Τῆς Ὀλυμπίας
ἀποκλειστικά γιά τήν https://katanixi.gr/

«Βάσις καί θεμέλιο, κατά τούς Ἁγίους Πατέρας, τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ὑπακοή, διότι αὐτή χαρίζει τήν ταπεινοφροσύνη. Εἶναι ἀδύνατον χωρίς ὑπακοή ἡ ψυχή νά ἀπαλλαγή ἀπό τά πάθη τῆς οἰήσεως, τῆς κενοδοξίας καί τῆς ὑπερηφάνειας». (Ἅγιος Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής)

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr


Ἡ Ἁγία Γραφή ἀναφέρει ὅτι: (1) «Ἀρχή σοφίας φόβος Κυρίου, καί βουλή ἁγίων σύνεσις, τό δέ γνῶναι νόμον διανοίας ἐστίν ἀγαθῆς·». Ἀρχή καί θεμέλιον τῆς ἀληθινῆς σοφίας εἶναι εὐλάβεια καί φόβος τοῦ Κυρίου. Πόθος δέ καί θέλησις τν ἁγίων εἶναι κατά Θεόν σύνεσις. δέ κατανόησις τοῦ θείου νόμου εἶναι δείγμα καλοπροαίρετου καί φωτισμένης διανοίας (Παροιμίες 9, 10). Ὅποιος ἔχει φόβο Θεοῦ ἀγαπάει ἀληθινά τόν Κύριο καί ὅλους τούς ἀνθρώπους σύμφωνα μέ τήν πρώτη ἐντολή τοῦ Θεοῦ. Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ ὁδηγεῖ τόν ἡγεμονικό νοῦ στήν τέλεια ἀγάπη πρός τόν Ἅγιο Τριαδικό Θεό. Ὁ Δαβίδ ὁ ψαλμωδός λέγει γιά τά θαυμαστά ἔργα τοῦ Κυρίου: «ἀρχή σοφίας φόβος Κυρίου, σύνεσις δέ ἀγαθή πᾶσι τοῖς ποιοῦσιν αὐτήν· ἡ αἴνεσις αὐτοῦ μένει εἰς τόν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος» (Ψαλμ. 110, 10).

Οἱ Ἅγιοι Πατέρες μέ τήν αὐτογνωσία τους, μέ τήν θεογνωσία, ἀλλά καί τό πνεύμα τῆς ταπεινώσεως πού τούς διακρίνει, παρακαλοῦν θερμά μέ τήν προσευχή τους τόν Κύριο: «Κύριε ὁ Θεός μου, Σύ, ἐάν θέλῃς, μπορεῖς νά φωτίσῃς τό σκότος τῆς ψυχῆς μου».

«φόβος τοῦ Κυρίου» παραμένει ἐντός τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου καί τόν συγκρατεῖ μακρυά ἀπό τήν ἁμαρτία, διότι μέσα του συνεχῶς ἀναλογίζεται· πῶς εἶναι δυνατόν νά προτιμήσει νά κάνει τό δικό του θέλημα καί νά ἀγνοήσει αὐτό τό ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ; Ὁ ἀληθινά ὀρθόδοξος πιστός φοβᾶται τόν Θεό, ἀλλά φοβᾶται καί τήν αἰώνια Κόλαση. Διότι αὐτός, ἀκόμη καί ὅταν συγχωρηθοῦν μέ τήν εἰλικρινή ἐξομολόγηση τά ἁμαρτήματά του, φοβᾶται μήπως παραβεῖ κάποια ἐντολή τοῦ Θεοῦ καί πέσει πάλι σέ ἁμαρτία. Γνωρίζει ὅτι ἄν ὑποστεῖ αὐτή τή θανάσιμη τροπή στήν πνευματική του ζωή, ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας του, τότε θά λυπήσει τόν Κύριο καί ἀκριβῶς αὐτός ὁ φόβος τόν ὠφελεῖ πνευματικά καί τόν ἁγιάζει.

Ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σύρος, μᾶς υποδευκνύει την οδό της αρετής μέ τά εξής: (2) «Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ ἀρχή ἐστί τῆς ἀρετῆς. Λέγεται δέ εἶναι γέννημα τῆς Πίστεως καί σπείρεται ἐν τῇ καρδίᾳ, ὅταν ἀποχωρισθῇ ἡ διάνοια ἀπό τοῦ περισπασμοῦ τοῦ κόσμου, τοῦ συνάξαι τάς νοήσεις αὐτῆς, τάς ῥεμβομένας ἐκ τοῦ μετεωρισμοῦ, ἐν τῇ ἀδολεσχίᾳ τῆς μελλούσης ἀποκαταστάσεως. Τό θεῖναι θεμέλιον τῆς ἀρετῆς, οὐδέν κρειττότερον τοῦ ἐπισχεῖν τίνα ἑαυτόν ἐν τῇ ἀπαλλαγῇ τῶν τοῦ βίου πραγμάτων καί διαμεῖναι ἐν τῷ νόμῳ τοῦ φωτός τῶν τρίβων τῶν εὐθειῶν καί ἁγίων, ὧν ἐν Πνεύματι ὁ ψαλμῳδός ἐσήμανε καί ἐπωνόμασε. Μόλις εὑρίσκεται ἄνθρωπος δυνάμενος φέρειν τήν τιμήν, τάχα δέ οὐδέ παντελῶς εὑρίσκεται (καί τοῦτο ἐκ τῆς ταχείας ὑποδοχῆς τῆς ἀλλοιώσεως, ὡς ἂν τίς λέγῃ), οὐδέ ἐάν τίς ἰσάγγελος γένηται τοῖς τρόποις».

