Στην ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης αντίκειται κατ’ αρχήν κάθε είδος εξαναγκασμού σε πράξη ή παράλειψη που δεν συνάδει με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του ατόμου.

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra

Κάποιοι γονείς, έμπλεοι του θράσους και του δικαιωματισμού που χαρακτηρίζουν τον γενιτσαροποιημένο Νεοέλληνα της εποχής μας, προσέφυγαν στο ΣτΕ ζητώντας την ακύρωση του Προεδρικού Διατάγματος 79/2017, που αφορά την «οργάνωση και λειτουργία νηπιαγωγείων και δημοτικών σχολείων». Στόχος του μένους τους δύο στοιχεία, η τέλεση κοινής προσευχής μαθητών και εκπαιδευτικών των νηπιαγωγείων και των δημοτικών σχολείων και η δυνατότητα εκκλησιασμού των μαθητών στο πλαίσιο συγκεκριμένων εορτών. Διπλός και ο σκοπός της προσφυγής: η ολοσχερής κατάργηση της κοινής προσευχής και η πλήρης εξάλειψη της δυνατότητας εκκλησιασμού των μαθητών. 

Το ΣτΕ έκρινε ότι κατ’ αρχήν «η προσευχή και ο εκκλησιασμός στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής διαδικασίας συνιστούν, όπως και η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών, αναγκαία μέσα, με τα οποία υπηρετείται ο συνταγματικός σκοπός της αναπτύξεως της θρησκευτικής συνείδησης των Ελλήνων κατ’ άρθρο 16 παράγραφος 2 του Συντάγματος». 

Επίσης πρόσθεσε ότι η προσευχή και ο εκκλησιασμός αφορούν, τελικά, όχι όλους τους Έλληνες, όπως ορίζει το Σύνταγμα στο άρθρο 16, αλλά «αποκλειστικά τους μαθητές που ασπάζονται το Ορθόδοξο Χριστιανικό δόγμα, όχι τους ετερόδοξους, αλλόθρησκους ή άθεους μαθητές» κι αυτό λόγω του άρθρου 13 που κατοχυρώνει την θρησκευτική ελευθερία. Και μάλιστα μας λέει το ΣτΕ ότι απαλλαγή από την πρωινή προσευχή πρέπει να δίνεται σε όσους το ζητούν για λόγους θρησκευτικής συνείδησης (άθεοι, αγνωστικιστές).

Πρόκειται για το ζήτημα της σύγκρουσης της Ελευθερίας Θρησκευτικής Συνείδησης και της Επικρατούσας Θρησκείας. Ο όρος “επικρατούσα θρησκεία”, καθορισμένος εδώ και πολλές δεκαετίες και μάλιστα επαναλαμβανόμενος σε αρκετές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (όπως οι αποφάσεις με αριθμό 3533/86, 3356/95, 2176/98), έχει ως περιεχόμενο τη θρησκεία της συντριπτικής πλειονότητας του ελληνικού λαού, ιδιότητα την οποία ο κοινός νομοθέτης έχει συνδέσει με ορισμένες έννομες συνέπειες. Ο όρος “ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης” απαντά στο άρθρο 13 παρ.1 του ελληνικού Συντάγματος. Παρεμφερείς όροι κάνουν την εμφάνισή τους σε κείμενα διεθνών συμβάσεων που έχει υπογράψει και επικυρώσει και η χώρα μας. Έτσι για παράδειγμα στο άρθρο 18 της Οικουμενικής Διακήρυξης των δικαιωμάτων του ανθρώπου από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών (10 Δεκεμβρίου 1948) και στο άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου γίνεται λόγος για “ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας” και για τις εν γένει πεποιθήσεις(1). Συναφές περιεχόμενο έχει και η “Τελική Πράξη της Διασκέψεως ασφαλείας και συνεργασίας στην Ευρώπη” που υπογράφηκε στο Ελσίνκι το 1975(2).

