του Δήμου Σερκελίδη
γραμματέα του συλλόγου Άγιος Ιωσὴφ ο Ησυχαστής

Ένα αληθινό παραμύθι αφιερωμένο στον μακαριστό π. Νικόλαο Μανώλη που ένα χρόνο πριν άφησε την τελευταία του πνοή όρθιος στο ταμπούρι του, πιστός στο καθήκον που του ανέθεσε το Ρηγόπουλο του Ουρανού, ο γλυκύτατος Υιός του Θεού, ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός.

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr 

Άγιοι πατέρες και αδελφοί, κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη, δώστε κλώτσο και γυρίσει παραμύθι ν’ αρχινήσει. Το παραμύθι του γενναίου υπαξιωματικού του Ρήγα του Ουρανού.

Μια φορά και ένα καιρό, λοιπόν, στα πολύ παλιά τα χρόνια, ήταν ένας ρήγας που είχε το παλάτι του στον ουρανό. Από κει πάνω έβλεπε τους ανθρώπους και τους λυπόταν που τους έτρωγε η μαύρη γης και το κακό τους ριζικό. Οι άνθρωποι, σαν σήκωναν τα μάτια τους στον ουρανό, έβλεπαν το παλάτι και θέλαν να το φτάσουν, μα δρόμος δεν υπήρχε να ενώνει τη γης με τον ουρανό. Ο καλόκαρδος ο ρήγας, από φιλότιμο και αγάπη, έστειλε κάτω στη γης το γιο του, το μονάκριβο Ρηγόπουλο, να ανοίξει δρόμο να ξεκινάει από τη γη και να φτάνει στον ουρανό, να ανέβουν στο παλάτι του όλοι οι άνθρωποι. Το Ρηγόπουλο υπάκουσε στο βασιλιά πατέρα του, κατέβηκε κάτω στη γη, έφτιαξε τον δρόμο και ανέβηκε πάλι στο παλάτι του.  

Μα ο δρόμος ήτανε στενός και δύσβατος, περνούσε μέσα από χαράδρες, ανέβαινε σε απάτητες βουνοκορφές, χανόνταν σε δασωμένες κοιλάδες, μέχρι που τέλειωνε στην πιο ψηλή κορφή του κόσμου, κει που βρίσκεται η πύλη του Ουρανού και είναι χτισμένο του Ρήγα το παλάτι. Το Ρηγόπουλο, που θελε να μένει ο δρόμος ανοιχτός μέχρι τα στερνά του Κόσμου, έφτιαξε στρατό μεγάλο και λαμπρό και σε κάθε ντερβένι έβαλε και έναν στρατηγό με αξιωματικούς, υπαξιωματικούς και στρατιώτες, να φυλάνε το δρόμο από τους φοβερούς Αιθίοπες ληστές. Οι ληστές αυτοί ήταν κάτι φοβεροί πολεμιστές, ανθρωποφάγοι, σαράντα πήχες ψηλοί.

Από τότε ξεκίνησε μεγάλος πόλεμος ανάμεσα στο στρατό του Ρηγόπουλου, που φύλαγε τον δρόμο και στους αιθίοπες ληστές που θέλανε να ληστέψουν και να φάνε τους διαβάτες. Ο πόλεμος αυτός βάσταξε χρόνους πολλούς και ο στρατός του Ρήγα κρατούσε μ’ αίματα και θυσίες τον δρόμο ανοιχτό. Από τον πόλεμο αυτό βγήκαν ήρωες πολλοί, που σαν απόκαμναν από το βάρος της μάχης, το Ρηγόπουλο τους ανέβαζε στο βασιλικό παλάτι να ξαποστάσουν, τους έντυνε με βασιλικά ενδύματα και τους έβαζε δίπλα του στο Βασιλικό τραπέζι. Στη θέση τους έβαζε άλλους νέους και γερούς να κρατήσουν το βάρος του πόλεμου.

