Ἄρθρο τοῦ Ἐλευθερίου Κρητικοῦ, θεολόγου
ἀποκλειστικά γιά τήν https://katanixi.gr/

“Ἡ προσφορά τῆς θείας κοινωνίας χωρίς τή μετοχή τῶν πιστῶν στή θεία λειτουργία καταργεῖ τήν ἔννοια τῆς θείας εὐχαριστίας ὡς μυστηριακῆς συνάξεως τῶν μελῶν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ καί τῆς φανέρωσης τῆς Ἐκκλησίας”

Ἐπιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr


Προσφορά τῆς θείας κοινωνίας ἐκτός τῆς θείας λειτουργίας. Ἡ ἐγκύκλιος τοῦ ἀρχιεπισκόπου Καναδᾶ

Ἐλευθερίου Κρητικοῦ, θεολόγου

Ἡ ἀπαγόρευση τῆς συμμετοχῆς τῶν πιστῶν στή θεία λειτουργία κατά τήν περίοδο τοῦ κορωναϊοῦ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τή στέρηση τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ ἀπό τούς πιστούς. Προκειμένου ὅμως οἱ πιστοί νά μή στεροῦνται τῶν ἀχράντων μυστηρίων, κάποιοι ἐκκλησιαστικοί ταγοί ἐφηῦραν τόν τρόπο τοῦ διαχωρισμοῦ τῆς θείας κοινωνίας ἀπό τή θεία λειτουργία. Τήν προσφορά, ἑπομένως, τοῦ καρποῦ ἐκτός τῆς λειτουργίας.

Στό συγκεκριμένο ἄρθρο θά ἐξετάσουμε ἀπό θεολογικῆς ἀπόψεως αὐτή τήν πρακτική. Εἶναι ἄραγε ἐπιτρεπτός ὁ διαχωρισμός τῆς θείας λειτουργίας ἀπό τή θεία κοινωνία; Ἀντιβαίνει στή δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας καί στήν ἱερά Παράδοση; Σέ ποιές περιπτώσεις εἶναι δυνατόν νά μεταλάβουν οἱ πιστοί χωρίς τή συμμετοχή τους στή θεία λειτουργία; Τί ἔκανε ἡ Ἐκκλησία σέ ἀνάλογες περιπτώσεις διωγμοῦ ἤ πανδημιῶν;

Ἀφορμή γιά τήν ἐνασχόληση μέ αὐτό τό θέμα καί τή σύντομη αὐτή μελέτη μᾶς ἔδωσε ἡ δημοσιευθεῖσα κατά τήν 3η Δεκεμβρίου 2020 ἐγκύκλιος τοῦ Μητροπολίτου Κορίνθου κ. Διονυσίου1. Μέσῳ αὐτῆς προτρέπει τούς κληρικούς τῆς Μητροπόλεώς του νά διαβάσουν καί νά ἐφαρμόσουν τήν ἐγκύκλιο τοῦ ἀρχιεπισκόπου Καναδᾶ κ. Σωτηρίου μέ θέμα «Κορωνοϊός, Χριστούγεννα και Θεία Κοινωνία. Επίθεση ο κορωνοϊός. Αντεπίθεση εμείς»2.

Ὁ ὑποφαινόμενος δέ γνωρίζει τήν περιρρέουσα πνευματική κατάσταση στόν Καναδά ἀλλά, λόγῳ τῆς προώθησής της ἀπό τόν Μητροπολίτη τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας, τή σχολιάζει. Αὐτή ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται συνετή. Ὡστόσο, κατά τήν ταπεινή μας γνώμη, μέ μιά προσεκτικώτερη μελέτη ἀντιλαμβάνεται κανείς τίς ἐλλείψεις της. Σημειωτέον ὅτι ἡ κριτική μας περιορίζεται στό θεολογικό περιεχόμενο τῆς ἐγκυκλίου καί οὐδόλως ἀφορᾶ στούς ἐκδόσαντες ἤ προωθήσαντες αὐτήν.

  1. Ἀντεπίθεση στό διάβολο μέ λάθος τρόπο.

Ἀρχικά, ὁ Μητροπολίτης Καναδᾶ ἀναγνωρίζει ὅτι τό κλείσιμο τῶν ναῶν εἶναι ἔργο τοῦ διαβόλου. Ἀναφέρει χαρακτηριστικά: «Ο σατανάς µε τον κορωνοϊό κατάφεραν να µας κλείσουν τις εκκλησίες και να μείνει ο κόσμος χωρίς Θεία Κοινωνία». Βεβαίως αὐτό εἶναι ὀρθό καί γιά νά γίνει κατανοητό πρέπει νά ἐξετασθοῦν δύο ἐρωτήματα. Πρῶτον τί εἶναι ἡ λατρεία καί δεύτερον ποιό εἶναι τό ἔργο τοῦ διαβόλου καί τῶν δαιμόνων. Ὁ ὅρος «λατρεία» προέρχεται ἀπό τό ρῆμα «λατρεύω», πού σημαίνει εἶμαι ἀφοσιωμένος σέ κάποιον, τόν ἀγαπῶ, τόν σέβομαι, τόν τιμῶ. Ἡ χριστιανική λατρεία εἶναι ἡ φανέρωση τῆς εὐσέβειας τῶν πιστῶν πρός τό Θεό. Κέντρο της εἶναι ἡ θεία εὐχαριστία. Ἡ θεία λατρεία εἶναι ἀναγωγική καί μυσταγωγική, γιατί ἀνυψώνει τόν πιστό πρός τόν οὐρανό καί τόν μυεῖ στή λατρεία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ μέ τά θεοσύστατα μυστήρια. Ἔχει, ἐπομένως, ἀξία σωτηριολογική καί ἁγιαστική.

Τό ἔργο τοῦ διαβόλου, ἀπό τήν ἄλλη, εἶναι ἡ ἀντενέργεια στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἡ ὑπονόμευση τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Σωτήρα καί ἡ ἀντίδραση στήν οἰκειοποίηση τῆς σωτηρίας ἀπό τόν ἄνθρωπο.

Κατά ταῦτα, ἐάν δεχθοῦμε τήν ἀξία τῆς θείας λατρείας καί τό ἔργο τοῦ διαβόλου ὅπως παρουσιάστηκαν ἀνωτέρω, γίνεται φανερό σέ ποιόν ἀνήκει τό κλείσιμο τῶν ναῶν. Τό ἐντυπωσιακό ὅμως εἶναι ὅτι, ἐνῷ ἀποδίδεται στό διάβολο τό κλείσιμο τῶν ναῶν καί ἑπομένως ἡ ἀπαγόρευση τῆς θείας λατρείας, δέ συνιστάται ἀπό τό συντάκτη τῆς ἐγκυκλίου νά ἐνεργήσουν οἱ κληρικοί του ἀντίθετα ἀπό τό θέλημα τοῦ διαβόλου. Σέ μιά τέτοια περίπτωση θά ἔπρεπε νά ἀνοίξουν οἱ ναοί καί ἐπομένως ὁ σατανάς νά πολεμηθεῖ μέ τήν ἀντίθετη ἐνέργεια καί πράξη. Ἀντ’ αὐτοῦ, προτείνεται μιά παράδοξη παραίνεση κατά τήν ὁποία οἱ πιστοί δύνανται νά κοινωνοῦν τοῦ σώματος καί αἵματος τοῦ Χριστοῦ χωρίς νά λειτουργοῦνται.

