Ἀποκλειστικά γιά τό Katanixi.gr

e-mail: synaxisorthkm@gmail.com
Θεσσαλονίκη, 02 Δεκεμβρίου 2019

Παραθέτουμε τά κυριώτερα λεχθέντα καί πραχθέντα τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου ἀπό τόν Ἰούνιο μέχρι τόν Αὔγουστο τοῦ 2015.

1) 18-06-2015 : Exclusive: Patriarch Bartholomew on Pope Francis’ Climate Encyclical

Ecology, Economy and Ecumenism
by Ecumenical Patriarch Bartholomew, Published at Time.com

In a series of seminars organized between 1994 and 1998 on the island of Halki off the coast of Istanbul in Turkey, we drew attention to the close connection between ecology and economy. Both terms share the Greek root oikos, which signifies “home.” It therefore came as no surprise to us that our beloved brother Francis of Rome opens his encyclical, which is being released today in the New Synod Hall of the Vatican, with a reference to God’s creation as “our common home.”

Nor again did it come as a surprise to us that Pope Francis underlined the ecumenical dimension of creation care – the term “ecumenism” also shares the same etymological origin as the words “ecology” and “economy.” The truth is that, above any doctrinal differences that may characterize the various Christian confessions and beyond any religious disagreements that may separate the various faith communities, the earth unites us in a unique and extraordinary manner. All of us ultimately share the earth beneath our feet and breathe the same air of our planet’s atmosphere. Even if we do not do enjoy the world’s resources fairly or justly, nevertheless all of us are responsible for its protection and preservation. This is precisely why today’s papal encyclical speaks of the need for “a new dialogue,” “a process of education,” and “urgent action.”

How can one not be moved by the criticism of our “culture of waste” or the emphasis on “the common good” and “the common destination of goods”? And what of the vital importance attributed to the global problem of clean water, which we have underlined for over two decades as we assembled scientists, politicians and activists to explore the challenges of the Mediterranean Sea (1995), the Black Sea (1997), the Danube River (1999), the Adriatic Sea (2002), the Baltic Sea (2003), the Amazon River (2006), the Arctic Sea (2007) and the Mississippi River (2009)? Water is arguably the most divine symbol in the world’s religions and, at the same time, the most divisive element of our planet’s resources.

In the final analysis, however, any dissent over land or water inevitably results in what the Pope’s statement calls “a decline in the quality of human life and a breakdown of society.” How could it possibly be otherwise? After all, concern for the natural environment is directly related to concern for issues of social justice, and particularly of world hunger. A church that neglects to pray for the natural environment is a church that refuses to offer food and drink to a suffering humanity. At the same time, a society that ignores the mandate to care for all human beings is a society that mistreats the very creation of God.

Therefore, the Pope’s diagnosis is on the mark : “We are not faced with two separate crises, one environmental and the other social, but rather one complex crisis which is both social and environmental.” Indeed, as he continues to advance, we require “an integrated approach to combating poverty, restoring dignity to the underprivileged, and at the same time protecting nature.” It is also no surprise, then, that the Pope is concerned about and committed to issues like employment and housing.

Invoking the inspiring words of Scripture and the classics of Christian spirituality of East and West (particularly such saints as Basil the Great and Francis of Assisi), while at the same time evoking the precious works of Roman Catholic conferences of bishops throughout the world (especially in regions where the plunder of the earth is identified with the plight of the poor), Pope Francis proposes new paradigms and new policies in contrast to those of “determinism,” “disregard” and “domination.”

In 1997, we humbly submitted that harming God’s creation was tantamount to sin. We are especially grateful to Pope Francis for recognizing our insistence on the need to broaden our narrow and individualistic concept of sin; and we welcome his stress on “ecological conversion” and “reconciliation with creation.” Moreover, we applaud the priority that the papal encyclical places on “the celebration of rest.” The virtue of contemplation or silence reflects the quality of waiting and depending on God’s grace; and by the same token, the discipline of fasting or frugality reveals the power of not-wanting or wanting less. Both qualities are critical in a culture that stresses the need to hurry, the preeminence of individual “wants” over global “needs.”

In the third year of our brother Pope Francis’s blessed ministry, we count it as a true blessing that we are able to share a common concern and a common vision for God’s creation. As we stated in our joint declaration during our pilgrimage to Jerusalem last year :

“It is our profound conviction that the future of the human family depends also on how we safeguard – both prudently and compassionately, with justice and fairness – the gift of creation that our Creator has entrusted to us … Together, we pledge our commitment to raising awareness about the stewardship of creation; we appeal to all people of goodwill to consider ways of living less wastefully and more frugally, manifesting less greed and more generosity for the protection of God’s world and the benefit of His people.

(ΠΗΓΗ : http://time.com)

2) 19-06-2015 : Βαρθολομαῖος : «Δέν μποροῦμε νά πράξουμε διαφορετικά ἀπό τό νά ‘’ὑπηρετοῦμε καί νά διατηροῦμε’’ τό δημιούργημα τοῦ Θεοῦ»

«Αὐτό, πού ἑνώνει τίς δύο Ἐκκλησίες, εἶναι πολύ πιό σημαντικότερο ἀπό ἐκεῖνο, πού τίς χωρίζει». Μέ τά λόγια αὐτά ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, σέ συνέντευξή του στήν ἐφημερίδα La Stampa, ὑπογράμμισε τήν σημασία τῆς ἀφοσίωσης ὅλων τῶν Χριστιανῶν στήν κατεύθυνση τῆς προστασίας τῆς Κτίσης καί τῆς Δημιουργίας τοῦ Θεοῦ. Μιλώντας στόν δημοσιογράφο Andrea Tornielli, ὁ Προκαθήμενος τῆς πρωτόθρονης Ἐκκλησίας τῆς Ὀρθοδοξίας καί πρωτοστάτης στό ἀγώνα εὐαισθητοποίησης τῆς παγκόσμιας κοινῆς γνώμης γιά τήν ἀνάγκη διαφύλαξης τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος, μέρος τοῦ ὁποίου εἶναι καί ὁ ἄνθρωπος, ἐπεσήμανε ὅτι «οἱ Ἐκκλησίες μας ἔχουν συνειδητοποιήσει ὅτι δέν μποροῦμε νά πράξουμε διαφορετικά ἀπό τό νά «ὑπηρετοῦμε καί νά διατηροῦμε» τό δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, γεγονός πού ἀποτελεῖ ἀναπόσπαστο κομμάτι τοῦ ρόλου μας, ὡς ἐπικεφαλῆς τῆς χριστιανικῆς κοινότητας, ὅπως ἐπίσης καί δέσμευση γιά τήν κοινωνική δικαιοσύνη στόν κόσμο».

Ἡ συνέντευξη φέρει ὡς τίτλο «Ἐμεῖς, οἱ Ὀρθόδοξοι, εἴμαστε ἑνωμένοι μέ τούς Καθολικούς στήν ὑπεράσπιση τῆς Γῆς, πού μοιραζόμαστε»καί πραγματοποιήθηκε μέ ἀφορμή τήν παρουσίαση τῆς νέας Ἐγκυκλίου ἀπό τόν Πάπα Φραγκῖσκο, μέ θέμα τήν κλιματική ἀλλαγή, στήν ὁποία γίνεται ἰδιαίτερη ἀναφορά στό πρόσωπο τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, ὡς «πρωτοπόρο τοῦ κηρύγματος γιά τήν προάσπιση τοῦ περιβάλλοντος».

Ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος στήν εἰσαγωγή τῆς συνέντευξης σχολίασε ὅτι «ἡ εὐγενική ἀναφορά, πού ἔκανε στό πρόσωπό του, ὁ ἀδελφός Πάπας Φραγκῖσκος δέν τόν ἐξέπληξε».

Στήν ἐρώτηση τοῦ δημοσιογράφου «γιατί ἡ Ἐκκλησία, Ὀρθόδοξη καί Καθολική, παρεμβαίνει σέ αὐτό τό θέμα μέ τρόπο τόσο ἀποφασιστικό», ὁ Πατριάρχης ἐπεσήμανε ὅτι «ὑπάρχει κάτι περισσότερο : αὐτό, πού ἑνώνει τίς δύο Ἐκκλησίες, εἶναι πολύ πιό σημαντικότερο ἀπό ἐκεῖνο, πού τίς χωρίζει. Καί οἱ δύο ὀφείλουν νά ἔχουν στό νοῦ τους αὐτή τήν ἄποψη καί νά δεσμευτοῦν γιά τήν ἑνότητα. Πέρα ἀπό τίς θρησκευτικές καί δογματικές διαφορές, εἴμαστε χρήσιμοι στή Γῆ, πού μοιραζόμαστε, στήν δημιουργία, πού μᾶς προσφέρθηκε ὡς πολύτιμο καί εὔθραυστο δῶρο ἀπό τόν Δημιουργό μας. Οἱ Ἐκκλησίες μας ἔχουν συνειδητοποιήσει ὅτι δέν μποροῦμε νά πράξουμε διαφορετικά ἀπό τό νά «ὑπηρετοῦμε καί νά διατηροῦμε» τό δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, γεγονός πού ἀποτελεῖ ἀναπόσπαστο κομμάτι τοῦ ρόλου μας, ὡς ἐπικεφαλῆς τῆς χριστιανικῆς κοινότητας, ὅπως ἐπίσης καί δέσμευση γιά τήν κοινωνική δικαιοσύνη στόν κόσμο».

