύ τῶν θρησκειῶν, τῆς ἀληθινῆς ἀπό τή μιά καί τῶν ψευδῶν ἀπό τήν ἄλλη. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει : «Εἰ δυνατόν τό ἐξ ὑμῶν μετά πάντων ἀνθρώπων εἰρηνεύοντες» (Ρωμ. 12, 18) Γιατί λέει «εἰ δυνατόν»; Γιατί ὑπάρχουν περιπτώσεις, κατά τίς ὁποῖες εἶναι ἀδύνατο τό εἰρηνεύειν. Τέτοια εἶναι ἡ περίπτωση τῆς κηρύξεως τοῦ Εὐαγγελίου καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Σέ τέτοιες περιπτώσεις ἰσχύει αὐτό, πού εἶπε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὅτι εἶναι προτιμότερος ἀπό τήν εἰρήνη ὁ πόλεμος. Γιατί, μιά τέτοια εἰρήνη χωρίζει ἀπό τόν Θεό. Αὐτό, πού πρέπει νά προβληθεῖ καί νά προταχθεῖ πρωτίστως στήν ἐποχή μας, δέν εἶναι ἡ ἐπικράτηση τῆς κοσμικῆς εἰρήνης, ἀλλά ἡ μετάνοια καί ἡ παγκόσμια ἐπιστροφή τῶν αἱρετικῶν καί τῶν ἀλλοθρήσκων στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, πράγμα πού θά ἔχει ὡς ἀπόρροια τήν ἐπικράτηση τῆς ἔνθεης, τῆς πνευματικῆς καί τῆς ὄντως εἰρήνης, πού δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό.

5. Ὁ Ὅσιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς καί τό «Π.Σ.Ε.»

Γράφετε : «Καί ὁ ὅσιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, ἱδρυτικό στέλεχος τοῦ ΠΣΕ ἀλλά ἀντιοικουμενιστής στή συνέχεια, ἀνέδειξε Μαθητές Ἐπισκόπους λαμπρότατους θεολόγους καί στελέχη τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας στούς διαλόγους τοῦ ΠΣΕ. Ποιός ἐξ αὐτῶν εἶναι ὀλιγότερο Ὀρθόδοξος ἀπό τήν δική σου ἀφώτιστη ταλαιπωρία τῶν λογισμῶν ἀπό αντιγραφές τοῦ διαδικτύου»;

Μετά πολλῆς λύπης διαπιστώνω ὅτι διαστρέφετε τήν ἐκπεφρασμένη θέση τοῦ ὁσίου Ἰουστίνου Πόποβιτς σχετικά μέ τό «Π.Σ.Ε.». Σὲ πολλὰ κείµενά του ὁ ὅσιος ἐπικρίνει τὴν συµµετοχὴ τῶν Ὀρθοδόξων στὸ παναιρετικὸ «Παγκόσμιο Συµβούλιο Ἐκκλησιῶν», δηλαδη αἰρέσεων. Σ’ἕνα ἀπ’αὐτά, ἀπευθυνόµενος στὴ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας τό 1974, γράφει µὲ πολὺ πόνο (Σχ. βλ. Ἀρχιμ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, «Ὀρθοδοξία καί Οἰκουμενισμός. Μιά Ὀρθόδοξος γνωμάτευσις καί μαρτυρία», ἐν Θεοδρομίᾳ ΙΔ 3 (Ἰούλιος – Σεπτέμβριος 2012) 425-432) :

«Ἕως πότε θὰ ἐξευτελίζωµεν δουλικῶς τὴν Ἁγίαν µας Ὀρθόδοξον Ἁγιοπατερικὴν καὶ Ἁγιοσαββιτικὴν Ἐκκλησίαν διὰ τῆς οἰκτρῶς καὶ φρικωδῶς ἀντιαγιοπαραδοσιακῆς στάσεώς µας ἔναντι τοῦ Οἰκουµενιςµοῦ καὶ τοῦ λεγοµένου Οἰκουµενικοῦ Συµβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν; Ἐντροπὴ καταλαµβάνει πάντα εἰλικρινῆ ὀρθόδοξον, ἀνατρεφέντα ὑπὸ τὴν καθοδήγησιν τῶν ἁγίων Πατέρων, ὅταν ἀναγιγνώσκῃ ὅτι οἱ ὀρθόδοξοι σύνεδροι τῆς 5ης Πανορθοδόξου διασκέψεως τῆς Γενεύης (8-16 Ἰουνίου 1968), σχετικῶς πρὸς τὴν συµµετοχὴν ὀρθοδόξων εἰς τὸ ἔργον τοῦ “Παγκοςµίου Συµβουλίου Ἐκκλησιῶν”, ἔλαβον τότε τὴν ἀπόφασιν “ὅπως ἐκφρασθῇ ἡ κοινὴ ἐπίγνωσις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὅτι αὕτη ἀποτελεῖ ὀργανικὸν µέλος τοῦ Παγκοςµίου Συµβουλίου Ἐκκλησιῶν”.

Αὐτὴ ἡ ἀπόφασις εἶναι κατὰ τὴν ἀνορθοδοξίαν καὶ ἀντιορθοδοξίαν της ἀποκαλυπτικῶς φρικαλέα. Ἦτο ἆραγε ἀπαραίτητον ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, αὐτὸ τὸ πανάχραντον Θεανθρώπινον σῶµα καὶ ὀργανιςµὸς τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, νὰ ταπεινωθῇ τόσον τερατωδῶς, ὥστε οἱ ἀντιπρόσωποί της θεολόγοι, ἀκόµη καὶ ἱεράρχαι, µεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ Σέρβοι, νὰ ἐπιζητοῦν τὴν “ὀργανικήν” µετοχὴν καὶ συµπερίληψιν εἰς τὸ Παγκόςµιον Συµβούλιον Ἐκκλησιῶν, τὸ ὁποῖον, κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπον, γίνεται εἷς νέος ἐκκλησιαστικός “ὀργανιςµός”, µία “νέα Ἐκκλησία” ὑπεράνω τῶν ἐκκλησιῶν, τῆς ὁποίας αἱ Ὀρθόδοξοι καὶ µὴ ὀρθόδοξοι ἐκκλησίαι ἀποτελοῦν µόνον “µέλη” (“ὀργανικῶς” µεταξὺ τῶν συνδεδεµένα!); Ἀλλοίµονον, ἀνήκουστος προδοσία!

Ἀπορρίπτοµεν τὴν ὀρθόδοξον θεανθρωπίνην πίστιν, αὐτὸν τὸν ὀργανικὸν δεςµὸν µετὰ τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου Ἰησοῦ καὶ τοῦ παναχράντου Του Σώµατος – τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καὶ Πατέρων καὶ Οἰκουµενικῶν Συνόδων – καὶ θέλοµεν νὰ γίνωµεν “ὀργανικὰ µέλη” τοῦ αἱρετικοῦ, οὐµανιστικοῦ, ἀνθρωποπαγοῦς καὶ ἀνθρωπολατρικοῦ συλλόγου, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖται ἀπὸ 263 αἱρέσεις, ἡ δὲ κάθε µία ἀπὸ αὐτὰς πνευµατικὸς θάνατος!

Ὡς ὀρθόδοξοι, εἴµεθα “µέλη Χριστοῦ”. “Ἄρας οὖν τὰ µέλη τοῦ Χριστοῦ, ποιήσω πόρνης µέλη; Μὴ γένοιτο!” (Α´ Κορ. 6, 15). Καὶ ἡµεῖς τοῦτο πράττοµεν διὰ τῆς “ὀργανικῆς” συνδέσεώς µας µετὰ τοῦ Παγκοςµίου Συµβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν, τὸ ὁποῖον οὐδὲν ἄλλο εἶναι, εἰµὴ ἀναβίωσις τῆς ἀθέου ἀνθρωπολατρείας-εἰδωλολατρείας.

Εἶναι πλέον ἔσχατος καιρός, Πανιερώτατοι Πατέρες, ὅπως ἡ Ὀρθόδοξος Ἁγιοπατερικὴ καὶ Ἁγιοσαββιτικὴ Ἐκκλησία µας, ἡ Ἐκκλησία τῶν ἁγίων ᾽Αποστόλων καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων, τῶν ἁγίων Ὁµολογητῶν, Μαρτύρων καὶ Νεοµαρτύρων, παύςῃ νὰ ἀναµιγνύεται ἐκκλησιαστικῶς, ἱεραρχικῶς καὶ λατρευτικῶς µετὰ τοῦ οὕτω καλουµένου Οἰκουµενικοῦ Συµβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ ὅπως ἀρνηθῇ διὰ παντὸς τὴν οἱανδήποτε συµµετοχὴν εἰς τὰς κοινὰς προσευχὰς καὶ τὴν λατρείαν (ἡ ὁποία λατρεία εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν εἶναι ὀργανικῶς συνδεδεµένη εἰς µίαν ὁλότητα καὶ συγκεφαλαιοῦται εἰς τὴν θείαν Εὐχαριστίαν), καὶ γενικῶς τὴν συµµετοχὴν εἰς οἱανδήποτε ἐκκλησιαστικὴν πρᾶξιν».

Δυστυχῶς, οἱ μαθητές του Ἐπίσκοποι δέν τήρησαν τήν παραπάνω ὀρθόδοξη γραμμή τοῦ διδασκάλου τους καί ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀποδεικνύοντας ὄντως ὅτι εἶναι ὀλιγώτερο Ὀρθόδοξοι ἀπό τόν ἅγιο. Ἑπομένως, δέν ἀποτελοῦν παράδειγμα πρός μίμησιν.

6. Ὁ Ἅγιος Μᾶρκος Ἐφέσου ὁ Εὐγενικός

Γράφετε : «Μέ τήν λογική αὐτή θά ἔπρεπε νά μήν μεταβοῦν στή Φεράρρα-Φλωρεντία οἱ Ὀρθόδοξοι καί δή ὁ ἅγιος Μᾶρκος Ἐφέσου ὁ Εὐγενικός».

Ποτέ δέν ἰσχυρίστηκα ὅτι δέν ἔπρεπε ὁ ἅγιος Μᾶρκος νά μεταβεῖ στήν ψευδοσύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας. Ἴσα-ἴσα ἔπρεπε νά πάει, γιά νά φανεῖ α) ἡ ἀδιαλλαξία, οἱ ὑπερφίαλες ἀξιώσεις, ἡ ἀνάδελφη συμπεριφορά καί ἡ ἤττα τοῦ Πάπα και τῶν Λατίνων, β) ὁ αὐτομολισμός τῶν Λατινοφρόνων προς τον Παπισμό καί γ) γιά νά λάμψει ἡ Ὀρθόδοξη διδασκαλία καί πίστη μέ τήν ἀνυποχώρητη στάση τοῦ ἁγίου Μάρκου, μή ὑπογράφοντας τόν Ὄρο τῆς ψευδοενώσεως μεταξύ Ὀρθοδοξίας καί Παπισμοῦ.

Μετά λύπης, ὅμως, διαπιστώνω ὅτι, μιλῶντας γιά τόν ἅγιο Μᾶρκο τον Εὐγενικό, ἀποκρύπτετε σκοπίμως ὅτι ὁ ἅγιος διέκοψε τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ ὅλους ὅσους ὑπέγραψαν τήν ψευδοένωση στήν Φλωρεντία καί ὅσους τούς ἀκολουθοῦσαν. Ἀρνήθηκε νά ἔλθει σέ ὁποιαδήποτε ἐπαφή μέ τόν νέο λατινόφρονα Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μητροφάνη καί τούς ὁμόφρονές του.

Ἀναφέρει ὁ ἴδιος : «ἐγώ, λοιπόν, ἀφοῦ χωρίστηκα ἀπ’αὐτούς (τούς λατινόφρονες), γιά νά εἶμαι ἑνωμένος μέ τούς ἁγίους πατέρες καί διδασκάλους, κάνω σέ ὅλους φανερή τήν γνώμη μου μέ τά γραφόμενά μου, ὥστε νά μπορεῖ ὁ καθένας, πού θέλει, νά κρίνει, ἄν ἔχαιρα γιά τά ὑγιῆ δόγματα ἤ ἄν δέχθηκα τήν γενομένηἕνωση μέ διεστραμμένα δόγματα καί διδασκαλίες». (Σχ. βλ. «Ἔκθεση τοῦ ἁγιωτάτου μητροπολίτου Ἐφέσου, μέ ποιό τρόπο δέχθηκε τό ἀξίωμα τῆς ἀρχιερωςύνης καί δήλωση τῆς Συνόδου, πού ἔγινε στήν Φλωρεντία», Patrologia Orientalis, Τοme XV, Αu Concile de Florence, σελ. 304-308).

Ὁ Σύλβεστρος Συρόπουλος, ἀναφερόμενος στήν διαδικασία γιά τήν ἐκλογή τοῦ νέου Πατριάρχου, λέγει ὅτι ὁ ἅγιος Μάρκος δέν εἶχε ἐκκλησιαστική κοινωνία οὔτε μέ τήν Σύνοδο. «Ὁ βασιλιάς καί οἱ ἄρχοντες δέν ἔκαναν καθόλου λόγο γιά τόν Ἐφέσου, γιά νά παραστεῖ στήν ψηφοφορία, ἐπειδή τόν βρῆκαν νά εἶναι χωρισμένος ἀπόὅλους, πού ἀποτελοῦσαν τήν Σύνοδο». (Σχ. βλ. Σ. Συρόπουλου, Τά ἀπομνημονεύματα ΧΙΙ, σελ. 548).

Ἐκτός ἀπό τήν προσωπική του παύση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μέ τούς λατινόφρονες, ὁ ἅγιος Μᾶρκος παρότρυνε τόν κλῆρο καί τόν λαό οὔτε αὐτοί νά ἔχουν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τόν αἱρεσιάρχη Πάπα καί τούς γραικολατίνους.