  1. Ἀποκοπή τῆς θείας κοινωνίας ἀπό τή θεία λειτουργία.

Συνεχίζει ὁ Μητροπολίτης Καναδᾶ στήν ἐγκύκλιό του δίνοντας τόν τρόπο κατά τόν ὁποῖο θά κατατροπωθεῖ ὁ διάβολος -κατά τή δική του ἀντίληψη. Ἀναφέρει χαρακτηριστικά: «Κάνετε περισσότερες Θείες Λειτουργίες µέσα στην εβδοµάδα. Λειτουργήστε το πρωί και κρατήστε την Θεία Κοινωνία. Να καταλύετε την Θεία Κοινωνία την επόµενη ηµέρα, µετά την Θεία Λειτουργία. Καλέστε τους χριστιανούς κατά οικογένειες να έρθουν να κοινωνήσουν. Ορίστε ηµέρα και ώρα. Να µη µείνει κανείς χριστιανός, από τώρα µέχρι τα Χριστούγεννα, χωρίς να κοινωνήσει».

Ἐπικυρώνει διά τῆς ἐγκυκλίου του μιά νέα πρακτική πού εἶναι ἡ ἀποκοπή τῆς θείας κοινωνίας ἀπό τή θεία λειτουργία. Αὐτό, φυσικά, εἶναι ξένο πρός τήν ἱερά Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας -πλήν συγκεκριμένων περιπτώσεων- καί θά τό ἀποδείξουμε μέ βάση τή λειτουργική πράξη καί τή δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Ἡ λέξη «λειτουργία» εἶναι σύνθετη. Προέρχεται ἀπό τό «λεῖτος», πού σημαίνει λαός, καί τό «ἔργον». Δηλαδή εἶναι ἔργο ὅλου τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ἔργο τοῦ Θεοῦ μέ συνεργό τό λαό του. Γι’ αὐτό καί κατά τήν τέλεση τῆς θείας λειτουργίας εἶναι ἀπαραίτητη καί ἀναγκαία ἡ παρουσία τοῦ λαοῦ. Μιά ματιά στό κείμενο τῆς θείας λειτουργίας εἶναι ἀρκετή γιά νά ἀποδείξει πώς σέ κάθε μέρος της προϋποτίθεται ἡ παρουσία τοῦ λαοῦ. Αὐτή ἔχει χαρακτήρα διαλογικό. Ἄλλοτε μιλάει ὁ ἱερέας στό λαό ἤ στό Θεό καί ἄλλοτε ὁ λαός στόν ἱερέα ἤ στό Θεό. Ὁ λαός ἀπαντάει τό «Ἀμήν», τό «Κύριε, ἐλέησον», τό «Παράσχου, Κύριε», τό «Καί μετά τοῦ πνεύματος σου» κ.λπ. Οἱ εὐλογίες, ἐπιπροσθέτως, ἀπευθύνονται πρός τό λαό. Οἱ δέ εὐχές διαρκῶς ὁμιλοῦν γιά τόν «παρεστῶτα λαόν». Βεβαίως, ὁ λαός μπορεῖ νά ἀντιπροσωπεύεται ἀπό ἕνα καί μόνο ἄτομο. Ἀλλά αὐτό δέ σημαίνει ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ ἀπαγόρευση τοῦ λαοῦ στή θεία λειτουργία ἤ ἡ ἀποκοπή τῆς θείας κοινωνίας ἀπό τή θεία λειτουργία, ὅπως θά καταδειχθεῖ στή συνέχεια.

Ἀναμφίβολα, ἡ θεία κοινωνία πρέπει νά προσφέρεται στό λαό τήν καθορισμένη γι’ αὐτό στιγμή, δηλαδή στό «Μετά φόβου Θεού…». Ὁ σκοπός τελέσεως τῆς θείας λειτουργίας εἶναι ἡ μετάληψη τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου. Αὐτό εἶναι ἕνα ἀπό τά βασικά της σημεῖα, τό δεύτερο πιό σημαντικό μετά ἀπό τόν καθαγιασμό τῶν τιμίων δώρων. Ὁ λόγος τῆς συστάσεως τοῦ μυστηρίου εἶναι ἡ μετοχή σ’ αὐτό. Αὐτό δηλώνουν καί τά ἱδρυτικά κυριακά λόγια: «Λάβετε φάγετε…», «Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες…». Ἐπιπροσθέτως, μετά τόν καθαγιασμό λέει ὁ ἱερέας: «Ὥστε γενέσθαι τοῖς μεταλαμβάνουσι…» καί ἐν συνεχείᾳ «…Καταξίωσον ἡμᾶς μεταλαβείν…». Βλέπουμε ὅτι γίνεται μιά συστηματική προπαρασκευή γιά τήν κοινωνία τῶν πιστῶν, τῆς ὁποίας ἕπεται εὐχαριστία καί δοξολογία πρός τό Θεό, πού τούς ἀξίωσε νά κοινωνήσουν. Ποιό νόημα, ἄραγε, ἔχουν οἱ εὐχαριστήριες εὐχές μετά τήν κοινωνία τῶν πιστῶν ἐάν αὐτή δέν ἔχει γίνει; Ὡς ἐκ τούτου, γίνεται ἀντιληπτό ὅτι ὅλη ἡ θεία λειτουργία εἶναι μία πορεία τῆς ὁποίας σκοπός εἶναι ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Θεό στό κοινό ποτήριο. Τό νά μετατίθεται ἡ θεία κοινωνία ἐκτός τῆς θείας λειτουργίας ἀποτελεῖ ἐμπαιγμό, ἀγυρτεία καί κατακρεούργηση τοῦ μυστηρίου. Καταστρέφεται ἡ ὀργανική συνάφεια τῆς ἱερουργίας μέσα στήν ὁποία ἀνήκει ἡ θεία κοινωνία.