Ἀδέλφια μου, ἄς γνωρίζουμε ὅτι ὁ κρυπτός τῆς καρδίας ἄνθρωπος, δέν μᾶς εἶναι γνωστός παρά μόνο, ὅταν καθαρίσει ἀπό τά πάθη. Δέν γνωρίζουμε τόν ἑαυτόν μας, ὅταν δέν ἔχουμε τήν Θεία Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί δέν ἔχουμε γίνει ἀκόμη πρόσωπα. Θά γίνουμε ὅμως πνευματικοί ἄνθρωποι μόνο ὅταν ὡς ὀρθόδοξοι πιστοί γίνουμε πρόσωπα, ὅταν δηλαδή θά γίνει μέσα στήν καθαρή καρδιά μας ἡ θέωση, ἡ οποία εἶναι ἡ μεγάλη δωρεά τοῦ Θεοῦ. Ὅταν καθαρίσει ὁ νοῦ μας, καί ἡ καρδιά μας, τότε θά φωτιστεῖ ἀπό τό Ἅγιο Πνεύμα, τότε ἑνωνόμαστε μέ τόν Κύριο καί τόν βλέπουμε μέσα μας, ἀκριβῶς ὅπως ὅλοι οἱ ἅγιοι, τότε θά ζοῦμε μέ τόν Χριστό μέσα στήν καρδιά μας. Ἄν δέν ἑνωθοῦμε μαζί Του δέν θά σωθοῦμε. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες μᾶς λέγουν ὅτι ἑνωνόμαστε μέ τόν Θεό διά τῶν ἄκτιστων Θείων ἐνεργειῶν Του κι ὄχι διά τῆς φύσεώς Του. Αὐτό εἶναι τό Μυστήριο τῆς Ὀρθόδοξης Πίστης καί ζωῆς μας. Ὁ ὀρθόδοξος πιστός μετέχει μόνο στίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ καί ὄχι στήν οὐσία τοῦ Θεοῦ, πού δέν γνωρίζουμε πραγματικά, τί εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ.

Σύμφωνα μέ τη διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων γνωρίζουμε τά ἑξῆς: (3) Ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀμέθεκτη ἀπό τόν ἄνθρωπο, ἐνῶ οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ εἶναι μεθεκτές. Ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος εἶναι κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, γι’ αὐτό καί ἡ ψυχή (ἔχει) διαιρεῖται ἀδιαιρέτως σέ οὐσία καί ἐνέργεια καί αὐτή ἡ ἐνέργεια τῆς ψυχῆς πρέπει νά κινεῖται ἀγαπητικά πρός τόν Θεό. Ὅπως ὁ Θεός εἶναι Τριαδικός, Νοῦς, Λόγος καί Πνεῦμα, ἔτσι καί ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἔχει τρεῖς δυνάμεις, νοῦ, λόγο καί πνεῦμα. Ὅπως διδάσκει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τό πνεῦμα πού ζωοποιεῖ τό σῶμα εἶναι «ὁ νοερός ἔρως τοῦ ἀνθρώπου». Αὐτό τό πνεῦμα «ἐκ τοῦ νοῦ ἐστί καί τοῦ λόγου ἐστί∙ καί ἐν τῷ λόγῳ καί τῷ νῷ ἐστί· καί ἐν αὐτῷ ἔχει τόν τε λόγον καί τόν νοῦν». Αὐτήν τήν τριπλῆ δύναμη (νοῦς, λόγος καί πνεῦμα) πρέπει νά τήν κατευθύνουμε, νά τήν «ἀναφέρουμε» στόν Θεό…

Στόν ἄνθρωπο, σύμφωνα μέ τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ «ἑνώθηκε σέ ἕνα ὁ νοῦς καί ἡ αἴσθηση. Μεταξύ τοῦ νοῦ καί τῆς αἴσθησης ὑπάρχει ἡ φαντασία, ἡ δόξα καί ἡ διάνοια. Ἔτσι ἡ ψυχή εἶναι οὐσία καί ἐνέργεια καί ὁ ἄνθρωπος διαθέτει νοῦ, φαντασία, δόξα, διάνοια, καί αἴσθηση. Οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς μας εἶναι ὁ νοῦς, ἡ διάνοια, ἡ δόξα, ἡ φαντασία καί ἡ αἴσθηση. Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καί μόνος αὐτός ἀπ’ ὅλα τά ἐγκόσμια, ἐάν θέλη, μπορεῖ νά γνωρίση τόν Θεό καί νά γίνη κατά Χάρη Θεός. «… νοῦς, ὅς εἰκών τέ ἐστι Θεοῦ καί Θεόν οἶδε καί μόνος τῶν ἐγκοσμίων Θεός, εἰ βούλεται, γίνεται». Ἡ αἴσθηση ὄχι μόνον γνωρίζει τά μέτρα καί τά μεγέθη καί τίς ποικίλες ποιότητές της, ἀλλά γνωρίζει τά οὐράνια σώματα καί τίς κινήσεις τους καί ἔτσι εἶναι ἡ ἀρχή τῆς ἐπιστήμης. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ αἴσθηση εἶναι ἡ ἄλογος δύναμη «γνωστική καί ἀντιληπτική τῶν αἰσθητῶν παρόντων».

