Ευαγγελία Ζουλάκη

Συναξάρι Αγίου Ιωάννου Μαξίμοβιτς Επισκόπου Σαγκάης και Σαν Φρανσίσκο

εικόνα άρθρου: Συναξάρι Αγίου Ιωάννου Μαξίμοβιτς Επισκόπου Σαγκάης και Σαν Φρανσίσκο
Άρθρο της Ευαγγελίας Ζουλάκη

Ένας θαυματουργός, ομολογητής, νεοφανής Άγιος, ασκητής μέσα στον κόσμο


Στις 2 Ιουλίου η Αγία μας Εκκλησία τιμά την μνήμη του Αγίου Ιωάννου Μαξίμοβιτς Επισκόπου Σαγκάης και Σαν Φρανσίσκο.

Ο Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς γεννήθηκε στις 4 Ιουνίου 1896 στο χωριό Αντάμοβκα της Νότιας Ρωσίας. Ήταν απόγονος της αριστοκρατικής οικογένειας Μαξίμοβιτς της οποίας ένα μέλος ανακηρύχτηκε Άγιος το 1916 και είναι ο ιεράρχης Ιωάννης Μαξίμοβιτς Μητροπολίτης Τομπόλσκ που το λείψανό του παραμένει άφθαρτο μέχρι σήμερα στο Τομπόλσκ [1].

Ο νεαρός Μιχαήλ ανατράφηκε εξ απαλών ονύχων με αγάπη για τον Κύριο και έκανε στους γονείς του πάντα απόλυτη υπακοή. Ο πατέρας του, ο Μπόρις ήταν στρατάρχης των ευγενών σε μία επαρχία του Χαρκώβ και ο θείος του ήταν πρύτανης Πανεπιστημίου Κιέβου.

Σαν παιδί ήταν φιλάσθενος και λιτοδίαιτος. Ξεχώριζε από τα άλλα παιδιά όχι μόνο γιατί ήταν ένα ήσυχο και ευγενέστατο παιδί αλλά κυρίως για την βαθιά θρησκευτικότητα του. Προσευχόταν παιδιόθεν για πολλές ώρες σε όρθια στάση χωρίς να υπολογίζει κούραση. Ως μεγαλύτερος από τα πέντε αδέρφια του, φρόντιζε να κατηχεί τα μικρά του αδέρφια με βίους Αγίων που του άρεσε πολύ να μελετά.

Χαρακτηριστικό είναι πως έδειχνε από μικρός κάποια κλίση για τον μοναχισμό, αφού το χαριτωμένο αυτό παιδί, όταν έπαιζε, έντυνε τα στρατιωτάκια του μοναχούς.

Σε ηλικία έντεκα ετών οι γονείς του Μιχαήλ τον έστειλαν στην Στρατιωτική σχολή της Πολτάβα. Εκεί συνάντησε τον Επίσκοπο της Πολτάβα Θεοφάνη, έναν πολύ αγαπητό ιεράρχη, που επηρέασε πολύ τον Μιχαήλ.

Το 1914 τελείωσε την Στρατιωτική σχολή και ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές του στην Θεολογική Σχολή του Κιέβου, αλλά οι γονείς του επέμεναν να πάει στην Νομική σχολή και ο Μιχαήλ έκανε υπακοή στους γονείς του. Οι συμμαθητές του βέβαια παρατηρούσαν πως αυτός περισσότερο διάβαζε τους βίους των Αγίων παρά τα μαθήματα του, ωστόσο ήταν καλός μαθητής.

Αξιοσημείωτο είναι το μαρτυρικό φρόνημα που διέθετε από την νεαρή του ηλικία. Αφού τελείωσε τις σπουδές του, ξεκίνησε να απλώνεται στη Ρωσία ένα αντιχριστιανικό ρεύμα. Το εκκλησιαστικό συμβούλιο του Χάρκων συζητούσε να ξεκρεμάσουν την ασημένια καμπάνα του Ι. Ναού και να την λιώσουν.