Ἡ θεία λειτουργία ἀποτελεῖ συγκεφαλαίωση τῆς ὅλης Οἰκονομίας. Σέ αὐτή βιώνονται ὅλα τά θαυμαστά καί σωτηριώδη γεγονότα. Σέ αὐτή γίνεται ὄχι ἁπλῶς ἀνάμνηση ἀλλά ἀναβίωση, ἀναπαράσταση, ἱερουργία τῶν γεγονότων τῆς ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ. Ἀνα-παρίσταται ὁ Χριστός! Ὅπως λέγεται στή λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου: «Ἤνυσται καί τετέλεσται…Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν τό τῆς σῆς οἰκονομίας μυστήριον». Ἡ ἀναβίωση τῶν θείων γεγονότων ἀπό τούς πιστούς συντελεῖ στήν καλύτερη προετοιμασία τους γιά τή θεία κοινωνία. Ἐνώπιον τῶν πιστῶν φανερώνεται ὅλη ἡ θεία οἰκονομία, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας: «Καί ἐστίν ἡ πᾶσα μυσταγωγία καθάπερ τίς εἰκών μία, ἑνός σώματος τῆς τοῦ Σωτῆρος πολιτείας»3. Ἑπομένως, ἡ ἀπομόνωση τῆς θείας κοινωνίας ἀπό τή θεία λειτουργία, ὄχι ἁπλῶς δέ βοηθάει τούς πιστούς στήν ἀναβίωση τῶν θείων γεγονότων, ἀλλά διασπᾶ καί τήν τάξη καί τήν ἁρμονία.

Ἡ προσφορά τῆς θείας κοινωνίας χωρίς τή μετοχή τῶν πιστῶν στή θεία λειτουργία καταργεῖ τήν ἔννοια τῆς θείας εὐχαριστίας ὡς μυστηριακῆς συνάξεως τῶν μελῶν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ καί τῆς φανέρωσης τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ σύναξη τῶν πιστῶν σ’ ἕναν ὁρισμένο τόπο καί ὁρισμένη ὥρα μέ σκοπό τήν τέλεση τῆς θείας εὐχαριστίας φανερώνει τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ. Ἡ θεία εὐχαριστία ἔχει συλλογικό χαρακτήρα καί αὐτό κατανοεῖται ἀπό τίς εὐχές, πού τήν ἀπαρτίζουν, οἱ ὁποῖες εἶναι διατυπωμένες σέ ἀριθμό πληθυντικό. Ἡ θεία εὐχαριστία, ὅπως καί ὅλα τά μυστήρια, εἶναι ἔργα τοῦ σώματος καί οἱ μυστηριακές ἐκφάνσεις φανερώνονται στό σῶμα. Τά μυστήρια, ἑπομένως, δέν μποροῦν νά ἀπομονωθοῦν ἀπό τό σῶμα, διότι τότε εὐνοεῖται καί ἐξυπηρετεῖται μιά φρικτή ἀντίληψη: ὅτι τά μυστήρια ἔχουν μαγικό χαρακτήρα. Τό μυστήριο τῆς θείας λειτουργίας ἀποτελεῖ τή δύναμη πού ἐμποδίζει τή διάσπαση τοῦ σώματος καί τό συγκρατεῖ ἑνωμένο. Δι’ αὐτοῦ πραγματώνεται ἡ ἑνότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, ἐνῷ ταυτόχρονα ἀποτελεῖ, ὅπως καί ὅλες οἱ μυστηριακές τελετές, ἕνα ὀργανικό μέρος αὐτοῦ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἐν Χριστῷ σώματος. Γι’ αὐτό ὁ Νικόλαος Καβάσιλας λέγει ὅτι ἡ Ἐκκλησία «σημαίνεται ἐν τοῖς μυστηρίοις»4. Προϋπόθεση τοῦ μυστηρίου εἶναι ἡ πραγματικότητα τοῦ ἑνιαίου σώματος. Ἄλλωστε, τά μυστήρια εἶναι τό ἴδιο τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί ὄχι μεμονωμένες τελετές. Γι’ αὐτό δέν εἶναι δυνατόν νά ἀποκοπεῖ ἡ κοινωνία ἀπό τή λειτουργία. Ἐξάλλου, ἐάν συμβεῖ αὐτό, δέν ὑπάρχει λόγος νά τελεῖται συχνά ἡ θεία λειτουργία. Θά ἀρκοῦσε ἡ τέλεσή της λίγες φορές τό χρόνο καί ἡ διατήρηση τῆς θείας κοινωνίας πρός μετάληψη τῶν πιστῶν.

Πρός ἐπίρρωση τῶν ἀνωτέρω σημειωθέντων καί πρός ἀπόδειξη τῆς ἑνότητας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, συνηγορεῖ τό ἐκκλησιολογικό σχεδίασμα τοῦ Παύλου. Σέ αὐτό ἰδιαίτερη θέση ἔχουν οἱ εἰκόνες τοῦ σώματος προκειμένου νά καταδειχθεῖ ὁ στενός σύνδεσμος, ἡ συνύφανση τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας πρός τό Χριστό. «Αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος, τῆς ἐκκλησίας»5 καί «αὐτὸν ἔδωκε κεφαλὴν ὑπὲρ πάντα τῇ ἐκκλησίᾳ, ἥτις ἐστὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ, τὸ πλήρωμα τοῦ τὰ πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου»6 καί πάλι «οὕτως οἱ πολλοὶ ἓν σῶμά ἐσμεν ἐν Χριστῷ, ὁ δὲ καθ᾿ εἷς ἀλλήλων μέλη»7. Ἐπιπλέον, ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης καταγράφει ἄλλες δύο εἰκονικές διηγήσεις, πού ἀφοροῦν τήν Ἐκκλησία: τοῦ ποιμένα (10, 1-16) καί τῆς ἀμπέλου (15, 1-10). Ἐφόσον, ὅμως, στή θεία λειτουργία γίνεται ἡ φανέρωση τῆς Ἐκκλησίας, διερωτᾶται κανείς πῶς εἶναι δυνατόν νά διαχωρισθεῖ ἡ κεφαλή ἀπό τό σῶμα ἤ τό κλῆμα ἀπό τό ἀμπέλι ἤ τό ποίμνιο ἀπό τόν ποιμένα;