Λέγει ὁ ἴδιος: «Νά ἀποφεύγετε, λοιπόν, κι ἐσεῖς, ἀδελφοί, τήν κοινωνία μέ τούς ἀκοινώνητους καί τή μνημόνευση τῶν ἀμνημονεύτων. Νά, ἐγώ ὁ ἁμαρτωλός Μᾶρκος, σᾶς λέω ὅτι αὐτός, πού μνημονεύει τόν πάπα ὡς ὀρθόδοξο ἀρχιερέα, εἶναι ἔνοχος, ὥστε νά ἐκπληρώσει ὅλο τόν λατινισμό, καί νά φτάσει μέχρι τό σημεῖο νά κουρέψει ἀκόμη καί τά γένεια του. Ὁ λατινόφρων θά κριθεῖ μαζί μέ τούς Λατίνους καί θά λογισθεῖ ὡς παραβάτης τῆς πίστεως». (Σχ. βλ. Ἁγίου Μάρκου Ἐφέσου, Ἐπιστολή πρός Θεοφάνην, P.G. 160, 1097D, 1100A). «Νά ἀποφεύγετε, λοιπόν, ἀδελφοί, τούς εἰσηγητές καί ἐπιβεβαιωτές τῆς λατινικῆς καινοτομίας». (Σχ. βλ. Σπυρίδωνος Π. Λάμπρου, Παλαιολόγεια καί Πελοποννησιακά, τ. Α΄, σελ. 26). «Νά τούς ἀποφεύγετε, λοιπόν, ἀδελφοί (τούς λατινόφονες) καί τήν κοινωνία μ’αὐτούς. Γιατί αὐτοί εἶναι ψευδαπόστολοι, δόλιοι ἐργάτες, πού μετασχηματίζονται σέ ἀποστόλους Χριστοῦ».Καί καταλήγει : «Νά στέκεστε, κρατώντας τίς ἔγγραφες καί ἄγραφες παραδόσεις, πού παραλάβατε, γιά νά μήν συναρπαχθεῖτε ἀπό τήν πλάνη τῶν ἀθέσμων καί ἐκπέσετε ἀπό τόν ἐπιστηριγμό σας». (Σχ. βλ. Ἰωάννου Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Α΄, Ἀθῆναι 1960, σελ. 429).

Ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός ἔχει στό θέμα τῆς διακοπῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας κάτι τό μοναδικό, τό ὁποῖο, ἀφ’ ἑνός μέν θά εἶναι μεγίστη ἀπώλεια, ἄν δέν σημειωθεῖ, ἀφ’ ἑτέρου δέ δεικνύει τήν βεβαιότητα καί τήν ἀσφάλεια, πού ἔνοιωθε, ἀπομακρυνόμενος ἀπό τούς φορεῖς τῆς αἱρέσεως. Αὐτό τό μοναδικό εἶναι ὅτι ἤθελε νά διατηρήσει τήν διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας, ὄχι μόνο ἐν ὅσῳ ζοῦσε, ἀλλά καί μετά θάνατον.

Ὅταν, λοιπόν, πλησίασε τό τέλος τοῦ ἁγίου Μάρκου καί βρίσκονταν πλησίον του οἱ Ὀρθόδοξοι συναγωνιστές του, καθώς ἐπίσης καί πολλοί ἄλλοι ἐπίσημοι καί μή, ἄφησε τίς τελευταῖες ὁδηγίες, οἱ ὁποῖες μιλοῦν γιά τήν μετά θάνατον διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας του. Τό κείμενο αὐτό εἶναι ἕνα ὁμολογιακό κειμήλιο, τό ὁποῖο καί μόνο του χαρακτηρίζει τόν ἅγιο. Δείχνει ὅτι, ἐνῶ βρίσκεται στό τέλος τῆς ζωῆς του, ἔχει νεανικό παλμό καί δύναμη. Δείχνει τό πόσο εἶχε κατανοήσει ὁ ἅγιος τήν ἀξία τῆς διακοπῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας καί τήν ἀσφάλεια, πού ἔνοιωθε σ’αὐτήν, καί ἐπιπλέον ὅτι, ἀναχωρῶντας ὁ ἴδιος ἀπό τήν παροῦσα ζωή, εἶχε τήν καθαρή καί ἀνόθευτη πίστη ὡς τό μεγαλύτερο ἐφόδιο πρός συνάντηση τοῦ Κυρίου. Εἶχε τήν συναίσθηση ὅτι, ὡς διακόψας τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία ἀπό’δῶ, θά συναντοῦσε τούς διακόψαντας τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία ἁγίους, τούς διωγμένους γιά τήν πίστη, τούς μάρτυρες τῆς ἀληθείας καί ὅλους ὅσους ἀγάπησαν τήν καθαρότητα καί ἀκεραιότητα τῆς πίστεως καί ὅσους ἔπαθαν γι’αὐτήν. Μέ ὅλους αὐτούς εἶχε ταυτισθεῖ στήν παροῦσα ζωή καί γι’αὐτό καί μετά θάνατον ἤθελε νά γνωρίζουν ὅτι παραμένει σ’αὐτή τήν πίστη.

Τά βασικά σημεῖα τῆς ὁμιλίας εἶναι τά ἑξῆς : Μέ ὅλους ὅσους εἶχε διακόψει τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία γιά τά θέματα τῆς πίστεως, δέν ἤθελε οὔτε στήν κηδεία του οὔτε στό μνημόσυνό του νά παρευρεθοῦν, οὔτε πολύ περισσότερο νά φορέσουν ἄμφια, τάχα γιά νά τόν τιμήσουν, ὁ Πατριάρχης δηλ. καί οἱ Ἀρχιερεῖς του. Δέν ἤθελε νά νομισθεῖ ἀπό τούς πολλούς, ἔστω καί ὡς ὑπόνοια, ὅτι κρυφά εἶχε ἐκκλησιαστική κοινωνία μαζί τους. Δέν ἐπιθυμοῦσε μέ τούς λατινόφρονες, Πατριάρχη καί Ἀρχιερεῖς, καμμία ἐκκλησιαστική κοινωνία, οὔτε καί μετά θάνατον. Δήλωνε ὅτι ἧταν πεπεισμένος ὅτι, ὅσο ἀπομακρυνόταν ἀπ’ αὐτούς ἐκκλησιαστικά, τόσο προσέγγιζε τόν Θεό, ἑνωνόταν μέ τήν ἀλήθεια καί τούς ἁγίους. Ὅσο ἀπεναντίας πλησίαζε αὐτούς, τόσο ἀπομακρυνόταν ἀπό τόν Θεό καί τούς διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας. Δέν ἤθελε, ἀναφέρει τελειώνοντας, καμμία κοινωνία ἐκκλησιαστική, γιά να μήν ἀναμιχθοῦν στήν πίστη τά ἄμικτα. (Σχ. βλ. Ἁγίου Μάρκου Ἐφέσου, Ἀπολογία, P.G. 160, 536CD).

7. Κρίση μή Χριστιανῶν κατά τήν προαίρεση

Γράφετε : «Μέ τήν ἴδια λογική θά πρέπει νά καταργήσουμε τήν ἴδια τήν θεολογία περί τῆς ἐσχάτης κρίσεως τῆς πανανθρωπότητος καί νά εἰποῦμε ὅτι τάχα… πλανάται ὁ Παμμέγας Θεοφόρος Ἀπόστολος πού ἀναφέρεται στήν κρίση τῶν μή Χριστιανῶν κατά τήν προαίρεση».

Σέ ποιό σημεῖο τῶν ἐπιστολῶν του, Σεβασμιώτατε, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρει αὐτό πού λέτε, ὅτι οἱ μή Χριστιανοί θά κριθοῦν κατά τήν προαίρεση;

Ἀντιθέτως, ὁ Ἀπόστολος στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή (κεφάλαιο 2ο, στίχος 12), λέει : «Ὅσοι γάρ ἀνόμως ἥμαρτον, ἀνόμως καί ἀπολοῦνται˙ καί ὅσοι ἐν νόμω ἥμαρτον, διά νόμου κριθήσονται».

Σημειώνει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὅτι μέ τά παραπάνω λόγια ὁ Ἀπόστολος Παῦλος δείχνει ὅτι, κατά τήν τιμωρία, βαρύτερα κολάζεται ὁ Ἰουδαῖος ἀπό τόν Ἕλληνα (εἰδωλολάτρη), διότι οἱ μέν Ἕλληνες (εἰδωλολάτρες), λέει, «ἀνόμως ἥμαρτον», δηλ. χωρίς νά ἔχουν τήν διδασκαλία καί τήν κατήχηση τοῦ γραπτοῦ νόμου, γι’αὐτό καί «ἀνόμως ἀπολοῦνται», δηλαδή ἐλαφρότερα θά κολασθοῦν, ἐπειδή δέν ἔχουν τόν γραπτό νόμο νά τούς κατηγορεῖ. Γιατί, τό «ἀνόμως», σημαῖνει τό «χωρίς τήν κατάκριση τοῦ γραπτοῦ νόμου». Ὁ δέ Ἰουδαῖος, ἐπειδή ἁμάρτησε μέ τόν γραπτό νόμο, δηλαδή ἔχοντας τήν διδασκαλία καί τήν κατήχηση τοῦ γραπτοῦ νόμου, γι’αὐτό καί θά κριθεῖ, δηλ. θά κατακριθεῖ, μέ τόν γραπτό νόμο, ἐπειδή ὁ νόμος σφοδρότερα στέκεται καί τόν κατηγορεῖ ὅτι τόν παρέβη καί ἀκολούθως τοῦ προξενεῖ μεγαλύτερη καταδίκη (Σχ. βλ. Ἁγίου Νικοδήμου Ἀγιορείτου, Ἑρμηνεία εἰς τάς ΙΔ΄ ἐπιστολάς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τ. Α΄. ἐκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1989, σελ. 92-99).

Μήπως, τελικά, Ἐσεῖς πλανᾶστε, ἰσχυριζόμενος τό ἀνωτέρω; Πάντως οἱ μή Χριστιανοί θά ἀπωλεσθοῦν, ἀκριβῶς γιατί δέν εἶναι χριστιανοί, δέν πιστεύουν στόν Χριστό, δέν εἶναι βαπτισμένοι ὀρθοδόξως καί δέν τηροῦν τό θέλημα τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ στήν ζωή τους.

8. Ὁ ὅσιος Ἰωάννης Δαμασκηνός

Γράφετε : «Ἤ θά πρέπει νά καταγγείλουμε ὡς αἱρετικό τάχα τόν παμμέγιστο ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό πού χαρακτηρίζει τόν Μωαμεθανισμό ὡς ἁπλή αἵρεση».

Δυστυχῶς, Σεβασμιώτατε, πολύ ἀπλοποιεῖτε καί μινιμαλίζετε τά πράγματα. Τό Ἰσλάμ δέν εἶναι μία ἁπλή αἵρεση, ὅπως ἰσχυρίζεστε, ἀλλά μία πολυσύνθετη αἵρεση. Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ διδασκαλία του ἀποτελεῖ ἔνα μίγμα, ἔνα κρᾶμα διαφόρων αἱρέσεων, ὅπως τῆς Εἰδωλολατρείας, τοῦ Ζωροαστρισμοῦ, τοῦ Μανιχαϊσμοῦ, τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ, τοῦ Γνωστικισμοῦ, τοῦ Ἀρειανισμοῦ, τοῦ Νεστοριανισμοῦ, τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, τοῦ Αφθαρτοδοκητισμού καί τῆς Εἰκονομαχίας.

Ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός δέν λέει ὅτι πρόκειται γιά μιά ἁπλή αἵρεση, ἀλλά θεωρεῖ ὅτι εἷναι θρησκεία λαοπλάνος καί πρόδρομος τοῦ Ἀντιχρίστου. «Ἔστι δέ καί ἡ μέχρι τοῦ νῦν κρατοῦσα λαοπλάνος θρησκεία τῶν Ἰσμαηλιτῶν, πρόδρομος οὖσα τοῦ Ἀντιχρίστου». (Σχ. βλ. Ὁσίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Περί αἱρέσεων ρα΄, 1-2)

Κι αὐτό διότι, τό Ἰσλάμ δέν δέχεται τήν Παναγία ὡς Θεοτόκο, ἀφοῦ ἐκ μεγάλης συγχύσεως λέει ὅτι ὁ Χριστός γεννήθηκε ἀπό τήν Μαρία, τήν ἀδελφή τοῦ Μωυσέως καί τοῦ Ααρών, δέν δέχεται τήν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ, τόν Σταυρικό Του θάνατο καί τήν Ἀνάστασή Του. Ἀρνεῖται τό Θεανθρώπινο Πρόσωπό Του καί Τόν θεωρεῖ ὡς ἔνα μεγάλο προφήτῃ τοῦ Ἀλλάχ, κατώτερο τοῦ Μωάμεθ, ἀλλά κτίσμα καί δούλο τοῦ Θεοῦ καί απλό, ψιλό άνθρωπο.

Ὁ ὅσιος Ἰωάννης Δαμασκηνός ἀποκαλεῖ εὐθύς ἐξ ἀρχῆς τόν Μαμέδ (Μωάμεθ) ψευδοπροφήτῃ καί τόν κατηγορεῖ ὅτι συνέστησε τήν αἵρεσή του ὕστερα ἀπό μιά ἐπιφανειακή μελέτη τῆς Ἀγίας Γραφής, μιά συνομιλία μ’ἕναν Ἀρειανό μοναχό καί ἀφοῦ διέδωσε τήν ψεύτικη φήμη ὅτι όλ’ αὑτά, πού θέσπισε, εἷναι θεόσταλτα. Μ’αυτό τόν τρόπο κατάφερε νᾷ παρασύρει τόν λαό. Καυστικότατο εἷναι τό σχόλιο τοῦ Ὁσίου ὅτι ὅλα τά θεσπίσματα τοῦ βιβλίου τοῦ Μωάμεθ, δηλαδή τοῦ Κορανίου, εἷναι «γέλωτος ἄξια», τό ὁποίο καθιέρωσε στό ἔθνος του, χρησιμοποιώντας ὡς όργανο τήν δῆθεν θεοσεβῆ καί ἠθική πολιτεία του.

9. Ἡ διασπορά καί οἱ παραχωρούμενοι λατρειακοί χώροι ἀπό τούς αἱρετικούς

Γράφετε: «Μέ τήν ἴδια λογική καί οἱ Ὀρθόδοξοι τῆς διασπορᾶς πού λειτουργοῦσαν ἀρχικά σέ προσωρινά κάθε εβδομάδα παραχωρούμενους λατρειακούς χώρους τῶν Παπικῶν ἤ τῶν Εὐαγγελικῶν ἤ τῶν Ἀγγλικανῶν, ὅλοι αὐτοί θά πρέπει νά θεωροῦνται ἐκπεσόντες καί οἱ παρ’ αὐτῶν κοινωνηθέντες, βαπτισθέντες, μυρωθέντες, νυμφευθέντες ὡς ἀνυπόστατοι καί μή ἐκκλησιαστικοί».

Ὅμως, ἡ ἀπαγόρευση «τοῦ εἰσέρχεσθε εἰς τόν ναό κάθε αἱρετικοῦ» καθιερώθηκε ἀμέσως μετά τήν ἐμφάνιση τῶν αἱρέσεων. Βάσει τῶν Ἱερῶν Κανόνων τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων δέν ἐπιτρέπεται οἱ Ὀρθόδοξοι νά παραχωροῦμε Ἱερούς Ναούς στούς αἰρετικούς, καθώς ἐπίσης, δέν ἐπιτρέπεται οἱ αἱρετικοί νά παραχωροῦν τους ναούς τους σέ Ὀρθοδόξους. (Σχ. βλ. 6ος Κανών τῆς ἐν Λαοδικείᾳ, 2ος Κανών τῆς Πενθέκτης καί 45ος Ἀποστολικός Κανών).