Ὁ Andrea Tornielli ἐπεσήμανε ὅτι ὁ Πάπας Φραγκῖσκος συνέδεσε τήν προστασία τῆς δημιουργίας μέ τήν ἀνάγκη ἀλλαγῆς μοντέλου οἰκονομικῆς ἀνάπτυξης καί ρώτησε τόν Πατριάρχη, ἐάν συμμερίζεται τήν ἄποψή του. Ἀπαντώντας, ὁ Πατριάρχης ἐπεσήμανε ὅτι «τό πρόβλημα τῆς ρύπανσης καί τῆς ὑποβάθμισης τοῦ περιβάλλοντος δέν μπορεῖ νά ἀπομονωθεῖ, ὥστε νά ὑπάρξει ἐξεύρεση λύσης. Τό περιβάλλον εἶναι ἡ οἰκία, πού περιβάλει τό ἀνθρώπινο εἶδος […] δέν μπορεῖ κατά συνέπεια νά ἐκτιμηθεῖ καί νά ἀξιολογηθεῖ ἀπό μόνο του, χωρίς νά συνδεθεῖ ἄμεσα μέ τό μοναδικό δημιούργημα, πού τό κατοικεῖ. Ἡ ἀνησυχία γιά τό περιβάλλον σημαίνει ταυτόχρονα ἀνησυχία γιά τά ἀνθρώπινα προβλήματα, ὅπως ἡ φτώχεια, ἡ δίψα καί ἡ πείνα. Αὐτός ὁ δεσμός περιγράφεται ξεκάθαρα καί μέ λεπτομέρειες στίς παραβολές τοῦ Κυρίου».

Στήν ἐπισήμανση τοῦ δημοσιογράφου ὅτι ὁ ἄνθρωπος μοιάζει νά θεωρεῖ τόν ἑαυτό του «κύριο» τῆς φύσης, ὁ Πατριάρχης ὑπενθύμισε ὅτι «οἱ ὄροι “οἰκολογία” καί “οἰκονομία” ἔχουν τήν ἴδια ἑτυμολογική ρίζα, ἤτοι τό πρόθεμα «οἴκο», τό ὁποῖο προέρχεται ἀπό τήν ἑλληνική λέξη «οἴκος», πού σημαίνει κατοικία. Χαρακτήρισε ἐπιπροσθέτως «ἀξιοθρήνητο» καί «ἐγωιστικό» τό γεγονός ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν περιορίσει τήν χρήση αὐτῆς τῆς λέξης γιά τούς ἑαυτούς τους, σάν νά ἦταν οἱ μοναδικοί κάτοικοι τοῦ πλανήτη. «Αὐτός ὁ πλανήτης εἶναι πράγματι ἡ κατοικία μας, ἀλλά εἶναι ἐπίσης κατοικία ὅλων, κάθε ζωικοῦ πλάσματος καί κάθε μορφῆς ζωῆς, πού δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό. Ἀποτελεῖ δεῖγμα ὑπεροψίας ἀπό τήν πλευρά τῶν ἀνθρώπων νά θεωροῦν ὅτι μόνο αὐτοί κατοικοῦν σέ αὐτόν τόν πλανήτη, ὅπως εἶναι ἐξίσου ὑπεροψία νά φαντάζεται κανείς ὅτι ἡ Γῆ ἀνήκει μόνο σέ αὐτή τήν γενιά».

Καταλήγοντας, ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος ἐπεσήμανε ὅτι «σκοπός τοῦ χριστιανισμοῦ […] εἶναι ὁ ἐναγκαλισμός ὅλων τῶν ἀνθρώπων καί ὅλων τῶν πραγμάτων, ὄχι ἐξαιτίας φόβου ἤ λόγῳ ἀνάγκης, ἀλλά μέ ἀγάπη καί χαρά» καί προέτρεψε «στήν δημιουργία καί τήν προώθηση μέσων ὑπέρ τῆς εἰρήνης καί τῆς ζωῆς καί ὄχι ὑπέρ τῆς βίας καί τοῦ θανάτου».

(ΠΗΓΗ : http://www.amen.gr)

3) 19-06-2015 : Ἡ ἀπάντηση Βαρθολομαίου στήν παπική ἐγκύκλιο γιά τό κλίμα : «Οἰκολογία, Οἰκονομία καί Οἰκουμενισμός»

«Οἰκολογία, Οἰκονομία καί Οἰκουμενισμός» τιτλοφορήθηκε ἡ ἀπάντηση τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου στήν παπική ἐγκύκλιο γιά τό κλίμα, σύμφωνα μέ ἀποκλειστικό ρεπορτάζ τοῦ περιοδικοῦ ΤΙΜΕ.

Σύμφωνα μέ τό περιοδικό, ὁ Πατριάρχης ἀρχικά ἀναφέρθηκε σέ μιά σειρά σεμιναρίων, πού διοργανώθηκαν ἀπό τό 1994 ἕως καί τό 1998 στό νησί τῆς Χάλκης στά ἀνοικτά τῶν ἀκτῶν τῆς Κωνσταντινούπολης στήν Τουρκία, καί τά ὁποία ἑστίασαν στήν στενή σχέση μεταξύ οἰκολογίας καί οἰκονομίας. «Ἀμφότεροι οἱ ὅροι μοιράζονται τήν ἑλληνική ρίζα οἴκος, πού σημαίνει “τό σπίτι.” Ὡς ἐκ τούτου, δέν ἀποτέλεσε ἔκπληξη γιά ἐμᾶς ὅτι ὁ ἀγαπημένος ἀδελφός μας Φραγκῖσκος τῆς Ρώμης ἀνοίγει τήν ἐγκύκλιό του μέ ἀναφορά στήν δημιουργία τοῦ Θεοῦ ὡς “κοινό μας σπίτι’’», ἀνέφερε ὁ κ. Βαρθολομαῖος.

Συνέχισε δέ λέγοντας πώς καί ὁ ὄρος «οἰκουμενισμός» συμμερίζεται ἐπίσης τήν ἴδια ἐτυμολογική προέλευση μέ τίς λέξεις «οἰκολογία» καί «οἰκονομία» καί συνέχισε : «Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι πάνω ἀπό ὁποιαδήποτε δογματικές διαφορές, πού μπορεῖ νά χαρακτηρίζουν τίς διάφορες χριστιανικές ὁμολογίες, καί πέρα ​​ἀπό ὁποιαδήποτε θρησκευτική διαφωνία, πού μπορεῖ νά διαχωρίσει τίς διάφορες θρησκευτικές κοινότητες,ἡ γῆ μᾶς ἑνώνει μέ ἕνα μοναδικό καί ἐξαιρετικό τρόπο. Ὅλοι μας τελικά μοιράζομαστε τήν γῆ κάτω ἀπό τά πόδια μας καί ἀναπνέουμε τόν ἴδιο ἀέρα τας ἀτμόσφαιρας τοῦ πλανήτη μας. Ἀκόμη κι ἄν δέν ἀπολαμβάνουμε τούς πόρους τοῦ πλανήτη ἀρκετά ἤ δίκαια, ὡστόσο, ὅλοι μας εἴμαστε ὑπεύθυνοι γιά τήν προστασία καί τήν διατήρησή του. Αὐτός ἀκριβῶς εἶναι ὁ λόγος, γιά τόν ὁποῖο ἡ σημερινή παπική ἐγκύκλιος μιλᾶ γιά τήν ἀνάγκη γιά «ἕνα νέο διάλογο», «μιά διαδικασία ἐκπαίδευσης,» καί «ἐπείγουσα δράση».

Κατόπιν μίλησε γιά τό νερό, λέγοντας : «Τό νερό εἶναι ἀναμφισβήτητα τό πιό θεϊκό σύμβολο στίς θρησκεῖες τοῦ κόσμου καί, ταυτόχρονα, τό πιό διχαστικό στοιχεῖο τῶν πόρων τοῦ πλανήτη μας».