Γνωρίζει καί ἀντιλαμβάνεται ὅλα τά αἰσθητά πράγματα. Ἡ φαντασία ἔχει τήν ἀρχή στήν αἴσθηση καί ἐνεργεῖ καί ἀπόντων τῶν αἰσθητῶν πραγμάτων. Ἡ δόξα προέρχεται ἀπό τήν φαντασία καί εἶναι ψῆφος ἄλογος. Ἡ δόξα εἶναι ἡ γνώμη πού ἔχουμε γιά κάθε ζήτημα, γιά κάθε ἀντικείμενο. Καί αὐτή ἡ γνώμη, ὅπως ἀναφέραμε προηγουμένως, προέρχεται ἀπό τήν φαντασία, πού ἔχει ἀρχή της τήν αἴσθηση. Ἡ διάνοια «λογική μέν ἐστιν ἀεί, διεξοδικῶς δέ πρόεισιν εἰς τήν μετά λόγου δόξαν ἀποτελευτῶσα». Δηλαδή, ἡ διάνοια εἶναι ἐκείνη ἡ λογική δύναμη πού ὁλοκληρώνει τήν δόξα. Καί ἐνῶ ὁ νοῦς «αὐτοτελής ἐστιν οὐσία καί καθ’ ἑαυτήν οὖσα ἐνεργητική» καί δέν ὑπάρχει κανένα ὄργανο τοῦ νοῦ, ἐν τούτοις ὅλες οἱ ἄλλες δυνάμεις ἐνεργοῦν μέ πρῶτο ὄργανο «τοῦ ψυχικοῦ ἐν ἐγκεφάλῳ πνεύματος».

Γίνεται αὐτή ἡ διαίρεση ἀπό τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ γιά νά δοθῆ ἡ δυνατότητα νά δοῦμε τήν μεγάλη ἀξία τοῦ νοῦ ἐν σχέσει μέ τίς ἄλλες δυνάμεις τῆς ψυχῆς. Ἡ αἴσθηση εἶναι ἄλογη δύναμη τῆς ψυχῆς καί γι’ αὐτό δέν μπορεῖ νά ἀνυψωθῆ καί νά γνωρίσει τόν Θεό. Οἱ ἄλλες δύο δυνάμεις, δηλαδή ἡ δόξα καί ἡ διάνοια, ἔστω καί ἄν εἶναι λογικές, ἐν τούτοις δέν εἶναι ἀποδεσμευμένες ἀπό τήν φαντασία, ἡ ὁποία εἶναι ταμεῖο τῶν αἰσθήσεων, καί γι’ αὐτό εἶναι ἀκατάλληλες νά γνωρίσουν τόν Θεό, ἀφοῦ ἐνεργοῦν διά τοῦ ψυχικοῦ πνεύματος, ὡς ὀργάνου, καί, κατά τόν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παῦλου, «ψυχικός ἄνθρωπος οὐ δέχεται τά τοῦ πνεύματος» (Α΄ Κορ. 2, 14).

Γι’ αὐτό μόνον ὁ νοῦς εἶναι τό ὄργανο ἐκεῖνο πού μπορεῖ νά γνωρίσει τόν Θεό καί νά γίνει κατά Χάρη Θεός. Μέσα στόν νοῦ ἀποκτᾶται ὁ ἔρως πρός τόν Θεό. Γι’ αὐτό, κατά τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου, ὁ ἔρως πρός τόν Θεό δέν ἔχει καμιά σχέση μέ τίς αἰσθήσεις καί τίς φαντασίες, ἀλλά μέ τόν νοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει προηγουμένως καθαρθῆ (δηλαδή ἔχει ἐλευθερωθεῖ ἀπό τήν ὑποδούλωση στή λογική καί τήν αἴσθηση πού ἐνεργοῦν διά τοῦ ἐγκεφάλου) καί δέχεται τήν ἔλλαμψη τοῦ Θεοῦ.

Ἔτσι ὁ νοῦς, ἄν ἐλευθερωθῆ ἀπό τήν φορά πρός τά κάτω καί στραφῆ πρός ἑαυτόν, τότε «γίνεται καί τῆς κρείττονος καί ὑψηλοτέρας ἐνεργείας», διά τῆς ὁποίας μόνον ἑνώνεται μέ τόν Θεό. Αὐτό βέβαια προϋποθέτει τήν νέκρωση τῶν ἀλόγων (αἴσθηση, φαντασία, δόξα) καί λογικῶν (διάνοια) ἐνεργειῶν τῆς ψυχῆς, ὥστε ὁ νοῦς νά μή διαχέεται στόν αἰσθητό κόσμο καί στά κτίσματα, καί ἔτσι νά ἐπιστρέψη πρός τόν ἑαυτό του, ἀπό τήν προηγουμένη διάχυση, νά ἔλθη στήν καρδιά καί διά τῆς καρδιᾶς νά ἀνέλθη πρός τόν Θεό. Ἔτσι θά ἀποκτήση τήν κοινωνία καί τήν γνώση τοῦ Θεοῦ». Στήν Καινή Διαθήκη ὁ νοῦς ὀνομάζεται «πνεῦμα» τοῦ ἀνθρώπου καί «ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς» εἶναι ἐνέργεια τῆς ψυχῆς, μέ τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει τόν Θεό, φθάνοντας στήν θέα τοῦ Θεοῦ ἤ Θεοπτία. Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ δέν σημαίνει γνώση τῆς ἀμέθεκτης καί ἀπρόσιτης Θείας οὐσίας, ἀλλά τῆς Θείας ἐνέργειας.

Ἡ διάκριση οὐσίας καί ἐνέργειας στόν Θεό εἶναι ἡ οὐσιαστική διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ ἐνέργεια τοῦ νοῦ μέσα στήν καρδιά ὀνομάζεται «νοερά λειτουργία» τῆς καρδιᾶς… Νοῦς καί Λόγος (Λογική) ὀρθόδοξα δέν ταυτίζονται, διότι ἡ λογική ἐνεργεῖται στόν ἐγκέφαλο, ἐνῶ ὁ νοῦς στήν καρδιά.