Το σύνολο σχεδόν των πιστών δεν αντέδρασε, κυριευμένο από δειλία και φόβο. Ο ατρόμητος όμως και γεμάτος πίστη Μιχαήλ, μαζί με κάποιους ακόμα τολμηρούς πιστούς αντέδρασαν και τους συνέλαβαν. Οι γονείς του τότε του είπαν να φύγει να κρυφτεί, όμως ο Μιχαήλ απάντησε: «Δεν υπάρχει τόπος που μπορεί κανείς να κρυφτεί από το θέλημα του Θεού και ότι χωρίς το θέλημα του Θεού δεν γίνεται τίποτα, δεν πέφτει ούτε μία τρίχα από το κεφάλι μας». Έτσι φυλακίστηκε και μετά από ένα μήνα τον άφησαν ελεύθερο. Αργότερα τον ξανά συνέλαβαν και αφού διαπίστωσαν ότι δεν τον ενδιέφερε εάν θα ήταν ελεύθερος ή φυλακισμένος, τον έβγαλαν από την φυλακή. Ο νεαρός Μιχαήλ ζούσε για τον Θεό και δεν τον ενδιέφερε τίποτα σε αυτόν τον μάταιο κόσμο.

Αφού ξέσπασε στη Ρωσία ο εμφύλιος πόλεμος, έφυγε το 1921 μαζί με την οικογένεια του και εγκαταστάθηκε στην Γιουγκοσλαβία. Εκεί γράφτηκε στην Θεολογική σχολή του Βελιγραδίου ενώ παράλληλα πουλούσε εφημερίδες για την συντήρησή του.

Το 1924 χειροτονήθηκε αναγνώστης στην Ρωσική Εκκλησία του Βελιγραδίου από τον Επίσκοπο Αντώνιο και το 1926 χειροτονήθηκε διάκος και εκάρη μοναχός με το όνομα Ιωάννης (από τον Άγιο θείο του Ιωάννη) στο Μοναστήρι του Μίλκοβ.

Αργότερα, διορίστηκε στην Ιερατική σχολή στην πόλη Βιτώλ της Σερβίας και τελούσε λειτουργίες και στα ελληνικά για τους Έλληνες της περιοχής που τον αγαπούσαν πολύ. Εκεί στην Ιερατική σχολή φρόντιζε πολύ για τους μαθητές του, πήγαινε στα δωμάτιά τους τα βράδια και τους σκέπαζε, τους σταύρωνε και έφευγε. Αυτός δεν κοιμόταν καθόλου σε κρεβάτι και τις λίγες ώρες που ξεκουραζόταν τα βράδια κοιμόταν σε καθιστή στάση ή γονατιστός στο πάτωμα μπροστά στα εικονίσματα.

Ως νεαρός ιερομόναχος επηρεάστηκε θετικά και από τον «Χρυσόστομο των Σέρβων», Άγιο Νικόλαος Βελιμίροβιτς, επίσκοπο Οχρίδος, ο οποίος αναφερόμενος στον Άγιο Ιωάννη έλεγε «Αν επιθυμείτε να γνωρίσετε έναν ζωντανό Άγιο, δεν έχετε παρά να πάτε στην πόλη Βιτώλ για να συναντήσετε τον πατέρα Ιωάννη».

Το 1934 εξελέγη Επίσκοπος Σαγκάης, παρόλο που ο ίδιος δεν ήθελε γιατί είχε πρόβλημα στην ομιλία του.

Στη Σαγκάη βοήθησε πολύ το διχασμένο του ποίμνιο, ενώ παράλληλα οργάνωσε ορφανοτροφείο το οποίο αφιέρωσε στον Άγιο Τύχωνα του Ζαντόνσκ που αγαπούσε τα παιδιά και το οποίο έφτασε να έχει 3.500 ορφανά.

Όταν ξέσπασε η Κομμουνιστική Επανάσταση στην Σαγκάη, ο Άγιος Ιωάννης, πήρε τα παιδιά και τα μετέφερε στις Φιλιππίνες και από εκεί τα πήγε στην Αμερική και στην Αυστραλία.

Το 1951 οι περιπέτειες του συνεχίστηκαν καθώς ο Άγιος Ιωάννης κατέφυγε στην Αμερική αλλά εκεί οι Επίσκοποι της Συνόδου αποφάσισαν να τον στείλουν στην Επισκοπή του Παρισιού και των Βρυξελλών. Εκεί, ασχολήθηκε μεταξύ άλλων και με την συγγραφή των Βίων Αγίων που έζησαν πριν το Σχίσμα με αποτέλεσμα να γίνουν γνωστοί στην Ορθόδοξη Εκκλησία και να εορτάζονται ακόμα και σήμερα.