Πέρα τῶν μέχρι τοῦδε ἀναφερθέντων σημείων, τά ὁποῖα καταδεικνύουν τήν κατάργηση τῆς ἐννοίας τῆς θείας εὐχαριστίας ὡς μυστηριακῆς συνάξεως καί συγκροτήσεως τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώματος Χριστοῦ, πρέπει ἐπιπλέον νά σημειωθεῖ ὅτι ὁ διαχωρισμός τῆς κοινωνίας ἀπό τή λειτουργία ὁδηγεῖ καί στήν ἄρση τῆς θυσιαστικῆς ἰσχύος τῆς θείας εὐχαριστίας. Τό θυτήριο χαρακτήρα τῆς θείας εὐχαριστίας φανερώνουν, μεταξύ ἄλλων καινοδιαθηκικῶν χωρίων, τά κυριακά λόγια: «τοῦτο ἐστὶ τὸ σῶμα τὸ ὑπὲρ ὑμῶν διδόμενον» καί «τὸ αἷμα μου ὑπὲρ ὑμῶν καὶ περὶ πολλῶν ἐκχυνόμενων εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν». Ἡ ἔννοια τῆς θείας εὐχαριστίας ὡς θυσίας ἔγκειται στό ὅτι προσφέρερται «στό Θεό ὡς λατρευτική προσφορά τοῦ ὅλου σώματος τῆς Ἐκκλησίας»8, ὅπως ὑποδηλώνεται στήν ἐκκλησιολογία τοῦ Εἰρηναίου, ἐπισκόπου Λουγδούνου. Κατ’ αὐτήν ἐπίσης ἡ θεία εὐχαριστία εἶναι συνδεδεμένη μέ τήν Ἐκκλησία. Ὁ διαχωρισμός λειτουργίας-κοινωνίας στερεῖ τή θεία εὐχαριστία ἀπό τό θυσιαστικό της χαρακτήρα. Ἀναφερόμενοι στό θυτήριο χαρακτήρα τῆς θείας εὐχαριστίας, δέ θά πρέπει νά παραλείψουμε καί τή σχετική διδασκαλία τῶν ἀποστολικῶν πατέρων. Στή Διδαχή ἀναφέρεται ὅτι ἡ θυτήρια εὐχαριστιακή προσφορά προσφέρεται ἀπό «δεδοκιμασμένους» καί «τετιμημένους» ἄνδρες, δηλαδή αὐτούς πού ἔχουν δεχθεῖ τό ἰδιαίτερο ἐκκλησιαστικό λειτούργημα. Συνάμα, ὅμως, τή βάση τῆς συνάξεως ἀποτελεῖ ὅλο τό χριστιανικό σῶμα καί οἱ ἐπί μέρους πιστοί συμβάλλουν σ’ αὐτήν τήν καινή κοινωνία -πρᾶγμα τό ὁποῖο στήν προκειμένη περίπτωση τοῦ κορωναϊοῦ δέ γίνεται. Γι’ αὐτό σημειώνει ὁ συγγραφέας τῆς Διδαχῆς τά ἑξῆς: «προεξομολογησάμενοι τὰ παραπτώματα ὑμῶν, ὅπως καθαρὰ ἡ θυσία ὑμῶν ᾖ. Πᾶς δὲ ἔχων τὴν ἀμφιβολίαν μετὰ τοῦ ἑταίρου αὐτοῦ μὴ συνελθέτω ὑμῖν, ἕως οὗ διαλλαγῶσιν, ἵνα μὴ κοινωθῇ ἡ θυσία ὑμῶν. Αὕτη γάρ ἐστιν ἡ ῥηθεῖσα ὑπὸ κυρίου· Ἐν παντὶ τόπῳ καὶ χρόνῳ προσφέρειν μοι θυσίαν καθαράν· ὅτι βασιλεὺς μέγας εἰμί, λέγει κύριος, καὶ τὸ ὄνομά μου θαυμαστὸν ἐν τοῖς ἔθνεσι»9. Θά πρέπει ἐπιπροσθέτως νά ἐπισημανθεῖ ἡ παρατήρηση τοῦ Μ. Σιώτου, τήν ὁποία ἀναφέρει καί δέχεται ὡς ὀρθή ὁ Π. Τρεμπέλας. Σύμφωνα μέ αὐτήν, «ἐφ’ ὅσον ἐν τῇ θεία Εὐχαριστία ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς προσφέρει ἑαυτὸν ὑπὲρ τῶν πιστῶν διὰ τοῦ ἱερουργοῦντος ἱερέως, ὅπως ἀκριβῶς προσέφερεν ἑαυτὸν ἐν τῷ σταυρῷ ὡς θυσίαν ὑπὲρ πάντων τῶν ἀνθρώπων, ἡ τελεσιουργία τοῦ μυστηρίου μόνον χάριν τοῦ τελετουργοῦ ἱερέως, ἄνευ συνάξεως μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ἀντίκειται πρὸς τὸν θυσιαστικὸν καὶ τὸν κοινωνικὸν χαρακτήρα τοῦ μυστηρίου καὶ μεταβάλλει τοῦτο εἰς ἀπλὴν ἰδιωτικὴν προευχήν»10.

Ἕνα ἐπιπλέον πρόβλημα πού προκύπτει ἀπό τό διαχωρισμό λειτουργίας-κοινωνίας εἶναι καί τό ὅτι ἡ ἀποκοπή τοῦ σώματος ἀπό τή θεία λειτουργία ὁδηγεῖ σέ κατάργηση τῆς θεολογικῆς σημασίας τῆς ἱερωσύνης. Βεβαίως, ὁ ἐπίσκοπος ἤ ὁ πρεσβύτερος εἶναι τά ἀπαραίτητα ὄργανα πρός τελείωση τῆς θείας εὐχαριστίας, ἀλλά αὐτή ἀποτελεῖ συγχρόνως θυσία ὑπό συμπάσης τῆς Ἐκκλησίας. Τό ἴδιο ἴσχύει γιά ὅλα τά μυστήρια, δηλαδή εἶναι ἑνωμένα μέ τή φυσική καί τήν ἱστορική πραγματικότητα καί μέ ὅλο τό σῶμα. Ἀκόμα καί τό μυστήριο τῆς ἱερωσύνης ἀποτελεῖ εἰδικό χάρισμα, πού λαμβάνεται μέ τή χειροτονία, ἀλλά χρειάζεται ἀπαραιτήτως ἡ συμμετοχή τῶν μελῶν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ γιά τήν τέλεσή του. Δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι ὅλοι οἱ βαπτισμένοι χριστιανοί ἀποτελοῦν «βασίλειον ἱεράτευμα». Ὁ λαός τοῦ Θεοῦ μετέχει στήν ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ, χωρίς νά ἐξαρτᾶται ἀπό τό γεγονός ὅτι δέν ἔχει τήν εἰδική ἱερωσύνη, ἡ ὁποία ἔχει συγκεκριμένο καί κύριο χαρακτήρα μέσα στά λειτουργικά χαρίσματα. «Μέσα σέ τούτη τή γενική ἱερωσύνη φύεται τό εἰδικό χάρισμα πού τό ἔχουν μέ τή χειροτονία ὁ ἐπίσκοπος, ὁ πρεβύτερος καί ὁ διάκονος…Δέν μπορεῖ νά διακριθεῖ σάν κάτι αὐτόνομο, γιατί εἶναι ἡ κεντρική λειτουργία τοῦ σώματος. Γι’ αὐτό τό χάρισμα τῆς ἱερωσύνης προϋποθέτει τήν παρουσία λαοῦ, γιά νά δώσει καρπούς»11.