Στήν Καινή Διαθήκη ἀναφέρεται ἐπίσης ὅτι: “Ἡ νοερά λειτουργία πραγματώνεται ὡς ἀδιάλειπτη προσευχή «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α΄Θεσ. 5, 17) τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στήν καρδιά, «ὡσαύτως δέ καί τό Πνεῦμα συναντιλαμβάνεται ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν· τό γάρ τί προσευξόμεθα καθό δεῖ οὐκ οἴδαμεν,αὐτό τό Πνεῦμα ὑπερεντυγχάνει ὑπέρ ἡμῶν στεναγμοῖς ἀλαλήτοις» (Ρωμ. 8, 26), «τό Πνεῦμα μή σβέννυτε» (Α΄Θεσσ. 5, 19), καί ὀνομάζεται ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρες μας «μνήμη Θεοῦ».

Ἔχοντας ὁ ἄνθρωπος μέσα στήν καρδιά του τή «μνήμη τοῦ Θεοῦ», ἀκούοντας δηλαδή στήν καρδιά του τήν «φωνή»,«ἐάν οὖν μή εἰδῶ τήν δύναμιν τῆς φωνῆς, ἔσομαι τῷ λαλοῦντι βάρβαρος καί ὁ λαλῶν ἐν ἐμοί βάρβαρος. Οὕτω καί ὑμεῖς ἐπεί ζηλωταί ἐστε πνευμάτων, πρός τήν οἰκοδομήν τῆς ἐκκλησίας ζητεῖτε ἵνα περισσεύητε»(Α΄ Κορ. 14, 11-12), «ὅτι δέ ἐστε υἱοί, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεός τό Πνεῦμα τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ εἰς τάς καρδίας ὑμῶν, κρᾶζον· ἀββᾶ ὁ πατήρ» (Γαλ. 4, 6 ), ἔχει αἴσθηση τῆς «ἐνοικήσεως» τοῦ Θεοῦ μέσα του «εἰ δέ τό Πνεῦμα τοῦ ἐγείραντος Ἰησοῦν ἐκ νεκρῶν οἰκεῖ ἐν ὑμῖν, ὁ ἐγείρας τόν Χριστόν ἐκ νεκρῶν ζωοποιήσει καί τά θνητά σώματα ὑμῶν διά τό ἐνοικοῦν αὐτοῦ Πνεῦμα ἐν ὑμῖν» (Ρωμ. 8, 11).

Ὡς ἀδέλφια, αὐτό πού ἀντιλαμβανόμαστε εἶναι ὅτι εἴμαστε στό σκοτάδι καί ζοῦμε μέ τό προσωπεῖο τῆς πονηρίας μας. Ὅσο παραμένουμε ἀμετανόητοι (ὅπως ὁ ψυχικός ἄνθρωπος) δέν μποροῦμε νά κατανοήσουμε τά Μυστήρια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παῦλου:«ψυχικός δέ ἄνθρωπος οὐ δέχεται τά τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ· μωρία γάρ αὐτῷ ἐστι, καί οὐ δύναται γνῶναι, ὅτι πνευματικῶς ἀνακρίνεται· ὁ δέ πνευματικός ἀνακρίνει μέν πάντα, αὐτός δέ ὑπ᾿ οὐδενός ἀνακρίνεται. Τίς γάρ ἔγνω νοῦν Κυρίου, ὃς συμβιβάσει αὐτόν; ἡμεῖς δέ νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν» (Α΄ Κορ. 2, 14-16).

Δέ γνωρίζουμε ὅτι εἴμαστε τυφλοί, δίχως νά ἀποκτήσουμε τήν καρδιακή ἀδιάλειπτη προσευχή. Ἐάν ὅμως ψάχνουμε ἔξω ἀπό τόν ἑαυτό μας νά βροῦμε τόν Θεό, καί δέν ἀντιληφθήκαμε ὅτι κύρια πνευματική ἐργασία μας εἶναι νά καθαρίζουμε συνεχῶς τό νοῦ μέσα στήν ψυχή μας -γιά νά συναντήσουμε ἐντός μας τόν Θεάνθρωπο Κύριο, μέ τή Χάρη πού μᾶς δώρισε, ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Βάπτισή μας- μαζί μέ ὅλα τά Θεία χαρίσματα πού πήραμε ἀπό τό Ἅγιο Μυστήριο τοῦ Χρίσματος. Ἐπομένως χρειαζόμαστε ἀληθινή μετάνοια καί ὁπωσδήποτε πνευματικό πατέρα ἔμπειρο καί ὀρθοδοξότατο. Μόνο ὁ ἀπλανής ὁδηγός γνωρίζει ὅλο τό βάρος τῶν παθῶν τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου καί μέ τήν ταπεινή πνευματική ἐργασία, τήν λεπτότητα, τήν ὑπομονή, τήν ὑπακοή καί κυρίως τήν ἀδιάλειπτη εὐχή καθάρισε ὁ ἴδιος τόν ἑαυτόν του. Ὁλόκληρη ἡ ζωή του εἶναι πλέον ἕνα ὡραιότατο παράδειγμα ἔμπνευσης καί μίμησης, γιά κάθε πιστό ἄνθρωπο πού ἐνδιαφέρεται καί ἀγωνίζεται γιά τή σωτηρία τῆς ψυχῆς του.

Ἡ ζωντανή παρουσία τοῦ πνευματικοῦ πατρός εἶναι συνεχώς στήν μνήμη καί τήν καρδιά τοῦ πιστοῦ, ἡ ὁποῖα τόν καθοδηγεῖ μυστικά καί μυστηριακά μέ τό Μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης καί ἐξαγόρευσης τῶν πονηρῶν λογισμῶν.