Στις 21 Νοεμβρίου του 1962 επέστρεψε στην Αμερική και διορίστηκε Επίσκοπος της Ρωσικής Εκκλησίας της διασποράς στο Σαν Φρανσίσκο. Εκεί τον γνώρισε και ο μετέπειτα αγιασμένος γέροντας Σεραφείμ Ρόουζ, ως νεαρός τότε προσήλυτος, ο οποίος δίνει πολλές μαρτυρίες της αγιότητάς του.

Ο Άγιος Ιωάννης κοιμήθηκε στις 2 Ιουλίου του 1966. Είχε πάει στο Σιάτλ μαζί με την θαυματουργική εικόνα της Παναγίας του Κούρση. Μόλις τελείωσε την Θεία Λειτουργία και αφού πέρασε τρεις ώρες προσευχόμενος μέσα στο ιερό, πήγε στο δωμάτιό του να ξεκουραστεί. Κάθισε στην πολυθρόνα του και στις 4 παρά δέκα το απόγευμα κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο ήρεμα χωρίς πόνο. Ο Άγιος Ιωάννης προγνώριζε την ημέρα του θανάτου του και είχε προετοιμαστεί όπως οι μεγάλοι Άγιοι της Εκκλησίας μας. Γι’ αυτό και εκείνη την ημέρα του θανάτου του έστειλε ένα γράμμα, στέλνοντας για τελευταία φορά την ευλογία του στις μοναχές της Λέσνα στην Γαλλία που τόσο πολύ τον είχαν βοηθήσει και εξυπηρετήσει. Σχεδόν 24 ώρες αργότερα το σώμα του έφθασε στον Καθεδρικό Ναό του Σαν Φρανσίσκο που ο ίδιος είχε ολοκληρώσει. Τον προϋπάντησαν οι κληρικοί και έγινε ολονύχτια αγρυπνία.

Η κηδεία πραγματοποιήθηκε στις 7 Ιουλίου το απόγευμα. Το σώμα του τόσες μέρες δεν είχε κανένα σημάδι αποσύνθεσης και όλοι ακουμπούσαν επάνω του σταυρούς, λουλούδια και νήπια για να πάρουν την ευλογία και μερικοί Ιεράρχες τα εγκόλπιά τους.

Μετά το τελευταίο ασπασμό έγινε 3 φορές η λιτάνευση του Ιερού λειψάνου του γύρω από τον Ναό. Το φέρετρο το βάσταζαν ορφανά που ο Άγιος είχε σώσει και μεγαλώσει στην Σαγκάη.

Το άγιο λείψανό του ενταφιάστηκε σε ένα μικρό υπόγειο παρεκκλήσι κάτω από το ιερό του καθεδρικού ναού. Οι πιστοί πήγαιναν και έψαλλαν παννυχίδες καθημερινά και διάβαζαν τους ψαλμούς, παρακαλώντας τον να μεσιτεύει γι’ αυτούς.

Το φθινόπωρο του 1993 η Σύνοδος των Επισκόπων της Αμερικής με υπεύθυνο τον Αρχιεπίσκοπο Αντώνιο του Σαν Φρανσίσκο, αφού έγινε μία παννυχίδα στον τάφο του Αγίου, αποφάσισαν να τον ανοίξουν και τότε αντίκρισαν το άφθαρτο τίμιο σκήνωμα του Αγίου.

Αποφασίστηκε και την επόμενη χρονιά, το 1994 στις 2 Ιουλίου, να γίνει η ανακήρυξη του Αγίου επίσημα πλέον.

Η ασκητικότητά του θύμιζε τους παλαιούς ασκητές, καθώς έφτανε σε μέτρα που δεν συναντώνται εύκολα στις μέρες μας. Έτρωγε μια φορά την ημέρα στις 11 το βράδυ. Κατά την διάρκεια της πρώτης και της τελευταίας εβδομάδας της Μ. Σαρακοστής δεν έτρωγε απολύτως τίποτα και την υπόλοιπη νηστεία, όπως και στην νηστεία των Χριστουγέννων, έτρωγε μόνο πρόσφορο.

Αφότου έγινε μοναχός, σαράντα χρόνια, δεν κοιμήθηκε ποτέ σε κρεβάτι. Τις νύχτες προσευχόταν πολύ και όταν αισθανόταν εξάντληση, όπως ήταν γονατιστός, έβαζε το κεφάλι του στο πάτωμα και κοιμόταν λίγο μέχρι να πάει το πρωί στην Θεία Λειτουργία. Λειτουργούσε ακόμα και όταν ήταν άρρωστος.