Τα χρόνια κύλησαν και σιγά σιγά ο πρώτος ζήλος και η αφοσίωση άρχισε να χάνεται από το στρατό του πρίγκηπα. Το κακό και η αδιαφορία ξεκίνησε από τους στρατηγούς, πέρασε στους υποστρατήγους και τους ταξιάρχους, από κει στους αξιωματικούς και τέλος στους υπαξιωματικούς και τους στρατιώτες. Δύσκολα μπορούσες να βρεις στρατιώτη που να φυλάει ξύπνιος τη σκοπιά του. Και αν ήταν ξύπνιος και βάραγε συναγερμό μόλις έβλεπε Αιθίοπες, σπάνια βρισκόταν αξιωματικός να βγάλει τους άντρες από τον πύργο να τους καταδιώξει. Και αν υπήρχε τέτοιος καλός αξιωματικός, ήταν καταδικασμένος από την παντελή αδιαφορία των στρατηγών, που πεντάρα δεν δίναν για τα υψηλά τους καθήκοντα, να φυλάνε, δηλαδής, ολόκληρα κομμάτια του δρόμου και όποτε χρειάζεται να συγκεντρώνουν όλο το στράτευμα και να μπαίνουν αυτοί μπροστάρηδες στον κίνδυνο.

Αυτοί οι στρατηγοί, αντίς να μένουν στις σκηνές με τους στρατιώτες τους και να τρώνε απ’ το συσσίτιο, όπως κάναν τα παλιά τα χρόνια οι μεγάλοι στρατηλάτες, συνάζονταν στα μεγάλα σαλόνια και χαριεντίζονταν συναμεταξύ τους και προσφωνούσαν ο έναν τον άλλο με λέξεις τρανταχτές, που σαν τις ακούς ζυγίζουν έναν τόνο.  

«Καλημέρα σας παμμεγιστότατε στρατηγέ» προσφωνούσε ο ένας,

«Καλημέρα και σε σας Υψηλομέγιστε Επιτελάρχα», αντιφωνούσε ο άλλος.

Και νόμιζαν με τη φαντασία τους, πως με αυτά τα επίθετα θα τους γράψει η Ιστορία και πως είναι ικανοί να τρέψουν σε φυγή πέντε και δέκα λεγεώνες Αιθιόπων. Μα τι λέω Αιθίοπες; Αυτούς τους είχαν παντελώς ξεχάσει. Και όταν ακόμα έφτανε καμία αναφορά από το μέτωπο πως Αιθίοπες πολιορκούν κάποιο κάστρο ή φάγαν ασκέρια ολόκληρα ανθρώπων, που ανέβαιναν τον μεγάλο δρόμο του Ουρανού, οι στρατηγοί κάναν τους ανήξερους, ή ακόμα χειρότερα τους θιγμένους και έλεγαν οι πιο ξιπασμένοι από αυτούς:

«Μα ακόμα με τους Αιθίοπες πολεμάει ο στρατός μας;  αυτούς τους έχομε προ πολλού νικήσει. Αλίμονο, τέτοιοι σπουδαίοι στρατηγοί δεν αξίζει να διοικούμε τέτοιον άθλιο στρατό».

Με τούτα και με κείνα πολλοί στρατηγοί που ξεπερνούσαν τους άλλους στην ξιπασιά και την φαντασιοπληξία, έψαχναν να βρουν άλλο στρατό να διοικήσουν, ικανό για πιο σπουδαία πράγματα, που θα τους χαρίζε πιο αιώνια δόξα από κείνη που δικαιωματικά αναλογεί στ’ αξίωμά τους. Μα οι άθλιοι, κατέληγαν να γίνονται πιόνια στα χέρια των Αιθιόπων που, πιο πονηροί απ’ ότι μοβόροι, τους χρησιμοποιούσαν για σπιούνους μέσα στον στρατόπεδο του Ρήγα.

Η ιστορία λέει πως από αυτούς τους καντιποτένιους και προδότες στρατηγούς, ακούστηκαν οι πιο παράδοξες και φοβερές ιδέες που παρέλυσαν το στράτευμα.

Ο ένας είπε: «και ποιος ο λόγος να φυλάμε τον δρόμο αυτό, θα υπάρχουν και άλλοι δρόμοι».

Άλλος πρόσθεσε: «τον Ρήγα και το Ρηγόπουλο πάει καιρός πολύς να τους δούμε, και σάμπως μου φαίνεται πως δεν υπάρχουν».

Άλλος βρήκε να πει: «μήπως εμείς, βρε αδερφέ, εδώ χάμου δεν έχουμε άλλους ρηγάδες; μήπως και οι Αιθίοπες δεν έχουν δικό τους ρήγα να πάμε να τον προσκυνήσουμε;».