Καί ὁ κ. Βαρθολομαῖος συνέχισε :

«Σέ τελική ἀνάλυση, ὅμως, ἡ ὅποια διαφωνία πέρα ​​ἀπό τό ἔδαφος ἤ τό νερό ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα σέ αὐτό, πού ἡ δήλωση τοῦ Πάπα ἀποκαλεῖ “μιά μείωση τῆς ποιότητας τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου καί κατάρρευση τῆς κοινωνίας”. Πῶς θά μποροῦσε ἐνδεχομένως νά εἶναι διαφορετικά; Ὅπως καί νά ἔχει, ἡ ἀνησυχία γιά τό φυσικό περιβάλλον ἔχει ἄμεση σχέση μέ τήν ἀνησυχία γιά τά θέματα τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης, καί εἰδικότερα τῆς πείνας στόν κόσμο. Μιά ἐκκλησία, πού ἀμελεῖ νά προσεύχεται γιά τό φυσικό περιβάλλον, εἶναι μιά ἐκκλησία, πού ἀρνεῖται νά προσφέρει φαγητό καί ποτό σέ μιά ἀνθρωπότητα, πού ὑποφέρει. Τήν ἴδια στιγμή, μιά κοινωνία, πού ἀγνοεῖ τήν ἐντολή νά φροντίσει γιά ὅλα τά ἀνθρώπινα ὄντα, εἶναι μιά κοινωνία, πού κακομεταχειρίζεται τήν ἴδια τήν δημιουργία τοῦ Θεοῦ. Ὡς ἐκ τούτου, ἡ διάγνωση τοῦ Πάπα εἶναι τό σῆμα : «Δέν εἴμαστε ἀντιμέτωποι μέ δύο ξεχωριστές κρίσεις, μία περιβαλλοντική καί μιά ἄλλη κοινωνική, ἀλλά μᾶλλον μιά σύνθετη κρίση, ἡ ὁποία εἶναι τόσο κοινωνική ὅσο καί κρίση περιβάλλοντος». Πράγματι, ὅπως ὁ ἴδιος συνεχίζει, χρειαζόμαστε “μιά ὁλοκληρωμένη προσέγγιση γιά τήν καταπολέμηση τῆς φτώχειας, τήν ἀποκατάσταση τῆς ἀξιοπρέπειας τῶν μή προνομιούχων καί ταυτόχρονα τήν προστασία της φύσης.” Δέν ἀποτελεῖ ἔκπληξη, λοιπόν, ὅτι ὁ Πάπας ἀνησυχεῖ καί δεσμεύεται γιά θέματα, ὅπως ἡ ἀπασχόληση καί ἡ στέγαση.

Ἐπικαλεῖται ἐμπνευσμένα λόγια τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τούς κλασικούς τῆς χριστιανικῆς πνευματικότητας τῆς Ἀνατολῆς καί τῆς Δύσης (ἅγιοι ὅπως ὁ Μέγας Βασίλειος καί Φραγκῖσκος τῆς Ἀσίζης), ἐνῶ ταυτόχρονα παραπέμπει στά πολύτιμα ἔργα Ρωμαιοκαθολικῶν ἐπισκοπικῶν συνεδρίων σέ ὅλο τόν κόσμο (κυρίως σέ περιοχές, ὅπου ἡ λεηλασία τῆς γῆς ταυτίζεται μέ τά δεινά τῶν φτωχῶν), ὁ Πάπας Φραγκῖσκος προτείνει νέα πρότυπα καί νέες πολιτικές, σέ ἀντίθεση μέ ἐκεῖνες τοῦ «ντετερμινισμοῦ», τῆς «περιφρόνησης» καί τῆς «κυριαρχίας».

Τό 1997, ταπεινά ὑποστηρίξαμε πώς ὅ,τι βλάπτει τήν δημιουργία τοῦ Θεοῦ ἰσοδυναμεῖ μέ τήν ἁμαρτία. Εἴμαστε ἰδιαίτερα εὐγνώμονες πρός τόν πάπα Φραγκῖσκο γιά τήν ἀναγνώριση τῆς ἐπιμονῆς μας στήν ἀνάγκη νά διευρύνουμε τίς στενές καί ἀτομικιστικές ἀντιλήψεις τῆς ἁμαρτίας μας καί χαιρετίζουμε τό ἄγχος του γιά τήν “οἰκολογική μετατροπή” καί τήν “συμφιλίωση μέ τήν δημιουργία”. Ἐπιπλέον, ἐπικροτοῦμε τήν προτεραιότητα, πού ἡ παπική ἐγκύκλιος θέτει σχετικά μέ τήν “γιορτή τῆς ἀνάπαυσης”. Ἡ ἀρετή τοῦ στοχασμοῦ ἤ ἡ σιωπή αὐτή ἀντανακλᾶ τήν ποιότητα τῆς ἀναμονῆς καί, ἀνάλογα μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, καί γιά τόν ἴδιο λόγο, ἡ πειθαρχία τῆς νηστείας ἤ ἡ λιτότητα ἀποκαλύπτει τήν δύναμη τοῦ νά “μήν θέλουμε” ἤ νά θέλουμε λιγότερα. Καί οἱ δύο ἰδιότητες εἶναι κρίσιμης σημασίας σέ ἕναν πολιτισμό, πού τονίζει τήν ἀνάγκη νά βιαστοῦμε, καθώς καί τήν ὑπεροχή τοῦ ἀτομικοῦ “θέλω” σέ ἀντίθεση μέ τό παγκόσμιο “πρέπει”.

Κατά τό τρίτο ἔτος τῆς θητείας τοῦ ἀδελφοῦ μας Πάπα Φραγκίσκου, μετρᾶμε σάν μιά πραγματική εὐλογία, πού εἴμαστε σέ θέση νά μοιραζόμαστε μιά κοινή ἀνησυχία καί ἕνα κοινό ὅραμα γιά τήν δημιουργία τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ἀναφέραμε στήν κοινή δήλωσή μας κατά τήν διάρκεια τοῦ προσκυνήματός μας στά Ἱεροσόλυμα τόν περασμένο χρόνο : «… Μαζί, δηλώνουμε τήν δέσμευσή μας γιά τήν αὔξηση τῆς εὐαισθητοποίησης σχετικά μέ τήν διαχείριση τῆς δημιουργίας, κάνουμε ἔκκληση σέλους τούς ἀνθρώπους καλῆς θέλησης νά ἐξετάσουν τρόπους, γιά νά ζοῦμε λιγότερο σπάταλα καί πιό λιτά, νά ἐκδηλώνεται λιγότερη ἀπληστία καί περισσότερη γενναιοδωρία γιά τήν προστασία τοῦ κόσμου τοῦ Θεοῦ καί τό ὄφελος τοῦ λαοῦ Του…».

(ΠΗΓΗ : https://www.vimaorthodoxias.gr)

4) 20-06-2015 : Βαρθολομαῖος γιά πρόταση Πάπα γιά κοινό ἑορτασμό τοῦ Πάσχα : «Τό ἐξετάζουμε, ἀλλά κάποιες ἐθνικές ἐκκλησίες ἀντιδροῦν»!

Συνέντευξη τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου δημοσίευσε ἡ ἰταλική ἐφημερίδα LA STAMPA. Στήν συνέντευξη πρός τόν δημοσιογράφο Andrea Tornielli (Βατικανό insider) ὁ κ. Βαρθολομαῖος μίλησε κυρίως γιά τά θέματα τῆς οἰκολογίας καί τήν ἐγκύκλιο τοῦ Πάπα Φραγκίσκου γιά τό περιβάλλον. Πλήν, ὅμως, ἡ τελευταία ἐρώτηση γιά τόν κοινό ἑορτασμό τοῦ Πάσχα… ἔχει ὅλο τό ζουμί!

«Ὁ κ. Φραγκῖσκος πρότεινε καί πάλι μιά συμφωνία γιά μιά συγκεκριμένη ἡμερομηνία γιά τόν ἑορτασμό τοῦ Πάσχα. Συμφωνεῖτε σέ αὐτή τήν ὑπόθεση»; ρώτησε ὁ δημοσιογράφος καί ὁ Πατριάρχης ἀπάντησε :

«Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία συζητᾶ τό ἐνδεχόμενο γιά μιά ἑνιαία ἡμερομηνία γιά τόν ἑορτασμό τοῦ Πάσχα, τήν ἑορτή τῶν ἑορτῶν, περισσότερο ἀπό μισό αἰώνα. Στήν πραγματικότητα, στό πλαίσιο τῆς προετοιμασίας γιά τό μεγάλο ἱερό Συμβουλίο, πού ἔχει προγραμματιστεῖ γιά τό ἑπόμενο ἔτος στήν Κωνσταντινούπολη, τήν Πανορθόδοξη, ἔχουν ἐξεταστεῖ διάφορες ἐπιλογές σέ ἐπιστημονικό καί λειτουργικό ἐπίπεδο γι’ αὐτό τό ἐνδεχόμενο. Ὡστόσο, τά τελευταία χρόνια, καί ἰδιαίτερα μετά τήν διάλυση τοῦ Σιδηροῦ Παραπετάσματος, σημαντικά στοιχεῖα μέσα σέ μερικές ἐθνικές ἐκκλησίες ἔχουν δυστυχῶς ἀντισταθεῖ σέ αὐτήν τήν ἰδέα τῆς ἀλλαγῆς. Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι μιά συμφωνία σχετικά μέ μιά κοινή καθορισμένη ἡμερομηνία γιά τόν ἑορτασμό τοῦ Πάσχα θά εἶναι ἕνα πλεονέκτημα ἰδιαίτερα γιά τούς Χριστιανούς, πού ζοῦν στήν Ἀμερική, στήν Δυτική Εὐρώπη καί τήν Ὠκεανία. Ἀλλά, ἀνεξάρτητα ἀπό τό ἄν ἐσεῖς προσωπικά συμφωνεῖτε ἤ ὄχι, μιά τέτοια πρόταση θά πρέπει νά ἀποφασιστεῖ ἀπό ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, γιά νά μήν τεθεῖ σέ κίνδυνο ἡ ἑνότητα τοῦ ὀρθόδοξου κόσμου».