Μια γυναίκα από τα πολλά πνευματικά του παιδιά μας πληροφορεί: «Τελούσε καθημερινά την Θεία Λειτουργία και το Άγιο Δισκάριο ήταν πάντοτε γεμάτο γιατί μνημόνευε πλήθος ονομάτων από κάθε τσέπη του έβγαζε χαρτάκια με ονόματα και κάθε μέρα προστίθενται και άλλα ονόματα από τα γράμματα που του έστελναν και του ζητούσαν να κάνει προσευχή».

Ο πλουτανοδότης Κυριος τον είχε στολίσει και με το προορατικό χάρισμα και οι προσευχές του έφερναν την θεραπεία. Η αγάπη του δεν είχε όρια. Καθημερινά επισκεπτόταν τους ασθενείς του, τους εξομολογούσε και τους κοινωνούσε. Σε σοβαρά ασθενείς σκεκόταν ώρες δίπλα τους προσευχόμενος και θαυματουργούσε.

Ο γέροντας Σεραφείμ Ρόουζ σκιαγραφεί την προσωπικότητα του Αγίου σημειώνοντας πως ήταν «ἕνας Ἱεράρχης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ ζωή ἀκτινοβολοῦσε μέ ξεχωριστό τρόπο τις χριστιανικές ἀρετές καί τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κάνοντάς τον πραγματικό στῦλο τῆς Ὀρθοδοξίας καί παράδειγμα χριστιανικῆς ζωῆς με παγκόσμια ἀκτινοβολία. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἰωάννης κατάφερε στη ζωή του νὰ ἑνώσει τρία εἴδη χριστιανικῶν ἰδιοτήτων που σπάνια συναντῶνται μαζί: πρῶτον, ἦταν τολμηρός καί διακεκριμένος ἡγέτης τῆς Ἐκκλησίας. Δεύτερον, ἀσκητής, συνεχιστής τῆς Παράδοσης τῶν στυλιτῶν ἁγίων, καθώς ὑπέβαλε τὸν ἑαυτό του σε σκληρές, μέχρι θανάτου, κακουχίες και τρίτον, ἔγινε «σαλός» για χάρη τοῦ Χριστοῦ, διδάσκοντας τοὺς ἀνθρώπους ὅτι, μὲ τὸ νὰ εἶναι κανείς «σαλός γιά τον Χριστό», καταφέρνει καί ξεπερνᾶ τή σοφία αὐτοῦ τοῦ κόσμου».

Ο ίδιος ακόμα σημείωνε για το Άγιο Ιωάννη:

«Το γεγονός ὅτι ἦταν θαυματουργός ἦταν εὐρύτερα γνωστό. Οπουδήποτε κι ἄν εἶχε πάει – Κίνα, Φιλιππίνες, Εὐρώπη, Αφρική καί Αμερική – ἀμέτρητες θεραπεῖες πραγματοποιήθηκαν μέσα ἀπό τίς προσευχές του. Ἔσωσε πολλούς ἀνθρώπους ἀπό ἐπικείμενο κίνδυνο, χάρις στήν πληροφορία πού τοῦ ἀποκάλυψε ὁ Θεός. Ορισμένες φορές εἶχε ἐμφανιστεῖ σὲ ἀνθρώπους ποὺ τὸν εἶχαν ἀνάγκη ὅταν, σύμφωνα μέ τούς φυσικούς νόμους, ἦταν ἀδύνατο να βρεθεῖ κοντά τους ἐκεῖνες τις στιγμές. Ἐπίσης τόν εἶχαν δεῖ στό ἱερό νά αἰωρεῖται πάνω ἀπ’ τὸ ἔδαφος στη διάρκεια τῆς προσευχῆς, περιβαλλόμενος ἀπο οὐράνιο φῶς» [2].

Το αντιαιρετικό στοιχείο του Αγίου Ιωάννη

Μαζί με όλες αυτές τις αρετές, ο Άγιος Ιωάννης ήταν και ακλόνητος στύλος της Ορθοδοξίας, Φύλακας των δογμάτων και των Αγιοπατερικων παραδόσεων, σε περιοχές που όλα αυτά ήταν εν πολλοίς ξεχασμένα, καθώς η επίδραση του Δυτικού φρονήματος ήταν ισχυρή.

Παραθέτουμε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα του αντιαιρετικού στοιχείου του σύγχρονου αυτού θαυματουργού Αγίου.