Ἡ ἐκκλησιαστική πράξη γνώρισε καί ἐξαιρέσεις. Ὁ Ἰουστίνος (β΄ αἰ.), μάρτυς καί φιλόσοφος, ἀναφέρει ὅτι «εὐχαριστήσαντος δὲ τοῦ προεστῶτος καὶ ἐπευφημήσαντος παντὸς τοῦ λαοῦ, οἱ καλούμενοι παρ’ ἡμῖν διάκονοι διδόασιν ἑκάστῳ τῶν παρόντων μεταλαβεῖν ἀπὸ τοῦ εὐχαριστηθέντος ἄρτου καὶ οἴνου καὶ ὕδατος, καὶ τοῖς οὐ παροῦσιν ἀποφέρουσι»12. Στούς ἀδυνατοῦντες νά παραβρεθοῦν στή θεία λειτουργία δηλαδή ἀποστελλόταν ἡ θεία κοινωνία13. Τό ἴδιο συμβαίνει καί σήμερα· σέ περιπτώσεις πού ἀσθενεῖς ἀδυνατοῦν νά παραβρεθοῦν στή θεία λειτουργία μεταβαίνει ὁ ἱερέας σ’ αὐτούς καί τούς κοινωνεῖ. Ἀκόμα στήν ἀρχαία Ἐκκλησία λαϊκοί καί ἐρημίτες κοινωνοῦσαν ἀπό προηγιασμένα δῶρα, ὅταν δέ μποροῦσαν νά παραβρεθοῦν στήν ἐκκλησιαστική σύναξη14. Ἀκόμα ἡ ἴδια λειτουργία τῶν Προηγιασμένων ἀποτελεῖ προσφορά τῶν τιμίων δώρων στούς πιστούς χωρίς τήν τέλεση θείας λειτουργίας.

Αὐτές ὅμως οἱ περιπτώσεις εἶναι διαφορετικές ἀπό τήν περίπτωση, πού ἀναφέρεται στήν ἐγκύκλιο. Στίς ἀνωτέρω περιπτώσεις ἔχουμε οἰκονομία πού τήν ἐπιβάλλει ἡ ἀνάγκη. Οἱ πιστοί ἀδυνατοῦν νά μεταλάβουν ἐντός τῆς θείας λειτουργίας εἴτε ἐπειδή εἶναι ἀσθενεῖς καί ὡς ἐκ τούτου δέ μποροῦν νά προσέλθουν (λόγῳ ἀδυναμίας) στήν ἐκκλησιαστική σύναξη, εἴτε ἐπειδή βρίσκονται μακριά ἀπό τήν ἐκκλησιαστική σύναξη καί δέν ὑπάρχει κοντά τους κληρικός, γιά νά τελέσει τή θεία λειτουργία.

  1. Συναφεῖς πρός τή σημερινή καταστάσεις τῆς ἱστορίας. Ἐκκοσμίκευση τῆς Ἐκκλησίας.

Καθίσταται σαφές ὅτι ὑπάρχει διαφορά ἀνάμεσα στίς ἐξαιρετικές περιπτώσεις πού ἀναφέραμε προηγουμένως καί στή σημερινή κατάσταση. Θά μποροῦσε νά ἐπικαλεστεῖ κάποιος τόν κίνδυνο μολύνσεως ἤ τήν ἀπαγόρευση τῆς κυκλοφορίας. Θά ἦταν χρήσιμο, λοιπόν, νά στραφοῦμε πρός τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία ἀντλώντας παραδείγματα ἀπό τόν τρόπο πού κινοῦνταν καί δρούσαν οἱ χριστιανοί σ’ ἀνάλογες περιπτώσεις στό παρελθόν.

Σέ παρόμοιες καταστάσεις θανατηφόρων νόσων καί πανδημιῶν οἱ τότε ἱεράρχες δέν ἔκλεισαν ποτέ τούς ναούς. Ἡ θεία λατρεία συνέχιζε ἀπρόσκοπτα καί οἱ πιστοί προσέτρεχαν στούς ναούς νά βροῦν θεραπεία. Ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης, Ὁμότιμος Καθηγητής Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ, πρίν ἀπό λίγο διάστημα, παρουσίασε δύο ἀνάλογες περιπτώσεις ἀπό τήν ἐκκλησιαστική γραμματεία. Ἡ πρώτη ἀφορᾶ στή σωτηρία τῆς Λήμνου, μέ ἐπέμβαση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ κατά τόν 14ο αἰώνα, ἀπό θανατηφόρα λοίμωξη, τήν ὁποία ἡ τότε ἰατρική κοινότητα ἀδυνατοῦσε νά θεραπεύσει15. Ἡ δεύτερη αναφέρεται στή θαυματουργική σωτηρία τῆς Θεσσαλονίκης ἀπό λοίμωξη τό 597 μ.Χ. Τότε οἱ περισσότεροι Θεσσαλονικείς κατέφυγαν στό ναό τοῦ ἁγίου Δημητρίου, καί μάλιστα συνωστιζόμενοι16, βρίσκοντας ἴαση.

Ὁ Μ. Βασίλειος μᾶς ὑποδεικνύει ποιό εἶναι τό ὕψιστο ἀγαθό: «Ἔστι μὲν οὑν τὸ κυρίως καὶ πρώτως καὶ μακαριστὸν τὸ ἀληθινῶς ἀγαθόν. Τοῦτο δὲ ἐστίν ὁ Θεός…»17. Στήν πραγματεία του Πρός τούς νέους ὁ ἱερός πατήρ ἱεραρχεῖ τά πράγματα τονίζοντας ὅτι γιά τούς χριστιανούς τά ἐπίγεια ἀγαθά εἶναι ἀνάξια λόγου καί αὐτοί ἐπιδιώκουν μόνο τά αἰώνια καί μένοντα. «Ἡμεῖς, ὦ παῖδες, οὐδὲν εἶναι χρῆμα παντάπασι τὸν ἀνθρώπινον βίον τοῦτον ὑπολαμβάνομεν, οὔτ’ ἀγαθόν τι νομίζομεν ὅλως, οὔτ’ ὀνομάζομεν, ὃ τὴν συντέλειαν ἡμῖν ἄχρι τούτου παρέχεται. Οὐκοῦν οὐ προγόνων περιφάνειαν, οὐκ ἰσχὺν σώματος, οὐ κάλλος, οὐ μέγεθος, οὐ τὰς παρὰ πάντων ἀνθρώπων τιμάς, οὐ βασιλείαν αὐτήν, οὐχ ὅ τι ἂν εἴποι τις τῶν ἀνθρωπίνων, μέγα, ἀλλ’ οὐδ’ εὐχῆς ἄξιον κρίνομεν, ἢ τοὺς ἔχοντας ἀποβλέπομεν, ἀλλ’ ἐπὶ μακρότερον πρόϊμεν ταῖς ἐλπίσι, καὶ πρὸς ἑτέρου βίου παρασκευὴν ἅπαντα πράττομεν. Ἃ μὲν οὖν ἂν συντελῇ πρὸς τοῦτον ἡμῖν, ἀγαπᾶν τε καὶ διώκειν παντὶ σθένει χρῆναί φαμεν, τὰ δ’ οὐκ ἐξικνούμενα πρὸς ἐκεῖνον ὡς οὐδενὸς ἄξια παρορᾶν. Τίς δὴ οὖν οὗτος ὁ βίος καὶ ὅπῃ καὶ ὅπως αὐτὸν βιωσόμεθα, μακρότερον μὲν ἢ κατὰ τὴν παροῦσαν ὁρμὴν ἐφικέσθαι, μειζόνων δὲ ἢ καθ’ ὑμᾶς ἀκροατῶν ἀκοῦσαι. Τοσοῦτόν γε μὴν εἰπὼν ἱκανῶς ἂν ἴσως ὑμῖν ἐνδειξαίμην ὅτι πᾶσαν ὁμοῦ τὴν ἀφ’ οὗ γεγόνασιν ἄνθρωποι τῷ λόγῳ τις συλλαβὼν καὶ εἰς ἓν ἀθροίσας εὐδαιμονίαν οὐδὲ πολλοστῷ μέρει τῶν ἀγαθῶν ἐκείνων εὑρήσει παρισουμένην, ἀλλὰ πλεῖον τοῦ ἐν ἐκείνοις ἐλαχίστου τὰ σύμπαντα τῶν τῇδε καλῶν κατὰ τὴν ἀξίαν ἀφεστηκότα ἢ καθ’ ὅσον σκιὰ καὶ ὄναρ τῶν ἀληθῶν ἀπολείπεται. Μᾶλλον δέ, ἵν’ οἰκειοτέρῳ χρήσωμαι τῷ παραδείγματι, ὅσῳ ψυχὴ τοῖς πᾶσι τιμιωτέρα σώματος, τοσούτῳ καὶ τῶν βίων ἑκατέρων ἐστὶ τὸ διάφορον»18. Ἔτσι, λοιπόν, ἐπειδή ὁ Θεός εἶναι τό ὕψιστο ἀγαθό, καλούμαστε νά τόν λατρεύσουμε μέ ὅλες μας τίς δυνάμεις πέρα ἀπό κάθε ἀπειλή καί φόβο.