Ἅγιος Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής καί Σπηλαιώτης, εἶναι ἄριστος γνώστης τῆς πνευματικῆςργασίας τῆς ψυχῆς γιά τήν κάθαρση καί ἀντιλαμβάνεται ἀκριβῶς τί σημαίνει ὅταν « νοῦς βλέπει τό σκότος τῆς ψυχῆς» του. Γιά τοῦτο τό λόγο μᾶς παροτρύνει πάντοτε νά φροντίζουμε κυρίως γιά τό σωτερικό περιεχόμενο τῆς ψυχῆς. Αὐτό τῆς σωτερικῆς καρδιᾶς πού βλέπει μόνο ὁ Θεός, καί γιά τό ὁποῖο κάνει λόγο ὁ Δαβίδ ὁ ψαλμωδός καί ζητάει τήν ἀπόδοση τς δικαιοσύνης τοῦ Κυρίου, «συντελεσθήτω δή πονηρία ἁμαρτωλῶν καί κατευθυνεῖς δίκαιον, ἐτάζων καρδίας καί νεφρούς ὁ Θεός· δικαία ἡ βοήθειά μου παρά τοῦ Θεοῦ τοῦ σῴζοντος τούς εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ» (Ψαλμός 7, 10).

Ὁ Ἅγιος Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής, γράφει τά ἐξῆς: (4) «σημερινή κατάστασις τῶν πολλῶν (ὀρθοδόξων τῆς ἐκκοσμίκευσης) περιωρίσθη εἰςἕνα τύπον ξωτερικόν. Πέραν τοῦτου δέν πάρχει φροντίδα καί μέριμνα διά τό σωτερικόν τῆς ψυχῆς, που συνίσταται τό πν· που νώνεται λικός μέ τόν υλον, νθρωπος μέ τόν Θεόν, κατά τό γχωροῦν εἰς τήν χωματώδη μας φύσιν. Τοῦτο εἶναι τό πολύ ραίον καί τό πάνυ καλόν. λλά πάντες τό ποφεύγομεν. Πάντες τά ντα στρέφομεν. Καθότι παιτεῖται γών».

Εἰς τόν γώνα αὐτόν τοῦνθρώπου, γιά νά πάρξουν τά νάλογα ποτελέσματα, πρέπει νά συνεργήσει Χάρις τοῦ Θεοῦ καί προαίρεση τοῦνθρώπου: «θά λιώση ὡς κηρός παλαιός νθρωπος. Καί πως σίδηρος, ταν μβαίνη εἰς τήν φωτιά, ξεκολλάει καί πέφτει σκουριά, που χει πάνω, τσι γίνεται καί εἰς τόν νθρωπον. ρχεται κατ’ λίγον χάρις καί μόλις πλη­σιάση εἰς τόν νθρωπον ναλύει ὡς κηρός. Καί δέν γνωρίζει εἰςαὐτήν τήν στιγμήν νθρωπος τόν αυτόν του, νλος εἶναι πολυόμματος νοῦς καί διαυγέστατος. μως εἰςαὐτήν τήν περφυνέργειαν δέν ἠμπο­ρεῖ νά ξεχωρίση τόν ἑαυτόν του, διότι νοῦται μέ τόν Θεόν. Καί τότε πίπτει σκουριά. φαιρεῖται σφραγίδα. ποθνήσκει παλαιός νθρωπος.

φαιρεῖται τό μητρικόν αἷμα. Ἀνακαινούται τό φύραμα. Καί δέν λλάζει κατά τό σμα νθρωπος, λλά τά φυσικά προτερήματα καί χαρίσματα τοῦνθρώπου, αὐτά φωτίζει, νδυναμοκαί νακαινίζει Χάρις. Καί ζωογονεῖται πάλαι δάμ, πλασθεῖς κατ’ εκόνα Θεοῦ».

ποιος ξιωθ νά δ τήν βυσσον τν πταισμά­των τῆς ψυχῆς του θρηνεῖπό τό φρικτόν αὐτό θέαμα. κ τῆςράσεως τῆς καταστάσεως αὐτς προέρχεται μετάνοια, πίγνωσις τοῦἑαυτοῦ μας, ἡ ἀληθινή ταπείνωσις καί φόβος τοῦ Θεοῦ. λα αὐτά εἶναι δωρήματα τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. φ’ σον δέν πάρχει ἡ ἐπίγνωσις τοῦ ἁμαρτωλοῦἑαυτοῦ μας θεραπεία δέν πάρχει. πό τήν στιγμήν μως πού νοῦς γίνεται θεωρός αὐτοῦ τοῦ σκότους τῆς ψυχῆςρχίζει νά λειτουργή ταπείνωσις καί μαραίνεται ρίζα τῆς ἁμαρτίας, δηλαδή ὑπερηφάνεια.

Ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι τό μεγαλύτερο ἐμπόδιο γιά τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

«Βάσις καί θεμέλιο, κατά τούς Ἁγίους Πατέρας, τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ὑπακοή, διότι αὐτή χαρίζει τήν ταπεινοφροσύνη. Εἶναι ἀδύνατον χωρίς ὑπακοή ἡ ψυχή νά ἀπαλλαγή ἀπό τά πάθη τῆς οἰήσεως, τῆς κενοδοξίας καί τῆς ὑπερηφάνειας».

Ἡ μετάνοια εἶναι ἀνεκτίμητο δῶρο γιά τόν ἄνθρωπο. Εἶναι τό καλύτερο φάρμακο γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς ψυχικῆς ὑγείας τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ Ἅγιος Γέροντας Ἰωσήφ εἶναι πρακτικότατος διδάσκαλος, βιαστής καί ἀπαράμιλλος συνεχιστής ὅλης αὐτῆςτῆς Νηπτικῆς Παράδοσης, τῆς κρυπτῆςἐργασίας πού ἐπιτελεῖ ὁ νοῦς ἐγκλειόμενος στήν ψυχή. Νά πώς ἐρμηνεύει αὐτή τήν κατάσταση τῆς ψυχῆς καί τοῦ νοῦ. «Ὁ νοῦς εἶναι ὁ οἰκονόμος τῆς ψυχῆς, ὅπου κουβαλᾶ τροφήν, ὅ,τι τόν δώσης ἐσύ. Λοιπόν ὅταν ἔχη εἰρήνην καί τόν δίδεις ὅ,τι καλόν θέλει, αὐτός τά κατεβάζει εἰς τήν καρδίαν. Πρῶτον καθαρίζει αὐτός ἀπό ὅσας προλήψεις κατείχετο εἰς τόν κόσμον. Ξεθολώνει ἀπό τοῦ βίου τες μέριμνες καί λέγοντας τήν νοεράν προσευχήν τελείως παύει ὁ μετεωρισμός.