Και κάποιος τέταρτος αποφάνθηκε: 
«Πάνω απ’ όλα η αγάπη, το πρόβλημα είναι το μίσος που μας χωρίζει με τους Αιθίοπες. Σαν γεφυρώσουμε τούτο το χαντάκι και βασιλέψει αναμεταξύ μας η αγάπη και η ειρήνη δεν θα υπάρχει λόγος να κοπιάζουν οι άνθρωποι να ανεβαίνουν το δρόμο του ουρανό ούτε ‘μεις χρειάζεται να τον φυλάμε και η ζωή μας εδώ χάμω θα γίνει παράδεισος».

Κάποιοι από αυτούς τους προδότες, οι χειρότεροι, που ‘χαν τα περισσότερα λοφία στην περικεφαλαία, τα γαλόνια πλάκα και μια αρμαθιά παράσημα στο στήθος, προχώρησαν πέρα από κει που βάζει ο νους του ανθρώπου.  

Έφεραν μέσ’ το στρατόπεδο του Ρήγα τους αρχηγούς των Αιθιόπων, και τους έβαλαν να καθίσουν στη θέση που κρατούσαν πάντα αδειανή τιμητικά για το Ρηγόπουλο. Και όλοι οι αξιωματικοί και οι  υπαξιωματικοί κάναν αγήματα και απόδωσαν τιμές σε κείνους που τα παλιά τα χρόνια πολεμούσαν. Και αντάλλαζαν οι στρατηγοί του Πρίγκιπα με τους στρατηγούς των Αιθιόπων δώρα και τιμές. Και αν κάποιος της φρουράς από φιλότιμο αρνιόταν να τιμήσει τους Αιθίοπες, του ξήλωναν τα γαλόνια και τον πετούσαν να σαπίσει σε κανένα ανήλιαγο μπουντρούμι.

Αυτά ακούγανε και βλέπαν οι στρατοκόποι και άλλοι έβγαιναν από τη δημοσιά, για να πάρουν το δρόμο που τους έδειχναν για πιο σύντομο οι φύλακες στα ντερβένια και χάνονταν, οι άμυαλοι, για πάντα. Άλλοι απελπίζονταν πως το ταξίδι ήταν μάταιο και γύριζαν πίσω να κολλήσουν την χολέρα της απελπισιάς. Και άλλοι, σαν έβλεπαν τους Αιθίοπες, πήγαιναν με χαρά κοντά τους  σαν σε φίλους. Τούτοι οι τελευταίοι ήταν οι πιο δυστυχείς, γιατί τόσο πίστευαν στα αισθήματα των Αιθιόπων που, και όταν ακόμα τους βάζαν στην χύτρα να τους βράσουν, κείνοι νόμιζαν πως τους ετοιμάζουν να πάρουν το μπάνιο τους.

Το καλό Ρηγόπουλο τα έβλεπε αυτά και πικραινόταν από την αναξιότητα των αξιωματικών του και την αθλιότητα του στρατού του. Ώρες ώρες του ερχόταν να χαλάσει το δρόμο του Ουρανού και όποιος μπήκε μπήκε στο Παλάτι. Και θα το ‘χε κάνει ίσαμε μ’ εκατό φορές αν δεν τον σταματούσε η μάνα του, η Ρήγαινα, που μπορεί να ‘ταν γέννημα της Γης, μα τόσο την αγάπησε ο Ρήγας, που την έκανε μάνα του Ρηγόπουλου και δόξα του Ουρανού. Λυπόταν η καρδούλα της το γένος της και όλο έλεγε του γιου της: «Θυμήσου γιέ μου το γάλα μου που βύζαξες και κάμε για το χατίρι μου λίγη μακροθυμία, μήπως φτάσει στο παλάτι καμιά ψυχή ακόμα».