«Tὁ 1951, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης διορίσθηκε Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Δυτικῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἀρχιεπισκοπῆς τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς. Ἐδῶ στη Δύση, ὁ ἱεραποστολικός του ζῆλος βασισμένος στη συνεχή προσευχή καί ἡ καθαρότητα τοῦ Ὀρθόδοξου δόγματος εἶχαν ἀποτέλεσμα να εὐδοκιμήσουν ἄφθονοι καρποί. Το 1938, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ἔγραφε για τους Ρώσους τῆς Διασπορᾶς: «Ἡ παίδευση τοῦ ρωσικοῦ λαοῦ χρησιμοποιήθηκε ταυτόχρονα ἀπό τὸν Κύριο ὡς τρόπος σωτηρίας, γιατί ὁ διωγμός τους ἔγινε ἀφορμή νὰ κηρυχθεῖ ἡ Ὀρθοδοξία σε ὅλη τή γῆ» (Ἔκθεση τοῦ Σόμπωρ τοῦ 1938, Γιουγκοσλαβία). Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ξεπέρασε τον μή συνειδητό τρόπο διδαχῆς τῆς Ὀρθοδοξίας, πού χαρακτήριζε μέχρι τότε το μεγαλύτερο μέρος τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς κι ἔγινε συνειδητός ἀπόστολος τῶν δυτικῶν χωρῶν, οἱ ὁποῖες, παρόλο πού εἶχαν διδαχθεῖ τη χριστιανική πίστη, ἦταν ἐδῶ καί πολλούς αἰῶνες στο σκοτάδι τῶν ἑτεροδόξων καί τῶν διαφόρων σκοτεινῶν παρακλάδων τους. Ὁ Ἅγιος ἔδειξε ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον γιά τά διάφορα νεανικά κινήματα, πού εἶχαν στόχο τήν ἐπιστροφή στήν Ὀρθοδοξία ἀπό τήν πλάνη τῶν Δυτικῶν, οἱ καρποί τῶν ὁποίων εἶναι ἀκόμα νωρίς γιά να υπολογιστούν».

«Ἀπαγόρευσε στούς κληρικούς του να συμμετάσχουν σε πανορθόδοξες Λειτουργίες, ὅταν εἶχε ἀμφιβολίες γιὰ τὴν κανονικότητα κάποιων ἀπό τούς συμμετέχοντες. Οἱ δραστηριότητες τῶν ὀρθοδόξων οἰκουμενιστῶν, τὸν ἔκαναν να κουνά το κεφάλι του με δυσπιστία. Ήταν ὁ αὐστηρότερος ὅλων, σε ὅ,τι εἶχε σχέση με τα δόγματα τῆς Ὀρθοδοξίας».

«Εἶναι σίγουρο πάντως πώς ὅσοι εἶχαν δεῖ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, τη στιγμή που χαμήλωνε τά δικεροτρίκερα καί διάβαζε τοὺς ἀναθεματισμούς κατά τῶν αἱρετικῶν, θὰ θυμοῦνται τὸ ἄγριο βλέμμα του. Καί αὐτό, ὄχι ἀπό φανατισμό ἤ στενόμυαλη σκέψη, ἀλλά ἀπό φόβο Θεοῦ που κυριαρχοῦσε καί διατηροῦσε μέσα του σε ὁλόκληρη τη ζωή του».

«Στα έσχατα χρόνια το κακό και η αίρεση θα έχει τόσο εξαπλωθεί που οι πιστοί δε θα βρίσκουν ιερέα και ποιμένα να τους προστατέψει από την πλάνη και να τους συμβουλέψει στη σωτηρία. Τότε, οι πιστοί δε θα μπορούν να δεχτούν ασφαλείς οδηγίες από ανθρώπους, άλλα οδηγός τους θα είναι τα κείμενα των Αγίων Πατέρων. Ιδίως σε αυτή την εποχή, ο κάθε πιστός θα είναι υπεύθυνος για όλο το πλήρωμα της Εκκλησίας. Αδελφοί, καιρός να αναλάβουμε όλοι τις ευθύνες μας απέναντι στο Θεό και την ιστορία. Μην ανέχεστε άλλες λοξοδρομίες και πλάνες από τους ιερείς και αρχιερείς σας! Μην κάνετε τα “στραβά μάτια”, είστε συνυπεύθυνοι! Οι Άγιοι σας προειδοποιούν…» τόνιζε χαρακτηριστικά ο Άγιος Ιωάννης.