Στην ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης αντίκειται κατ’ αρχήν κάθε είδος εξαναγκασμού σε πράξη ή παράλειψη που δεν συνάδει με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του ατόμου. Απαγορεύεται λοιπόν ο εξαναγκασμός σε θρησκευτική πράξη ή αποχή ή η αναγκαστική παρακώλυση συμπεριφοράς που επιβάλλεται από τη θρησκεία ενός ατόμου. Έτσι αλλόθρησκοι ή ετερόδοξοι μαθητές, στρατιώτες ή τρόφιμοι ιδρυμάτων δεν επιτρέπεται να υποχρεωθούν να λάβουν μέρος σε πρωινή προσευχή ή σε εκκλησιασμό κατά το τυπικό της επικρατούσας θρησκείας, να καταναλώσουν τροφή απαγορευμένη από το θρήσκευμά τους κ.ο.κ. 

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι:

1) Όντως ο εκκλησιασμός, η προσευχή και η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών στο σχολείο δεν μπορούν να καταργηθούν ή να αλλάξει ο τρόπος παροχής τους (π.χ. με καθιέρωση της θρησκειολογίας ή της διδασκαλίας διαφόρων θρησκειών ή της λατρείας σύμφωνα με άλλο τυπικό), γιατί δρά περιοριστικά το άρθρο 16 του Συντάγματος, που προβλέπει την καλλιέργεια της θρησκευτικής συνείδησης των Ελλήνων και αυτή ερμηνεύεται ως η ορθόδοξη, όπως αναλύσαμε παραπάνω.

2) Ότι μπορεί κανείς να απαλλαγεί από την προσευχή και τον Εκκλησιασμό, σύμφωνα με το δικαίωμα που του δίνει το άρθρο 13 του συντάγματος που κατοχυρώνει την θρησκευτική ελευθερία, όπως αποδείξαμε παραπάνω. 

3) Όσον αφορά την δυνατότητα απαλλαγής μαθητή από το μάθημα των θρησκευτικών, παραθέτουμε τις θέσεις του ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΕΥΤΥΧ. ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΥ Ἐπιτίμου Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου Δ.Ν. [ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΙΔΑ Νέα Θρησκευτικά – Ἡ ἑπόμενη ἠμέρα ΣΕΦ 15 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ] 2018]Βασίλειος Νικόπουλος, Το κατά το ισχύον Σύνταγμα ορθό όνομα και περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών: “ Ἔτσι μποροῦμε νά ποῦμε πώς τό μάθημα τῆς ἀνάπτυξης τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης τῶν Ἑλλήνων ἀποτελεῖται ἀπό δυό ὀργανικῶς καί γι’ αὐτό ἀρρήκτως συνδεδεμένα μεταξύ τους στοιχεῖα, τό θρησκευτικό καί τό πολιτιστικό, τά ὁποῖα συνιστοῦν μία ἀδιάσπαστη ἑνότητα ἱστορικῶς καταξιωμένη. Τοῦτο σημαίνει ὅτι δέν μποροῦμε νά ξεχωρίσομε μεταξύ τους τά δυό αὐτά ἱστορικά στοιχεῖα, διότι ὁ ἑλληνικός πολιτισμός δέν νοεῖται χωρίς τή χριστιανική του διάσταση καί ὁ ὀρθόδοξος χριστιανισμός τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολῆς δίχως τήν ἑλληνική του ἀνεξίτηλη ἀπόχρωση. Κατ’ ἀνάγκη λοιπόν μιλᾶμε γιά μάθημα ἑλληνορθόδοξου πολιτισμοῦ!

Ἕνα τέτοιο μάθημα δέν ἔχει τό δικαίωμα κανένας Ἕλληνας νά τό ἀρνηθεῖ, διότι ὅπως λέει ὁ καθηγητής καί ἀκαδημαϊκός Μαριάνος Καράσης: «κανείς δέν δικαιοῦται μέσα στήν ἐκπαιδευτική διαδικασία νά ἀρνεῖται τήν ἐκμάθηση ἑνός ἑλληνοχριστιανικοῦ πολιτισμοῦ μέ οἰκουμενική διάσταση. Ἡ γνώση τοῦ ὀρθόδοξου πολιτισμοῦ ὄχι μόνο δέν ἀντιτίθεται στίς ἀπαιτήσεις τοῦ πλουραλισμοῦ, ἀλλά ἀκριβῶς τίς ἱκανοποιεῖ. Γι’ αὐτό καί ὁ ὑποχρεωτικός χαρακτήρας τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν ὑπό τό ὡς ἄνω περιεχόμενο, ὄχι μόνο δέν ἀναιρεῖ, ἀλλά ἐπισφραγίζει τόν σεβασμό τῶν οἱωνδήποτε διαφορετικῶν πεποιθήσεων.