(ΠΗΓΗ : http://kaiomenivatos.blogspot.com)

5) 25-08-2015 : Τό μήνυμα τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου γιά τήν 75η ἐπέτειο ἀπό τήν ἵδρυση τῆς Παπικῆς οἰκουμενιστικῆς κοινότητας Ταιζέ

Ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος σέ μήνυμά του γιά τήν 75η ἐπέτειο ἀπό τήν ἵδρυση τῆς Παπικῆς οἰκουμενιστικῆς κοινότητας Ταιζέ τονίζει τήν προσκόλλησή του μέ ἀμετάκλητη δέσμευση στό ζήτημα τῆς ἑνότητας τῶν χριστιανῶν.

The Ecumenical Patriarch Bartholomew

2015 is a jubilee year for your community and we wish to congratulate you on this occasion. At the junction of the centenary of the birth of Brother Roger and the tenth anniversary of his death, this spiritual interval is also marked by the seventy-five years of your community.

The convergence of these three events marks perfectly the indissoluble destiny between the charismatic figure of your founder, Brother Roger, and the spiritual courage he demonstrated in making tangible his ecumenical vocation. It is not only a matter of having a vision, one must also be able to give it a body and a soul. So, inspired by the urgent necessity for Christian unity, Brother Roger not only shaped the outer material of a truly multi-confessional community but was also the promoter of a spiritual ecumenism characterized by a particular focus on youth.

The unity of Christians is an obvious fact to which we are attached by an irreversible commitment. But as time passes, the decades follow one another, and the initial enthusiasm loses breath, it is necessary to reflect on the reasons for unity. Besides the injunction of Christ in the Gospel of John, “Be one!” (Jn 17:21), determining in itself alone our search for the restoration of the bond of communion, it is essential to understand the constantly renewed actuality of this commandment. Certainly, historical conditions evolve. On the contrary, our unwavering commitment to the reconciliation of Christians, to the unity of our churches, is due to the emergence of an ecumenical kairos, by which the Church’s catholicity should manifest itself.

Brother Roger left you hope as a spiritual testament. Now the eyes of hope are always turned towards the future, that is to say it is rooted in the younger generations. We want to salute the important mission of the Community of Taizé in respect of this ecumenism of life that finds its source in a spirit of fraternal exchange, in faithfulness to the Scriptures and the Fathers of the Church.

We end this modest message by reminding you of the words of the Orthodox theologian Olivier Clément: ” ’Trust’ is a key word in Taizé. The meetings organized by the community in Europe and on other continents, are part of a pilgrimage of trust on earth. The word ’trust’ is perhaps one of the most humble words, the most everyday and the simplest there can be, but at the same time it is one of the most essential.”

So is it in this spirit of “trust” in the Lord, that we congratulate you again on the occasion of this jubilee year for your community and we pray Christ our God that he will give growth in hope to your essential mission in the service of Christian unity.

(ΠΗΓΗ : http://aktines.blogspot.gr)

6) 26-08-2015 : Φανάρι σέ Τσέχους : «Προχωρήστε σέ ἐκλογή νέου Ἀρχιεπισκόπου. Ὁ Ραστισλάβ δέν ἀναγνωρίζεται»

«Καμμία πιθανότητα νά ἀναγνωριστεῖ ἀπό τό Φανάρι ὡς Προκαθήμενος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Τσεχίας δέν ἔχει ὁ Μητροπολίτης Ραστισλάβ», ξεκαθαρίζει μέ μία πολύ αὐστηρή ἐπιστολή του τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.

Στήν ἐπιστολή, πού ἀπευθύνει τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο στήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Τσεχίας, ἀναφέρει συγκεκριμένα πώς τό ποτήρι ξεχείλισε καί δέν ὑπάρχει κανένα περιθώριο γιά τήν ἀναγνώρισή του, μετά καί τήν δημοσιοποίηση τοῦ βίντεο καί τήν ἀνάρτησή του στό διαδίκτυο, πού ἔδειχνε τόν Μητροπολίτη Ραστισλάβ νά ἀναφέρεται μέ σκαιότατους χαρακτηρισμούς κατά τοῦ Πατριάρχου, ἀρχιερέων τοῦ Πατριαρχείου καί ἄλλων Ἀρχιερέων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί τῶν Ἱεροσολύμων.

Τό Πατριαρχεῖο καταγράφει ὅλα ὅσα “ἀντικανονικά” ἔχουν συμβεῖ μετά τήν παραίτηση τοῦ πρώην Ἀρχιεπισκόπου Τσεχίας Χριστοφόρου καί στήν συνέχεια σέ πολύ αὐστηρό τόνο κατηγορεῖ τόν Μητροπολίτη Πρέσοβ Ραστισλάβ (πού μόνο ἡ Ἐκκλησία της Ρωσίας ἔχει ἀναγνωρίσει ὡς τόν κανονικό Ἀρχιεπίσκοπο Τσεχίας) ὡς «κύριο ὑπεύθυνο γιά τήν ἀνωμαλία, πού ἔχει προκληθεῖ στήν Ἐκκλησία τῆς Τσεχίας», ὁ ὁποῖος ἀντί «νά συναισθανθεῖ τό σφάλμα του, προέβη σέ προσβλητικές, ἀσεβεῖς καί ἐχθρικές δηλώσεις κατά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου».

Στήν ἐπιστολή του τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο σέ σκληρή γλώσσα, καταδικάζει τήν ἀντικανονική συμπεριφορά τοῦ Τσέχου Ἀρχιερέα καί ὑπογραμμίζει πώς δέν ὑπάρχει, μετά καί τίς δηλώσεις, πού ἔκανε ὁ κ. Ραστισλάβ, οὔτε “κατ’ οἰκονομίαν” τό περιθώριο νά ἀναγνωρίσει ὡς Προκαθήμενο τόν συγκεκριμένο ἱεράρχη. Προτρέπει μάλιστα τήν κληρικολαϊκή συνέλευση καί τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας τῆς Τσεχίας καί Σλοβακίας νά προχωρήσει στήν ἐκλογή Προκαθημένου, ἀφοῦ ἡ προηγούμενη ἐκλογή, δηλαδή τοῦ κ. Ραστισλάβ, θεωρεῖται “ὡς μή γενόμενη”.

Παραθέτουμε ὁλόκληρη τήν ἐπιστολή.

(ΠΗΓΗ : http://www.romfea.gr)

7) 31-08-2015 : Ἡ ὁμιλία τοῦ Πατριάρχου στήν Σύναξη τῶν Ἱεραρχῶν τοῦ Θρόνου

Παραθέτουμε τά κυριώτερα ἀποσπάσματα.