Λυπόταν τους δύστυχους ανθρώπους που με χίλιους κινδύνους ανέβαιναν ακόμα τον δρόμο του ουρανού, που στα ντερβένια αντίς για στρατό, τους καρτερούσαν εχθροί φονιάδες και έτρεχε πολλές φορές η ίδια να τους σώσει. Το Ρηγόπουλο, σαν τον παρακαλούσε με δάκρυα η μανούλα του, η Ρήγαινα, μαλάκωνε αμέσως και έδινε παράταση. Μα κι άλλο τόσο τον βάζαν στο φιλότιμο οι λίγοι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί του που μέναν πιστοί στο καθήκον τους και κρατούσαν τη θέση τους. Αυτοί οι καημένοι, από φιλότιμο έτρεχαν με κίνδυνο δικό τους, να καλύψουν και θέσεις άλλων αφιλότιμων που τις είχαν εγκαταλείψει.    

Σε τούτα τα χρόνια τα άλαλα και τα μπάλαλα, ήταν ένας υπαξιωματικός, από κείνους που βγάζουν τα στρατιωτικά τα σόγια, τα πάππου προς πάππου, ταγμένος στο καθήκον. Ο στρατηγός του τόπου του όρισε να φυλάει μόνος του μια σκοπιά χτισμένη σε ένα ριζιμιό βράχο πλάι στον δρόμο του Ουρανού. Τούτος ο υπαξιωματικός, βρέξει χιονίσει, νύχτα μέρα, κάθονταν στη σκοπιά του κρατώντας το λιανοντούφεκό του (είχαν περάσει βλέπεται τα χρόνια και οι στρατιώτες είχανε πια ντουφέκια) και αγνάντευε απ’ τη ραχούλα του πότε θα πλησιάσει κανένας στρατοκόπος να τον φυλάξει από τους μοβόρους Αιθίοπες.

Από τη σκοπιά του αγνάντευε πέρα ως πέρα  τον δρόμο του Ουρανού και λυπόταν που έβλεπε τις παραδιπλανές σκοπιές  αδειανές και τα κοντινά τα κάστρα κουφάρια εγκαταλειμμένα. Αυτή η εγκατάλειψη του έλειωνε την ψυχή και κάθε τόσο έστελνε σήματα και αναφορές στο λοχαγό του, να τα προωθήσει στον ταγματάρχη και αυτός στον στρατηγό να γίνουν ενέργειες, να φυλάγονται κάπως καλύτερα τα ντερβένια, να σώζονται οι διαβάτες. Στα λίγα χρόνια της υπηρεσίας του, παρατηρούσε πως οι διαβάτες όλο και λιγόστευαν και οι λίγοι που φτάναν μέχρι τη σκοπιά του ήταν σακατεμένοι και ζαλισμένοι. Ο καλός υπαξιωματικός τους μάζευε, τους φρόντιζε, τους έσιαχνε τον στραβωμένο λογισμό, τους έδειχνε το δρόμο και, αφού τους ορμήνευε πως να φυλάγονται, τους ξεπροβοδούσε με ευχές.

Μα η αδιαφορία των ανώτερων, η γενική εγκατάλειψη, το κατάντημα και η δυστυχία των οδοιπόρων, του φέραν του νεαρού υπαξιωματικού μελαγχολία. Δεν μπορούσε να ησυχάσει, οι άνθρωποι να χάνουνται, να μην υπάρχει κανείς να τους σώσει και κείνος να μη μπορεί να κάνει τίποτα.

Τότες, μέσα σε κείνη τη μελαγχολία, γνώρισε τον στρατηγό με το περίεργο όνομα, το στρατηγό Σιδερά. Αυτός ήταν ένας από τους πέντε-δέκα στρατηγούς, που είχαν μείνει πιστοί στο Ρηγόπουλο και στα καθήκοντά τους. Το κάστρο του ήταν ψηλά στο Μεγάλο Όρος λίγο πριν την πύλη του Ουρανού. Όποιος έφτανε μέχρι εκεί, ο αγαθός Σιδεράς εύκολα τον οδηγούσε μέχρι την πύλη του Ουρανού. Ο ίδιος ήταν από τους λίγους που έφθασε μέχρι τον Ουρανό και είδε του πρίγκιπα το γλυκό και ακριβό του Πρόσωπο, που σαν το δεις λιώνει το είναι σου. Και από τότε, από πολλή φιλοτιμία, άφησε το κάστρο του και έτρεχε όλο το δρόμο, από κει που αρχίζει στην άκρη του κόσμου μέχρι το τέλος του στην άκρη του Ουρανού, και έδινε μάχες με τους Αιθίοπες να σώσει όσες ψυχές παραπάνω μπορεί.