Ο Ευγένιος Ρόουζ (μετέπειτα ιερομόναχος Σεραφείμ) μαζί με τον φίλο και μετέπειτα συνασκητή του, Γκλέμπ, εργάζονταν για την έκδοση του περιοδικού Ορθόδοξος Λόγος:

«…Όταν ο Γκλέμπ του εξήγησε τα περιεχόμενα του πρώτου υπό έκδοση τεύχους, ο αρχιεπίσκοπος Ιωάννης έδωσε αμέσως και ανενδοίαστα την έγκρισή του, λέγοντας με έμφαση: «Τυπωθήτω»! Όταν ζήτησαν την έγκρισή του για τα επόμενα τεύχη, τα ενέκρινε αμέσως προτού καν οι αδελφοί του πουν τι περιείχαν.

Ο Γκλέμπ προβληματίστηκε. Γιατί άραγε δεν ήθελε ο αρχιεπίσκοπος να εξετάσει το κάθε τεύχος, εφόσον το περιοδικό εκδιδόταν στην περιοχή της επισκοπικής δικαιοδοσίας του; Η κατάπληξή του εντάθηκε όταν, μετά απ’ την έκδοση του πέμπτου τεύχους, ένας αναγνώστης εξοργίστηκε με κάποιο άρθρο που είχε γράψει ο Ευγένιος.

Το επίμαχο άρθρο, στη στήλη με τίτλο «Η Ορθοδοξία στο Σύγχρονο Κόσμο», σχολίαζε την ομιλία του πάπα Παύλου του VI στα Ηνωμένα Έθνη. Ο αναγνώστης, εκφράζοντας την αγανάκτηση του, επέστρεψε το τεύχος με αρκετά σχόλια στο περιθώριο των σελίδων. «Ιδού» – έγραφε – «ένα περιοδικό γεμάτο με τους θησαυρούς της Ορθόδοξης Πίστης, στο τέλος του οποίου ο αναγνώστης αντικρίζει ένα άρθρο στο οποίο ο πάπας συγκρίνεται με τον αντίχριστο! Μα ποιοι νομίζουν ότι είναι αυτοί “οι εκδότες της πεντάρας” που μπορούν να κάνουν τέτοιες αλλόκοτες δηλώσεις για έναν παγκοσμίως αναγνωρισμένο πνευματικό ηγέτη»;

Πληγωμένοι από την πικρόχολη αυτή αντίδραση του αναγνώστη τους, οι αδελφοί ενημέρωσαν τον αρχιεπίσκοπο Ιωάννη για το συμβάν. Ο Γκλέμπ ανέλαβε πρωτοβουλία να τον ρωτήσει, ενώ ο Ευγένιος απλώς παρακολουθούσε τη συζήτηση: «Γιατί δεν ελέγξατε το τεύχος, ώστε να γνωρίζαμε προτού εκδοθεί, το τι θα επακολουθούσε»;!

Ο αρχιεπίσκοπος αφού άκουσε το περιεχόμενο του επίμαχου άρθρου, κοίταξε έντονα τον Γκλέμπ στα μάτια:

«Παρακολούθησες τα μαθήματα στο Ιεροδιδασκαλείο»; τον ρώτησε. «Ναι», απάντησε ο Γκλέμπ.

«Και ολοκλήρωσες τον κύκλο σπουδών σου»;

«Μάλιστα».

«Είχες τον αρχιεπίσκοπο Αβέρκιο καθηγητή σου»;

«Μάλιστα».

«Δεν διδάχθηκες, ότι σε δύσκολους καιρούς ο κάθε Χριστιανός είναι ο ίδιος υπεύθυνος για τη Χριστιανοσύνη στο σύνολο της; Ότι κάθε μέλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας έχει ευθύνη για ολόκληρη την Εκκλησία; Και ότι σήμερα η Εκκλησία έχει εχθρούς και διώκεται από έξω αλλά και από μέσα»;

«Ναι, το διδάχθηκα», παραδέχτηκε ο Γκλέμπ.

Όπως εξήγησε ο αρχιεπίσκοπος στους αδελφούς, αυτός ήταν και ο λόγος που σκοπίμως δεν έλεγχε τα τεύχη τα όποια εξέδιδαν. Ήθελε να είναι εκείνοι υπεύθυνοι για όσα έγραφαν. Αν έκαναν λάθη, όφειλαν οι ίδιοι να απολογηθούν ενώπιον του Θεού και να μην μπουν σε πειρασμό να επιρρίψουν αλλού την ευθύνη.