Καί τότε καταλαμβάνεις τι καθαρίσθη. Διότι πλέον δέν κινεῖται εἰς τά κάθαρτα καί πονηρά, που εἶδεν ἤ κουσεν εἰς τόν κόσμον. Μετά αὐτός διά τῆς εχς, εσερχόμενης καί ξερχομένης στήν καρδία, καθαρίζει τόν δρόμο καί κβάλλει κάθε πικρία, ασχρότητα, καθαρσία πό αὐτήν. Στήνει πόλεμο νοῦς πρός τά πάθη καί τούς δαίμονες, πού γείρουν αὐτά, πού τόσα τη φώλιαζαν σέ αὐτή καί κανείς δέν τούς ἥξερε οὔτε τούς βλεπε. Τώρα μως πού νοῦς λαβε καθαρότητα -τήν ρχαία στολή του- τούς βλέπει καί ὡς κύων γαυγίζει, ὑλακτεῖ (σάν σκύλος γαβγίζει, λυχτ), μάχεται μετ’ αὐτν ὡς κύριος καί φύλαξ λου τοῦ διανοητικοῦ μέρους (τῆς ψυχῆς)».

Εἶναι μεγάλη ἀλήθεια αὐτό τό ὁποῖο μᾶς ἀποκαλύπτει ὁ Γέρων Ἰωσήφ: “Ὁ νοῦς κύριος καί φύλαξ ὅλου τοῦ διανοητικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς. Αὐτή ἡ προσοχή, ἡ νηπτική ἱκανότητα τοῦ νοῦ, χαρίζει σέ αὐτόν μεγάλη ἁπλότητα καί καθαρότητα. Ὁ νοῦς γυμνός ἀπό κάθε νόημα. Ἀφοῦ εἶναι ελεύθερος ἀπό κάθε λογισμό, τότε καί ἡ Θεία χάρις ἐπαναπαύεται, γιά νά ἔλθει νά σκηνώσει σέ αὐτόν, διότι τίποτε δέν ὑπάρχει εὐάρεστο στό Θεό, ὅσον ὁ καθαρός λογισμός.

Ὁ Γέρων Ἰωσήφ μέ πολλή σαφήνεια περιγράφει πῶς ὁ νοῦς μέ τήν νοερά εὐχή καθαρίζει τή ψυχή ἀπό τίς συγκαταθέσεις τῶνἐμπαθῶν λογισμῶν: «Κρατῶνὡς ὅπλον τό ὄνομα Ἰησοῦς μαστίζει τούς πολεμίους, ἄχρις ὅτου τούς βγάλη ὅλους ἀπ’ ἔξω, τριγύρω στό περικάρδιον· καί ὑλακτούσιν καί αὐτοί ὡςἄγριοι κύνες. Ὁ δέ νοῦς ἀρχίζει νά καθαρίζη τήν βρῶμαν καί ὅλην τήν ἀκαθαρσίαν, ὅπου εἶχον μολύνει οἱ δαίμονες μέ τάς συγκαταθέσεις ὅπου εἴχομεν κάμει εἰςὅ,τι κακόν καί ἐφάμαρτον… Καί ὅλο ἀγωνίζεται νά ρίχνη ἔξω τες βρῶμες, ὅπου αὐτοί διαρκῶς ρίχνουν μέσα. Ἔπειτα ὡς οικονόμος φέρει τροφάς ἀρμόζουσας πρός φωτισμόν καί ὑγείαν ψυχῆς»

Ὁ Ἅγιος Γέροντας Ἰωσήφ, συνεχίζει τή θαυμάσια διδασκαλία του:«Εἰς ὅλα αὐτά συνεργεῖ ἡ χάρις ἡ καθαρτική. Σκεπάζεται ὁἀγωνιζόμενος ὡς ὑπό σκιάν ὑπό τήν σκέπην τῆς ὑπακοῆς. Φρουρεῖται ὑπό τήν χάριν αὐτοῦ, ὅπου ἀνέλαβε τήν ψυχήν του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Καί ὀλίγον ὀλίγον γίνεται ἀλλοίωσις τοῦ Ὑψίστου. Καί ἀφοῦἔν ὀλίγοις διωχθῶσιν τελείως ἔξω οἱ δαίμονες, καθαρισθῆ δέ ἔσωθεν ἡ καρδία, παύει ὁ μολυσμός. Ἐνθρονίζεται ὁ νοῦς ὡς Βασιλεύς ἐπί τήν καρδίαν καί χαίρει ὡς νυμφίος ἐπί νύμφη ἔν τῶ θαλάμω. Ἄγει χαράν ἁγίαν, εἰρηνικήν, ἄμωμον. Λέγει τήν εὐχήν χωρίς κόπον».

Κυριότερο ἔργο ἐπομένως γιά τήν ὑγεία τῆς ψυχῆς μας δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τήν ἄσκηση τῆς νοερᾶς προσευχῆς (ἀδιάλειπτης εὐχῆς).