Τούτος ο στρατηγός πήρε το αξίωμά του με τον πιο περίεργο τρόπο. Στρατηγούς βγάζουν οι στρατιωτικές σχολές και όχι τα σιδεράδικα θα μου πει κανείς, μα τούτος στάθηκε η εξαίρεση. Άλλοι λένε πως στα νιάτα του ήταν σιδεράς, και άλλοι λένε πως ο ίδιος ήταν από σίδερο. Τον έβλεπε ο Πρίγκιπας, τον καιρό που ήταν ακόμα  στρατιώτης στο πόλεμο, να πιάνει τους Αιθίοπες και να τους λειώνει δυο δυο, και τόσο τον χαιρόταν που γρήγορα τον έκανε στρατηγό «επ’ ανδραγαθία». Μόλο που ο σιδεράς δεν ήξερε να λέει κουβέντες με περικοκλάδες και δεν είχε πτυχία που δίνουν οι στρατιωτικές σχολές, ήξερε την τέχνη του πολέμου καλύτερα από τον καθένα και διοικούσε παραπάνω με το παράδειγμα και λιγότερο με τα λόγια. Για κείνο που αδιαφορούσε παντελώς, ήταν για τα παράσημα, τα λιλιά, τις τιμές και τις μακρόσυρτες προσφωνήσεις που ταιριάζουν σε στρατηγούς.

Αυτός, λοιπόν, ο αγαθός στρατηγός είδε τον υπαξιωματικό μας που κλαιγε την κατάντια του στρατού και τη δική του και τον αγάπησε πολύ, όσο μπορεί να αγαπήσει πατέρας το γιο του και άλλο τόσο και άλλο τόσο. Του ‘βαλε φωτιά στο στήθος, γενναιότητα στην καρδιά, απέραντη αγάπη για το Ρηγόπουλο και του ‘πε: «Μικρέ, θα σου μάθω την τέχνη του πολέμου’, όπως την πήρα και γω από τους πιο παλιούς. Κοίτα και συ, όσα σου μάθω να τα βάλεις το κατά δύναμιν σε ενέργεια».

Ο καλός υπαξιωματικός, που χε βγάλει με άριστα την στρατιωτική σχολή του και ήξερε τα πολεμικά, όσο πρέπει να τα ξέρει ένας του βαθμού του και ακόμα παραπάνω, έκατσε δίπλα στο στρατηγό και έμαθε την πολεμική τέχνη την αληθινή, κείνη που τη μαθαίνεις πάνω στη μάχη με το αίμα σου και όχι την άλλη που τη μαθαίνεις κουνώντας πιόνια στη σκακιέρα. Αφού ο στρατηγός είδε πως ο μαθητής του το‘ μαθε το μάθημα του,  σαν στρατηγός του λέγει: «Όρμα και σαν πέσεις μη φοβάσαι, σε βαστώ εγώ» και σαν πατέρας του δωσε την ευχή του τη μεγάλη και έφυγε.

Ο νεαρός ο υπαξιωματικός, σαν έμεινε μόνος, κάθισε και σκέφθηκε πως με το λιανοντούφεκό του ίσα που μπορεί να σώσει κανένα στρατοκόπο που θα καταφέρει να φτάσει μέχρι το δικό του διάσελο. Από τον λοχαγό και τον μέραρχο, είτε επειδή δεν ήθελαν, είτε επειδή δεν μπορούσαν, δεν είχε να περιμένει τίποτα άλλο. Αν όμως έβγαινε στη ράχη πάνω και άρχισε να φωνάζει:
«εεε! άνθρωποι, εδώ είναι ο σωστός δρόμος, από δω πάνε για τον ουρανό» και έριχνε μέσα μέσα και καμιά μπαταριά για να φοβούνται οι Αιθίοπες, ήταν ελπίδα να γλυτώσει και κανένα διαβάτη παραπάνω. Αυτά βέβαια δεν είναι καθήκοντα σκοπού, μα έτσι το’χει η στρατιωτική η τέχνη. Στις δύσκολες στιγμές  να μπαίνει μπρος η πανουργία και το θάρρος για να καλύψουν τα κενά στο μέτωπο.