Ὡς πρός τήν ἀπαγόρευση τῆς κυκλοφορίας καί τήν ἀπομόνωση κρίνουμε ὅτι δέν εἶναι δυνατό νά ἀπαγορευτεῖ ἡ δημόσια θεία λατρεία. Ἡ πολιτεία δέν ἔχει τό δικαίωμα νά ἐμποδίζει καί νά παρακωλύει τά θρησκευτικά καθήκοντα τῶν πιστῶν -πρᾶγμα συνταγματικά κατοχυρωμένο. Οἱ προσαγωγές καί οἱ συλλήψεις ὅσων πηγαίνουν στούς ναούς ἀποδεικνύουν τόν ἀπηνή διωγμό τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ στάση καί ὁ τρόπος, πού ἐκινεῖτο ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία, κατά τή διάρκεια τῶν μεγάλων διωγμῶν, θά πρέπει νά ἀπασχολήσουν τούς σημερινούς χριστιανούς ἤ τουλάχιστον ὅσους θέλουν νά λέγονται χριστιανοί. Κατά τούς τρεῖς πρώτους αἰῶνες, οἱ χριστιανοί ἐδιώκοντο ὡς κοινοί ταραξίες, δικάζονταν καί ὑποβάλλονταν σέ φρικτά βασανιστήρια. Ρίπτονταν στή φωτιά, στά θηρία ἤ ἀκόμα καί μαρτυροῦσαν μέ σταυρικό θάνατο. Ἡ Ἐκκλησία ἀκόμα καί τότε οὐδέποτε ἀνέκοψε τή λατρεία της. Οἱ χριστιανοί μέ κίνδυνο τή ζωή τους πήγαιναν στίς συνάξεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας. Σήμερα δέν προσερχόμαστε στήν Ἐκκλησία ὑπό τό φόβο ἐπιβολῆς προστίμου καί ὑποτιθέμενου κινδύνου νά μολυνθοῦμε. Ἄραγε, γιατί ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία δέν ἐφηῦρε ἕναν τρόπο, ὅπως σήμερα ὁ Μητροπολίτης Καναδᾶ, νά κοινωνοῦν οἱ πιστοί χωρίς νά κινδυνεύουν οὔτε μεμονωμένα ἀλλά οὔτε καί ὡς μέλη τῆς ἐκκλησιαστικῆς σύναξης;

Παρατηρεῖται, ἐπομένως, ἀπόκλιση ἀπό τίς ἀντιλήψεις τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας σέ σχέση μέ τό πῶς ἡ σημερινή Ἐκκλησία ἀντιλαμβάνεται τό ρόλο της ὡς ποιμαντικό θεσμό ἀλλά καί τό ρόλο τῶν σημερινῶν ταγῶν της. Δυστυχῶς σήμερα κυριαρχεῖ μιά προσκόλληση στόν κτιστό μεταπτωτικό κόσμο. Λησμονεῖται ὅτι ὁ παρών κόσμος εἶναι προετοιμασία γιά τή μέλλουσα Βασιλεία, μέλη τῆς ὁποίας προαλείφονται νά καταστοῦν οἱ πιστοί, «οἱ ἐμμελεῖς καὶ εὐάρμοστοι τὰς ψυχάς»19. Ἡ ἀποκοπή τῆς θείας λειτουργίας ἀπό τή θεία κοινωνία, ἐξαιτίας εἴτε τῆς πανδημίας εἴτε τοῦ διωγμοῦ, καλλιεργεῖ καί ὁδηγεῖ σέ μιά νοοτροπία ἀνθρωποκεντρική, ἐκκοσμικευμένη κατά τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος ἀδυνατεῖ νά καταστήσει κέντρο τῆς ζωῆς του τό Θεό. Ξεχνάει τό μέλλοντα αἰῶνα, τόν ἐσχατολογικό του προορισμό. Ἀγαπᾶ τό Θεό, ἀλλά ὄχι κατά ἀποκλειστικότητα, καί σίγουρα δίδοντας προτεραιότητα σ’ αὐτόν τόν αἰῶνα. Γι’ αὐτό καί προτιμᾶ νά διαφυλάξει τή σωματική του ἤ οἰκονομική του ἀκεραιότητα παρά νά λατρέψει τό Θεό.

Δυστυχῶς, ἡ ἐκκλησιαστική κοινότητα πού κινεῖται μ’ αὐτόν τόν τρόπο, θεωρεῖ ὅτι ἡ κτίση ἔχει ὑπερκεράσει τή Βασιλεία. Ἔχει ἐνδοκτισιακό προσανατολισμό ὁ ὁποῖος ἐπισκιάζει τό ἀπόλυτο καί μοναδικό προβάδισμα τῆς Βασιλείας20. Τά μέλη αὐτῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας λησμονοῦν προφανῶς, ὄχι μόνο τόν ἐν Χριστῷ προορισμό τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί τή χριστολογική δομή του ἡ ὁποία τόν ὁδηγεῖ στό θεοκεντρικό τρόπο ζωῆς21.

Τότε ὅμως ὁ ἄνθρωπος καταντᾶ νά ἀρνεῖται τό Θεό καί κατ’ ἐπέκταση τόν ἑαυτό του μέ ἀποτέλεσμα νά αὐτοκαταστρέφεται, νά αὐτοδιαλύεται καί νά μετατρέπεται σ’ ἕνα παραμορφωμένο ὄν.

  1. Ἐπίλογος.