Πῶς, λοιπόν, καταδέχονται οἱ Ὀρθόδοξοι τῆς διασπορᾶς νά παίρνουν ναούς ἀπό τούς αἱρετικούς; Δυστυχώς, εἶναι κι αὐτό μέσα στά πλαίσια τῆς νέας ἐκκλησιολογίας τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ ὁποία ἀποσκοπεῖ στήν ψευδοένωση καί πού ὑποστηρίζει ὅτι οἱ αἱρέσεις εἶναι ἐκκλησίες, ὅτι ὅλα ἐπιτρέπονται, ἀκόμη καί ἡ παραχώρηση τῶν ναῶν τῶν αἱρετικῶν στούς Ὀρθοδόξους γιά λατρευτική χρήση. Ὅμως, εἶναι ὀρατό τό φαινόμενο ὅτι οἱ παραχωρήσεις αὐτές τῶν αἱρετικῶν ναῶν γίνονται μέ ἀντάλλαγμα τίς παραχωρήσεις καί ὑποχωρήσεις σέ θέματα πίστεως, χάριν τῆς προσεγγίσεως.

10. Τό Οὐκρανικό ζήτημα

Ἀναρωτιέστε: «Μέ ποιό ἐκκλησιαστικό δικαίωμα καί ἐκκλησιολογικό κριτήριο σκέφτηκες νά κρίνεις τήν συνολική Συνοδική ἀπόφαση γιά τήν ὑποστήριξη τοῦ Πατριαρχείου στό θέμα τῆς Οὐκρανίας (καί αὔριο μεθαύριο τῆς Λευκορωσίας) ἔναντι τῆς Ρωσικῆς κρατικῆς καί θρησκευτικῆς πολιτικῆς, μεμφόμενος καί ὅλη τήν Ἱεραρχία καί ἐμένα»;

Τό Οὐκρανικό δέν εἶναι διοικητικό ζήτημα. Διότι, ποῦ βασίζεται; Βασίζεται στήν δῆθεν δυνατότητα, τήν παπική οὐσιαστικά, τοῦ Κωνσταντινουπόλεως, ὅπως τήν διεκδικεῖ, νά ἐπεμβαίνει ὅπου θέλει καί νά λύει παρ’ ἐνορίαν θέματα σέ ἄλλες Τοπικές Ἐκκλησίες. Αὐτό ἀκριβῶς, πού ἔκανε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης τόν 9ο αἰ., καί προέκυψε ἡ σύγκρουση μέ τόν Μεγάλο Φώτιο καί εἴχαμε τά πρώτα σχίσματα μέ τούς Παπικούς, τά ὁποία, ὅμως, εἶχαν δογματική βάση. Ποιά ἦταν αὐτή; Τό παγκόσμιο πρωτεῖο καί ἡ παγκόσμια ἐξουσία τοῦ Πάπα. Δέν ὑπάρχει πρωτεῖο ἐξουσίας ἑνός Πατριάρχου στήν Ὀρθοδοξία. Ὑπάρχουν πρεσβεία τιμῆς. Καί βασίστηκε αὐτό σέ δογματικούς λόγους, ὅτι ὁ Πάπας εἶναι διάδοχος τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, ἄρα εἶναι πρώτος καί ἐξουσιάζει ὅλη τήν Ἐκκλησία. Τό ἴδιο γίνεται τώρα καί μέ τήν Κωνσταντινούπολη. Καί ἐνῶ εἶναι τόσο φανερό ὅτι εἶναι δογματικό τό θέμα τήν ἐποχή τοῦ Μεγάλου Φωτίου, μερικοί τώρα, ὅπως Ἐσεῖς, γιά νά ὑποβαθμίσετε τό θέμα, γιατί δέν προτίθεστε νά κάνετε κάτι γι’ αὐτό, εἴτε γιατί εἶστε δειλοί, εἴτε γιατί εἶστε μέρος τῆς συμπαιγνίας, λέτε ὅτι εἶναι διοικητικό θέμα, δέν πρέπει νά μᾶς ἀπασχολεῖ, δέν πρέπει νά χαλάσουμε τίς καρδιές μας γιά τούς Οὐκρανούς καί τούς Ρώσσους. Ντροπή! Δέν ἔκανε ἔτσι ὁ Μέγας Φώτιος.

Τό Οὐκρανικό, ἐπίσης, εἶναι θέμα ἐκκλησιολογικό, διότι τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἐκκλησιοποίησε τούς ἐκτός Ἐκκλησίας, ἀναθεματισμένους, ἀφορισμένους, καθηρημένους καί κατεγνωσμένους σχισματοαιρετικούς τῆς Οὐκρανίας.

Τέλος, τό Οὐκρανικό εἶναι κυρίως θέμα Οἰκουμενισμοῦ καί ἑνώσεως μέ τό Βατικανό, διότι οἱ σχισματοαιρετικοί τῆς Οὐκρανίας εἶναι ἤδη ἐνωμένοι μέ τούς Οὐνῖτες τῆς Οὐκρανίας.

Αὐτά, λοιπόν, εἶναι τά ἐκκλησιαστικά δικαιώματα καί τά ἐκκλησιολογικά κριτήρια, τά ὁποία κηρύσσουν ἄκυρη τήν ὅποια Συνοδική ἀπόφαση γιά ἀναγνώριση τοῦ Οὐκρανικοῦ, τό ὁποῖο Ἐσεῖς στηρίξατε μέ τό ἀπό 12ης-10-2019 κείμενό Σας μέ τίτλο : «Ἐξηγήσεις καί ἐπεξηγήσεις ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας καί δεοντολογίας γιά τό Οὐκρανικό» (Σχ. βλ. https://orthodoxia.info/news/εξηγήσεις-και-επεξηγήσεις-εκκλησιασ/).

11. Τό Κολυμπάρι

Ἀναρωτιέστε: «Τί σχέση ἔχει ἡ συνολική Συνοδική διάσκεψη τόσων καί τόσων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν στό Κολυμπάρι ἀποκλειστικά μόνο μέ μένα».

Ἡ ψευδοσύνοδος τῆς Κρήτης θεσμοθέτησε καί νομιμοποίησε συνοδικά τήν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀναγνώρισε ἐκκλησιαστικότητα στίς αἱρέσεις καί τά αἱρετικά κείμενα, πού ὑπογράφτηκαν κατά καιρούς στό πλαίσιο τῆς ἐργασίας τοῦ προτεσταντικοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν», δηλαδή αἱρέσεων, (Π.Σ.Ε.)

Ἐσεῖς προσωπικά ἔχετε σχέση, διότι δεν ἔχετε μέχρι σήμερα καταδικάσει τίς ἀντιπατερικές, ἀντιευαγγελικές καί ἀντιπαραδοσιακές ἀποφάσεις της. Ἀπεναντίας τίς στηρίξατε μέ τήν ἄκρα καί ἔνοχη σιωπή Σας καί μέ τό νά δεχθεῖτε νά μοιραστεῖ στους Ναούς τῆς Μητροπόλεως τό φυλλάδιο «Πρός τόν Λαό» μέ τά ψέματα καί τίς ἀνακρίβειες, πού περιεῖχε σχετικά μέ τήν ψευδοσύνοδο.

12. Ἁγιάζονται τά πάντα στό ναό;

Γράφετε: «Κι ἄν, σύμφωνα μέ τήν περίεργη πολεμική τῶν ὑβριστῶν, ἁγιάζονται τά πάντα στό ναό (ἀκόμη καί οἱ ὑπερήφανοι καί ἀλαζονικοί, οἱ πονηροί καί οἱ φιλοχρήματοι λογισμοί τῶν κληρικῶν;;;), πρός τί ἡ βλάσφημη καί δαιμονόπληκτη καί ἀσυγχώρητη κακοπιστία ἔναντι αὐτοῦ τούτου τοῦ μυστηρίου τῆς θείας κοινωνίας»;

Κατ’ ἀρχήν, ἀντίθετα μέ ὅσα ἰσχυρίζεστε, ὅλα στό Ναό εἶναι ἁγιασμένα, ἐξαιτίας τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τῆς Θείας Χάριτος, πού παρέχεται μέσῳ τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων, ἰδίως τῆς Θείας Λειτουργίας. Ὅλος ὁ χῶρος καί ἡ σκόνη ἀκόμη τοῦ Ναοῦ εἶναι πηγή ἁγιασμοῦ καί ψυχοσωματικῆς ὑγείας. Ὀ ἅγιος Γαβριήλ ὁ διά Χριστόν σαλός καί Ὁμολογητής ἐκ Γεωργίας ἔλεγε : «Ἐάν ξέρατε πόση εὐλογία ἔρχεται στή Θεία Λειτουργία, τότε θά μαζεύατε μέχρι καί τή σκόνη ἀπό τό πάτωμα τῆς ἐκκλησίας, γιά νά πλύνετε μέ αὐτή τό πρόσωπό σας». Καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος διδάσκει ὅτι ἀκόμη καί ἡ σκόνη ἀπό τά Ἅγια Λείψανα ἔχει Θεία Χάρι.

Δέν ἰσχυρίστηκε, βεβαίως, κανείς ὅτι δέν ἰσχύουν οἱ φυσικοί νόμοι μέσα στούς Ἱερούς Ναούς. Αὐτό, τό ὁποῖο ἰσχυρίζομαι, βάσει τῆς Όρθοδόξου Πίστεώς μου, εἶναι ὅτι γι’ αὐτόν, ὁ ὁποῖος πιστεύει, δέν ὑπάρχει κίνδυνος νά κολλήσει μέσα στόν Ναό. Κι ἄν κολλήσει, θά εἶναι θέλημα Θεοῦ, καί θά πρέπει νά τό ὑποστεῖ. Λοιπόν, γι’ αὐτόν, ὁ ὁποῖος πιστεύει, δέν ὑπάρχει κίνδυνος. Γιατί; Ἐδῶ εἶναι τό δογματικό θέμα. Διότι, ἐγώ, ὡς Ὀρθόδοξος, πιστεύω, ἀντίθετα μέ τούς Λατίνους, Βαρλααμικούς κλπ, ὅτι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστη, δηλαδή θεϊκή, δέν εἶναι δημιούργημα, δέν ὑπόκειται στούς νόμους τῶν κτισμάτων, δέν εἶναι ἀδύναμη, εἶναι πανσθενής, γιατί εἶναι θεϊκή καί ἄκτιστη, καί ὅτι ἀκριβῶς αὐτή ἡ Χάρις ἄπτεται τῆς ὕλης, τήν ἐπηρρεάζει, τήν ἀφθαρτοποιεῖ καί τήν ἁγιάζει, ὅπως τόν Ἁγιασμό καί τήν Θεία Κοινωνία, κι ἔχουμε μετατροπή τῶν φυσικῶν φαινομένων στήν ὕλη, ἡ ὁποία ἁγιάζεται στίς Ἱερές Εἰκόνες, στόν Ἁγιασμό, στήν Θεία Κοινωνία. Εἶναι, λοιπόν, δογματικό θέμα. Εἶμαι κι σ’ αὐτό τό θέμα σέ δογματική διαφορά μ’ Ἐσᾶς.

Σχετικά μέ τό θέμα τοῦ Ἄρτου, δέν εἶναι ἀποδεκτά ἀπό ἐμένα τά «θαύματα» κατά παραγγελίαν. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει ότι «διά πίστεως γάρ περιπατοῦμεν, οὐ διά εἶδους…» (Β’ Κορ. 5, 7).

13. Ὁ Μέγας Ἀντώνιος

Μιλῶντας γιά τήν ταπείνωση, φέρνετε τό παράδειγμα τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου, γράφοντας: «Τό φανέρωσε ὁ Κύριος ρητά στόν Μέγα Ἀντώνιο μέ ἐκεῖνο τό ὅραμα τῶν ἀπολλυμένων στίς παγίδες τῆς ἱστορίας».

Ἀποκρύπτετε, ὅμως, ὅτι ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος εἶχε διακόψει κάθε ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ αἱρετικούς καί σχισματικούς. Συμβούλευε χαρακτηριστικά : «Καμμία ἐπικοινωνία νά μήν ἔχετε μέ σχισματικούς καί αἱρετικούς. Εἴδατε πῶς ἐγώ ἔφυγα ἀπ’ αὐτούς. Φροντίστε νά εἶστε μέ τόν Χριστό καί τούς Ἁγίους, ὥστε μετά θάνατον νά σᾶς δεχθοῦν στίς αἰώνιες σκηνές ὡς γνώριμοι φίλοι» (PG 26, 969C-972A).

14. Ὁ Γέρων Ἐφραίμ ὁ Ἀριζονίτης

Γράφετε: «Ὁ ὁσιωμένος Γέρων Ἐφραίμ ὁ Ἀριζονίτης, ὁ θεοφορούμενος, ὁ διακριτικός, ὁ πολύαθλος, δέν ἐπέτρεπε σέ μακαριστό ἤδη Ἡγούμενο Ἁγιορείτη (πνευματικό του ανάστημα) νά ἀποκοπεῖ ἀπό τό μνημόσυνο τοῦ Ἐπισκόπου τους, ἀπό τήν σωτηρία, ἀπό τόν παράδεισο τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκεῖνος νόμιζε πώς θά ἔπραττε ὀρθοδόξως, ὅμως ὁ θεοφόρος Γέροντας ἔβλεπε ἀλλέως, ἔβλεπε μέ τήν θέα τῶν ἐσχάτων, μέ τήν θέα τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου. Καί πολύ ὀρθά ἔπραξε, πού ὑπήκουσε στήν ἐντολή καί ὑπόδειξή του. Δέν εἶναι γιά παιχνίδια ἡ σωτηρία. Δέν εἶναι γιά παιχνίδια ἡ ἱερωσύνη. Δέν εἶναι γιά παιχνίδια ἡ οἰκογένεια καί ἡ ψυχή μας».

Στό συγκεκριμένο θέμα, πού θίγετε, δυστυχῶς, ὁ Γέρων Ἐφραίμ δέν ἔπραξε σωστά. Ἔπρεπε νά ἐπιτρέψει στόν μακαριστό Γέροντα Ἀγάθωνα, Καθηγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κωνσταμονίτου Ἁγίου Ὄρους, νά προβεῖ σέ διακοπή μνημονεύσεως τοῦ ἀρχιοικουμενιστή Πατριάρχου Βαρθολομαίου, Ἐπισκόπου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἀφοῦ δέν τό ἐπέτρεψε, ἦρθε, δυστυχῶς, σέ ἀντίθεση μέ τόν 31ο Ἀποστολικό Κανόνα, τόν 15ο Ἱερό Κανόνα τῆς ΑΒ΄ Συνόδου καί ὅλη τήν πατερική παράδοση σχετικά μέ τήν ἀποτείχιση. Γι’ αὐτό καί στό συγκεκριμένο θέμα εἶναι παράδειγμα πρός ἀποφυγήν. Ἄλλωστε δέν εἶναι ἀνακηρυγμένος ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας, γιά νά τόν ἔχουμε ὡς κανόνα πίστεως στό συγκεκριμένο θέμα.