«… Μετὰ πολλῆς χαρᾶς ὡσαύτως ὑποδεχόμεθα εἰς τὴν παροῦσαν Σύναξιν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς ἀρχιερεῖς τοὺς διαποιμαίνοντας τὰς ἐν Ἑλλάδι ἐπαρχίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου εὐχαριστοῦντες αὐτοὺς διὰ τὴν πρόθυμον ἀνταπόκρισίν των εἰς τὴν πρόσκλησιν ἡμῶν. Ὡς γνωστόν, οἱ Ἱεράρχαι οὗτοι διὰ τῆς Πατριαρχικῆς καὶ Συνοδικῆς Πράξεως τοῦ ἔτους 1928 ἔχουν διοικητικῶς τὴν ἀναφορὰν αὐτῶν εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς ἁγιωτάτης ἀδελφῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τῆς ὁποίας καὶ ἀποτελοῦν ἰσότιμα μέλη, καθ᾿ ὅσον αἱ ἐπαρχίαι τῶν λεγομένων «Νέων Χωρῶν», τὰς ὁποίας οὗτοι διαποιμαίνουν, διοικοῦνται ἐπιτροπικῶς ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας ταύτης βάσει τῆς ἐν λόγῳ Πράξεως. Ἡ συμμετοχὴ αὐτῶν εἰς τὴν παροῦσαν Σύναξιν οὐδόλως προσκρούει εἰς τὰς προβλέψεις τῆς μνημονευθείσης Πράξεως, δοθέντος ὅτι ἡ Σύναξις αὕτη, ὡς ἤδη ἐσημειώθη, δὲν ἔχει διοικητικὸν χαρακτῆρα, οὔτε καλεῖται νὰ λάβῃ ἀποφάσεις διοικητικῆς φύσεως, ἐνῷ οἱ ἐν λόγῳ Μητροπολῖται οὐδέποτε ἔπαυσαν νὰ ἀποτελοῦν, καὶ κατὰ τὴν ἐπίσημον ἀναγνώρισιν τῆς ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, μέλη τῆς Ἱεραρχίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ὡς διαποιμαίνοντες ἐπαρχίας τοῦ Θρόνου τούτου»…

«… Ἀλλ᾿ ἡ ἀποστολὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου δὲν ἐξαντλεῖται εἰς τὸ χρέος αὐτοῦ, ὅπως διατηρῇ ζῶσαν τὴν ἣν παρέλαβε παρὰ τῶν πατέρων ἁγιαστικὴν καὶ ποιμαντικὴν παρουσίαν του ἐν τῷ κανονικῷ αὐτοῦ κλίματι. Ἡ Θεία Πρόνοια καὶ ἡ Ἱστορία ἐπέθηκαν ἐπὶ τῶν ὤμων του τὴν μείζονα εὐθύνην ὅπως διασφαλίζῃ τὴν ἑνότητα συνόλου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ μεταφέρῃ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν νοοτροπίαν αὐτῆς εἰς τὸν ἄνθρωπον κάθε ἐποχῆς. Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ὑπῆρξε πάντοτε φορεὺς καὶ διαμορφωτὴς πνευματικῶν καὶ πολιτισμικῶν ἀξιῶν, καὶ ἡ φωνή του ἐξακολουθεῖ νὰ ἀκούηται μετὰ προσοχῆς εὐρύτερον καὶ ἐκτὸς τοῦ στενοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καὶ θρησκευτικοῦ χώρου.

Πιστὸν εἰς τὸ χρέος του τοῦτο ἔναντι συνόλου τῆς ἀνθρωπότητος τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἀνέλαβε πρωτοβουλίας μείζονος καὶ εὐρυτέρας σημασίας διὰ τὸν σύγχρονον ἄνθρωπον, ὡς εἶναι ἡ προστασία τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος, τὸ ὁποῖον σήμερον διατρέχει τὸν ἔσχατον κίνδυνον ἐξ αἰτίας τῆς ἀλογίστου καὶ ἐγωϊστικῆς συμπεριφορᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Οὕτω, ἐν ἔτει ἤδη 1989, πρῶτον παγκοσμίως μεταξὺ ὅλων τῶν θρησκευτικῶν ἱδρυμάτων, τὸ ἡμέτερον Πατριαρχεῖον δι᾿ ἐγκυκλίου τοῦ ἀοιδίμου προκατόχου ἡμῶν Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Δημητρίου, ἐπεσήμανε τὴν κρισιμότητα τοῦ οἰκολογικοῦ προβλήματος καὶ τὴν ἀνάγκην ὅπως ἡ Ἐκκλησία συμβάλῃ διὰ τῶν πνευματικῶν καὶ θεολογικῶν αὐτῆς δυνάμεων εἰς τὴν διαμόρφωσιν συνειδήσεως καὶ συμπεριφορᾶς σεβασμοῦ πρὸς τὴν δημιουργίαν τοῦ Θεοῦ, τὴν δοθεῖσαν εἰς τὸν ἄνθρωπον «ἐργάζεσθαι αὐτὴν καὶ φυλάσσειν» (Γεν. Β΄ 15), καθιέρωσε δὲ διὰ Συνοδικῆς Ἐγκυκλίου τὴν 1ην Σεπτεμβρίου, ἀρχὴν τῆς Ἰνδίκτου καὶ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, ὡς ἡμέραν προσευχῶν διὰ τὴν προστασίαν τῆς δημιουργίας.

Τὴν πρωτοβουλίαν ταύτην τοῦ μακαριστοῦ Πατριάρχου Δημητρίου ἐσυνέχισε καὶ ἀνέπτυξε περαιτέρω ἡ ἡμετέρα Μετριότης διὰ σειρᾶς ὅλης ἐνεργειῶν, ὡς ἡ ὀργάνωσις διεθνῶν ἐπιστημονικῶν συμποσίων μεταξὺ θρησκευτικῶν ἡγετῶν καὶ εἰδικῶν ἐπιστημόνων πρὸς ἐπίλυσιν συγκεκριμένων οἰκολογικῶν προβλημάτων, ὡς καὶ δι᾿ ἄλλων δραστηριοτήτων, ὅπερ ἀνέδειξε τὸ ἡμέτερον Πατριαρχεῖον πρωτοπόρον παγκοσμίως εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν ἑνὸς προβλήματος, τὸ ὁποῖον σήμερον ἀναγνωρίζεται ὡς τὸ πλέον, ἴσως, σοβαρὸν καὶ ἐπεῖγον πρόβλημα τῆς ἀνθρωπότητος, ὡς μαρτυρεῖ καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ ἡ πολιτικὴ ἡγεσία τῆς ἀνθρωπότητος ἀναπτύσσει σήμερον πρωτοβουλίας ἐπειγούσης ἀντιμετωπίσεως αὐτοῦ, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Γαλλίας διοργανουμένη κατὰ τὸν προσεχῆ Δεκέμβριον διεθνὴς Διάσκεψις ἐν Παρισίοις, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκλήθη ἵνα μετάσχῃ καὶ ἡ ἡμετέρα Μετριότης. Σημειωτέον ὅτι καὶ ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία ἀναγνωρίζουσα ἤδη τὴν κρισιμότητα τοῦ ζητήματος συμμετέχει εἰς τὴν προσπάθειαν αὐτὴν διὰ τῆς ἐκδόσεως προσφάτως εἰδικῆς Παπικῆς ἐγκυκλίου, κατὰ τὴν ἐπίσημον παρουσίασιν τῆς ὁποίας ἐκλήθη διὰ πρώτην φορὰν ὡς μόνος θεολογικὸς σχολιαστὴς ἱεράρχης τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου»…

«…Ἕτερος τομεύς, εἰς τὸν ὁποῖον τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἀνέπτυξε πρωτοβουλίας καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ διαδραματίζῃ ἡγετικὸν ρόλον εἶναι ἐκεῖνος τῆς καταλλαγῆς μεταξὺ τῶν χριστιανῶν καὶ τῶν θρησκειῶν. Ὁ τομεὺς οὗτος τῶν πρωτοβουλιῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ὑφίσταται ὑπό τινων κύκλων ἐπ᾿ ἐσχάτων ἐκστρατείαν διαβολῆς καὶ κατασυκοφαντήσεως ὡς δῆθεν προδοτικὸς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Ἀλλ᾿ ἡ καταλλαγὴ τῶν ἀνθρώπων μετ᾿ ἀλλήλων καὶ μετὰ τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ αὐτὸν τοῦτον τὸν σκοπὸν τῆς Σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου καὶ τῆς σταυρικῆς Αὐτοῦ θυσίας (Ρωμ. ε΄ 10, Β΄ Κορ. ε΄ 19), ἡ δὲ ἁγία ἡμῶν Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία οὐ παύεται δεομένη «ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως». Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ὑπῆρξε πρωτοπόρον εἰς τὴν δημιουργίαν τῆς συγχρόνου Οἰκουμενικῆς Κινήσεως διὰ τῶν Ἐγκυκλίων Ἰωακεὶμ τοῦ Γ΄ τὸ 1902 καὶ τῆς Συνόδου τοῦ Πατριαρχείου τὸ 1920 καὶ οὐδένα λόγον ἔχει νὰ λυπῆται δι᾿ αὐτό. Ἡ συμμετοχὴ ἡμῶν εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κίνησιν, εἴτε ὑπὸ τὴν μορφὴν τῶν θεολογικῶν διαλόγων, εἴτε διὰ τῆς συμμετοχῆς εἰς διαχριστιανικοὺς ὀργανισμούς, κατ᾿ οὐδένα λόγον προσκρούει εἰς τὴν πίστιν ἡμῶν ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τὴν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν, τὴν ὁποίαν ὁμολογοῦμεν εἰς τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως ἡμῶν, ἐν οὐδεμιᾷ δὲ περιπτώσει ὑποδηλοῖ ἢ συνεπάγεται ἀπάρνησιν ἢ νόθευσιν τῶν δογμάτων τῆς πίστεως ἡμῶν ἤ, ὡς κακοβούλως διαδίδουν τινές, εἰς «συγκρητισμόν» καὶ δημιουργίαν ὑπερ-ἐκκλησίας. Ἀντιθέτως, διὰ τῆς συμμετοχῆς ἡμῶν εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κίνησιν καὶ ἰδίᾳ διὰ τῶν θεολογικῶν διαλόγων δίδεται ἡ μαρτυρία τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καὶ καταδεικνύεται ἡ ὑπεροχὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ σεβασμὸς πρὸς τὴν ὁποίαν ἔχει ἐμφανῶς αὐξηθῆ εἰς τὴν ἐποχήν μας ἐν τῇ Δύσει ἀκριβῶς λόγῳ τῆς προβολῆς αὐτῆς διὰ τῆς συμμετοχῆς ταύτης. «Ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ», κατὰ τὴν Ἀποστολικὴν προτροπήν (Ἐφ. δ΄ 15), οὐδὲν ἔχομεν νὰ ζημιωθῶμεν.