Ὁλοκληρώνοντας τή διερεύνηση τῆς ἀποκοπῆς τῆς θείας κοινωνίας ἀπό τή θεία λειτουργία καθώς καί τῶν περιπτώσεων κοινωνίας τῶν πιστῶν ἐκτός λειτουργίας καταλήγουμε ὅτι ἡ προσφορά τῆς θείας κοινωνίας χωρίς τή συμμετοχή στήν τελεσιουργία τῆς ὅλης θείας εὐχαριστίας εἶναι λύση ἐφαρμοζόμενη μόνο σέ συγκεκριμένες περιπτώσεις ἀνάγκης. Καταδείξαμε δέ ὅτι σ’ αὐτές τίς περιπτώσεις δέν ἐμπίπτει καί ἡ σημερινή κατάσταση πού βιώνουμε λόγῳ τῆς πανδημίας τοῦ κορωναϊοῦ. Ἔτσι λοιπόν δέ βρίσκει κανένα θεολογικό ἔρεισμα ἡ πρακτική πού περιγράφεται στήν ἐγκύκλιο τοῦ ἀρχ. Καναδᾶ καί ἡ ὁποία ἀναπαράγεται ἀπό τό μητροπολίτη Κορίνθου.

Σέ καμμία περίπτωση δέν εἶναι δυνατό νά καταπατεῖται ἡ ἱερά Παράδοση πού ἔχει προκαθορίσει ἐμπειρικά τά πράγματα πρός τό συμφέρον μελλοντικῶν καταστάσεων ὑπογραμμίζοντας τήν ὀρθότητα. Ἡ πρακτική τῆς ἱεράς Παραδόσεως τονίζει τήν ἐσχατολογική φύση τῆς Ἐκκλησίας καί τόν ὁρισμό τῆς ζωῆς τῶν πιστῶν, πού ἐγκιβωτίζεται μέσα στό τετράπτυχο: ἀγώνας-ἀγωνία, μαρτύριο-μαρτυρία καί πού πρέπει νά σηματοδοτεῖ τήν πορεία καί τή ζωή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Βεβαίως, ἡ Ἐκκλησία γνωρίζει καί τήν οἰκονομία, κινούμενη ἀπό συγκατάβαση καί πνευματική διάκριση, πάντοτε μέ γνώμονα τή σωτηρία τῶν πιστῶν. Στήν ἐξεταζόμενη περίπτωση, όμως, φρονοῦμε ὅτι ἡ ἐγκύκλιος δέ διακατέχεται ἀπό τό πνεῦμα τῆς οἰκονομίας. Δέν πρόκειται γιά ἐξατομίκευση ἀλλά γιά γενίκευση τῆς προτεινόμενης πρακτικῆς. Ἐπιπλέον ἀποτελεῖ καταστρατήγηση τῆς ἀκρίβειας, τῆς προηγούμενης ἐκκλησιαστικῆς Παράδοσης καί τοῦ σκοποῦ τῆς οἰκονομίας, πού ἔχει ὡς ἀποστολή της τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐναρμονίζοντάς τον πρός τήν ἐσχατολογική του προοπτική.

Ἡ Ἐκκλησία πρέπει νά σταθεῖ στό ὕψος της καί νά ἀνταποκριθεῖ στό θεσμικό καί ποιμαντικό της ρόλο ὡς λιμένας σωτηρίας. Αὐτό προσδοκᾶ τό ποίμνιο καί σέ αὐτό προσβλέπει. Οἱ ποιμένες πρέπει νά ἀσκήσουν λειτουργική ἀγωγή καί πνευματική καθοδήγηση στούς πιστούς καί νά ἐμπνεύσουν ἐμπιστοσύνη. Τότε οἱ πιστοί θά προσέλθουν μέ πίστη καί κατανόηση. Εἶναι ἀνεπίτρεπτο νά ξεχνοῦμε ὅτι σκοπός τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νά ἐκκλησιαστικοποιήσει τόν κόσμο καί ὄχι ἡ ἴδια νά κοσμικοποιηθεῖ μέ μιά δῆθεν δικαιολογία τῆς πρόσληψης τοῦ κόσμου. Ὅταν οἱ ἱερεῖς καί οἱ ἐπίσκοποι, μέ φόβο Θεοῦ καί ἀγάπη πρός τόν ἄνθρωπο, ἐξηγήσουν στό λαό ὅλα ὅσα πρέπει ἐμπνεόμενοι ἀπό τή δογματική καί ἠθική τῆς Ἐκκλησίας, τότε αὐτοί πού θά ἀντιδράσουν θά εἶναι μόνο κάποιοι λίγοι ἐκκοσμικευμένοι χριστιανοί.

  • 1. Εγκύκλιος του σεβ. Ποιμενάρχου μας κ. Διονυσιου σχετικά με την εγκύκλιο του σεβ. Αρχιεπισκόπου Καναδά κ. Σωτηριου με θέμα: «Kορωνοϊός, Χριστούγεννα και Θεία Κοινωνία, Επίθεση ο κορωνοϊός. Αντεπίθεση εµείς», 03-12-2020, http://www.imkorinthou.org
  • 2. Coronavirus, Christmas and Holy Communion, 30-11-2020,
  • 3. Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας, PG 150, 372B.
  • 4. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, Ἑρμηνεία τῆς θείας λειτουργίας, PG 150, 452CD: «Σημαίνεται δὲ ἡ Ἐκκλησία ἐν τοῖς μυστηρίοις οὐχ ὡς ἐν συμβόλοις, ἀλλ’ ὡς ἐν καρδίᾳ μέλη καὶ ὡς ἐν ῥίζῃ τοῦ φυτοῦ κλάδοι, καὶ καθάπερ ἔφη ὁ Κύριος, ὡς ἐν ἀμπέλῳ κλήματα. Οὐ γὰρ ὀνόματος ἐνταῦθα κοινωνία μόνον ἢ ἀναλογίας ὁμοιότης, ἀλλὰ πράγματος ταυτότης. Καὶ γὰρ σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ τὰ μυστήρια· ἀλλὰ τῇ Ἐκκλησίᾳ Χριστοῦ ταῦτα βρῶσίς ἐστι καὶ πόσις ἀληθινή».
  • 5. Κολ. 1, 18.
  • 6. Ἐφ. 1, 22-23.
  • 7. Ρωμ. 12, 5.
  • 8. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Β. ΣΚΟΥΤΕΡΗ, Ἱστορία Δογμάτων, Ἀθήνα 1998, τ.1, σελ.390.
  • 9. Διδαχή τῶν Ἀποστόλων, ΕΠΕ 1, 26-28.
  • 10. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ, Δογματικὴ τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας Γ΄, ἐκδ. Ἀδελφότητος Θεολόγων «ὁ Σωτήρ», Ἀθήνα 1979, σελ. 229.
  • 11. ΝΙΚΟΥ ΜΑΤΣΟΥΚΑ, Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία Β΄, ἐκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2018, σελ. 491-492.
  • 12. Α΄ Ἀπολογία, PG 6, 428B.
  • 13. Βλ. ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΩ. ΦΕΙΔΑ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Α΄, Ἀθῆναι 20023., σελ. 269.
  • 14. ΣΥΜΕΩΝΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, Ἀποκρίσεις ΠΓ΄ πρὸς τινὰς ἐρωτήσεις ἀρχιερέων, ἐρ. ΜΑ΄, PG 155, 889B καί ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Πηδάλιον, ἐκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 271.
  • 15. Βλ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, «Ἡ Λῆμνος σώθηκε ἀπὸ λοιμικὴ νόσο· Μὲ προσευχὲς τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ», Θεοδρομία 1-2 (2020) 154-161.
  • 16. Βλ. Πρωτοπρ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, Ὁ ἅγιος Δημήτριος σώζει τήν Θεσσαλονίκη ἀπό λοίμωξη χειρότερη τοῦ κορωνοϊοῦ, σέ katanixi (25 Ὀκτωβρίου 2020)
  • 17. Εἰς τὸν Α΄ Ψαλμόν, PG 29, 216B καί Εἰς τὸν ΛΓ΄ Ψαλμόν, PG 29, 368BC: «Τὸ παντέλειον ἀγαθὸν αὐτὸς ἐστιν ὁ Θεός… Μὴ γὰρ μοί τις ἀπαίδευτος… ἀγαθὸν ὀνομαζέτω τὸν πρόσκαιρον ἔχοντα τὴν ἀπόλαυσιν, καὶ τῇ φθορᾷ τοῦ σώματος συναπερχομένην…».
  • 18. PG 31, 565BC. Σέ μετάφραση: «Ἡμεῖς, παιδιά μου, παραδεχόμεθα ὅτι αὐτὴ ἐδῶ ἡ ἀνθρωπίνη ζωὴ δὲν ἔχει καμμιὰν ἀξίαν καὶ γενικὰ δὲν θεωροῦμεν οὔτε ὀνομάζομεν ἀγαθὸν κάθε τι ποὺ μᾶς εἶναι ὠφέλιμον μόνον εἰς αὐτήν. Δὲν θεωροῦμεν λοιπὸν μεγάλο πρᾶγμα, ἀλλ’ οὔτε κρίνομεν ἄξιον δι’ εὐχὴν τὴν προγονικὴν περιφάνειαν, οὔτε τὴν σωματικὴν δύναμιν, οὔτε τὴν ὀμορφιάν, οὔτε τὸ μεγαλεῖον, οὔτε τὰς τιμὰς ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, οὔτε αὐτὴν τὴν βασιλείαν, οὔτε ὅ,τι δήποτε ἄλλο σπουδαῖον ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα θὰ ἠμποροῦσε κάποιος νὰ ἀναφέρῃ· οὔτε θαυμάζομεν αὐτοὺς ποὺ τὰ ἔχουν, ἀλλὰ μὲ τὰς ἐλπίδας προχωροῦμεν πιὸ μακρυά καὶ πράττομεν τὸ κάθε τι διὰ νὰ παρασκευασθοῦμε δι’ ἄλλην ζωήν. Αὐτὰ λοιπὸν ποὺ μᾶς βοηθοῦν πρὸς αὐτὴν τὴν ζωὴν λέγομεν ὅτι πρέπει καὶ νὰ τὰ ἀγαπῶμεν καὶ νὰ τὰ ἐπιδιώκωμεν μὲ ὅλην μας τὴν δύναμιν· αὐτὰ ὅμως ποὺ δὲν φθάνουν πρὸς ἐκείνην τὴν ζωήν, νὰ τὰ περιφρονοῦμεν ὡς ἀνάξια λόγου. Ποία λοιπὸν τώρα εἶναι αὐτὴ ἡ ζωὴ καὶ ποῦ καὶ πῶς θὰ τὴν ζήσωμεν, χρειάζεται περισσότερος καιρὸς ἀπὸ αὐτὸν ποὺ διαθέτομεν τώρα διὰ νὰ τὴν περιγράψωμεν καὶ μεγαλυτέρους ἀκροατὰς ἀπὸ σᾶς διὰ νὰ ἀκούσουν. Ἀλλὰ τόσον μόνον ἀφοῦ εἴπω, ἴσως ἀρκετὰ θὰ ἠμποροῦσα νὰ σᾶς δείξω ὅτι ἂν κάποιος, ἀφοῦ συλλάβῃ μὲ τὸν νοῦν του, ὅλην μαζὶ τὴν εὐτυχίαν ἀπὸ τότε ποὺ ἐδημιουργήθησαν οἱ ἄνθρωποι, καὶ τὴν ἀθροίσῃ εἰς ἕνα ἄθροισμα, θὰ εὕρη ὅτι δὲν ἐξισώνεται οὔτε μὲ τὸ πιὸ μικρότερον μέρος ἀπὸ τὰ ἀγαθὰ ἐκεῖνα, ἀλλ’ ὅτι ὅλα τὰ ἐδῶ καλὰ ἀπέχουν τόσον πολὺ κατὰ τὴν ἀξίαν συγκριτικῶς πρὸς τὸ πιὸ μικρότερον ἀπὸ τὰ ἀγαθὰ ἐκεῖνα, ὅσον ὑπολείπεται ἡ σκιὰ καὶ τὸ ὄνειρον ἀπὸ τὴν πραγματικότητα» ΕΠΕ 7, 319-321.
  • 19. Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Εἰς τὸν Α΄ ψαλμόν, PG 29, 213C.
  • 20. Βλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΠΑΘΩΜΑ, Αρχιμ., Κανονικό Γλωσσάριο (Κεφάλαια Κανονικής Οικονομίας), Αθήνα 2011, σελ. 14-18.
  • 21. Γιά τόν ἄνθρωπο ὡς εἰκόνα Θεοῦ καί τά συνεπαγόμενά του βλ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΕΛΛΑ, Ζῶον Θεούμενον· Προοπτικὲς γιὰ μιὰ ὀρθόδοξη κατανόηση τοῦ ἀνθρώπου, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 20004, σελ. 19-45.

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra


Δείτε σχετικά:
Η χριστουγεννιάτικη αγωνία του μητροπολίτου Καναδά
Η έλλειψη αντιαιρετικής δράσης στη μητρόπολη Κορίνθου
– Ο Αρχιεπίσκοπος Καναδά δίνει ρεσιτάλ ξεπουλήματος της Ορθοδοξίας!
– Τα κουταλάκια και οι χαρτοπετσέτες είναι για τα κόλλυβα και τις ψυχές των κεκοιμημένων! ΟΧΙ για την Θεία Κοινωνία!!
– Μολών… λαβίς! This is Toronto
– Προκαλούμε το μητροπολίτη Κορίνθου να πάρει δημόσια θέση για τους Ρόταρυ, τους οποίους ευλογεί…
– Ο μητροπολίτης Κορίνθου κ. Διονύσιος δεν έχασε την ευκαιρία να προωθήσει πλανεμένη θεωρία