Παρά τήν ἀνωτέρω ἑσφαλμένη τοποθέτησή του σχετικά με την διακοπή μνημονεύσεως, ὁ Γέρων Ἐφραίμ Ἀριζονίτης ὑπῆρξε σφοδρός πολέμιος τῆς ἐπάρατης καί φοβερότερης ὅλων τῶν αἱρέσεων, αὐτής τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τήν ὁποία ἀποκαλοῦσε, ὅπως ὁ ὁμολογητής ὅσιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, ὡς παναίρεση, ὡς τήν χειρίστη καί τήν πλέον δαιμονική αἵρεση στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὡς τήν τελευταία αἵρεση πρίν ἀπό τό τέλος τῆς ἱστορίας τοῦ κόσμου, ἡ ὁποία ἐπέφερε τά ὀδυνηρότερα πλήγματα κατά τῆς Ἁγίας μας Ὀρθοδοξίας. Παραθέτω, λοιπόν, ἕνα χαρακτηριστικό ἀπόσπασμα ἀπομαγνητοφωνημένης ὁμιλίας του γιά τόν Οἰκουμενισμό :

«Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι Καθολική μέ τήν ἔννοιαν, ὅτι κατέχει ὅλο τό πλήρωμα τῆς ἀληθείας καί τῆς χάριτος διά τόν φωτισμόν καί τήν ἀπολύτρωσιν τοῦ κόσμου καί ἐπί πλέον εἶναι Καθολική μέ τήν ἔννοιαν ὅτι ‘’δυνάμει’’ τείνει, ὄχι νά κατακτήσῃ, ἀλλά νά ἁγιάσῃ τόν κόσμον. Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας ὁ Χριστός καί ἡμεῖς μέλη ἐκ μέρους συνδεόμενοι διά τῆς κοινής πίστεως ‘’ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς ἀγάπης’’. Ὅσο περισσότερο ἁγιάζομε ὁ καθένας τόν ἑαυτόν μας, τόσο περισσότερο ἁγιάζεται τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί κατά τόν ἀνθρώπινο χαρακτήρα της, διότι κατά τόν θεῖον της χαρακτήρα εἶναι τόσον Ἁγία ὅσον καί ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς. Ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἱστορία ἀγῶνος ἐξαγιασμοῦ τῶν πιστῶν της. Ὅλοι ὅσοι πιστεύουν ἀληθινά, ἀγαποῦν ἐν ἀληθείᾳ˙ ὅσοι δέν πιστεύουν ἀληθινά, ἀγαποῦν ἐν ὑποκρίσει. Ἐμεῖς ὡς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί ἀγαποῦμε ὅλους καί ἐπιθυμοῦμε νά ἔρθουν σέ ἐπίγνωση τῆς ἀληθείας. Ἔτσι μᾶς δίδαξε ‘’ὁ Θεός τῆς ἀγάπης’’, ἔτσι ἀναπαύεται ἡ συνείδησίς μας. Δέν ἐχθραινόμεθα πρός τούς ἀνθρώπους ἐξ αἰτίας τῆς αἱρέσεως ἤ τῆς ἀπιστίας των, ἀλλά καί δέν θά ἀγαπήσωμεν ποτέ τήν ἀπιστίαν ἤ τήν αἵρεσιν χάριν τῶν ἀνθρώπων, διότι θά ἀποξενωθοῦμε ἀπό τόν Θεόν. Ὁ Θεός διοχετεύει τήν δύναμη τῆς ἀγάπης Του, ὅταν προσκυνήται ‘’ἐν Πνεύματι καί ἀληθείᾳ’’. Ἐκεῖνοι, πού ὁμιλοῦν πληθωρικά περί…. ἀγάπης, νοθεύουν τό περιεχόμενό της, γιά νά περιπτυχθοῦν ὅλους τούς αἱρετικούς ὅλων τῶν ἀποχρώσεων. Εἶναι τόσο ψεύτικη αὐτή ἡ ἀγάπη, ὅσο καί τά ψεύτικα λουλούδια…. Λέγουν νά ἑνωθοῦμε οἱ Ὀρθόδοξοι μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς καί ἐν συνεχείᾳ μέ τούς Προτεστάντας καί μέ ὅλες τίς γνωστές καί ἄγνωστες αἱρέσεις, πού ἐπενόησε ὁ Διάβολος ἐν ὀνόματι τοῦ Χριστιανισμοῦ. Και, ἀφοῦ ἐνωθοῦν ὅλοι οἱ Χριστιανοί ἀνεξαιρέτως μεταξύ των, κατόπιν νά ἑνωθοῦν καί μέ τούς Μωαμεθανούς, τούς Ἰουδαίους, κατ’ ἐπέκτασι μέ τούς Βουδιστάς, Βραχμανιστάς, Σιντοϊστάς καί μέ ὅλες γενικά τίς θρησκεῖες τῆς ὑφηλίου. Αὐτή ἡ παναιρετική ἀλχημεία ἐπιχειρεῖται διά τοῦ λεγομένου ‘’Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν’’. Ὁ ὄρος νομίζομε ὅτι δέν ἀνταποκρίνεται στήν πραγματικότητα. Πρόκειται περί ‘’Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐθελοθρησκειῶν’’. Ὁ μοναδικός θεός, ὁ ὁποῖος θά διεκδικήσῃ ἐκεῖ φόρον λατρείας, θά εἶναι ὁ ἐκπεσών Ἑωσφόρος, ὁ ὁποῖος διά τοῦ ἀπεσταλμένου του μεταξύ τῶν ἀνθρώπων Ἀντιχρίστου θά ἐπιχείρησῃ νά ὑποκαταστήσῃ τήν πίστη καί τήν λατρεία στόν ἀληθινό Θεό. Γιά τόν Οἰκουμενισμό δέν ὑπάρχει προσωπικός Θεός. Τελείως ἀπαράδεκτο εἶναι γιά τούς συνεπεῖς οἰκουμενιστάς τό δόγμα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Εἶναι γνωστό ὅτι ὁ σατανοκίνητος Σιωνισμός συντονίζει δύο ἐπίβουλες ἐνέργειες ἐντός καί ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας, πού ἀποβλέπουν σέ ἕνα καί μοναδικό σκοπό˙ στήν ἄλωση τοῦ φρουρίου, πού λέγεται Ὀρθοδοξία. Παπικοί, Προτεστάνται, Χιλιασταί, Μασώνοι, Ἑνωτικοί, Οἰκουμενισταί, καί κάθε ἄλλη ‘’ρίζα πικρίας’’, ὅλοι αὐτοί ‘’μίαν γνώμην ἔχουσι καί τήν δύναμιν καί τήν ἐξουσίαν αὐτῶν τῷ Θηρίῳ διδόασιν. Οὗτοι μετά τοῦ Ἀρνίου πολεμήσουσι καί τό Ἀρνίον νικήσει αὐτούς, ὅτι Κύριος κυρίων ἐστί καί Βασιλεύς βασιλέων καί οἱ μετ’ αὐτοῦ κλητοί καί ἐκλεκτοί καί πιστοί’’ (Ἀποκ. 17, 13). Φρονοῦμεν ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία δέν ἔχει καμμία θέση ἀνάμεσα σ’ αὐτό τό συνονθύλευμα τῶν πλανῶν καί τῶν αἱρέσεων. Αὐτό τό δόλιο ‘’οἰκουμενικό’’ κατασκεύασμα δέν ἀποσκοπεῖ στήν ἀναζήτηση τῆς ἀληθείας, ἀλλά κατά τόν π. Χαράλαμπον Βασιλόπουλον, ‘’εἶναι ἕνα ἀνακάτεμα ἀφανισμοῦ τῆς Ἀλήθειας. Εἶναι μία προσπάθεια, ὄχι νά βροῦν τήν ἀλήθεια οἱ πλανεμένοι, ἀλλά νά τήν χάσουν καί ἐκεῖνοι, πού τήν ἔχουν, ἐκεἶνοι δηλαδή πού πιστεύουν στήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία. Μή πλανώμεθα. Μεταξύ Ὀρθοδοξίας καί ἑτεροδοξίας χάσμα μέγα ἐστήρικται. Ὁ μή πιστεύων κατά τήν παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας ἄπιστος ἐστίν». (Σχ. βλ. Γέροντος Ἐφραὶμ Φιλοθεΐτου (Ἀριζόνας), «Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸν ἔνθρονιστήριον λόγον τοῦ Γέροντος», 1974, ἐν Γνώρισε τὸ μεγαλεῖο τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἁγιογραφικές καὶ πατερικὲς μαρτυρίες, ἐκδόσεις “Ὀρθόδοξος Κυψέλη”, Θεσσαλονίκη, http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/).

Ἔσεῖς, ἄραγε, Σεβασμιώτατε, μπορεῖτε νά ἐπαναλάβετε τήν ὁμολογία τοῦ Γέροντος Ἐφραίμ;

15. Ὁ ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορεῖτης διέκοψε τήν μνημόνευση τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα

Γράφετε: «Εἶναι πολύ, μά πολύ χαρακτηριστικό τό πασίγνωστο ρηθέν τοῦ θεοφόρου καί διακριτικοῦ ὁσίου Παϊσίου : «Θά ἀκοῦτε τήν ἐπίσημη Ἐκκλησία». Καί αὐτό δέν εἶναι μιά αὐθαιρεσία τοῦ Ὁσίου. Εἶναι ἡ διαχρονική ἐκκλησιαστική καί χριστοφόρος δεοντολογία τῆς ἐκκλησιαστικής ζωῆς καί ὁμολογίας».

Κατ’ ἀρχήν, θά Σᾶς παρακαλοῦσα νά μοῦ δώσετε τήν ἀκριβή παραπομπή τοῦ λόγου τοῦ ὁσίου Παϊσίου : «Θά ἀκοῦτε τήν ἐπίσημη Ἐκκλησία». Ἀπό τήν μελέτη τῶν βιβλίων τοῦ ὁσίου, που ἔχω κάνει, δέν ἔχω συναντήσει αὐτόν τόν λόγο. Προσέξτε, ὅμως, καλά μή βγεῖτε ψεύστης, βάζοντας λόγια στό στόμα τοῦ ὁσίου, πού δέν εἶπε.

Ἰσχυρίζεστε, ἐπίσης, ἀμαθῶς, ἀπερισκέπτως καί σκοπίμως ὅτι ὁ ὅσιος Παΐσιος ποτέ δέν ἀποτειχίστηκε.

Σᾶς διαψεύδει, ὅμως, ὁ Ἱερομόναχος Ἰσαάκ, ὁ ὁποῖος στό βιβλίο του μέ τίτλο: «Βίος Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου», Ἅγιον Ὄρος 2004, σελ. 690-691, γράφει τά ἑξῆς:

«Στά θέματα τῆς πίστεως ἦταν ἀκριβής καί ἀσυγκατάβατος.

Εἶχε μεγάλη ὀρθόδοξη εὐαισθησία, γι’ αὐτό δέν δεχόταν συμπροσευχές καί κοινωνία μέ πρόσωπα μή ὀρθόδοξα. Τόνιζε : ‘’Γιά νά συμπροσευχηθοῦμε μέ κάποιον, πρέπει νά συμφωνοῦμε στήν πίστη’’. Διέκοπτε τίς σχέσεις του ἤ ἀπεύφευγε νά δῆ κληρικούς, πού συμμετεῖχαν σέ κοινές προσευχές μέ ἑτεροδόξους. Τά ‘’μυστήρια’’ τῶν ἑτεροδόξων δέν τά ἀναγνώριζε καί συμβούλευε οἱ προσερχόμενοι στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, νά κατηχοῦνται καλά πρίν βαπτιστοῦν.

Καταπολέμησε τόν οἰκουμενισμό καί μιλοῦσε γιά τό μεγαλεῖο καί τήν μοναδικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας, τήν πληροφορία του ἀρυόμενος ἀπό τήν ἐν καρδίᾳ του θεία χάρι. Ὁ βίος του ἀποδείκνυε τήν ὑπεροχή τῆς Ὀρθοδοξίας.

Γιά ἕνα διάστημα εἶχε διακόψει, μαζί μέ ὅλο σχεδόν τό ὑπόλοιπο Ἅγιον Ὄρος, τό μνημόσυνο τοῦ πατριάρχου Ἀθηναγόρα γιά τά ἐπικίνδυνα ἀνοίγματά του πρός τούς Ρωμαιοκαθολικούς. Ἀλλά, τό ἔκανε μέ πόνο : ‘’Κάνω προσευχή’’, εἶπε σέ κάποιον, ‘’γιά νά κόβη ὁ Θεός μέρες ἀπό μένα καί νά τίς δίνη στόν πατριάρχη Ἀθηναγόρα, γιά νά ὁλοκληρώση τήν μετάνοιά του’’.

Χωρίς νά ἐπιδιώκη νά φαίνεται ὁμολογητής, μέ τόν τρόπο του, ἀντιδροῦσε, μιλοῦσε καί ἔγραφε σέ ἐκκλησιαστικά πρόσωπα. ‘’Ἡ Ἐκκλησία’’, ἔλεγε, ‘’δεν εἶναι καράβι τοῦ κάθε ἐπισκόπου νά κάνη ὅ,τι θέλει’’.Οἱ ἀντιδράσεις του αὐτές συνωδεύονταν ἀπό πολλή προσευχή καί ἀγάπη γιά τήν Ἐκκλησία, ἀλλά καί γιά τούς παρεκτρεπομένους, καί προϋπέθεταν ἀπάθεια, διάκριση καί ἄνωθεν φωτισμό».

Στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δέν κάνουμε ὅ,τι θέλουμε, δέν εἶναι τσιφλίκι- ἰδιοκτησία τοῦ κάθε Ἐπισκόπου ἤ τοῦ κάθε ἰερέως. Εἰδικῶς στά θέματα τῆς πίστεως.