Ἡ μετὰ τῶν λοιπῶν χριστιανῶν καταλλαγὴ ἡμῶν καθίσταται ἰδιαιτέρως ἐπιτακτικὴ ἐν τῷ χώρῳ τῆς λεγομένης Ὀρθοδόξου Διασπορᾶς, ἔνθα διαβιοῖ μέγα μέρος τοῦ ποιμνίου τοῦ ἡμετέρου Πατριαρχείου. Εἰς πλείστας Μητροπόλεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐν Εὐρώπῃ καὶ Ἀμερικῇ αἱ σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῶν ἐκεῖ διαβιούντων Ρωμαιοκαθολικῶν καὶ Προτεσταντῶν εἶναι καὶ πρέπει νὰ παραμείνουν ἁρμονικαί, ὀφείλομεν δὲ νὰ συγχαρῶμεν τοὺς ἀδελφοὺς ἱεράρχας τῶν περιοχῶν τούτων διὰ τὴν συμβολήν των εἰς τὴν καλλιέργειαν καὶ προαγωγὴν τῶν καλῶν τούτων σχέσεων, ἐκ τῶν ὁποίων πολλὰ ὠφελεῖται τὸ ποίμνιον αὐτῶν. Χάρις εἰς τὰς σχέσεις ταύτας ἐξασφαλίζονται διὰ τὸ Ὀρθόδοξον ποίμνιον οἱ ἀπαραίτητοι χῶροι λατρείας καὶ ἐξυπηρετοῦνται ζωτικαὶ ἀνάγκαι διαβιώσεως αὐτοῦ. Θὰ ἀπετέλει ἔνδειξιν ἀχαριστίας ἐκ μέρους ἡμῶν, ἐὰν δὲν ἀνεγνωρίζομεν τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ἀνυπόκριτον ἀγάπην, μετὰ τῶν ὁποίων περιβάλλουν τὸ ποίμνιον ἡμῶν οἱ ἀνήκοντες εἰς ἄλλας Ἐκκλησίας καὶ Ὁμολογίας ἀδελφοὶ χριστιανοὶ καὶ ἂν δὲν ἀνταπεδίδομεν καὶ ἡμεῖς πρὸς αὐτοὺς τὰ αὐτὰ αἰσθήματα καὶ τὴν αὐτὴν συμπεριφοράν.

Ὀφείλομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν πάντες ὅτι ἡ ἐποχὴ τῶν ἀμιγῶν θρησκευτικῶς κοινωνιῶν καὶ ἐθνῶν παρέρχεται ἤδη, καὶ οἱ λαοὶ καλοῦνται νὰ ἀποδεχθοῦν τὴν ἑτερότητα ὡς συστατικὸν στοιχεῖον τῶν κοινωνιῶν των, ἐὰν δὲν θέλουν νὰ ὁδηγηθοῦν εἰς συγκρούσεις καὶ ἀναταραχάς. Ἡ συνύπαρξις καὶ συμβίωσις τῶν Ὀρθοδόξων μετὰ τῶν λοιπῶν χριστιανῶν ἀποτελεῖ ἤδη ἀναπότρεπτον πραγματικότητα εἰς τὸν χῶρον τῆς Διασπορᾶς, ἐξαπλουμένη ταχέως καὶ ἐντὸς τῶν ἄλλοτε ἀμιγῶς Ὀρθοδόξων ἐθνῶν καὶ κοινωνιῶν καὶ ὑποχρεοῦσα τὴν Ἐκκλησίαν ἡμῶν νὰ προσαρμόσῃ διὰ τῆς οἰκονομίας τὴν ὅλην ποιμαντικὴν αὐτῆς ζωήν. Οὕτως, ἐπὶ παραδείγματι, ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μεικτῶν γάμων ἀποτελεῖ πλέον πραγματικότητα, ἡ ὁποία ὑποχρεώνει τὴν Ἐκκλησίαν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν μετὰ τῶν ἑτεροδόξων κοινὴν προσευχὴν καὶ λατρείαν, ὅπερ καὶ ἐφαρμόζει ἤδη εἰς πάσας τὰς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας. Τοῦτο οὐδόλως ἀποτελεῖ ἐκτροπὴν ἐκ τοῦ θεμελιώδους στοιχείου διαχωρισμοῦ τῶν Ὀρθοδόξων ἐκ τῶν λοιπῶν χριστιανῶν, συνισταμένου εἰς τὴν ἐν τῇ θείᾳ Εὐχαριστίᾳ κοινωνίαν, ἥτις προϋποθέτει πλήρη συμφωνίαν ἐν τῇ πίστει τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου οὐδεμία οἰκονομία χωρεῖ.

Πάντων τούτων θεωρουμένων τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καλλιεργεῖ τὰς ἀγαθὰς σχέσεις αὐτοῦ μετὰ τῶν λοιπῶν χριστιανῶν εἰς πάντα τὰ ἐπίπεδα ἀπὸ τῆς μικροτέρας ἐνορίας καὶ ἐπισκοπῆς μέχρι καὶ τῆς ἀνωτάτης ἡγεσίας αὐτοῦ. Οὕτως, ἡ ἡμετέρα Μετριότης ὑποδέχεται μετὰ χαρᾶς, ἀγάπης καὶ τιμῆς πάντας τοὺς ἀντιπροσώπους ἢ καὶ ἀρχηγοὺς τῶν ἄλλων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν καὶ ἀνταποδίδει αὐτὰς φιλοφρόνως, ὡς ἁρμόζει εἰς πεπολιτισμένην καὶ δὴ καὶ χριστιανικὴν συμπεριφοράν. Τοῦτο ἰσχύει ὅλως ἰδιαιτέρως εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν μεγαλυτέραν χριστιανικὴν κοινότητα καὶ οἱ μετὰ τῆς ὁποίας ἱστορικοὶ δεσμοὶ πλήρους κοινωνίας ἐν τῇ πίστει καὶ τοῖς Μυστηρίοις ἐπὶ μίαν ὅλην χιλιετίαν δὲν παύουν νὰ ἀποτελοῦν κοινὸν κτῆμα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ ἐπανεύρωμεν καὶ ἀνοικοδομήσωμεν τήν, ὡς μὴ ὤφελεν, ἀπολεσθεῖσαν πλήρη κοινωνίαν. Ἐπὶ τῷ τέλει τούτῳ διεξάγεται ὁ πανορθοδόξως ἀποφασισθεὶς ἐπίσημος θεολογικὸς διάλογος, περὶ τῆς πορείας τοῦ ὁποίου θὰ ἐνημερώσῃ τὸ ἱερὸν σῶμα ὁ Ὀρθόδοξος συμπρόεδρος αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀνταλλάσσονται ἐπισκέψεις ἐπὶ τοῦ ἀνωτάτου ἐπιπέδου, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιβεβαιοῦται ἡ θέλησις ἀμφοτέρων τῶν πλευρῶν, ὅπως ἐν ἀγάπῃ καὶ ἀληθείᾳ χωρήσουν εἰς τὴν πλήρη μετ᾿ ἀλλήλων κοινωνίαν. Οὕτως, ἐκτὸς τῆς εἰθισμένης ἀνταλλαγῆς ἐπισκέψεων ἐπισήμων Ἀντιπροσωπειῶν κατὰ τὰς Θρονικὰς Ἑορτὰς ἑκατέρας τῶν Ἐκκλησιῶν, ἡ ἡμετέρα Μετριότης παρέστη προσωπικῶς εἰς τὴν ἐνθρόνισιν τοῦ νέου Πάπα Φραγκίσκου ἐν Ρώμῃ πρὸ διετίας, συνηντήθη μετ᾿ αὐτοῦ εἰς Ἱεροσόλυμα ἐπὶ τῇ συμπληρώσει πεντήκοντα ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἱστορικῆς συναντήσεως ἐκεῖ τοῦ ἀοιδίμου προκατόχου ἡμῶν Πατριάρχου Ἀθηναγόρου μετὰ τοῦ Πάπα Παύλου Ϛ΄, ἐδέχθημεν δὲ τὴν ἐπίσημον ἐπίσκεψιν τοῦ νῦν Πάπα εἰς τὴν ἕδραν ἡμῶν κατὰ τὴν Θρονικὴν Ἑορτὴν τοῦ ἡμετέρου Πατριαρχείου τὸν παρελθόντα Νοέμβριον. Αἱ συναντήσεις αὗται καὶ αἱ ὑπογραφεῖσαι κατ᾿ αὐτὰς Κοιναὶ Δηλώσεις, εὗρον εὐρεῖαν ἀπήχησιν ἀνὰ τὸν κόσμον καὶ ἀνέδειξαν τὴν παρουσίαν καὶ τὴν σπουδαιότητα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου διεθνῶς. Οὕτω, τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀντὶ νὰ ἀπομονοῦνται προβάλλονται καὶ γίνονται γνωστὰ ἀνὰ τὸν κόσμον ἐπ᾿ ὠφελείᾳ ἑαυτῶν ἀλλὰ καὶ τοῦ Γένους ἡμῶν.