Σε τέτοιους χαλεπούς καιρούς – τους είπε – είναι απαραίτητο για να διατηρηθεί ο Χριστιανισμός, οι εργάτες της Ορθοδοξίας να εργάζονται για το Χριστό χωρίς να εξαρτώνται από άλλους σε κάθε βήμα τους. Είναι αξιέπαινοι όταν κάνουν δημιουργική εργασία, χωρίς να περιμένουν λεπτομερείς οδηγίες από άλλους.

– «Άλλωστε», κατέληξε ο αρχιεπίσκοπος, «όσα έγραψες σ’ αυτό το άρθρο είναι σύμφωνα με τις θέσεις του αρχιεπισκόπου Αβερκίου και τυχαίνει να συμφωνώ κι εγώ μαζί του».

Οι αμφιβολίες των αδελφών διαλύθηκαν. Ο Ευγένιος χαμογέλασε με το αποτέλεσμα το οποίο, σε τελική ανάλυση, ευθυγραμμιζόταν με το αμερικανικό πνεύμα της πρωτοπορίας. Από εκείνη τη στιγμή, ο Ευγένιος και ο Γκλέμπ ανέλαβαν πλήρως την ευθύνη. Αν και δεν ζητούσαν πια να ελέγχονται τα πάντα πριν από την έκδοση του κάθε τεύχους, εξακολούθησαν να συμβουλεύονται τον αρχιεπίσκοπο όποτε είχαν συγκεκριμένες ερωτήσεις κι εκείνος τις απαντούσε με αγάπη. Για απαντήσεις σε ερωτήσεις Θεολογικού περιεχομένου που ανέκυπταν, τους συμβούλευσε να γράφουν στον αρχιεπίσκοπο Αβέρκιο, με τον οποίον είχε απόλυτη ενότητα ψυχής.

Ως ποιμενάρχης των αδελφών, ο αρχιεπίσκοπος Ιωάννης τους έδωσε κάποιο βαθμό ελευθερίας αλλά τους έκανε να καταλάβουν την ευθύνη που συνεπάγεται αυτή η ελευθερία. Επιπλέον τους ξεκαθάρισε ότι είναι απαραίτητο η ελευθερία τους να παραμένει πάντοτε στο πλαίσιο της υπακοής προς την Ορθόδοξη Εκκλησία και την Παράδοσή της, μέσα από τις συμβουλές όχι μόνον του ιδίου, μα και άλλων γερόντων τους οποίους εμπιστευόταν.

Σε επιστολή που έγραψε ο Ευγένιος μετά από την ανάπαυση του αρχιεπισκόπου Ιωάννη, θυμόταν πως ο άγιος Ιεράρχης δίδασκε όσους ασκούνταν στην Εκκλησία του Κυρίου, αυτήν ακριβώς την αρχή της ελευθερίας η οποία συνοδεύεται με ευθύνη:

«Οι αρχές παραμένουν αναλλοίωτες· όμως ο άνθρωπος, από τη φύση του επενδύει αυτές τις αρχές με ορισμένα καθαρά ιδεαλιστικά στερεότυπα γύρω από πρόσωπα – κάτι που μπορεί να οδηγήσει το Χριστιανό σε ναυάγιο. Τούτο ισχύει κυρίως για τους επισκόπους, τους ηγέτες της Εκκλησίας. Στις ημέρες μας, της γενικής παρακμής της Εκκλησίας, δεν μπορούμε να έχουμε υπερβολικές απαιτήσεις απ’ αυτούς.

Ενώ τους αποδίδουμε κάθε τιμή και σεβασμό και κάνουμε υπακοή στο θέλημά τους, πρέπει ρεαλιστικά να παραδεχτούμε ότι (εκτός από σπάνιες περιπτώσεις) δεν είναι σε θέση να λειτουργήσουν ως προσωπικοί καθοδηγητές, ιδιαιτέρως μάλιστα σε προσηλύτους Ορθόδοξους. Η μία ξεχωριστή εξαίρεση στο γενικό αυτό «κανόνα» είναι ο Βλαντίκα (επίσκοπος) Ιωάννης, στον οποίον πιστεύουμε ότι θα μπορούσε κάποιος να εμπιστευτεί πλήρως τον εαυτό του».