Ἀκούτε, Σεβασμιώτατε, τί λέει ὁ ὅσιος Παϊσιος ὁ Ἁγιορείτης γιά τό θέμα αὐτό;

Σ’ αὐτές τίς συγκεκριμένες σελίδες ὐπάρχει ἡ αποτείχιση τοῦ ὁσίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτη, ἀλλά μερικοί, ὅπως Ἐσεῖς, δέν τήν βλέπετε ἤ μᾶλλον δέν Σᾶς συμφέρει νά τήν δεῖτε. Μοῦ κάνει ἐντύπωση ὅτι στήν σελίδα 7 τῆς ἐπιστολῆς Σας, μοῦ δίνετε πολλές συμβουλές, γιά νά μελετήσω διάφορους ἁγίους μεταξύ καί τόν ὅσιο Παϊσιο. Ἀναφέρετε τούς ἕξι τόμους τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σουρωτῆς, τούς ὁποίους ἔχω ὅλους, δόξα τῷ Θεῷ, τούς μελέτησα καί ἀπέκτησα μεγάλο ὄφελος γιά τήν ψυχή μου, ἀλλά τό συγκεκριμένο βιβλίο τοῦ Ἱερομονάχου Ἰσαάκ γιατί δέν εἴπατε νά τό μελετήσω;

16. Ὁ Ὅσιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης

Γράφετε: «Ὁ σήμερα τιμώμενος θεοφόρος ὅσιος Πορφύριος ὁλοκάθαρα δήλωνε καί δίδασκε : «Προτιμῶ νά πλανῶμαι ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, παρά νά βρίσκομαι ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας». Καί ὅτι «δέν θά ἤθελα νά σωθῶ μόνος μου, δίχως τήν Ἐκκλησία, οὔτε θά ἐγκατέλειπα τό σκάφος τῆς Ἐκκλησίας, ἀκόμη κι ἄν πάθαινε ρωγμή ἤ κινδύνευε».

Κατ’ ἀρχήν, θά Σᾶς παρακαλοῦσα καί πάλι νά μοῦ δώσετε τήν ἀκριβή παραπομπή τῶν ἀνωτέρω λόγων τοῦ ὁσίου Πορφυρίου. Ἀπό τήν μελέτη τῶν βιβλίων τοῦ ὁσίου, που ἔχω κάνει, δέν ἔχω συναντήσει αὐτούς τούς λόγους. Προσέξτε, ὅμως, καλά μή βγεῖτε πάλι ψεύστης, βάζοντας λόγια στό στόμα τοῦ ὁσίου, πού δέν εἶπε.

Κατά δεύτερον, ἄν ὑποθέσουμε ὅτι ὄντως εἶπε τήν φράση «Προτιμῶ νά πλανῶμαι ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, παρά νά βρίσκομαι ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας», δυστυχῶς ἔχει ὑποπέσει σέ σφάλμα, διότι ἡ τοποθέτηση αὐτή εἶναι ἄκρως προβληματική. Δέν εἶναι δυνατόν κάποιος νά βρίσκεται σέ πλάνη καί αἵρεση καί νά παραμένει μέσα στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἡ πλάνη καί ἡ αἵρεση βγάζει ἐκτός Ἐκκλησίας. Ἐκκλησία καί πλάνη εἶναι ἐντελῶς ἀσυμβίβαστες καί ἀντιθετικές ἔννοιες.

Γράφετε, ἐπίσης, ὅτι ὁ ὅσιος Πορφύριος δέν ἀποτειχίστηκε.

Ὄντως, ὁ ὅσιος Πορφύριος, ὡς ἱερομόναχος, δέν προέβη σέ ἀποτείχιση, διότι τόσο ὁ τότε Μητροπολίτης Χαλκίδος Γρηγόριος Πλειαθός (1922-1968), ὅσο καί οἱ Ἀρχιεπίσκοποι Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος Χρύσανθος Φιλιππίδης (1938-1941), Δαμασκηνός Παπανδρέου (1941-1949), Σπυρίδων Βλάχος (1949-1956), Δωρόθεος Γ΄ Κοτταράς (1956-1957), Θεόκλητος Β΄ Παναγιωτόπουλος (1957-1962), Ἰάκωβος Γ΄ Βαβανάτσος (1962), Χρυσόστομος Β΄ Χατζησταύρου (1962-1967) Ἱερώνυμος Α΄ Κοτσώνης (1967-1973) καί Σεραφείμ Τίκας (1974-1998), στούς ὁποίους ἀνῆκε ἐκκλησιαστικῶς, ἦταν ὀρθοφρονοῦντες.

Παρ’ ὅλ’ αὐτά, ὁ ὅσιος Πορφύριος ἦταν ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἔλεγε ὁ ἴδιος:

«Πρέπει νὰ δοῦμε ποὺ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι στὴν Ὀρθοδοξία.Ἐγώ τὴν ἔχω ζήσει καὶ τὴν ξέρω, μὲ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ […] Μόνο ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ ἑνώνει. Καὶ ὅλοι πρέπει νὰ προσευχόμαστε νὰ ἔρθουνε σὲ αὐτή τὴν θρησκεία. Ἔτσι θὰ γίνει ἡ ἕνωση. Ὄχι μὲ τὸ νὰ πιστεύεις ὅτι ὅλοι εἴμαστε τὸ ἴδιο καὶ ὅλες οἱ θρησκείες εἶναι τὸ ἴδιο. Δὲν εἶναι τὸ ἴδιο. Ἡ ἀγάπη ἡ ἀληθινή εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ…

Ἡ θρησκεία μας, ἡ Ὀρθοδοξία, δέν ἔχει σχέση μέ ἄλλες. Τώρα, ὅμως, κάποιοι, πού δέν πιστεύουν ὅτι ὑπάρχει Θεός, ἔχουν τήν γνώμη ὅτι δέν πρέπει νά ὑπάρχουν πολλές θρησκείες καί διχάζουν τούς ἀνθρώπους. Τούς φέρνουν σέ ἔχθρα. Ὅλοι φροντίζουν, μικροί καί μεγάλοι, νά ὑπάρχει μία θρησκεία καί τό προσπαθοῦν, λέγοντας πώς ὅλες εἷναι ἴδιες, ἄρα ἄς ἔχουμε μόνο μία καί καλή…

Δέν μπορεῖς νά εἴπῃς εἰς τούς Παπικούς ὅτι ἔχουν Χάριν καί Μυστήρια. Δέν ἔπρεπε ὁ Πατριάρχης (Δημήτριος) νά μεταβεῖ εἰς τήν Ῥώμην, διότι αὐτοί κερδίζουν, χωρίς νά διορθώνονται, καί ζημιοῦται ἡ Ορθοδοξία…». (Σχ. βλ. Περιοδικό «Θεοδρομία» ΙΣΤ΄ 3 (Ἰούλιος – Σεπτέμβριος 2014) σελ. 363-364).

«Ἐσεῖς θά κρατήσετε (στούς διαλόγους) καί θά ἀκολουθήσετε τήν Ὀρθόδοξη θέση. Ἀν τώρα αὐτοί (οἱ Παπικοί) θέλουν νά ἔρθουν μαζί μας, οὔτε μποροῦμε, ἀλλά οὔτε καί πρέπει νά τούς ἐμποδίσουμε νά ἔλθουν…

Μή φοβάστε! Οἱ διαθέσεις τοῦ Πάπα ἀνέκαθεν ἦταν νά ὑποτάξει τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί θά ἔλθει ἡμέρα, πού ὁ διάλογος θά ματαιωθεῖ˙ τίποτε δέν πρόκειται νά γίνει˙ ἄλλωστε οἱ οὐνίτες, αὐτός ὁ δούρειος ἴππος, εἷναι φῶς φανάρι ὅτι τούς ἐνδιαφέρει νά ἀναγνωρίσουν οἱ Ὀρθόδοξοι κεφαλήν τόν Πάπα καί τίποτε περισσότερο» (Σχ. βλ. Γέροντος Πορφυρίου, Ἀνθολόγιο Συμβουλῶν, Μήλεσι 2003, σελ. 229, 290).

Ἐσεῖς, Σεβασμιώτατε, ἔχετε πεῖ ποτέ κάτι ἀνάλογο μέ ὅσα εἶπε ὁ ὅσιος Πορφύριος;

17. Ὁ ὅσιος Ἀμφιλόχιος Μακρής

Ἰσχυρίζεστε ὅτι ὁ ὅσιος Ἀμφιλόχιος δέν ἀποτειχίστηκε.

Ὄντως, ὁ ὅσιος Ἀμφιλόχιος, ὡς ἱερομόναχος καί ἡγούμενος τῆς Πάτμου, δέν προέβη σέ ἀποτείχιση, ἄν καί θά μποροῦσε νά διακόψει τήν μνημόνευση τῶν τότε νεωτεριστῶν, οἰκουμενιστῶν καί μασόνων Οἰκουμενικῶν Πατριαρχῶν Μελετίου Δ΄ Μεταξάκη (1921-1923) καί Ἀθηναγόρου (1948-1972).

Παρ’ ὅλ’ αὐτά εἶχε γνήσιο ἀντιπαπικό φρόνημα.

Σχετικά μέ τά ἀλισβερίσια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μέ τό Βατικανό, ἔλεγε: «῾Ο Χριστός, παιδιά μου, ἴδρυσε Μία Ἐκκλησία, τήν ᾽Εκκλησία μας, τήν ᾽Ορθοδοξία μας. Μόνο αὐτή κρατάει ἀνόθευτη καί ἀκέραια τή διδασκαλία Του. ῞Ολοι οἱ ἄλλοι κάτι πρόσθεσαν ἤ κάτι ἀφαίρεσαν, γι᾽ αὐτό εἶναι σχηματικοί ἤ αἵρετικοί. Πάντως οἱ Παπικοί θέλουν μέ κάθε τρόπο νά μᾶς ὑποτάξουν καί νά μᾶς ἀφομοιώσουν. Τό τί ὑπέφεραν οἱ ᾽Ορθόδοξοι ῞Ελληνες κατά τήν κατοχή τῶν Δωδεκανήσων, ὄχι μόνον ἀπό τούς ᾽Ιταλούς στρατιῶτες, ἀλλά καί ἀπό τούς ᾽Ιταλούς μισιονάριους, πού εἶχαν ἔλθει στά Δωδεκάνησα, γιά νά μᾶς παρασύρουν στόν Παπισμό˙ χρειάζεται πολλή προσοχή καί προσευχή ἐκ μέρους μας. Δέν πρέπει, ὅμως, νά ξεχνοῦμε ὅτι τό σκάφος τῆς ᾽Εκκλησία μας δέν τό κυβερνοῦν ἄνθρωποι. ἀλλά αὐτός ὁ ἴδιος Χριστός».

Τό 1937 ἦρθε σέ ρήξη μέ τούς ᾽Ιταλούς κατακτητές. ᾽Αντιστάθηκε μέ γενναιότητα καί σθένος στὰ σχέδιά τους γιὰ τὸν ἐξιταλισμό τῶν Δωδεκανήσων, τήν αὐτονόμηση τῶν νησιῶν ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ τήν ὑπαγωγή τους στὸν Πάπα τῆς Ρώμης. Τό ἀποτέλεσμα τοῦ ἀγώνα του ἦταν νά χάσει τήν ἡγουμενία καί νά ἐξορισθεῖ ἀπό τήν Πάτμο στήν ἡπειρωτική ῾Ελλάδα.

Μέσα του κυριαρχοῦσε τό ἐρώτημα «πῶς θά σωθοῦν οἱ ῞Ελληνες ἀπό τόν ἐξιταλισμό καί τούς μισιονάριους τοῦ Πάπα» (Σχ. βλ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, Ὅσιος Ἀμφιλόχιος Μακρής˙ ὁ Γέροντας τῆς Πάτμου, http://pefip.gr/?page_id=2746)

«῾Ο Γέροντας ᾽Αμφιλόχιος δεχόταν μέ τήν ἴδια ἀγάπη καί τούς ᾽Ορθόδοξους καί τούς ἑτερόδοξους, χωρίς αὐτό, φυσικά, νά σημαίνει ὅτι ἔκαμνε ὁποιαδήποτε ὑποχώρηση δογματική ἤ στά τῆς πίστεως. Οἱ ἑτερόδοξοι μπροστά του ἔκλιναν τό γόνυ τους καί ἀρκετοί μεταστράφηκαν στήν ᾽Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τήν ᾽Ορθοδοξία μας.

Ὁ Γέροντας ἦταν θιασώτης τῆς «ἕνωσης τῶν Ἐκκλησιῶν», ἀλλά μέ τόν ὄρον τῆς ἀναπτύξεως τοῦ πραγματικοῦ θεολογικοῦ διαλόγου ἐπί ἴσοις ὄροις. Ἀπέρριπτε βέβαια τήν ὑποταγή τῶν Ὀρθοδόξων στό «ἀλάθητο» τοῦ Πάπα, διότι κάτι τέτοιο θά ἐσήμαινε τήν ἐξασθένιση καί τήν ὑποδούλωση τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐπιθυμούσε, ὅμως, τήν ἐπιστροφή τοῦ Ποντίφηκα στίς ἀποφάσεις τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί στήν ἐποχή τῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Προσηύχετο γιά τήν «ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν» κάθε μέρα καί συνεμερίζετο στό θέμα αὐτό τίς ἀπόψεις τοῦ συγχρόνου ὁμολογητοῦ Ἰουστίνου Πόποβιτς» (Σχ. βλ. Ἀρχιμ. Παύλου Νικηταρᾶ, Ὁ Γέροντας Ἀμφιλόχιος Μακρής˙ Μία σύγχρονη μορφή τῆς Πάτμου (1889-1970) ).

Ἐσεῖς, Σεβασμιώτατε, ἔχετε πεῖ ποτέ κάτι ἀνάλογο μέ ὅσα εἶπε ὁ ὅσιος Ἀμφιλόχιος Μακρής;

18. Ὁ ὅσιος Ἰάκωβος Τσαλίκης

Γράφετε ὅτι ὁ ὅσιος Ἰάκωβος δέν ἀποτειχίστηκε.

Ὄντως, ὁ ὅσιος Ἰάκωβος, ὡς ἱερομόναχος καί ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Δαβίδ Εὐβοίας, δέν προέβη σέ ἀποτείχιση, διότι οἱ τότε Μητροπολίτες Χαλκίδος Γρηγόριος Πλειαθός (1922-1968), Νικόλαος Σελέντης (1968-1974) καί Χρυσόστομος Βεργής (1974-2001) ἦταν ὀρθοφρονοῦντες.

Παρ’ ὅλ’ αὐτά εἶχε γνήσιο ἀντιοικουμενιστικό φρόνημα.

Διηγεῖται ὁ ἴδιος ὁ ὅσιος Ἰάκωβος:

«Κάποτε ἐπισκέφθηκε τὸ Μοναστήρι μας ἕνας Προτεστάντης πάστορας. Ὅταν μὲ ἐνημέρωσαν ὅτι αὐτὸς ὁ κύριος εἶναι «ἱερέας» τῶν Προτεσταντῶν, τὸν πλησιάσαμε καὶ τὸν ξεναγήσαμε στὸ Μοναστήρι μας. Μετά, εἶπα νὰ ἑτοιμάσουν γιὰ τὸν ἄνθρωπο φαγητό. Ἐγὼ δὲν κάθησα μαζί του στὸ τραπέζι, ἀλλὰ ἀποσύρθηκα στὸ κελί μου. Διότι, αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἡ τάξις. Οἱ Πατέρες ἀπαγορεύουν τὴ συμπροσευχὴ ποὺ προηγεῖται τῆς κοινῆς τραπέζης».