Αμ’ έπος αμ’ έργον, ο υπαξιωματικός ανέβηκε στη ραχούλα και άρχισε να φωνάζει να τον ακούσουν οι διαβάτες. Μέσα μέσα έριχνε και καμία μπαταριά να φοβούνται οι ληστές. Δεν πέρασε πολύς καιρός και οι σκοποί που κοιμούνταν στις παραδιπλανές σκοπιές άρχισαν να ενοχλούνται που χάνανε τον ύπνο τους. Αυτοί ενόχλησαν τους παραπάνω, οι παραπάνω τους ακόμα πιο πάνω και τέλος ενοχλήθηκε ο τέρμα πάνω στρατηγός εκείνου του μέρους, ας πούμε ο μέραρχος.

Επειδή οι φωνές του υπαξιωματικού προσέβαλαν τον εκλαμπρότατο μέραρχο, που μόνο εκείνος έχει βάσει νόμου δικαίωμα να φωνάζει, και επειδή  οι μπαταριές του χάλαγαν τον ύπνο, μηχανεύτηκε τρόπους να  τον κάνει να σωπάσει. Δυσκολεύτηκε, όμως, επειδή δεν μπορούσε να τον πάρει από την σκοπιά του στο ντερβένι, γιατί ήταν διορισμένος με βασιλικό φιρμάνι. Αποφάσισε τότες να του στείλει άλλον υπαξιωματικό δίπλα του, κακόγνωμο και δύσκολο. Σκέφτηκε λέει ο εκλαμπρότατος, ότι τούτοι οι δυο θα μαλώσουν και θα πιαστούν και όλο θα μου δώσει αφορμή ο νεαρός υπαξιωματικός να τον περάσω δικαστήριο και να τον διώξω από τη σκοπιά του, να πάψει να ακούγεται η φωνή και οι μπαταριές του.

Ο υπαξιωματικός έδειξε στον νέο συνάδελφό του αγάπη και αφοσίωση. Τον ενημέρωσε καθηκόντως τα της θέσης τους: “Να, εδώ είναι η σκοπιά μας, να έτσι και έτσι έκανα εγώ όσο τη φυλούσα μονάχος και έλα να τη φυλάξουμε μαζί, γιατί οι δυο φυλάνε καλύτερα από τον ένα”.

Μα ο άλλος ήταν αλλιώς ορμηνευμένος και άρχισε τις αντιζηλίες. Σαν πέρασε ο καιρός και διορίστηκε αυτός αρχηγός της σκοπιάς, λέγει του νεαρού υπαξιωματικού: «Τώρα πια εσύ δεν θα φυλάς σκοπιά, δεν θα στέλνεις σήματα από τον τηλέγραφο στο αρχηγείο, δεν θα βγαίνεις στο διάσελο να φωνάζεις να σε ακούνε οι διαβάτες, ούτε θα ρίχνεις μπαταριές να φοβούνται οι ληστές».

Διαμαρτυρήθηκε ο υπαξιωματικός στους ανωτέρους του, μα του κάκου. Ο εκλαμπρότατος μέραρχος κάθε λίγο και λιγάκι τον καλούσε να απολογηθεί για του ψύλλου το πήδημα. Δεν πέρασε πολύς καιρός που του είπε ξεκάθαρα: «Άκου μικρέ, δε σε βάλαμε σε κείνη τη σκοπιά για να αλλάξεις τον κόσμο… Ή σταμάτα να φωνάζεις και κάνε όπως οι άλλοι, ή πάρε δρόμο και τράβα παρακάτω. Είναι κάτι στρατηγοί που ακόμα νομίζουν ότι ήμαστε στα χρόνια τα παλιά και αληχτάνε σαν τα σκυλιά. Πάνε στη δούλεψή τους και άδειασέ μας τη γωνιά».

Μα ο νεαρός υπαξιωματικός αρνήθηκε να φύγει και να εγκαταλείψει έτσι άδοξα τη θέση του. Τότες ο εκλαμπρότατος μέραρχος, κάλεσε τους λαμπερότατους συμβούλους του και βάλαν σε εφαρμογή τα πιο καταχθόνια σχέδιά τους. Κατηγόρησαν τον νεαρό υπαξιωματικό με ψευτιές  για εσχάτη προδοσία. Τον προδότη, κείνον τον βάρβαρο καιρό, τον εκτελούσαν και τον πετούσαν στα σκυλιά να τον φάνε. Αυτή τη μοίρα σχεδίαζαν για τον φιλότιμο υπαξιωματικό.