Τὸ πνεῦμα τοῦτο τῆς καταλλαγῆς καὶ συμβολῆς εἰς τὴν εἰρηνικὴν συμβίωσιν τῶν ἀνθρώπων, τὸ ὁποῖον ἀπορρέει ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου καὶ χαρακτηρίζει κατ᾿ ἐξοχὴν τὴν ἁγίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἡμῶν, ὡδήγησε τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον εἰς τὸ νὰ ἐπεκτείνῃ πέραν τοῦ χριστιανικοῦ χώρου τὴν προσπάθειαν τοῦ διαλόγου. Οὕτως, ἀπὸ ἐτῶν ἤδη ἡγεῖται τοῦ Διαθρησκειακοῦ Διαλόγου μεταξὺ Χριστιανῶν, Ἰουδαίων καὶ τοῦ Ἰσλάμ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιδιώκεται οὐχὶ τόσον ἡ ἐξέτασις τῶν θεολογικῶν διαφορῶν, ὅσον ἡ καλλιέργεια καὶ προώθησις τῆς ἀρχῆς καὶ τῆς πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν προσωπικῶς ἐτονίσαμεν πρὸ ἐτῶν εἰς τὰ πλαίσια τῆς διαθρησκειακῆς συναντήσεως τοῦ Βοσπόρου, ὅτι «ὁ πόλεμος ἐν ὀνόματι τῆς θρησκείας ἀποτελεῖ πόλεμον κατὰ τῆς θρησκείας». Καὶ ἓν μόνον βλέμμα εἰς τὴν κρατοῦσαν ἐν τῷ κόσμῳ σήμερον κατάστασιν ἀρκεῖ διὰ νὰ πείσῃ πόσον ἀληθὴς καὶ πόσον ἐπίκαιρος εἶναι ὁ λόγος οὗτος. Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον δίδει καὶ ἐν τῷ χώρῳ τούτῳ τὴν μαρτυρίαν του.

Ἀλλ᾿ ὡς ἤδη ὑπῃνίχθημεν, ἡ θεία Πρόνοια ἐπέθεσεν ἐπὶ τῶν ὤμων τοῦ ἱεροῦ τούτου θεσμοῦ, τὸν ὁποῖον χάριτι Θεοῦ πάντες ἡμεῖς διακονοῦμεν, καὶ μίαν ἄλλην βαρεῖαν εὐθύνην, ἐκείνην τῆς διασφαλίσεως τῆς ἑνότητος τῆς ὅλης Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Τὸ πρωτεῖον τιμῆς, τὸ ὁποῖον οἱ ἱεροὶ Κανόνες τῶν ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἀνεγνώρισαν εἰς τὸν ἐπίσκοπον Κωνσταντινουπόλεως, τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ὑποχρεοῦται καὶ σήμερον νὰ ἐκπληρώσῃ ἐπ᾿ ἀγαθῷ συνόλου τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς εὐθύνης αὐτοῦ διὰ τὴν κανονικὴν τάξιν καὶ ἑνότητα συνόλου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τό Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον γίνεται ἀποδέκτης προσφυγῶν πρὸς ἐπίλυσιν ζητημάτων ἀναφυομένων εἰς τὰς σχέσεις τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μετ᾿ ἀλλήλων ἢ ἐνίοτε καὶ ἐντός τινων ἐξ αὐτῶν, τὰς ὁποίας καὶ διὰ καταλλήλων ἐνεργειῶν ἐπιλύει, ὡς συνέβη πρὸ ἐτῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ Βουλγαρίας, ἐν τῷ Πατριαρχείῳ Ἱεροσολύμων καὶ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ Κύπρου, ἢ προσφάτως κατὰ τὴν μεταξὺ τῶν Πατριαρχείων Ἱεροσολύμων καὶ Ρουμανίας διένεξιν. Ἀτυχῶς καὶ ὡς μὴ ὤφελε τὰ τοιαῦτα ζητήματα δὲν παύουν διαρκῶς νὰ ἀναφύωνται, καὶ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον διὰ τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Διορθοδόξων Ζητημάτων καὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου προσπαθεῖ νὰ ἐξεύρῃ τὰς καταλλήλους λύσεις. Ὡς ἔχετε ἀσφαλῶς πληροφορηθῆ, ἀνεφύη κατ᾿ αὐτὰς σοβαρὰ διένεξις μεταξὺ τῶν πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων ὡς πρὸς τὴν κανονικὴν δικαιοδοσίαν ἐν τῷ ἐμιράτῳ τοῦ Κατάρ, πρὸς ἐπίλυσιν τῆς ὁποίας ἐργαζόμεθα ἐντόνως, παραμένει δὲ ἀνοικτὸν καὶ τὸ ἐσωτερικὸν θέμα τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας Τσεχίας καὶ Σλοβακίας, τῆς ὁποίας ἡ κανονικότης ἀμφισβητεῖται τόσον ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας ταύτης ὅσον καὶ ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ πολλῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.

Διὰ ταῦτα καὶ ἄλλα παρόμοια ζητήματα, ὡς ἡ ἐν Οὐκρανίᾳ κρατοῦσα διαίρεσις τοῦ ἐκεῖ Ὀρθοδόξου ποιμνίου, τὸ ἡμέτερον Πατριαρχεῖον δέχεται προσφυγὰς καὶ μεριμνᾷ διὰ τὴν ἐπίλυσίν των. Ἐκ παραλλήλου ἀναπτύσσει πρωτοβουλίας πρὸς στενοτέραν συνεργασίαν καὶ σύσφιγξιν τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὥστε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία νὰ ἀποκτήσῃ ἑνιαίαν φωνὴν καὶ νὰ καλλιεργηθῇ ἐν αὐτῇ ἡ συνείδησις ὅτι παρὰ τὸ ὅτι κατὰ τὴν κανονικὴν αὐτῆς διάρθρωσιν συνίσταται ἐκ πολλῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν δὲν παύει νὰ εἶναι μία Ἐκκλησία, ἐκφραζομένη “ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ”.

Οὕτως, ἀπὸ τοῦ πρώτου ἤδη ἔτους τῆς Πατριαρχίας ἡμῶν προέβημεν εἰς τὴν σύγκλησιν διὰ πρώτην φορὰν Συνάξεων τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πρὸς ἀνταλλαγὴν ἀπόψεων ἐπὶ τρεχόντων ἐν τῷ κόσμῳ ζητημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καλεῖται νὰ ἀρθρώσῃ ἑνιαῖον λόγον. Μέχρι στιγμῆς ἐπραγματοποιήθησαν πέντε τοιαῦται Συνάξεις, ἅπασαι ἐνταῦθα ἐν τῷ ἱερῷ Κέντρῳ πλὴν τῆς ἐν Πάτμῳ καὶ τῆς ἐν ἔτει 2000, ἥτις ἔλαβε χώραν ἐν Ἱεροσολύμοις ἐπ᾿ εὐκαιρίᾳ τῶν ἐκεῖ ἑορτασμῶν ἐπὶ τῇ εἰσόδῳ εἰς τὴν νέαν χιλιετίαν. Ἅπασαι αἱ Συνάξεις αὗται ἐπραγματοποιήθησαν εἰς λίαν ἀδελφικὸν κλῖμα ἐξαπολύσασαι Κοινὰ Μηνύματα, τὰ ὁποῖα εἶχον εὐρεῖαν ἀπήχησιν.

Κατὰ τὴν τελευταίαν τοιαύτην Σύναξιν τῶν Προκαθημένων, τὴν ὁποίαν συνεκαλέσαμεν ἐνταῦθα κατὰ μῆνα Μάρτιον τοῦ παρελθόντος ἔτους 2014, ἐλήφθη τῇ προτάσει ἡμῶν μία ὄντως ἱστορικὴ ἀπόφασις: ἡ σύγκλησις ἐνταῦθα κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος 2016 τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ σημασία καὶ σπουδαιότης τοῦ γεγονότος τούτου μόλις εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπογραμμισθῇ. Ἤδη ἀπὸ τοῦ 1923 τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἐμελέτα τὴν σύγκλησιν Πανορθοδόξου Συνόδου ἐν ἔτει 1925 ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἐπέτειον τῆς μνήμης τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου μὴ δυνηθὲν νὰ τὴν πραγματοποιήσῃ ἔνεκα τῶν γνωστῶν ἱστορικῶν συγκυριῶν. Τὴν προσπάθειαν ἐπανέλαβε τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἐν ἔτει 1930, ὅτε καὶ συνῆλθε πρὸς τοῦτο ἐν Ἁγίῳ Ὄρει Πανορθόδοξος Προπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπή, ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν κατέστη δυνατὴ ἡ πραγματοποίησις τῆς Συνόδου λόγῳ τῆς διεθνοῦς καταστάσεως. Τὸ θέμα ἐπανῆλθε κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς δεκαετίας τοῦ 1960, ὅτε καί ἀπεφασίσθη πανορθοδόξως ἡ σύγκλησις τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ὡρίσθη ὁ τρόπος προπαρασκευῆς αὐτῆς. Παρὰ τὸ ὅτι ἡ προπαρασκευὴ αὕτη ἐξεκίνησεν ἀμέσως, ἡ ὁλοκλήρωσις αὐτῆς διὰ διαφόρους λόγους καθυστέρησεν ἀνεπιτρέπτως ἐπὶ πέντε περίπου δεκαετίας λόγῳ ἐνδορθοδόξων προβλημάτων.

Περὶ τῆς σημερινῆς καταστάσεως τῆς προπαρασκευῆς τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου θέλει ἐνημερώσει τὸ ἱερὸν τοῦτο σῶμα ὁ Ἱερώτατος Μητροπολίτης Περγάμου, Πρόεδρος τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Διορθοδόξων Ζητημάτων καὶ πρόεδρος τῶν Διορθοδόξων Προπαρασκευαστικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ τῶν Προσυνοδικῶν Πανορθοδόξων Διασκέψεων. Ἡμεῖς θὰ περιορισθῶμεν εἰς γενικωτέρας τινὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου τούτου θέματος.

Ἐν πρώτοις ὀφείλομεν νὰ ἐπισημάνωμεν τὴν σπουδαιότητα καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀμέσου συγκλήσεως τῆς Συνόδου. Ἡ μακρὰ καθυστέρησις τῆς πραγματοποιήσεώς της ἔχει ἤδη ἐκθέσει σοβαρῶς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἔναντι τοῦ λοιποῦ χριστιανικοῦ κόσμου καὶ πέραν τούτου, μέχρι σημείου νὰ ἐντρεπώμεθα κυριολεκτικῶς, ὅταν ἐρωτώμεθα πότε ἐπὶ τέλους θὰ συνέλθῃ ἡ ἐξαγγελθεῖσα Σύνοδος. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τονίζει καὶ διδάσκει εἰς τὴν Ἐκκλησιολογίαν της τὴν συνοδικότητα, ἀλλ᾿ ἐν τῇ πράξει δὲν ἐφαρμόζει αὐτὴν εἰς οἰκουμενικὸν ἐπίπεδον παρέχουσα τὴν εἰκόνα συνομοσπονδίας Ἐκκλησιῶν ἀντὶ ἐκείνης τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Πᾶσα περαιτέρω ἀναβολὴ συγκλήσεως τῆς Συνόδου ἐκθέτει τὴν Ἐκκλησίαν ἡμῶν οὐχὶ μόνον εἰς τὰ ὄμματα τῶν μὴ Ὀρθοδόξων, ἀλλὰ καὶ ἔναντι τῶν ἰδίων αὐτῆς ἐκκλησιολογικῶν ἀρχῶν καὶ πιστευμάτων. Εἰς τὸν καλοπροαίρετον ἀντίλογον, ὁ ὁποῖος ἀκούεται, ὅτι ἡ προετοιμασία τῆς Συνόδου θὰ ἔδει νὰ εἶναι πληρεστέρα καὶ νὰ περιλαμβάνῃ θέματα περισσότερον φλέγοντα καὶ ἐπίκαιρα, ἡ ἀπάντησις εἶναι ὅτι τὸ μεῖζον καὶ προέχον εἶναι αὐτὴ αὕτη ἡ πραγματοποίησις τῆς Συνόδου, ἡ ὁποία θὰ ἀποτελέσῃ τὴν ἀπαρχὴν καὶ ἄλλων Συνόδων, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ἐξετασθοῦν τὰ πλέον φλέγοντα καὶ ἐπίκαιρα ζητήματα. Τὸ καλλίτερον εἶναι ἐχθρὸς τοῦ καλοῦ, κατὰ τὴν γνωστὴν ρῆσιν, καὶ θὰ ἦτο κρῖμα ἐπιζητοῦντες τὸ τέλειον νὰ ἀπολέσωμεν τὸ ἀναγκαῖον.

Δευτέρα παρατήρησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἶναι ἡ διευκρίνησις περὶ τῆς φύσεως τῆς συγκαλουμένης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου. Κατὰ τὴν ἐπιλογὴν τῆς ὀνομασίας τῆς Συνόδου ταύτης ὑπὸ τῆς Α΄ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως ἀπεφεύχθη συνειδητῶς ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτῆς ὡς Οἰκουμενικῆς Συνόδου διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν καλοῦνται ὡς μέλη αὐτῆς οἱ ἐκ τῆς Δύσεως χριστιανοί, ὡς συνέβαινε πάντοτε ἐν τῇ ἀρχαίᾳ Ἐκκλησίᾳ κατὰ τὴν σύγκλησιν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἡ αὐθεντία τῆς Συνόδου ταύτης ἐκτείνεται, συνεπῶς, μόνον εἰς τὸν χῶρον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, χωρὶς τοῦτο νὰ σημαίνῃ ὅτι δὲν δύναται νὰ λάβῃ αὕτη ἀποφάσεις ἀναφερομένας εἰς τὰς σχέσεις τῆς Ὀροδοξίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικόν κόσμον.

Τέλος, θὰ ἦτο παράλειψις ἐὰν δὲν ἐπεσημαίνομεν πρὸς τὸ ἱερὸν τοῦτο σῶμα τὰς δυσκολίας τὰς ὁποίας ἀντιμετωπίζει τὸ ὅλον ἐγχείρημα τῆς πραγματοποιήσεως τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου. Αἱ πλεῖσται καὶ σοβαρώτεραι ἐκ τῶν δυσκολιῶν τούτων προέρχονται ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι εἰς πολλὰς ἒκ τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἔχει, ἀτυχῶς, διεισδύσει τὸ πνεῦμα τοῦ ἐθνικισμοῦ, ἐνίοτε δὲ καὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ καταδικασθέντος ὡς αἱρέσεως ἐθνοφυλετισμοῦ, τό ὁποῖον μετατρέπει τὴν Ἐκκλησίαν εἰς θεραπαινίδα κρατικῶν πολιτικῶν ἐπιδιώξεων. Οὕτω, τινὲς τῶν ἀδελφῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, τελοῦσαι ἐν στενῇ συνεργασίᾳ μετὰ τῶν Κυβερνήσεων τοῦ τόπου των καὶ ἀπολαμβάνουσαι ἄφθονον τὴν οἰκονομικήν των ὑποστήριξιν, προσπαθοῦν διὰ παντὸς μέσου, περιλαμβανομένης καὶ τῆς προετοιμαζομένης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, νὰ προωθήσουν πολιτικῆς φύσεως συμφέροντα καὶ σχεδιασμούς, ἐπιφέρουσαι διὰ τοῦ τρόπου τούτου ρήγματα εἰς τὴν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας. Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ὡς ὑπερεθνικὴ Ἐκκλησία ἀντιπαλεύει πρὸς τὰς τοιαύτας τάσεις, διότι θέτει ὑπεράνω ὅλων τὴν ἑνότητα καὶ τὸ συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας, ἀντιμετωπίζον ἐν τῇ διακονίᾳ ταύτῃ οὐχὶ σπανίως προσπαθείας, φανερὰς ἠ ἀφανεῖς, ὑπονομεύσεως τοῦ ρόλου του ὡς πρωτοθρόνου Ἐκκλησίας καί ἐγγυητοῦ τῆς ἑνότητος αὐτῆς»…

(ΠΗΓΗ : http://fanarion.blogspot.gr)

Σύν Θεῷ, θά συνεχίσουμε στό ἑπόμενο ἄρθρο μας.