Σὲ ἄλλη περίπτωση ἐπισκέφθηκαν τὸ Μοναστήρι δύο ἁγιορεῖτες ἱερομόναχοι καὶ μιὰ ἡλικιωμένη κυρία, Παπική, ρωσικῆς καταγωγῆς, ποὺ εἶχε ἀποφασίσει νὰ γίνει Ὀρθόδοξη.Ὅταν στὸν Γέροντα ἀναφέρθηκε ὅτι, κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, στὰ ἄτομα αὐτὰ εἶναι ἀρκετό το μυστήριο τοῦ Χρίσματος, χωρὶς τὸ Βάπτισμα, ὁ Γέροντας εἶπε : «Δὲν γνωρίζω τί ἀποφάσισε ἡ Ἱερὰ Σύνοδος. Ἐκεῖνο, ποὺ γνωρίζω, εἶναι ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο λέει : «ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεῖς σωθήσεται». Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ γίνεται κανονικά το μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος καὶ τοῦ Χρίσματος».

Καὶ σὲ ἕνα τρίτο περιστατικὸ ἑνὸς Παπικοῦ, ποὺ θέλησε νὰ βαπτισθεῖ, ἀφοῦ ὁ Γέροντας τὸν προέτρεψε νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸν ἐπίσκοπο τῆς περιοχῆς του, ἀπ’ ὅπου ἐπέστρεψε μὲ τὴ σύσταση ὅτι δὲν χρειάζεται βάπτισμα, ἀλλά μόνο χρίσμα, χωρὶς νὰ σχολιάσει τὴν παραπάνω ἀντιμετώπιση, ἔφερε μία μεγάλη κολυμβήθρα στὸ Μοναστήρι καί, βοηθούμενος ἀπὸ ἕνα ἀρχιμανδρίτη, πνευματικό του τέκνο, βάπτισε κανονικὰ τὸν ἐν λόγῳ ἄνθρωπο στὸ παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους. (Σχ. βλ. Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστὼφ, Ἀντιαιρετικά ἐφόδια, ὄχι νὰ ἐκτρέφουμε, ἀλλὰ νὰ ἐκτρέπουμε τὴν αἵρεσι, σελ. 55-56).

Ἐσεῖς, Σεβασμιώτατε, ἔχετε πεῖ ποτέ κάτι ἀνάλογο μέ ὅσα εἶπε καί ἔκανε ὁ ὅσιος Ἰάκωβος;

Σχετικά μέ αὐτό, πού γράφετε, ὅτι τόσο ὁ ὅσιος Ἰάκωβος, ὅσο καί ὁ Γέροντας Κύριλλος ἔδειχναν τόν σεβασμό καί τήν ἀναγνώρισή τους πρός Ἐσᾶς ὡς Ἐπίσκοπο, αὐτό ἔγινε, διότι μέχρι τότε πού ζοῦσαν, ὁ μέν ὅσιος Ἰάκωβος μέχρι τό 1991, ὁ δέ Γέροντας Κύριλλος μέχρι το 2014, Ἐσεῖς δεν εἴχατε ἐκφράσει δημοσίως καί γυμνῇ τῇ κεφαλῇ τά αἱρετικόφιλα καί σχισματόφιλα φρονήματά Σας, πράγμα το ὁποῖο ἀρχίσατε να δείχνετε ἀπό 2017 μέχρι καί σήμερα. Εἶμαι δέ ἀπόλυτα σίγουρος ὅτι, ἄν ὁ ὅσιος Ἰάκωβος καί ὁ Γέροντας Κύριλλος ζοῦσαν σήμερα τό 2021, θά σᾶς ἔλεγχαν δριμύτατα καί σφοδρότατα γιά τό ἀλλοιωμένο καί ἀντορθόδοξο φρόνημά Σας.

19. Ὀ Ἀρχιμ. Σοφρώνιος Σαχάρωφ

Στή συνέχεια, μοῦ φέρνετε τό παράδειγμα τοῦ Ἀρχιμ. Σοφρωνίου Σαχάρωφ, γράφοντας: «Θέλεις νά μελετήσεις τόν βίο τοῦ μεγίστου θεοπτικοῦ θεολόγου Πατρός τῶν ἡμερῶν μας, τοῦ ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ; Φθάσας πρός τόν θάνατο, ἔστειλε ἐπιστολή στόν νῦν Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη καί τοῦ ζήτησε τήν εὐλογία του, προκειμένου νά ἐκδημήσει! Εὐλογία Πατριαρχική, γιά νά διέλθει τό ἔσχατο μυστήριο τοῦ θανάτου πρός τήν αἰωνία πρός Κύριον ζωή»!

Εἶναι ἀπαράδεκτο ἀπό μέρους Σας νά μοῦ φέρνετε ὡς παράδειγμα πρός μίμηση τόν συγκεκριμένο ρασοφόρο, ὁ ὁποῖος παρέβη Ἰερούς Κανόνες Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἐντολές τῆς Ἀγίας Γραφής καί πλῆθος Ἁγιοπατερικῶν κειμένων. Διετύπωσε δέ Τριαδολογικές κακοδοξίες καί ἄλλες θεολογικές πλάνες. Ἐπίσης ἦταν ἄθεος. Ἀπό τήν ἀθεΐα μετεπήδησε στόν Βουδισμό, στόν ὁποῖο παρέμεινε ἐπί ὀκτώ (8) ἔτη. Ἀφοῦ μεταστράφηκε, κατέληξε στό Ἅγιον Ὄρος, γιά νά μονάσει. Ὅμως, ἐγκατέλειψε τό Ὄρος καί μετέβη στό Παρίσι, ὅπου ἔμεινε ἐπί 12 ἔτη. Τόν ἀπήλασαν ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος καί γι’ αὐτό ἐπί 46 ἔτη δέν ἐπέστρεψε οὔτε μία φορά στό Ἅγιον Ὄρος μέχρι τήν κοίμησή του. Γράφτηκε ὅτι οἱ μακαριστοί Ἁγιορεῖτες Γέροντες Δανιήλ Κατουνακιώτης, Θωμᾶς Μικραγιαννανίτης καί Γαβριήλ Διονυσιάτης τόν ἀποκαλοῦσαν «πράκτορα τῶν Ἐγγλέζων». Ὑπῆρξε «ἀφοσιωμένος ὡς τό τέλος τῆς ζωῆς του» (ὁμολογία τοῦ ἰδίου) στόν Δαβίδ Μπάλφουρ. Ὁ Μπάλφουρ ἦταν γενικός πράκτορας τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἀγγλικῆς κατασκοπείας. Ὑπῆρξε ἰδρυτής τῆς καταφώρως ἀντικανονικῆς μικτῆς Μονῆς στό Ἔσσεξ τῆς Ἀγγλίας, κατά περιφρονητική παράβαση Ἰερῶν Κανόνων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, δημιουργῶντας προϋποθέσεις καί εὐκαιρίες ἀμέσου κινδύνου, ὥστε οἱ ἐκεῖ Μοναχοί καί Μονάστριαι νά ἀπολαμβάνουν τήν νοεράν σαρκική ἁμαρτία. Στήν μικτή αὐτή Μονή καί γιά τούς Μοναχούς καί γιά τίς Μοναχές ὑπάρχουν κοινός Ἡγούμενος, κοινή προσευχή, κοινός ἐκκλησιασμός, κοινά διακονήματα καί κοινή τράπεζα. Κοινά τά πάντα (Σχ. βλ. Πρωτοπρεσβ. Ἰωάννου Διώτη, Μέγα σκάνδαλον τυχόν ἁγιοκατάταξις τοῦ Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ἀθῆναι 2015)

Ἦταν, λοιπόν, ποτέ δυνατόν, μετά τά ἀνωτέρω, ὁ Σωφρόνιος νά προβεῖ σέ διακοπή μνημονεύσεως τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου;

20. Ὁ Γέρων Ἰωσήφ ὁ Βατοπαιδινός

Τά ἴδια ἰσχύουν καί γιά τόν Γέροντα Ἰωσήφ τον Βατοπαιδινό. Εἶναι ἀπαράδεκτο ἀπό μέρους Σας νά μοῦ φέρνετε ὡς παράδειγμα πρός μίμηση τόν συγκεκριμένο ρασοφόρο, ὁ ὁποῖος α) ἀνέπτυξε τήν κακοδοξία ὅτι δῆθεν τό ἔμβρυο ἐμψυχοῦται τόν τρίτο μῆνα τῆς κυήσεως, διακρίνοντας τό ἔμβρυο σέ «ἐξεικονισμένον καί μή», μέ ἀποτέλεσμα νά μήν θεωρεῖ φόνο τήν ἔκτρωση ἐμβρύου «μή εξεικονισμένου», β) ὑποστήριξε ὅτι ὁ νοῦς εἶναι τό πρόσωπο, γ) ὅτι ἡ θεία Χάρις εἶναι ἐργαλεῖο, δ) ὅτι ἡ θεία Χάρις ὑποτάσσεται στό νοῦ, ε) ὅτι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὑπεράνω τῆς θείας Χάριτος. (Σχ. βλ. μοναχός Ἰωσήφ Βατοπαιδινός, Βίντεο ὁμιλίας μέ θέμα : «Τέκνα Θεοῦ γενέσθαι», ἀπό τό 19.22 ἕως τό 20.33, https://www.vatopedi.gr/videoposts/tekna-theou-genesthe/ καί https://www.pemptousia.gr/video/tekna-theoῦ-genesthe/) καί στ) ὅτι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἕνα κομμάτι κομμένο ἀπὸ πάνω στὸν Θεόν. (Σχ. βλ. βίντεο ποὺ τιτλοφορεῖται «Ἡ ὑπακοὴ γίνεται γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ», μὲ ὁμιλία τοῦ π. Ἰωσὴφ Βατοπαιδινοῦ, ποὺ ἔγινε στὸ Συνοδικὸ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βατοπαιδίου, στό 15: 43)

Θά ἦταν, λοιπόν, ποτέ δυνατόν, μετά τά ἀνωτέρω, ὁ Γέρων Ἰωσήφ νά προβεῖ σέ διακοπή μνημονεύσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου;

21. Ὅ ὅσιος Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης

Μοῦ φέρνετε, ἐπίσης, ὡς παράδειγμα μή ἀποτειχίσεως τόν ὅσιο Ἐφραίμ τόν Κατουνακιώτη. Ὄντως ὁ ὅσιος Ἐφραίμ δέν προέβη σέ διακοπή μνημονεύσεως τῶν οἰκουμενιστῶν Οἰκουμενικῶν Πατριαρχῶν Ἀθηναγόρα, Δημητρίου καί Βαρθολομαίου, ἄν καί εἶχε κάθε δικαίωμα.

Παρ’ ὅλ’ αὐτά μίλησε ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ σε ἀντίθεση μ’ Ἐσᾶς.

Ὁ μακαριστός Γέρων Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης, γνωστός για τό ἦθος, τό φρόνημα καί γιά τό ὅτι εἶχε «πνευματική τηλεόραση», σέ ἐρώτηση τοῦ κ. Δημητρίου Τσελεγγίδη, ὁμοτίμου Καθηγητοῦ τῆς Δογματικῆς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ., «τί εἶναι ὁ Οἰκουμενισμός»; ἀπάντησε ἀπερίφραστα καί χωρίς καμμία δυσκολία: «Αὐτήν τήν ἐρώτηση, παιδί μου, μοῦ τήν ἔχει κάνει κι ἕνας ἀκόμη νωρίτερα ἀπό σένα. Ἐγώ, ἐδῶ πέρα ἐπάνω, βρίσκομαι σαράντα χρόνια στά βράχια. Ἔχω ξεχάσει καί τά ἑλληνικά μου» – σημειωτέον τελείωσε σχολαρχεῖο – «ἀλλά μ’ αὐτό τό θέμα δέν ἔχω ἀσχοληθεῖ. Γι’ αὐτό, ἐπειδή ἔπρεπε νά τό ἀπαντήσω, ἀφοῦ δέχτηκα ἐρώτημα καί δέν εἶχα καμμία γνώμη πάνω στό θέμα, πῆγα στό κελλί μου καί προσευχήθηκα καί ρώτησα τόν Χριστό νά μέ πληροφορήσει τί εἶναι ὁ Οἰκουμενισμός. Πῆρα τήν ἀπάντησή του, ἡ ὁποία εἶναι, ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός ἔχει πνεῦμα πονηρίας καί κυριαρχεῖται ἀπό ἀκάθαρτα πνεύματα». Καί τόν ρώτησε ὁ κ. Τσελεγγίδης πῶς ἀκριβῶς πιστοποιήθηκε αὐτό. Τοῦ ἀπάντησε πώς «μετά τήν προσευχή γέμισε τό κελλί μου ἀπό ἀφόρητη δυσωδία, ἡ ὁποία μοῦ ἔφερνε ἀσφυξία στήν ψυχή, δέν μποροῦσα νά ἀναπνεύσω πνευματικά». Τόν ρώτησε ὁ κ. Τσελεγγίδης ἄν αὐτό ἦταν ἕνα ἔκτακτο γεγονός γι’ αὐτόν ἤ ἄν ἔτσι τοῦ ἀπαντᾶ ὁ Χριστός σέ ἀνάλογες περιπτώσεις, καί τόν βεβαίωσε ὅτι «σέ ὅλες τίς περιπτώσεις, πού εἶναι μπλεγμένες μέ μάγια, μέ ἀκάθαρτα πνεύματα, αὐτή εἶναι ἡ κατάσταση, στήν ὁποία μέ εἰσάγει. Μερικές φορές ὑπάρχει καί λεκτική ἀπάντηση, ἀλλά στήν προκειμένη περίπτωση, αὐτή ἦταν ἡ ἀπάντηση καί ἔχω ἀπόλυτη τή βεβαιότητα, ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός δέν ἔχει τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, ἀλλά τό πνεῦμα τό ἀκάθαρτο». (Σχ. βλ. τό βιβλίο «“Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας”. Μία Σύνοδος μέ ἔλλειμμα συνοδικότητας καί Ὀρθόδοξης αὐτοσυνειδησίας», σελ. 64-66, ἔκδοση «Συνάξεως Ὀρθοδόξων Ρωμηῶν “Φώτης Κόντογλου”», Τρίκαλα, Μάρτιος 2016. Τό βιβλίο αὐτό ἀποτελεῖ τήν ἀπομαγνητοφωνημένη μορφή τῆς τρίωρης ἐκπομπῆς – συνομιλίας τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ραδιοφωνικοῦ σταθμοῦ τῆς Πειραϊκῆς Ἐκκλησίας κ. Λυκούργου Μαρκούδη μέ τόν καθηγητή κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη).