Επίλογος

Καταληκτικά, ο ίδιος ο Άγιος Ιωάννης, μιλώντας για την αγιότητα, έγραφε:

«Η ἁγιότητα δέν εἶναι ἁπλά ὀρθότητα ἤ τιμιότητα, γιά τήν ὁποία οἱ ἠθικοί θὰ ἀνταμειφθοῦν στήν Οὐράνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὕψος, κατά τό ὁποῖο οἱ ἄνθρωποι εἶναι πλημμυρισμένοι μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία διοχετεύεται ἀπό αὐτούς πρός ὅλους ὅσους τούς συναναστρέφονται.

Ἡ ἁγιότητά τους προέρχεται ἀπό τήν ἄμεση καί συνεχή σκέψη τῆς Δόξας τοῦ Θεοῦ… Εἶναι ἐπίσης γεμάτοι ἀπό τήν ἀγάπη γιά τόν πλησίον, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπό τήν ἀγάπη πού ἔχουν στο Θεό καί γι’ αὐτό ἀνταποκρίνονται σε κάθε ἀνθρώπινη ἀνάγκη. Καί σε κάθε ἀνθρώπινο αἴτημα τοῦ πλησίον τους, ἐνεργοῦν σάν μεσολαβητές καί πρεσβευτές ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ».

Αυτά τα στοιχεία βέβαια χαρακτήριζαν άρτια και τον Άγιο Ιωάννη Μαξιμοβιτς, τον απλό, τον ταπεινό, τον ασκητικό, τον ομολογητή, τον θεοφόρο και θαυματουργό νεοφανή Άγιο πλήρους αγάπης και αυταπαρνήσεως.

Τις πρεσβείες του να έχουμε!

Ἀπολυτίκιον [3]

Ἦχος πλ. δ΄. Τὸ προσταχθέν.

Τῶν στυλιτῶν ἐν τοῖς ἴχνεσι βαδίσας, καὶ ἀσκητῶν τοὺς θείους ἄθλους κατορθώσας, καὶ σαλότητος τρόπους γράψας Ἰωάννη· ἐγένου θείας σοφίας μυσταγωγός, καὶ στάθμη ὑπερκοσμίου διαγωγῆς· προσευχῆς τε διδάσκαλος, καὶ συμπαθείας κρατήρ, πρὸς ὃν πιστοὶ φθεγγόμεθα· χαίροις Ῥώσσων ἐπίσκοπε.

  • [1] Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς, Επίσκοπος Σανγκάης και Σαν Φρανσίσκ, ο θαυματουργός, εκδ. Ιερά Μονή Αγίου Νεκταρίου Φωκίδας, 2009
  • [2] Ιερομόναχου Δαμασκηνού, π. Σεραφείμ Ρόουζ, Η ζωή και τα έργα του, τόμος Ά, εκδ. Μυριόβιβλος, Αθήνα 2005
  • [3] Μοναχής Ισιδώρας Αγιεροθεΐτισσας

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: ΚΑΤΑΝΙΧI

Σχετικά άρθρα

Ο άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς και η αγιομαχική θέση του Μητροπολίτη Προικοννήσου Ιωσήφ

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ ΚΑΙ Η ΑΓΙΟΜΑΧΙΚΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΠΡΟΙΚΟΝΝΗΣΟΥ ΙΩΣΗΦ Πρωτοπρεσβ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος 11-09-2019 Μέ τόν Σεβ. Μητρ. Προικοννήσου κ. Ἰωσήφ, Ἱεράρχη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου καί ἱεροκήρυκα τῆς...

Σκέψεις μετά και από την προσπάθεια του Επισκόπου Προικοννήσου για την άρση της αγιότητος του Ιωάννου Μαξίμοβιτς και όχι μόνο…

Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός: «Οἱ κληρικοί θά γίνουν οἱ χειρότεροι καί ἀσεβέστεροι τῶν ὅλων» («Ὁ Πατροκοσμᾶς», Προφητεία 57η , σελ. 39) Γράφει ὁ Πᾶνος Δὲν μᾶς ἔφταναν οἱ μέχρι τώρα...

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Συνεχίζοντας την περιήγηση στην ιστοσελίδα, συναινείτε με την χρήση αυτών.
Μπορείτε να επισκεφθείτε τους Όρους χρήσης και την Πολιτική προστασίας απορρήτου.