Ο νεαρός υπαξιωματικός, σαν άκουσε τη κατηγορία που του έραψαν, τόσο πικράθηκε από την σκληροκαρδία των αρχόντων, που ‘νιωσε στο στόμα του το πικρό φαρμάκι του Άδη. Έκατσε χάμω και έκλαιγε απαρηγόρητα. Τα δάκρυα κυλούσαν σαν ρυάκια στα δυο του παλικαρίσια μάγουλα και κάνανε λιμνούλες. Έτσι τον βρήκε ο στρατηγός Σιδεράς. Μόλις τον είδε κατάλαβε τι έγινε, γιατί ερχόταν από το παλάτι, και όσοι είναι στο παλάτι βλέπουν και τα παλιά και τα μέλλοντα και τον πόνο που έχει ο καθένας μέσα του. Τον σήκωσε, του σκούπισε τα δάκρυα και του έδωσε θάρρος: «Άκου λεβέντη μου» του είπε, «το Ρηγόπουλο εκεί πάνω ξέρει ποιοι κουράζονται για την αγάπη του. Δυσκολία είναι, φουρτούνα και θα κοπάσει. Ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται».

Τούτα τα απλά λόγια, σαν τα πω εγώ ή σεις, γίνονται φύλλα που τα παίρνει ο άνεμος στο πουθενά, μα σαν τα είπε ο αγαθός στρατηγός, μια μεγάλη δύναμη μπήκε στην καρδιά του υπαξιωματικού, στάθηκε στα πόδια του με θάρρος και χαρά μεγάλη τον κατέκλυσε. Και έγινε έτοιμος για όλα.

Σηκώθηκε τότες ο υπαξιωματικός, παρουσιάστηκε στον μέραρχο και ζήτησε με θάρρος το δίκιο του. Ζήτησε να δικαστεί με αυστηρότητα, αλλά με τον νόμο και να είναι δικαστής το ίδιο το Ρηγόπουλο. Με τούτα και με κείνα αποδείχτηκε φανερά, πως οι κατηγορίες ήταν ψεύτικες και οι λαμπερότατοι σύμβουλοι του εκλαμπρότατου μεράρχου αναγκάστηκαν να τις αποσύρουν, για μεγάλο τους ρεζίλι.

Ο εκλαμπρότατος Μέραρχος, σαν είδε και απόειδε ότι δεν μπορεί να διώξει με διαβολές τον υπαξιωματικό από τη θέση του, έστειλε την υπόθεση στο παραπάνω όργανο, στο στρατοδικείο, ας πούμε, ζητώντας από τους αξιοτιμότατους και ακριβοδικαιότατους στρατηγούς δικαστές να τον μεταθέσουν σε άλλη σκοπιά στου πουθενά τη μέση. Και ακόμα να του φιμώσουν το στόμα ή να του ξεριζώσουν τη γλώσσα, μη τυχόν και θελήσει να τον μιμηθεί κανένας της σειράς του και τα βάλει με τους μεγιστοτεράστιους στρατηγούς. Πάλι σαν το έμαθε ο νεαρός υπαξιωματικός πληγώθηκε, τον πήρε το φιλότιμο, μα δεν λύγισε, γιατί τα λόγια του Σιδερά, του αγαθού στρατηγού, που φύλαγε στην καρδιά του, τον έκαναν να μην νιώθει φόβο για τίποτα.