22. Ὁ Γέρων Χαράλαμπος Διονυσιάτης

Μοῦ φέρνετε, ἐπίσης, ὡς παράδειγμα μή ἀποτειχίσεως τόν Γέροντα Χαράλαμπο τόν Διονυσιάτη. Ὄντως ὁ Γέρων Χαράλαμπος δέν προέβη σέ διακοπή μνημονεύσεως τῶν οἰκουμενιστῶν Οἰκουμενικῶν Πατριαρχῶν Ἀθηναγόρα, Δημητρίου καί Βαρθολομαίου, ἄν καί εἶχε κάθε δικαίωμα.

23. Ἡ διακοπή μνημονεύσεως τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα ἀπό τούς Ἁγιορεῖτες

Ἄς μήν λησμονηθεῖ, ὅμως, καί τό γεγονός ὅτι παράλληλα ἤ καί σέ ἀντίθεση μέ τούς προαναφερθέντες Ἁγιορεῖτες Πατέρες, τήν τριετία 1969-1972, οἱ περισσότερες Ἱερές Μονές τοῦ Ἁγίου Ὄρους (Ἱ. Μ. Διονυσίου μέ Ἡγούμενο τόν Γέροντα Γαβριήλ, Ἱ. Μ. Καρακάλλου μέ Ἡγούμενο τόν Γέροντα Παῦλο, Ἱ. Μ. Σίμωνος Πέτρας μέ Ἡγούμενο τόν Γέροντα Χαράλαμπο, Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου μέ Ἡγούμενο τόν Γέροντα Βησσαρίωνα, Ἱ. Μ. Ἁγίου Παύλου μέ Ἡγούμενο τόν Γέροντα Ἀνδρέα, Ἱ. Μ. Ξενοφῶντος μέ Ἠγούμενο τόν Γέροντα Εὐδόκιμο, Ἱ. Μ. Ἑσφιγμένου μέ Ἡγούμενο τόν Γέροντα Ἀθανάσιο, Ἱ. Μ. Σταυρονικήτα μέ Ἡγούμενο τόν Γέροντα τόν Βασίλειο (Γοντικάκη), κατόπιν πιέσεως τοῦ Γέροντος Παϊσίου, Ἱ. Μ. Κουτλουμουσίου, Ἱ. Μ. Κωνσταμονίτου, Ἱ. Μ. Μεγίστης Λαύρας),πολλοί κελλιώτες Ἁγιορεῖτες Πατέρες (Σχ. βλ. Ἱερομονάχου Χαρίτωνος Ἁγιορείτου, Τό Ἅγιον Ὄρος καί ἡ διαχρονική του στάση ἔναντι τῶν αἱρέσεων, ἔκδοση Ἱερόν Κελλίον Θείας Ἀναλήψεως, Ἅγιον Ὄρος, σελ. 262-265) καί τρεῖς Μητροπολίτες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (Φλωρίνης Αὐγουστῖνος Καντιώτης, Παραμυθίας Παῦλος καί Ἐλευθερουπόλεως Ἀμβρόσιος) διέκοψαν τήν μνημόνευση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα γιά καθαρά λόγους πίστεως, οἱ ὁποῖοι συνίσταντο α) στήν ἄρση τῶν ἀναθεμάτων, πού αὐτός ἐνήργησε μέ συνοδική ἀπόφαση τό 1965, β) στήν συνάντηση τοῦ Ἀθηναγόρα μέ τόν Πάπα στά Ἱεροσόλυμα καί γ) γενικῶς στήν φιλοπαπική του στάση. Εἶναι γνωστό τοῖς πᾶσι ὅτι ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας δέν εἶχε δογματικούς φραγμούς, δέν πίστευε στήν μοναδικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας, οὔτε βεβαίως δεχόταν ὅτι οἱ αἱρετικοί εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας.

Ὅλοι αὐτοί τότε, Σεβασμιώτατε, μέ τήν ἀποτείχισή τους μήπως ἀποσχίστηκαν ἀπό τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία καί τόν Ἐπίσκοπό τους καί βγῆκαν ἐκτός Ἐκκλησίας; Προφανέστατα, ὄχι!

Β΄ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

  1. Περί παλαιᾶς καί νέας ἐπιστολῆς μου

Σεβασμιώτατε,

Γιά τά λάθη μας πρέπει ἤ μᾶλλον ἐπιβάλλεται νά ζητήσουμε συγγνώμη καί νά διορθώσουμε τίς πράξεις μας. Θεωρώ ὅτι, ὅσες φορές χρειάστηκε, τό ἔκανα, χρησιμοποιώντας ἴσως ὑπερβολικά λόγια-φράσεις, διότι ἔτσι μέ συμβούλεψαν τότε οἱ πατέρες.

Τονίζω ὅτι ἐγώ δέν ἄλλαξα ἀπέναντί Σας ποτέ. Ὅμως, τά θέματα, πού μᾶς ἀπασχολεῖ σήμερα, 10 χρόνια μετά τήν παλαιά ἐπιστολή μου, εἶναι θέματα, πού ἀφοροῦν τήν Ὀρθόδοξη πίστη καί τήν σωτηρία μας καί ὄχι προσωπικά ἤ διοικητικῆς φύσεως. Ἑπομένως, εἶναι δύσκολο νά Σᾶς βάλω μετάνοια, ὅπως μοῦ ζητᾶτε στήν ἐπιστολή Σας. Νά εἶστε σίγουρος ὅτι, ἐάν δέν ἀφοροῦσε θέματα πίστεως, θά ἦμουν ἔτοιμος νά ζητήσω συγγνώμη. Ἄρα, γιά θέματα, πού ἀφοροῦν τήν Ὀρθόδοξη πίστη, δέν πρόκειται νά ζητήσω συγγνώμη, οὔτε νά βάλω μετάνοια ποτέ. Συγγνώμη θά ἔπρεπε νά ζητήσουν ὅσοι δέν ὑπακοῦν στίς προσταγές-ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί τήν διαχρονική διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

2. Ἡ δῆθεν ἀπομάκρυνση ἐθελοντῶν ἐξ ὑπαιτιότητός μου

Σεβασμιώτατε,

Στήν πρώτη σελίδα τῆς ἐπιστολῆς Σας, μέ κατηγορεῖτε ὅτι ἐγώ ἀπομάκρυνα τούς πιστούς «ἐθελοντές τῆς ἐνοριακῆς ζωῆς…». Καί μάλιστα εἶναι πολλοί, ἀφοῦ λέτε «ἐκεῖνοι διαμαρτυρήθηκαν πολύ-πολύ διακριτικά, δείγμα πραγματικά ἐκκλησιαστικοῦ ἤθους». Ὄμως, δέν ἀναφέρετε ὀνόματα. Ἐγώ προσωπικά δέν ἐνθυμοῦμε κάτι τέτοιο. Ἑπομένως, ἐφόσον δέν ὑπάρχουν ὀνόματα, γιά νά διασταυρώνονται ὅλ’ αὐτά, πού λέτε, ἁπλῶς δέν θά τίς πάρω στά σοβαρά, διότι πιθανόν δέν εἶναι γνήσιες.

Μέ ὅλο τόν σεβασμό, Σᾶς παρακαλῶ νά ρίξετε μιά ματιά στίς εἰσφορές ἀπό τό 2011 ἕως τό 2021 καί θά καταλάβετε ὅτι, ὄχι μόνο δέν ἀπομάκρυνα τούς πιστούς ἀπό τήν ἐνορία, ἀλλά ἀντιθέτως τούς μάζεψα, ὅπως ὀφείλει νά κάνει ἕνας ἱερέας, ποιμένας καί πατέρας. Ἔτσι δικαιολογοῦνται τά χρήματα, μέ τά ὁποῖα πλήρωσα τίς εισφορές πρός τήν Μητρόπολη τόσα χρόνια. Δέν ἔκλεψα 2.000 € ἤ 3.000 € τόν χρόνο, γιά νά Σᾶς πληρώσω στήν Μητρόπολη. Μή λέτε ὅτι νά ‘ναι. Αὐτό κι ἄν δέν εἶναι ἀχαριστία πρός ἐμένα καί τούς ἐνορίτες μου. Μόνο αὐτήν την χρονιά, τόν Μάιο μῆνα, Σᾶς ἔδωσα 1.400 €. Καί Σᾶς ρωτῶ : Ἀπό ποῦ προῆλθαν αὐτά τά χρήματα, ἀφοῦ, ὅπως ἰσχυρίζεστε, ἔδιωξα τούς πιστούς;

Θά Σᾶς ἀναφέρω, ὅμως, τώρα μιά περίπτωση, πού ἔγινε στίς ἀρχές, ὅταν ἀνέλαβα τήν ἐνορία τῶν Ἁγίων Ταξιαρχῶν Μιχαήλ καί Γαβριήλ, Μικρό δάσος. Εἶχαν μιά κυρία ὡς καθαρίστρια. Μέ τήν ἐπιτροπή τῶν τεσσάρων ἀνδρῶν εἴχαμε μιά ἐξαιρετική συνεργασία. Μετά ἀπό τρεῖς χρονιές ἔπρεπε ν’ ἀλλάξει ἡ ἐκκλησιαστική ἐπιτροπή, ὅπερ καί ἐγένετο. Μέ τήν νέα ἐκκλησιαστική ἐπιτροπή ἀποφασίσαμε νά συνεχίσει ἡ καθαρίστρια, πού ἦταν κόρη τοῦ κ. Ἰωάννου Παυλίδη, πού καί ὁ ἴδιος ἦταν ἐπίτροπος ἐπί πολλά ἔτη, μέ τήν διαφορά νά ἔρχεται κάθε φορά, πού θά γίνονταν οἱ Θεῖές Λειτουργίες, σύν τίς Κυριακές, νά βοηθάει στά κεριά. Ἡ κυρία αυτή ἀρνήθηκε, λέγοντας ὅτι δέν μπορεῖ νά ξυπνήσει πρωΐ καί διάφορες ἄλλες δικαιολογίες. Ἡ ἐπιτροπή ἀντέδρασε, λέγοντας : «Αὐτή πληρώνεται καί πρέπει νά ἔρθει, πάτερ. Ἐμεῖς ἔχουμε τίς δουλειές μας καθημερινά καί δέν μποροῦμε νά εἴμαστε στήν ἐκκλησία».

Ὀπότε εἴπαμε νά ψάξουμε μιά ἄλλη κυρία, πού νά δέχεται αὐτούς τούς ὅρους. Μετά ἀπό πολύ καιρό βρήκαμε. Ὄχι μόνο δέχτηκε τούς ὅρους ὡς καθαρίστρια, ἀλλά συγκατένευσε νά μπεῖ καί στήν ἐπιτροπή γιά 3 χρόνια. Στό διάστημα, πού δέν εἴχαμε καθαρίστρια, ἡ πρεσβυτέρα μου, ἐγώ καί καμμιά γιαγιά ἀπ’ τό χωριό καθαρίζαμε.

Σᾶς ρωτάω, λοιπόν : Ἐάν κάποιος ἀρνεῖται νά παράσχει ἐργασία γιά τά χρήματα, πού τοῦ δίνει ἡ ἐνορία, Ἐσεῖς προσωπικά τί θά κάνατε; Θά τόν πληρώνατε, χωρίς νά παρέχει ἐργασία; Καί ἐάν ναι, τί θά γινόταν μέ τήν διαφωνία τῶν ἐπιτρόπων; Ἡ γνώμη τῶν ἐπιτρόπων δέν μετράει; Μήπως μποροῦμε νά κάνουμε ὅ,τι θέλουμε ἐμεῖς οἱ ἱερεῖς στίς ἐνορίες, χωρίς νά μετράει ἡ γνώμη τῶν ἐπιτρόπων; Ἤ μπορεῖτε Ἐσεῖς προσωπικά στήν Μητρόπολη να κάνετε ὅ,τι θέλετε, χωρίς νά ὐπολογίζονται οἱ ἐπίτροποι; Τότε τί τούς θέλουμε; Ἐμεῖς νά ἔχουμε καί τό μαχαίρι καί τό πεπόνι, κατά τήν παροιμία;

3. Τό ἐπιτελεσθέν ἔργο στίς ἐνορίες, πού διηκόνησα

Σεβασμιώτατε,

Στήν 10η σελίδα μοῦ θυμίζετε τά καθήκοντά μου καί καλά κάνετε. Εἶναι εὐκαιρία ἐπιτέλους νά μάθετε κάποια πράγματα, διότι προφανῶς δέν γνωρίζετε οὔτε τά δικά μου, οὔτε τῶν ἄλλων ἱερέων.

Εἴτε τό πιστεύετε, εἴτε ὄχι, ἐμεῖς οἱ ἱερεῖς εἴμαστε, πού σηκώνουμε ὅλο τό βάρος τῆς Μητροπόλεως.

Γιά τά καθήκοντά μου καί τίς διάφορες ἐργασίες στήν ἐνορία μας, θά Σᾶς πρότεινα νά κάνετε μιά βόλτα στό χωριό, νά δείτε τί ἀκριβῶς ἔκανα, μέ τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ. Ρωτῆστε καί τούς πιστούς τῆς ἐνορίας μας νά σᾶς ποῦν. Νομίζω, ὅμως, πώς πρέπει νά τά ἀναφέρω ἐδῶ ἕνα – ἕνα τί ἀκριβῶς ἔκανα στήν ἐνορία τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ Μικρό δάσος ἐπί 12 χρόνια. Πρός Θεοῦ, δέν τά γράφω γιά αὐτοπροβολή, ἐπίδειξη, καύχηση καί ἔπαινο, ἀλλά ἐπειδή Ἐσεῖς μέ ἀναγκάζετε.

Ἀνέλαβα τήν ἐνορία μέ 10-15 πιστούς. Αὐτό μπορεῖ νά σᾶς τό ἐπιβεβαιώσει τό χωριό. Οἱ 15 γίνανε 30-40 καί σέ λίγο 50-60. Τότε τό χωριό εἶχε κόσμο-πιστούς. Ἀγκάλιασα ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὄχι μόνο τούς «ἐλαχίστους φανατισμένους ὀπαδούς», ὅπως γράφετε. Ἀγκάλιασα κι ἐκείνους, πού δέν πάτησαν στήν ἐκκλησία ποτέ. Πήγαινα ἐγώ στό σπίτι τους νά τούς δῶ, ν’ ἀκούσω τόν πόνο τους, τόν στεναγμό τους. Πήγαινα καί στά νοσοκομεία νά δῶ τούς πιστούς μου. Ἄλλους τούς κουβαλούσα ἐγώ στά νοσοκομεία καί σέ διάφορα κέντρα ἀποκατάστασης τά μεσάνυχτα. Πολλές ὥρες ξόδεψα στά σπίτια τῶν ἐνοριτῶν μου, γιά νά τούς πῶ πέντε πράγματα γιά τήν Ὀρθόδοξη πίστη μας καί ζωή. Πολλές φορές γιά ὥρες ἔκανα διάλογο μέ αἱρετικούς (μέ ὀπαδούς τῆς κερδοσκοπικῆς ἐταιρείας «Σκοπιά» τούς αὐτοαποκαλούμενους «Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ», μέ παπικούς, προτεστάντες κ. ἄ.). Μέ τήν εὐκαιρία ἄς Σᾶς πῶ ὅτι ἐγώ ὁ χαζός, ὅπως μέ ἀπεκάλεσε ὁ ἐκπρόσωπος Σας π. Ἰγνάτιος, ἔχω γράψει δύο βιβλία : ἕνα γιά τίς ψευδοπροφητεῖες τῶν «Μαρτύρων τοῦ Ἱεχωβᾶ» (εἶναι πρός ἔκδοση) καί δεύτερο γιά τόν Τίμιο Σταυρό, τόν ὁποῖο ἀρνοῦνται καί πολεμοῦν.

Στό σημεῖο αὐτό θά ἤθελα νά ἐπισημάνω τήν σκόπιμη ἀπομείωση τοῦ προσώπου μου ἐκ μέρους Σας, ἡ ὁποία ἀποδεικνύεται ἀπό τήν προσφώνησή Σας πρός ἐμένα ὡς «Αἰδεσιμώτατο». Μέχρι πρότινος στά ἔγγραφα, πού ἐλάμβανα ἀπό τήν Μητρόπολη, ἡ προσφώνησή Σας πρός ἐμένα ἧταν «Αἰδεσιμολογιώτατος». Πῶς ξαφνικά ἄλλαξε; Δέν μέ ἐνδιαφέρει καθόλου νά λάβω ἔπαινο, ἀλλά Ἐσεῖς πῶς δικαιολογεῖτε αὐτήν τήν ξαφνική ἀλλαγή; Ὁπως πολύ καλά γνωρίζετε, ἡ προσφώνηση γιά ἐγγάμους κληρικούς μέ Πτυχίο Ἀνώτατης Σχολῆς εἶναι «Αἰδεσιμολογιώτατος». Καί ὅπως πάλι πολύ καλά γνωρίζετε, κατέχω Πτυχίο καί Μάστερ Θεολογίας. Στίς 11-06-2013 ἔλαβα τό Πτυχίο Θεολογίας ἀπό τό Πανεπιστήμιο Θεολογίας στό Πιτέστι Ρουμανίας μέ εἰδικότητα στήν Ὀρθόδοξη Ποιμαντική Θεολογία καί στίς 28-06-2016 ἔλαβα τό Μεταπτυχιακό μέ εἰδικότητα στήν Ἀπολογητική καί τήν Πνευματικότητα ἀπό τό ἴδιο Πανεπιστήμιο. Ἐπίσης, ἄς Σᾶς θυμίσω ὅτι στίς 26-06-2014 ἔλαβα τό Πτυχίο Βυζαντινῆς Μουσικῆς ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας κ. Ἰωήλ. Ἄρα, θά ἔπρεπε ἔστω καί γιά λόγους δεοντολογίας νά μέ προσφωνεῖτε «Αἰδεσιμολογιώτατο». Ἄν ἀκολουθοῦσα κι ἐγώ την τακτική Σας, θά ἔπρεπε ν’ἀλλάξω κι ἐγώ τήν προσφώνησή μου πρός Ἐσᾶς «Σεβασμιώτατε».

Τελοῦσα καθημερινά τίς Ἱερές Ἀκολουθίες, πρωΐ-βράδυ. Αὐτό μπορεῖ νά Σᾶς τό ἐπιβεβαιώσει ἡ ἀστυνομία, διότι πολλές φορές μοῦ ἔκαναν μερικοί ἀπό τό χωριό μήνυση, διότι ἔκρουα τήν καμπάνα πρωΐ-βράδυ, κάτι πού δέν γινόταν πρίν ἀπό ’μένα. Γιά τά ἐφημεριακά καθήκοντά μου, λοιπόν, δέν μπορεῖτε νά μοῦ προσάψετε καμμία κατηγορία.

Τελοῦσα Ἰερές Παρακλήσεις κάθε εβδομάδα˙ τῆς Παναγίας (καθε Τετάρτη) καί τοῦ ὁσίου Γεωργίου τοῦ Καρσλίδη (κάθε Παρασκευή). Ἄς λάβετε ὑπ’ ὅψιν ὅτι ἐγώ ἔκανα τήν εἰκόνα τοῦ ὁσίου καί ὅρισα κάθε Παρασκευή να τελεῖται Ἱερά Παράκληση καί στήν ἑορτή του Ἱερά Ἀγρυπνία. Δέν γνώριζε ὁ κόσμος ποιός εἶναι ὁ ὅσιος Γεώργιος ὁ Καρσλίδης. Μονάχα μερικοί, πού τυγχάνει νά ἔχουν συγγένεια μαζί Του.

Ἔκανα προσκυνηματικές ἐκδρομές στόν τάφο του, στήν Ἱερά Μονή Ἁγίων Ἀρχαγγέλων στήν Δράμα καί σέ μοναστήρια στήν Ἑλλάδα σέ διάφορα μέρη. Διοργανώνω τέσσερα πανηγύρια τόν χρόνο. Τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων Μιχαήλ καί Γαβριήλ, τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου καί τοῦ ὁσίου Γεωργίου τοῦ Καρσλίδη. Γιά νά τά ὀργανώσω αὐτά πιστεύω ὅτι γνωρίζετε πόση δουλειά – τρέξιμο χρειάζεται καί πόσα χρήματα, γιά νά προσφέρω κεράσματα στούς πιστούς στό τέλος. Τό ξαναλέω˙ δέν γνωρίζετε οὔτε τά εὐχάριστα, οὔτε τά δυσάρεστα τῆς κάθε ἐνορίας.

Σχετικά μέ τίς ἐργασίες στούς Ἁγίους Ἀρχαγγέλους˙ Ἁγιογραφήσαμε τόν Ναό μας, στό Ἱερό Βήμα καί στό ἄνω μέρος στόν κυρίως Ναό. Ἐπειδή εἶμαι μαθητής τοῦ ἀγιογράφου, τόν βοήθησα νά κολλήσουμε τίς ἁγιογραφίες στόν Ναό, γιά νά μήν πληρώσω ἀπό τήν ἐνορία ἐργάτη νά βοηθήσει.

Κάναμε στήν Ἱερά Πρόθεση καινούργια κατασκευή ξύλινη, σκαλιστή. Κάναμε δύο προσκυνητάρια καινούργια. Ἄλλαξα ἐγώ προσωπικά ὅλες τίς εἰκόνες τοῦ τέμπλου, διότι εἶχαν χαλάσει τελείως, σέ πολλά σημεία δέν φαινόταν κἄν ποιός/ ά ἅγιος είναι. Πολλές εἰκόνες καθαρίστηκαν μέ τήν βοήθεια πιστῶν καί βρίσκονται πάνω στόν γυναικωνίτη σέ κούτες.

Ἐγώ προσωπικά καθάρισα τήν ἀποθήκη, πού βρίσκεται μέσα στόν κυρίως Ναό, μπαίνοντας ἀριστερά, ἐπί μέρες καί τήν ἔβαψα. Στόν χώρο, πού ἀνάβουμε κεριά, ἀγόρασα καινούργια μανουάλια γιά ἄναμμα κεριῶν. Βάψαμε τόν Ναό μέσα ἔξω μέ ἐθελοντές τοῦ χωριοῦ μας καί κυρίως μέ τούς συνεργάτες, επιτρόπους μου.

Σχετικά μέ τίς ἐργασίες στό σπίτι τῆς ἐκκλησίας μας : Περάσαμε καινούργια παράθυρα καί πόρτες. Βάλαμε πλακάκια σέ ὅλο τό σπίτι. Καινούργια κουζίνα καί τά ηλεκτρικά καί καινούργιο μπάνιο μέ ὅλο τόν ἐξοπλισμό της. Ὑπ’ ὅψιν ὅτι σέ ὅλες τίς ἐργασίες ἦμουν παρών καί μάλιστα δούλευα μέ τά μαστόρια. Γιά ὁ,τιδήποτε χρειάστηκε, ἐγώ πήγαινα στό Πολύκαστρο ἤ τήν Γουμένισσα, γιά νά τά φέρω μέ τό δικό μου αὐτοκίνητο, χωρίς νά μοῦ πληρώνει κανείς οὔτε τήν βενζίνη. Γιά ἕνα διάστημα ἔμεινα μέ τήν οἰκογένειά μου στό χωριό, γιά νά εἶμαι κοντά στήν ἐκκλησία καί τούς πιστούς μου. Δυστυχώς, τό σπίτι θέλει σκεπή, διότι, εἰδικά ὅταν βρέχει ἤ τόν χειμώνα, δέν εἶναι κατάλληλο, γιά νά μείνει κανείς.

Σχετικά μέ τίς ἐργασιες στούς Ἁγίους Ἀποστόλους Πέτρο καί Παῦλο : Κάναμε καινούριο ψαλτήρι, καινούργια ντουλάπα, ὅπου χρησιμοποιεῖται γιά τήν Ἱερά Πρόθεση. Πέρσι κάναμε 30 καρέκλες καινούριες. Κάναμε καί καινούργιο κάλυμμα γιά τήν Ἁγία Τράπεζα. Βάψαμε τό ἐκκλησάκι.

Σχετικά μέ τίς ἐργασίες στόν Ἅγιο Παντελεήμονα : Θά μποροῦσα νά πῶ ὅτι ἐδῶ δουλέψαμε πάρα πολύ, διότι ὑπῆρξαν πολλές ἀτέλειες. Στήν ἀρχή, ὅταν εἴχαμε κόσμο-πιστούς στό ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, γίνονταν Ἱερές Ἀγρυπνίες. Εἶχα ὁρίσει μία Ἀγρυπνία κάθε μήνα. Αὐτό τό κράτησα ἀπό τήν προηγούμενη ἐνορία στό χωριό Πολύπετρο. Κι ἐκεῖ τά ἴδια γίνονταν. Κάθε ἑβδομάδα δύο Παρακλήσεις καί κάθε μῆνα μία Ἀγρυπνία. Πρώτα, βάψαμε τό ἐκκλησάκι. Ἀγοράσαμε καινούργιες καρέκλες. Συγυρίσαμε τήν ἀποθήκη καί τίς τουαλέτες, πού ὑπάρχουν ἐκεῖ κάτω. Κάθε χρόνο 5 μέ 8 μέρες δουλειά γιά τήν πανήγυρή μας. Σχεδόν ἕνα μῆνα δουλειά ἐκεῖ κάτω μέ τόν Πρόεδρο τοῦ χωριοῦ μας, μέ ἐθελοντές, γιά ν’ ἀνοίξουμε τόν χώρο πάνω ἀπό τό ἐκκλησάκι καί κάτω μέ μπουλντόζες ἀπό τήν Νομαρχία, γιά θέσεις στάθμευσης.

Γιά τά Ἱερά Μυστήρια, πού τελοῦνταν ἐκεῖ κάτω, τίς περισσότερες φορές ἐγώ ἔτρεχα νά ἑτοιμάσω τήν ἐκκλησία, ἀφοῦ στήν ἐπιτροπή τελευταία ἔχω μόνο ἡλικιωμένους ἀνθρώπους. Μέ ἔτυπτε ἡ συνείδησή μου νά τούς ἀφήσω νά τά κάνουν αὐτά αὐτές οἱ γυναῖκες, πού δέν εἶχαν οὔτε αὐτοκίνητο. Ἐγώ κουβαλούσα τά πράγματα ἐκεῖ κάτω ἀπό τούς Ἁγίους Ἀρχαγγέλους ἀπό τό χωριό, όπως κεριά, κολυμβήθρα καί διάφορα άλλα.

Σεβασμιώτατε,

Ἐκτός ἀπό τό καλό-καθαρό ράσο, πού φοράω, πάντα ἔχω καί ἕνα γιά δουλειά στό αὐτοκίνητο. Ἐάν δέν κάνω λάθος, ἕνα ράσο εἶναι κρεμασμένο στήν κρεμάστρα στήν ἐκκλησία. Δέν εἶμαι ἀπ’ αὐτούς, πού δέν ξέρουν νά κρεμάσουν μιά εἰκόνα ἤ πού δέν θέλουν νά λερώσουν τά χέρια τους. Ὅσοι ἔρχονται σ’ ἐμένα, μοῦ λένε : «Πεντακάθαρη εἶναι ἡ ἐκκλησία σας, ἰδιαίτερα τό Ἰερό Βήμα».

Μέ τιμή

π. Ἰουστῖνος Τσιουτέα

ἐλάχιστος ἐν πρεσβυτέροις

Υ.Γ. Παρακαλῶ, ὅπως προβεῖτε ἀρμοδίως στήν καταχώρηση τῆς παρούσας ἀναφορᾶς μου στό βιβλίο εἰσερχομένων, κατ’ αὔξοντα ἀριθμό, μέ χαρακτηρισμό καί μνεία τοῦ θέματος, στό ὁποῖο ἀναφέρεται, καί τοῦ ἀριθμοῦ τῶν στοιχείων, πού τό συνοδεύουν, καί μοῦ χορηγήσετε, συμφώνως πρός τήν διάταξη τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ Κώδικα Διοικητικῆς Διαδικασίας (Ν.2690/1999), βεβαίωση καταχώρησης τοῦ ἐγγράφου μέ ὅλα τά παραπάνω στοιχεία.

Σύμφωνα πρός τήν ὡς ἄνω μνημονευθείσα διάταξη, προβλέπεται ρητῶς ἡ ὑποχρέωση τῆς ὑπηρεσίας νά χορηγεῖ βεβαίωση καταχώρησης τοῦ ἐγγράφου μέ ὅλα τά παραπάνω στοιχεία.

Ἐπίσης, σύμφωνα μέ τήν διάταξη τοῦ ἄρθρου 106 τοῦ ὑπαλληλικοῦ κώδικα (Ν. 3528/2007), κάθε παράβαση ὑπαλληλικοῦ καθήκοντος, πού συντελεῖται μέ ὑπαίτια πράξη ἤ παράλειψη, πού μπορεῖ νά καταλογιστεῖ στόν ὑπάλληλο, συνιστᾶ πειθαρχικό παράπτωμα.

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra

Δείτε σχετικά:
Πρεσβύτερος Ιουστίνος Τσιουτέα: Πρώτη απάντηση στον Σεβ. Μητρ. Γουμενίσσης κκ. Δημητρίου
– Πρεσβύτερος Ιουστίνος Τσιουτέα: Διακοπή μνημονεύσεως του Σεβ. Μητρ. Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου κκ. Δημητρίου