Τό «πρόβλημα τοῦ «Μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν» τείνει νά μετατραπεῖ περισσότερο ἀπό καθαρῶς «ἐκπαιδευτικό, παιδαγωγικό», σέ πρόβλημα «Συνταγματικό» μέ ἀπρόβλεπτες συνέπειες, μετά καί ἀπό τήν ἔκδοση τῶν γνωστῶν ἐπ’ αὐτοῦ ὀρθότατων ἀποφάσεων τοῦ Σ.τ.Ε. Περισσότερον συζητοῦμε καί προβληματιζόμαστε σήμερα γιά τήν συνταγματικότητα τῶν κρατικῶν ρυθμίσεων ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ καί λιγότερο γιά τίς ρυθμίσεις αὐτές καθεαυτές. Δυστυχῶς δέ ἀπό συνταγματική ἄποψη τό πρόβλημα ὁλοένα καί ἐπιτείνεται μέ κίνδυνο ἀπρόβλεπτων ἐξελίξεων. Ἡ ἀπευκταία αὐτή ἐξέλιξη ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς στήν ἀντισυνταγματική στάση τήν ὁποία τηρεῖ ἡ ἐκτελεστική ἐξουσία ἀπέναντι στή Δικαστική. Οἱ ἀντισυνταγματικές ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ προθέσεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀποκαλύφθηκαν μέ τήν ἔκδοση τῆς ἀπόφασης τοῦ Σ.τ.Ε., τήν ὁποίαν μέ ἰταμό θά τολμοῦσα νά πῶ τρόπο ἀρνεῖται νά ἐφαρμόσει .

Αὐτή ὅμως ἡ θέση τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἶναι ἀντισυνταγματική, διότι καταλύει στήν οὐσία τήν ἀρχή τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τόν θεμέλιον λίθον τοῦ δημοκρατικοῦ μας πολιτεύματος. Ὅταν σέ μία χώρα δέν ἀναγνωρίζεται ἡ ἀρχή αὐτή ἤ ὅταν ἀναγνωριζομένη παραβιάζεται, τότε ἡ χώρα αὐτή δέν ἔχει πολίτευμα δημοκρατικό. Ἡ κατάλυση τἤς ἀρχῆς τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν ἐπάγεται αὐτομάτως αὐτοδικαίως καί αὐτοθρόως καί τήν κατάλυση τοῦ Συντάγματος συλλήβδην! Ἡ δέ κατάλυση τοῦ Συντάγματος θέτει σέ ἐφαρμογή τό ἄρθρο 120 §4 αὐτοῦ γιά ἀντίσταση τοῦ λαοῦ στήν ὁποίαν δικαιοῦται καί ὑποχρεοῦται νά προβεῖ μέ κάθε μέσον κατά τό Σύνταγμα.

Ὑπενθυμίζω σχετικῶς στό σημεῖο αὐτό χάριν τῆς ἱστορίας καί μόνον α) τούς δικαστές – σύμβολα Πολυζωΐδη καί Τερτσέτη, οἱ ὁποῖοι πρός διαφύλαξη ἀκεραίας της ἀρχῆς τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν διώχθηκαν, φυλακίσθηκαν, προπηλακίσθηκαν καί βασανίσθηκαν ἀπό τήν ξενόδουλη ἐκτελεστική ἐξουσία τῆς ἐποχῆς τους, καί β) τόν ἐθνικό μας ἡγέτη – σύμβολο Ἐλευθέριο Βενιζέλο, ὁ ὁποῖος, στό λόγο του κατά τήν ἐπίσημη ἔναρξη τῆς λειτουργίας τοῦ Σ.τ.Ε, εἶπε: «θά ἤμουν εὐτυχής ἄν ἡ πρώτη ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου τούτου ἀκύρωνε νόμο τῆς Κυβέρνησής μου!» Καί μέ τόν παρήγορο αὐτό ἀπόηχο τῆς ἱστορίας ὡς κατακλεῖδα περατώνω τήν εἰσήγησή μου”.