Παρουσιάστηκε, λοιπόν, ο νεαρός υπαξιωματικός στο στρατοδικείο και οι δώδεκα παμμεγιστοακριβοδικαιότατοι δικαστές του απήγγειλαν την κατηγορία. Έπειτα ήρθε η σειρά του φιλότιμου υπαξιωματικού να απολογηθεί, μα κανένας δεν άκουσε την απολογία του. Ο ένας στρατηγός ήταν κάπως γέρος και λιγάκι κουφός. Ο άλλος του πονούσε το κεφάλι δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Ο τρίτος είχε στο νου του να λύσει ένα μέγιστο πρόβλημα της ανθρωπότητας και δεν καταδέχτηκε να ακούσει. Ο τέταρτος είχε τα αυτιά βουλωμένα, γιατί του τα βούλωσε με βουλοκέρι ένα τηλεφώνημα που του έκανε ο εκλαμπρότατος μέραρχος το προηγούμενο βράδυ. Ο πέμπτος είδε τον απολογούμενο με συμπάθεια, αλλά τον άκουσε με απάθεια. Ο έκτος δεν είδε, δεν άκουσε. Ο έβδομος ομοίως. Ο όγδοος παρομοίως. Ο ένατος μήτε ξέρουμε αν είδε ή αν άκουσε. Ο δέκατος μήτε ήξερε ποιος και γιατί απολογείται, μήτε και ρώτησε, ο εντέκατος τον ερώτησε «γιατί, βρε παιδί, αυτός ο φανατισμός εκ μέρους σου, αυτά δεν είναι σωστά πράγματα».
Και ο δωδέκατος, ο πλέον βαθυνούστατος και προεδρεύων της συνεδριάσεως είπε το: «λήγει η συνεδρίασις, άντε γιατί έχουμε και δουλειές». Και κάπως έτσι οι παμμεγιστοακριβοδικαιότατοι δικαστές ετοιμάστηκαν να αποχωρήσουν για να βγάλουν την απόφαση.

Κει πάνω λοιπόν, που ήταν έτοιμοι να βγάλουν την απόφαση, να τον μεταθέσουν, να του ξεριζώσουν τη γλώσσα και να τον τιμωρήσουν με λογής λογής βασανιστήρια, πάντα με την αρχή της επιείκειας και της φιλανθρωπίας, έγινε το αναπάντεχο, κάτι που δεν έγινε ποτέ και αν ποτέ έγινε δεν το γράφει κανένα βιβλίο. Άνοιξαν οι πόρτες και μπήκε μέσα η Ρήγαινα και μητέρα του Ρηγόπουλου. Φως ουράνιο έλουσε τα πάντα και όλοι τυφλώθηκαν από τον ήλιο που φορούσα κορώνα στο κεφάλι της. Τότε ακούστηκε η αυστηρή φωνή της:
«Εκλαμπρότατοι δικαστές, τρισμεγαλιότατοι και παμμεγιστότατοι, χάρισμά σας τα ονόματά σας να τα χαίρεστε και σαν τα μικρά παιδιά. Μα μην ξεχνάτε ούτε στιγμή πως και σεις και ο νεαρός υπαξιωματικός που τώρα δα δικάζετε, είστε δούλοι του Υιού μου του Πρίγκιπα και Βασιλέως.  Ο υιός μου, το Ρηγόπουλο, για να ανοίξει τον δρόμο του Ουρανό, δικάστηκε παράνομα και καταδικάστηκε άδικα, γιατί ο δικαστής του φοβήθηκε την δύναμη του κατηγόρου. Σεις, που ο Υιός μου σας έβαλε εδώ στρατηγούς και δικαστές, κοιτάξτε να αποδώσετε δικαιοσύνη χωρίς να φοβηθήτε κανένα».

Και έφυγε τόσο ξαφνικά όπως ήρθε.

Μέχρι εδώ ξέρω και παρακάτω δεν μου είπανε, και θα ‘δινα τη μισή ζωή μου να μάθω τι έγινε με τούτη την ιστορία. Και αν μάθετε σεις, μηνύστε μου να’ρθω να μου την πείτε.

Να μάθω αν ζήσαν ο υπαξιωματικός, ο μέραρχος και οι δικαστές καλά. Σεις πάντως, να ζήσετε καλύτερα.

Υ.Γ.1 Αφιερωμένο σε κάθε αγωνιστή φιλότιμο παπαδάκο που φυλάει τη σκοπιά του, το μικρό ή το μεγάλο ποίμνιό του, από τους Αιθίοπες αιρετικούς και τους προδότες οικουμενιστές, στους πέντε – δέκα στρατηγούς – αρχιερείς που κρατάνε ζωντανή την Ορθοδοξία και, εξαιρέτως, στον Αγαθό Στρατηγό Σιδερά, γέροντα της Ι.Μ. Κωνσταμονίτου Αγάθωνα, ου και γένος εσμέν εν Κυρίω.

Υ.Γ.2 Κάθε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα και καταστάσεις που αφορούν στην περίπτωση του πατρός Νικολάου Μανώλη είναι «εντελώς τυχαία».

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra