Σοφία Μακεδονοπούλου
Σχολιασμός των θέσεων του Δημητριάδος Ιγνατίου στο Διεθνές Θεολογικό Συνέδριο του Νοεμβρίου 2024 του ΕΚΠΑ (Μέρος Γ’)
1 Μαρ 2025
Άρθρο της Σοφίας Μακεδονοπούλου
Στο πρόσωπο του συγκεκριμένου Μητροπολίτη υπερπληρούνται οι όροι του 15ου κανόνα της ΑΒ’ Συνόδου- και άλλοι λόγοι ιεροκανονικής Αποτείχισης στη Μητρόπολη Δημητριάδος
γ) Ο Επίσκοπος ως εγγυητής της εκκλησιαστικής ενότητας και καθολικότητας-γεροντισμός- θέση των λαϊκών και των γυναικών στην λατρεία
Δημητριάδος Ιγνάτιος: «Η ανάδειξη της σημασίας της καθολικότητας της Εκκλησίας στην εποχή μας συνιστά κομβικό σημείο της εκκλησιαστικής μαρτυρίας. Η καθολικότητα της Εκκλησίας κατανοείται σήμερα όχι ως γεωγραφική παγκοσμιότητα ή «συνομοσπονδία» τοπικών ορθοδόξων Εκκλησιών.

Σε κάθε ευχαριστιακή σύναξη πραγματώνεται η πληρότητα και η καθολικότητα της Εκκλησίας, ενώ οι σχέσεις αγάπης, κοινής πίστης και εν Χριστώ ζωής, συνιστούν την εγγύηση της στενής σχέσης κάθε ευχαριστιακής κοινότητας με τις άλλες τοπικές Εκκλησίες, ώστε κάθε τοπική Εκκλησία να μην μπορεί να θεωρηθεί από μόνη της ως η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται ο ρόλος του Επισκόπου, ο οποίος, εκφράζοντας την ευχαριστιακή συνείδηση της τοπικής του Εκκλησίας, καλείται να αποτελέσει γέφυρα αγάπης με τις άλλες τοπικές Εκκλησίες, ως εγγυητής της εκκλησιαστικής ενότητας.Με τη συνοδικότητα, η Ευχαριστία ως κοινωνία της αληθούς πίστης και της αγάπης, αναδεικνύει με αμοιβαίο τρόπο, τόσο την εκκλησιαστική ενότητα, όσο και την καθολικότητα.
Όπως, ήδη, παρατηρήσαμε μια αυτοκριτική ματιά στην εκκλησιολογική κατάσταση της σύγχρονης Ορθοδοξίας δεν μπορεί να αγνοήσει τη συχνά παρατηρούμενη έλλειψη της εκκλησιολογικής μας αυτοσυνειδησίας. Ο εκκοσμικευμένος τρόπος ζωής επιτείνει τα προβλήματα και παρά την κριτική που του ασκείται, κατόρθωσε να εισαγάγει τις νεωτερικές, συγκεντρωτικές και γραφειοκρατικές δομές του στην Εκκλησία. Η αυξανόμενη περιθωριοποίηση των εκκλησιαστικών κοινοτήτων στον δημόσιο χώρο, ακόμη και στις παραδοσιακά ορθόδοξες χώρες, δημιουργεί τάσεις αμυντικής εσωστρέφειας και η επιστροφή της θρησκείας στον σύγχρονο κόσμο κυριαρχείται από φονταμενταλιστικά αντανακλαστικά και θρησκευτικό ατομισμό. Απέναντι στα φαινόμενα αυτά μοιάζει να απουσιάζει η εκκλησιολογία της ευχαριστιακής κοινότητας και της συνοδικότητας.
Κατά την κρίση μας, ο πρωταρχικός ρόλος του Επισκόπου στον 21ο αιώνα αφορά στην ενεργοποίηση και αναζωογόνηση της εκκλησιαστικής κοινότητας και του συνοδικού θεσμού. Δεν αρκεί να εγκωμιάζουμε διθυραμβικά την ενότητα και τη συνοδικότητα, χωρίς να τη ζούμε σε όλα τα επίπεδα της εκκλησιαστικής ζωής. Η ενότητα δεν αποτελεί άθροισμα ατομικών θρησκευτικών πεποιθήσεων και ψυχολογικών εμπειριών.
Αν ο Επίσκοπος είναι «εις τόπον και τύπον Χριστού», επιβάλλεται να μπορεί έμπρακτα να ανακεφαλαιώσει και να εκφράσει στο πρόσωπό του το σύνολο της κοινότητας. Κάτι τέτοιο είναι, βέβαια, αδύνατο, όταν έχει, τις περισσότερες φορές, μεταβληθεί σε προϊστάμενο ενός δημοσίου οργανισμού, με ελάχιστη έως μηδενική επικοινωνία με το ποίμνιό του, ασκώντας μια γραφειοκρατική εξουσία, η οποία αντανακλάται, τις περισσότερες φορές, στο σύνολο των σχέσεων κλήρου και λαού.
Στο πολυσύνθετο πρόβλημα του γεροντισμού, ο οποίος επιδρά καταλυτικά και συχνά αρνητικά στην ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος και στην υγιή εν Χριστώ ζωή, χρειάζεται να αναρωτηθούμε για το μερίδιο της ευθύνης, πρωταρχικά των Επισκόπων και στη συνέχεια όλων των κληρικών, αναφορικά με την απώλεια της πνευματικής καθοδήγησης εκ μέρους τους.
Στον 21ο αιώνα της τεχνητής νοημοσύνης και της θρυλούμενης «ανθρώπινης αναβάθμισης», με νοήμονες μηχανές, να αποπειρώνται να παράγουν κηρύγματα και τις συζητήσεις γύρω από την ηθική και τη «θρησκευτικότητα» των νοημόνων μηχανών να πολλαπλασιάζονται δίκην επιστημονικής πρωτοτυπίας, η ανάδειξη της σημασίας και του ρόλου του λαϊκού στοιχείου και ειδικά των γυναικών στην Εκκλησία, πέρα του λειτουργικού «αμήν», πρέπει να απασχολήσει σοβαρά τον Επίσκοπο.
Ο κίνδυνος να ακυρωθούν στην πράξη τα πρόσωπα των πιστών μέσα σε μια πυραμιδική εκκλησιαστική ιεραρχία, αντανακλά μια στρεβλή εκκλησιολογία όπου παραθεωρείται το γεγονός ότι στην Εκκλησία όλοι, από τον Επίσκοπο μέχρι και τον τελευταίο πιστό, είναι χαρισματούχοι, με τα χαρίσματά τους στη διάθεση της κοινότητας. Έτσι, η προσωπική και συνεργατική κοινωνία συνιστά και κοινωνία των χαρισμάτων. Η ανάδειξη και ο συντονισμός των χαρισμάτων αυτών ανατέθηκε στον Επίσκοπο, με τη χειροτονία του, σε τρόπο ώστε να μεταβληθεί το κάθε αγιοπνευματικό χάρισμα σε Ευχαριστία και δόξα Θεού και πρόγευση της Βασιλείας του.
Η αλήθεια και η ενότητα της Εκκλησίας δεν υπηρετείται από αντικειμενικούς θεσμούς και αυθεντίες, ακόμα κι αν εννοήσουμε ως τέτοιους τη συνοδικότητα. Κάθε Σύνοδος πριν καταλήξει σε ένα consensus, αποκαλυπτικό της βούλησης και χάρης του Πνεύματος (έδοξε τω Αγίω Πνεύματι και ημίν…), πρέπει να συνιστά προσωπική κοινωνία αγάπης, εν Πνεύματι Αγίω, των μελών του πληρώματος κάθε εκκλησιαστικής κοινότητας.
Οι ευχαριστιακές καταβολές του συνοδικού θεσμού κατανοούν τον Επίσκοπο που μετέχει στη Σύνοδο ως προϊστάμενο της Ευχαριστίας, που συγκροτεί και εκφράζει την ενότητα των μελών του ευχαριστιακού σώματος, δηλαδή, την καθολικότητα της τοπικής Εκκλησίας. Αυτό σημαίνει ότι σε κάθε Σύνοδο, ο Επίσκοπος δεν συμμετέχει ως άτομο-φορέας της επισκοπικής εξουσίας, αλλά εκφράζει με τρόπο μυστηριακό τη βούληση της ευχαριστιακής του κοινότητας. Κάθε άλλη συνείδηση και πρακτική θέτει εν αμφιβόλω την εκκλησιολογική θεμελίωση της Συνόδου.
Μπορούμε τώρα να αναρωτηθούμε αν οι διεκδικήσεις δικαιοδοσιών, οι συνοδικές αποφάσεις υπό γεωπολιτικές και άλλες πιέσεις, οι εξισορροπήσεις κοσμικών τάσεων, οι πρωτοκαθεδρίες, οι εθνοφυλετισμοί, οι διαιρέσεις και τα σχίσματα, εκφράζουν τη βούληση του συνόλου της ευχαριστιακής κοινότητας και αντέχουν στην παραπάνω εκκλησιολογική θεώρηση. Ιδιαίτερα το πρόβλημα του εθνοφυλετισμού ή των τάσεων προς αυτό, είναι ένα πολυσύνθετο πρόβλημα, που αντανακλά τις σχέσεις των εθνών-κρατών σε παγκόσμιο επίπεδο.
Εν όψει ενός πολυπολικού κόσμου στον 21ου αιώνα, πρέπει ο Επίσκοπος να εργαστεί ουσιαστικά, τόσο ως προς την επανα-κατήχηση του ποιμνίου του για την υπέρβαση των κοσμικών σχημάτων, στην προοπτική της εσχατολογικής προτύπωσης της Εκκλησίας μέσα στην ιστορία, όσο και με την καλλιέργεια μιας υγιούς συνοδικότητας.
Πρέπει, τελικά, να το ομολογήσουμε: ο 21ος αιώνας βρήκε την ορθόδοξη Εκκλησία σε έλλειψη συνοδικού φρονήματος, με αποτέλεσμα, η δίνη των γεωπολιτικών καταστάσεων που επέφερε, να ενισχύσουν τις κεντρόφυγες τάσεις για διαιρέσεις και σχίσματα. Η αποκατάσταση μιας υγιούς συνοδικότητας στον αιώνα που διανύουμε, πρωταρχικό έργο του Επισκόπου ως φορέα της ευχαριστιακής του κοινότητας, συνιστά τη μόνη λύση για την υπέρβαση αυτού του εκκλησιολογικού «προπατορικού αμαρτήματος»».
Απάντηση: Αν το συγκεκριμένο κομμάτι της εισήγησης του Μητροπολίτη Δημητριάδος είναι ένας «αναστοχασμός» πάνω στον τρόπο που λειτούργησε η Εκκλησία στο Κολυμπάρι, τον τρόπο που συγκλήθηκε, τις αποφάσεις που πήρε και τις συνέπειες που επέφερε στο σώμα της Εκκλησίας, δεν είναι πετυχημένος. Στην παράδοση της Εκκλησίας μας ένα όνομα είχαν τέτοιες Σύνοδοι: ληστρικές και αιρετικές. Έτσι τις ονόμαζαν οι Άγιοι Πατέρες και οι αποφάσεις τους έχρηζαν ανέκαθεν αναίρεσης από κανονικές όντως Ορθόδοξες Συνόδους. Και αυτό περιμένει ο Θεός από τους σημερινούς Επισκόπους.
Τί σημαίνει ότι κάθε τοπική Εκκλησία δεν μπορεί να θεωρηθεί από μόνη της ως η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία; Στο παρελθόν, σε καιρούς επικρατούσης αιρέσεως, την Ορθοδοξία διέσωζε και μία μόνο τοπική Εκκλησία, που μπορεί και να μην ήταν σε κοινωνία με άλλες τοπικές Εκκλησίες ή με το Πατριαρχείο, για λόγους πίστεως (π.χ Εκκλησία της Ρώμης στην οποία κατέφυγε ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής τον καιρό της αιρέσεως του Μονοθελητισμού. Δυστυχώς, όλοι σχεδόν οι πατριαρχικοί θρόνοι είχαν πέσει στην αίρεση του Μονοθελητισμού. Η Ορθόδοξος Πίστις ζούσε μόνο στην συνείδηση του πιστού λαού και εκφραζόταν με το στόμα των ελαχίστων Ομολογητών, οι οποίοι την εστερέωσαν με το μαρτύριό τους. Την εποχή αυτή ο άγιος Μάξιμος είχε διαδραματίσει πρωτεύοντα ρόλο για την συγκρότηση της ορθοδόξου τοπικής Συνόδου της Ρώμης (649), η οποία κατεδίκασε τον Μονοθελητισμό. Για τον λόγο αυτό ευρισκόταν εξόριστος στην Βιζύη της Θράκης. Είχε διακόψει την εκκλησιαστική κοινωνία με τους πατριαρχικούς θρόνους της Ανατολής, επειδή είχαν εκπέσει στην αίρεση. Η αναφορά του (όχι μνημόνευση) ήταν στην ορθοδοξούσα τότε Ρώμη και στον Ομολογητή άγιο Πάπα Μαρτίνο (Από το τεύχος 21 του έτους 1996 του περιοδικού Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ, σελ. 6-20).
Η Εκκλησία είναι όπου είναι η αλήθεια και όπου είναι ο Χριστός. Ο π.Θεόδωρος Ζήσης στο άρθρο του «Μαζί με την Εκκλησία, έστω και αν πλανάται;» παραδίδει και πάλι μαθήματα ορθόδοξης εκκλησιολογίας.
Κατά την αντίληψή μας, και ακριβώς επειδή ζούμε στην εποχή της αίρεσης του Οικουμενισμού που έχει επιφέρει πολλά σχίσματα και διαιρέσεις στην Εκκλησία (ας μην ξεχνάμε και το παλαιοημερολογιτικό σχίσμα), τέτοια θέματα θα έπρεπε να εξετάζονται στα πανορθόδοξα διεθνή επιστημονικά συνέδρια περί εκκλησιολογίας, αν ήταν ορθόδοξα και αν ήταν επιστημονικά: Τρόποι διάσωσης της ορθοδοξίας σε καιρό αίρεσης, δικλείδες ασφαλείας που παρέχουν οι Ιεροί Κανόνες σε τέτοιες περιπτώσεις εξ επόψεως εκκλησιολογίας κλπ, και όχι να διατυπώνουν καινοφανείς θεωρίες, με σκοπό να συσφίξουν έτι περισσότερο στον τράχηλο των ορθοδόξων το σκοινί της κατατρομοκράτησης και υποταγής. Άλλωστε από τέτοια όντως επιστημονικά και όντως ορθόδοξα Συνέδρια (1) ήρθε στην επικαιρότητα ο Θεοπαράδοτος και Αγιοπατερικός θεσμός της διακοπής μνημοσύνου αιρετίζοντος Επισκόπου προ συνοδικής καταδίκης,15ος Κανών της ΑΒ’ Συνόδου επί Μεγάλου Φωτίου.
Όσον αφορά τον γεροντισμό, το πρόβλημα, όπως καταλαβαίνουμε, δεν είναι η απώλεια πνευματικής καθοδήγησης εκ μέρους όλων των κληρικών και των Επισκόπων, αλλά η απώλεια της ορθόδοξης καθοδήγησης εκ μέρους τους. Εξαιτίας αυτού ο πιστός λαός συσπειρώνεται γύρω από ορθόδοξους και παραδοσιακούς γέροντες, όπως ανέκαθεν έκανε.
Λέει σχετικά ο π. Θεόδωρος Ζήσης στο άρθρο-απάντηση στον Φλωρίνης: «Εἶναι ὄντως ἀσφαλής τόπος καί τρόπος γιά τήν πνευματική καθοδήγηση οἱ ἐνορίες καί οἱ ἐφημέριοι, ὅταν διδάσκουν καί ὁδηγοῦν τούς ἐνορίτες μέ βάση τό Εὐαγγέλιο, πού ὁρίζει ὅτι ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καί ἡ ὁμολογία τῆς Πίστεως, ἡ Ὀρθοδοξία καί ἡ Ὀρθοπραξία, ὁδηγοῦν στήν σωτηρία. Ὅταν διδάσκουν ἄλλο Εὐαγγέλιο, «ἕτερον Εὐαγγέλιον», καί δέν τηροῦν τίς ἀποστολικές καί πατερικές παραδόσεις, τότε γίνονται τόποι καί τρόποι ἀπωλείας καί πνευματικῆς καταστροφῆς. Πόσες αἱρέσεις καί σχίσματα δέν ταλαιπώρησαν τήν Ἐκκλησία ἀνά τούς αἰῶνες πού τίς ἐδίδαξαν πατριάρχες, ἐπίσκοποι καί ἱερεῖς; Ἄν σ᾽ αὐτούς τούς ἐπισκόπους καί ἱερεῖς ἔκαναν ὑπακοή οἱ πιστοί, ὅπως συμβουλεύει ὁ Φλωρίνης, δέν θά ὑπῆρχε σήμερα ἡ Ὀρθοδοξία.
Ὁ ὅσιος Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος, μεγάλη σύγχρονη ἀσκητική μορφή, πού θά ἔπρεπε ἤδη νά εἶχε ἐπισήμως ἀνακηρυχθεῖ σέ ἅγιο, ὅπως καί ὁ πανάξιος ἀγωνιστής καί ὁμολογητής μητροπολίτης ἀείμνηστος Αὐγουστῖνος Καντιώτης, ὁ Γέροντας Φιλόθεος λοιπόν ἔγραψε τό 1930 τά ἑξῆς ἀπαντώντας στόν οἰκεῖο ἐπίσκοπο πού τοῦ συνιστοῦσε ὑπακοή στόν ἐπίσκοπο καί στίς συνόδους: «Ἐάν αὐτήν τήν γνώμην ἠκολούθουν πάντες οἱ Χριστιανοί κατά γράμμα, νά ἀκολουθοῦν δηλαδή τούς ἐπισκόπους εἰς πάντα, ἀλλοίμονο τότε, οὔτε Ὀρθοδοξία, οὔτε Ἐκκλησία, οὔτε Ὀρθόδοξος Χριστιανός θά ὑπῆρχε σήμερον. Ἐάν οἱ Ὀρθόδοξοι χριστιανοί ἠκολούθουν τούς πατριάρχας καί ἐπισκόπους, Ἀπολιναρίους, Μακεδονίους, Εὐτυχέας, Διοσκόρους, Σαβελλιο-Σεβήρους, Εὐσεβίους καί πολλούς ἄλλους, καί ἐδέχοντο καί ἠσπάζοντο τά φρονήματά των, ποῦ τότε Ὀρθοδοξία; Ποῦ χριστιανός εὐσεβής καί ὀρθόδοξος;!! Καί τί λέγω ἀνθρώπους, πατριάρχας καί μητροπολίτας; Καί δέν λέγω συνόδους, ὄχι ἀπό πέντε ἤ δέκα καί εἴκοσι τοιούτους, ἀλλά ἀπό 100, 200 καί 348 μητροπολίτας καί ἐπισκόπους, ἀποτελουμένας; Διότι 348 τόν ἀριθμόν συνῆλθον ἐν ἔτει 754 ἐν Κωνσταντινουπόλει καί ἐξέδωκαν τόν ὅρον». Ἐννοεῖ τήν εἰκονομαχική σύνοδο τῆς Ἱερείας πού ἐξέδωκε «ὅρον», ἀπόφαση, ἐναντίον τῶν ἁγίων εἰκόνων».
Είναι απλό, οι σύγχρονοι Επίσκοποί δε μελετούν την εκκλησιαστική ιστορία μέσα από τους Αγίους Πατέρες ούτε βουτούν μέσα στα νάματα των Αγίων Πατέρων, παρά μόνο μελετούν τι είπαν άλλοι γι΄αυτούς και μάλιστα αιρετικοί. Έχουν παρατήσει τους Αγίους Πατέρες και διαβάζουν αιρετικές διδασκαλίες μεταπατερικών ταγών (πχ. Μητροπολίτη Ζηζιούλα).
Όσον αφορά την θέση των γυναικών στην λατρεία: Αλίμονο αν δεν γίνει αναφορά σε όλη την μασονική ατζέντα της σύγχρονης θεολογίας! Όντως η θεολογία του 21ου αιώνα έχει με μανία απεκδυθεί και αυτόν τον αγώνα αλλοίωσης της διδασκαλίας της Εκκλησίας για την θέση της γυναίκας στην Θεία Λατρεία (φεμινιστική θεολογία κλπ). Πολύ μελάνι έχει χυθεί από τους ορθοφρονούντες και γι’ αυτό το θέμα, δόξα τω Θεώ. Αναλυτική παρουσίαση του θέματος έχει κάνει ο π. Θεόδωρος Ζήσης σε ειδική ομιλία το καλοκαίρι που μας πέρασε (2). Μάλιστα τό Διορθόδοξο Συνέδριο τῆς Ρόδου το 1988 έχει αποφανθεί ότι είναι απολύτως αδύνατη η ιερωσύνη των γυναικών. Τί έχει αλλάξει άραγε από τότε;
Τίποτα δεν έχει αλλάξει, απλά ο πολιός και πολλά υποσχόμενος κάποτε Μητροπολίτης Δημητριάδος Ιγνάτιος έχει αρπάξει πολλά πνευματικά μικρόβια από την συναναστροφή του με το ΠΣΕ, το Παναιρετικό Συμβούλιο Εκκλησιών, δηλαδή, και με «ιερείς» και «ιέρειες» εκεί.
Όπως διαβάζουμε σε παλαιότερο δημοσίευμα της Κατάνυξης «σε συγκρητιστικό διεθνές Συνέδριο με θέμα «Ορθόδοξος Χριστιανισμός και Πολιτικές της Ταυτότητας» στο Μύνστερ της Γερμανίας συμμετείχε η μεταπατερική Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου, το τετραήμερο από τις 28 Ιουνίου ως την 1η Ιουλίου 2024. Συμμετείχαν επίσης πολυάριθμοι θεολόγοι αιρετικών διδασκαλιών, καθώς και μία γυναίκα-«ιερέας» της προτεσταντικής «Εκκλησίας».Το «Συνέδριο» ορθοδόξων και των αιρετικών διερεύνησε τις αλλαγές που έχουν συμβεί στον Ορθόδοξο Χριστιανισμό, με αποτέλεσμα τη μετάβαση του από ένα παγκόσμιο, καθολικό και οικουμενικό όραμα, σε μια σειρά από «εθνοκεντρικά αφηγήματα»».
Όσον αφορά αυτά που λέει ο Σεβασμιώτατος για την θέση των λαϊκών στην Εκκλησία, ότι όλοι είναι χαρισματούχοι και τα χαρίσματα τους πρέπει να διαχειρίζεται ο Επίσκοπος για χάρη της κοινότητας, να επαναλάβουμε την σημαντική επισήμανση ότι η βάση όλων πρέπει να είναι η ορθή πίστη και η Παράδοση της Εκκλησίας, αλλιώς η κοινότητα των πιστών μπορεί να μετατραπεί σε προτεσταντικού τύπου κοινότητα. Από την άλλη αυτή την παρατήρηση του Σεβασμιωτάτου που κινείται σε ορθή κατεύθυνση, χωρίς να το πετυχαίνει, θα πρέπει να την θυμούνται πάντοτε οι Επίσκοποι, όταν κάνουν επίδειξη ισχύος. Ειδική αξία έχει το χάρισμα ενός πιστού να αντιστέκεται σε αιρετικές – αντιπαραδοσιακές θέσεις και πρακτικές, που μπορεί να λέει και να κάνει ένας Επίσκοπος. Διαβάζουμε στο προαναφερθέν άρθρο του π. Θεοδώρου Ζήση για τον Φλωρίνης, σε συνέχεια με όσα παραθέσαμε πιο πάνω για τον Επισκοποκεντρισμό:
“…. Συναφῶς ὁ καθηγητής Π. Τρεμπέλας παρατηρεῖ ὅτι, ὅταν τήν αἵρεση τοῦ Μονοθελητισμοῦ τήν δέχθηκαν δύο πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, ὁ Σέργιος καί ὁ διάδοχός του Παῦλος, ἀκόμη καί ὁ Ρώμης Ὀνώριος, καί φαινόταν ὅτι ἡ ὅλη Ἐκκλησία εἶχε κατακλυσθῆ ἀπό τήν αἵρεση τοῦ Μονοθελητισμοῦ, τότε «μόνοι δύο μοναχοί ἀντέστησαν κατ᾽ αὐτῆς, ὁ Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής καί ὁ Σωφρόνιος, ὁ μετ᾽ ὀλίγον εἰς πατριάρχην Ἱεροσολύμων ἀναδειχθείς, περί οὕς ἐπισυνήχθησαν καί πᾶσα ἡ τό γνήσιον φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας διαφυλάττουσα μερίς τοῦ ποιμνίου». Διά τοῦτο «ἄγεται κανείς εἰς τό συμπέρασμα, ὅτι τό Πνεῦμα οὐ μόνον διά τῶν ἐπισκόπων, ἀλλά καί διά τοῦ λοιποῦ χριστιανικοῦ πληρώματος λαλεῖ».
Ὁ Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία του ὑπάρχουν ἐκεῖ πού ὑπάρχει ἡ ἀλήθεια καί ὄχι ἐκεῖ πού ὑπάρχει ἡ αἵρεση καί ἡ πλάνη. Ὅσοι εἶναι μέ τήν ἀλήθεια εἶναι μέσα στήν Ἐκκλησία, ὅσοι εἶναι μέ τήν αἵρεση εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας».
Έπειτα για την θέση του ότι «κάθε Σύνοδος πριν καταλήξει σε ένα consensus, αποκαλυπτικό της βούλησης και χάρης του Πνεύματος (έδοξε τω Αγίω Πνεύματι και ημίν…), πρέπει να συνιστά προσωπική κοινωνία αγάπης, εν Πνεύματι Αγίω, των μελών του πληρώματος κάθε εκκλησιαστικής κοινότητας» να σχολιάσουμε τα εξής: Κάθε Σύνοδος πρέπει να εκφράζει το consensus patrum, δηλαδη την βούληση όλων των Πατέρων της Εκκλησίας διαχρονικά, Θριαμβεύουσας και Στρατευομένης. Προσωπική κοινωνία αγάπης εν πνεύματι Αγίω πρέπει να υπάρχει και με τους Αγίους Πατέρες μας και όχι περιφρόνηση και έλλειψη σεβασμού και υπακοής προς αυτούς. Πώς τολμάμε να ομιλούμε για κοινωνία αγάπης, όταν όσοι εκφράζουν Πατερικές θέσεις και διαφωνούν με τις σύγχρονες θολολογίες διώκονται και εξουθενώνονται πολλαπλώς; Στο Κολυμπάρι, οι διαλεγμένοι προσεκτικά Επίσκοποι που συμμετείχαν, εξέφραζαν την ενότητα των μελών του ευχαριστιακού σώματος ή τις βουλές του Πατριάρχη;
Έπειτα τί θα πει «βούληση της ευχαριστιακής κοινότητας»; Μήπως με άλλα λόγια επαναλαμβάνεται εδώ η απαράδεκτη δήλωση του έτερου Οικουμενιστή Μητροπολίτη Αλεξανδρουπόλεως Ανθίμου: «Εγώ θα αφουγκραστώ το πλήρωμα της Εκκλησίας. Τί θεωρούν σωστό; Αυτό που οι πιστοί μας θεωρούν σωστό, ακόμη κι αν είναι αντίθετο με το Ευαγγέλιο, εγώ θα υπερασπιστώ αυτό που λεν οι χριστιανοί μας»; Και αν η βούληση του λαού πάσχει γιατί έχει κυριαρχήσει η αίρεση, τι γίνεται τότε; Ο Επίσκοπος είναι ο φρουρός της πίστης.
Όσο για όσα αναφέρει περί δικαιοδοσιών, πρωτοκαθεδριών, εθνοφυλετισμών και τα συναφή, καλή προσπάθεια, αλλά για όλα όσα αναφέρονται εδώ ακριβώς εγκαλούμε κι εμείς τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο και τους Οικουμενιστές Επισκόπους, γιατί το Κολυμπάρι ήταν η πρώτη πράξη του δράματος στην Ουκρανική κρίση που ακολούθησε και δεν θα τελειώσει καθόλου εύκολα. Όπως και για το παλαιοημερολογιτικό σχίσμα, που ταλαιπωρεί έναν αιώνα την Εκκλησία, φταίνε και πάλι οι αδιάκριτες κινήσεις του Πατριαρχείου.
Ο 21ος αιώνας βρήκε την Ορθόδοξη Εκκλησία στην δίνη του Οικουμενισμού που σαν μεταστατικός καρκίνος επιφέρει στο σώμα της Εκκλησίας διαιρέσεις και σχίσματα, με ευθύνη όλων των Επισκόπων, πλην ελαχίστων. Ειδικά για το Ουκρανικό Αυτοκέφαλο αναιρέσεις μπορεί κανείς να βρεί εδώ. Ολόκληρη ημερίδα έχουν διοργανώσει οι Σύλλογοί μας για την νέα εκκλησιολογία του Φαναρίου! (3)
Διαβάζουμε στην εισήγηση του π. Αναστασίου Γκοτσοπούλου: «Στὸ ἐρώτημα ἂν ὑπάγεται ἡ Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας στὸ Πατριαρχεῖο τῆς Ρωσίας ἔχει ἀποφανθεῖ ἡ πανορθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση. Ὅλες, χωρὶς καμία ἐξαίρεση, οἱ κατὰ τόπους Αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καὶ τὰ Πατριαρχεῖα ἀναγνωρίζουν ὅτι ἡ Αυτόνομη Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας ὑπάγεται στὴν κανονικὴ δικαιοδοσία τῆς Μόσχας. Ὅλες, χωρὶς καμία ἐξαίρεση, οἱ Ἐκκλησίες θεωροῦν ὡς μοναδικὸ κανονικὸ Μητροπολίτη Κιέβου τὸν Ὀνούφριο. Μὲ αὐτὸν καὶ τὴν περὶ αὐτὸν Σύνοδο καὶ μόνο εἶχαν κοινωνία στὰ διορθόδοξα καὶ πανορθόδοξα συλλείτουργα καὶ στὶς Ἐπιτροπὲς ὅλες οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Αὐτὴ ἡ ὁμοφωνία ἐκφράζει τὴν πανορθόδοξη-οἰκουμενικὴ ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση τῆς Ὀρθοδοξίας, τὴν ὁποία κανένας δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ περιφρονήσει χωρὶς σοβαρὲς συνέπειες».
Επομένως ας μη μιλάμε για έκφραση του συνόλου της ευχαριστιακής κοινότητας και ποιος δεν τη σέβεται….
- Πορίσματα «Διορθόδοξου Θεολογικού Συνεδρίου», πού συνδιοργάνωσαν τό «Τμῆμα Ποιμαντικῆς καί Κοινωνικῆς Θεολογίας» τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης καί ἡ «Ἑταιρεία Ὀρθοδόξων Σπουδῶν» ἐπί πέντε ἡμέρες ἀπό 20-24 Σεπτεμβρίου 2004 στήν Αἴθουσα Τελετῶν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης μέ γενικό θέμα «Οἰκουμενισμός: Γένεση – Προσδοκίες – Διαψεύσεις».
- Το πρόβλημα της ιερωσύνης των γυναικών (Γ΄) , π.Θεόδωρος Ζήσης,
- ΟΛΟΚΛΗΡΗ H ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΗΜΕΡΙΔΑ: «Το Ουκρανικό Αυτοκέφαλο και η νέα Εκκλησιολογία του Φαναρίου»
(Συνεχίζεται)
Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: ΚΑΤΑΝΙΧI
Δείτε σχετικά:
– Σχολιασμός των θέσεων του Δημητριάδος Ιγνατίου στο Διεθνές Θεολογικό Συνέδριο του Νοεμβρίου 2024 του ΕΚΠΑ (Μέρος Α΄, Β’)