Λέγοντας τήν εχή, τό: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον με», δημιουργούνται μέσα στή ψυχή μας λλες καταστάσεις. Διότι, ταν παραμένει πολύ χρόνο μέσα στή ψυχή μας τό νδοξο νομα τοῦἸησοῦ Χριστοῦ, προκαλεῖ θερμότητα σέ αὐτή καί νέκφραστη χαρά καί γάπη”.

Καί πς νά μή χαίρεται ψυχή, φοῦ βρήκε τό πολύτιμο μαργαριτάρι, τό ποίο εἶναι τό γλυκύτατο νομα τοῦ Κυρίου ησοῦ Χριστοῦ!”

Ὅταν ὁ Γέροντας ἔχει τή γνώση τῆς νοερᾶς προσευχῆς, τότε ἀπομακρύνεται ὁ φόβος τῆς πλάνης, ἐφόσον ὁ ὑποτακτικός τηρεῖ μέ ἀκρίβεια ὅσα παραγγέλλει ὁ ἅγιος Γέροντάς του καί φροντίζει νά τόν ἀναπαύει μέ τήν ἀδιάκριτη ὑπακοή του. Ὁ ὑποτακτικός σκεπάζεται ἀπό τήν εὐχή τοῦ Γέροντα καί φρουρεῖται ἀπό φύλακα ἄγγελό του μέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διότι ὁ πνευματικός ἀνέλαβε νά ὁδηγήσει τήν ψυχή του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ὅσο ὁ νοῦς ἐκείνου τοῦ ἁπλοῦ καί ταπεινοῦ ὑποτακτικοῦ πού κάνει τέλεια ὑπακοή στόν πνευματικό του, γεύεται τήν τελεία ἀμεριμνησία, ἄλλο τόσο τόν ἐπισκέπτεται ἡ Θεία χάρη καί δέν θά τόν ἐγκαταλείπει ποτέ, διότι ὑπηρετεῖ τήν εὐαγγελική ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ.

Ὁ νοῦς τοῦ πιστοῦ πού θέλει νά προοδεύσει, δέ λυπᾶται ἀλλά βιάζει τόν ἑαυτό του στά πνευματικά γυμνάσματα τῆς καθημερινῆς μελέτης τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τοῦ Ψαλτηρίου, στήν ἀνάγνωση τοῦ Συναξαριστή, στά ἀκούσματα τῆς γλυκιᾶς μελωδικῆς ψαλμωδίας καί κυρίως στήν κατάπαυση τοῦ νοσηροῦ πάθους τῆς περιέργειας καί τῆς φλυαρίας, ὥστε νά ἀγαπήσει τή σιωπή καί τήν μονολόγιστη εὐχή. Ὅταν μάθει νά σιωπᾶ ὁ νοῦ μας, τότε ἔρχεται μέσα μας ἡ γαλήνη. Αὐτή εἶναι ἡ κατάλληλη εὐκαιρία γιά νά γλυκαθεῖ ὁ νοῦς μέ τήν εἰρήνη καί νά ἐνθυμηθεῖ τά χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς πού μελέτησε κατά τή διάρκεια τῆς ἡμέρας καί τά Συναξάρια τῶν ἁγίων πού διάβασε γιά νά τά ἐφαρμόσει στήν πράξη.

Ὁ νοῦς μας δέχεται πόλεμο συνεχῶς μέ ποικίλους πονηρούς λογισμούς. Γι’ αὐτό ἄς εἶναι πολύ προσεκτικός ὁ δικός μας νοῦς, καί νά ἀπορρίπτει τούς ἁμαρτωλούς λογισμούς, καθόλου νά μήν τούς δέχεται καί νά μήν τους δίνει σημασία γιά νά μήν ἁμαρτάνει στόν Κύριο. Οι Άγιοι Πατέρες μας λέγουν: “Τους ακάθαρτους λογισμούς νά τούς φανερώνεις πάντα στόν πνευματικό σου μέ τήν ἐξομολόγηση καί νά ἀγαπήσεις πολύ τή νηστεία, ὅσο καί τήν ἀγρυπνία πού θανατώνει τούς σαρκικούς λογισμούς. Μάθε τόν τρόπο νά ἐξευτελίζεις τούς δαίμονες, μέ τό νά τούς περιφρονεῖς καί μέ τήν ἀδιαφορία σου νά τούς προσπερνᾶς. Φρόντισε νά διορθώσεις τούς λογισμούς σου ἔχοντας βάλει τούς δικούς σου, οἱ ὁποῖοι θά εἶναι καλοί καί ἅγιοι καί θά ἀρέσουν τοῦ Χριστοῦ μας. Στό μυστήριο τῆς σωτηρίας κάθε πιστοῦ ἀνθρώπου συνεργεῖ ἡ καθαρτική χάρη, ἡὁποῖα ἐνεργεῖ πάντα ἐλεύθερα μέσα στήν ψυχή πού τήν ποθεῖ καί τή ζητάει. Ἡ καθαρτική Θεία χάρη στή συνέχεια ἀποκαλύπτει στόν εἰρηνικό νοῦ τόν γλυκό Παράδεισο τοῦ οὐρανοῦ καί τίς μέγιστες θείες δωρεές πού θά λάβει ὡς ἀμοιβή ἀπό τήν ἀγάπη πού ἔδειξε γιά τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ.

Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ μέ τήν πίστη, τήν ἀδιάλειπτη προσευχή, τήν τέλεια ὑπακοή καί τήν αὐταπάρνηση μέ τή θυσιαστική ἀγάπη φανερώνουν στήν ψυχή ὅλες τίς δωρεές τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔτσι ἔρχεται στήν καρδιά μας ἡ μακαρία ἀγάπη, ἡ ἀπάθεια καί ἡ θερμή προσευχή, καθώς αὐτή ἀναζητᾶ μέ δίψα καί μέ πόθο τόν Θεό. Ἀκόμη καί αὐτές οἱ αἰσθήσεις τοῦ σώματος πού ἔζησαν στενάχωρα σέ μιά ἔρημη, δύσβατη, στεγνή καί ἄνυδρη γῆ, ποθοῦν τήν Θεία Χάρη γιά νά ἀνοίξουν οἱ ὀφθαλμοί τῆς ψυχῆς, νά δοῦν καί νά ἀπολαύσουν τό Θείο Φῶς τοῦ Κυρίου! «Ὁ Θεός ὁ Θεός μου, πρός σέ ὀρθρίζω· ἐδίψησέ σε ἡ ψυχή μου, ποσαπλῶς σοι ἡ σάρξ μου ἐν γῇ ἐρήμῳ καί ἀβάτῳ καί ἀνύδρῳ» (Ψαλμ. 62, 2)”.

Ὡς ἀδέλφια, ἄς βάλουμε ἀρχή στή ζωή μας μέ βάση τό ταπεινό φρόνημα, τήν ὑπακοή, τήν ἀδιάλειπτη εὐχή, τήν μνήμη τοῦ θανάτου, τήν αὐτοκατηγορία καί τήν ἀντίρρηση στούς πονηρούς λογισμούς πού πολεμοῦν τόν ἄνθρωπο -κυρίως τούς πιό σκληρούς: τῆς ἀπιστίας, τῆς βλασφημίας καί τῆς πορνείας- θά λάβουμε τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτοί οἱ τρείς σκληροί δαιμονικοί λογισμοί μέ τούς ὁποίους παλεύουμε καθημερινά, εἶναι πολύ συχνά ἀπόρροια τῆς κρίσης καί κατάκρισης τοῦ ἀδελφοῦ μας καί θά ἀποτρέψουμε αὐτούς τούς πονηρούς λογισμούς, ὅταν παύουμε πλέον νά κατακρίνουμε. Ἐπειδή ὅμως ὁ πόλεμος τῶν λογισμῶν ταλαιπωρεῖ συνήθως τούς ὑπερήφανους καί τούς ζηλόφθονους, ὁ πιό σίγουρος τρόπος γιά νά ἀπαλλαγεῖς ἀπ’ αὐτούς εἶναι νά καλλιεργήσεις μέσα σου τήν ταπείνωση καί τήν ἀγαθοσύνη.

Θά καθαρίζει σιγά σιγά ἡ καρδιά μέ τήν νήψη καί μέ τήν ἐξαγόρευση ὅσων λογισμῶν ἐπειμένουν θά φωτίζεται μέ τό Φῶς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μέ τήν ἀδιάκριτη ὑπακοή ἀναπαύεται ὁ Γέροντας καί ἔτσι ξεκουράζεται καί ἀδειάζει ὥστε νά προσεύχεται καρδιακά γιά ἐσᾶς μέ ὅλη του τήν ψυχική εὐχαρίστηση, μέ πλήρη τήν χαρά καί τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐνῶ ἡ παρακοή νά γνωρίζετε ὅτι φέρει θλίψη καί στενοχωρία καί ζημιώνει τήν ψυχή σας, ἡ ὁποία βαρύνει καί τήν καρδιά τοῦ Γέροντα κι ἀπό τή λύπη του ἀνθρωπίνως ἐξασθενεῖ. Ἄν ὅμως ργαστεῖτε φιλότιμα ἀπό τή νεότητά σας μέ ζέση στήν καρδιά καί ταπεινό φρόνημα, θά ἀπολαύσετε τή χαρά τοῦ Θεοῦ καί τήν εὐλογία τοῦ ἁγίου Πνευματικοῦ σας πατέρα.

Ὁ μακαριστός π. Νικόλαος, θά εὔχεται: νά ἔρθει σύντομα ἡ ὥρα νά δοκιμάσετε τούς γλυκεῖς οὐράνιους καρπούς μέ τήν εὐχή τοῦ ἁγίου του Γέροντα Ἀγάθωνα. Ὅταν θά δείξετε ζήλο γιά τόν ἅγιο Γέροντά σας, θά ζήσετε καί θά χαρεῖτε αὐτά τά πνευματικά χαρίσματα μέ τήν εὐωδία τῆς ἀδιάλειπτης εὐχῆς τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ στό στόμα σας, ὅπως θά εἶστε μέ τούς ἁγίους καί τούς ἀγγέλους μέσα στόν Παράδεισο.

Ἀδέλφια μου ἀγαπημένα, δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἀνάπαυση ἀπό τήν ὑπακοή, ἡ ὁποία φέρει πνευματική εὐφροσύνη, οὐράνια χαρά καί ἄπειρη ἀγαλλίαση στήν καρδιά τοῦ Γέροντα.

Τί ὡραῖος πού εἶναι ὁ Παράδεισος τοῦ Γέροντα!

«Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἔνεκεν»!!!

  • 1. Παροιμίαι Σολομῶντος υἱοῦ Δαυίδ, ὃς ἐβασίλευσεν ἐν Ἰσραήλ. http://www.imgap.gr/
  • 2. Λόγος Β’ – Περί Ἀποταγῆς Κόσμου καί Ἀποχῆς τῆς πρός Ἀνθρώπους Παῤῥησίας. http://www.pantokrator.info/gr/
  • 3. Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης, Ἀπόσπασμα ἀπό τή μελέτη: Ἡ ἀνθρωπολογία τοῦ Γέροντος Πορφυρίου τοῦ Ἁγιορείτου. hristospanagia3.blogspot.gr. http://www.orthmad.gr/
  • 4. «Πνευματικαί εμπειρίαι Γέροντος Ἰωσήφ Ἡσυχαστού», Ι.Μ. Καρακάλλου, Άγ. Όρος-Αποσπάσματα. http://hristospanagia3.blogspot.com/