του Ελευθέριου Ν. Κοσμίδη, Contributor Editor
αρθρογραφεί για katanixi.gr

Πάω αργά γιατί βιάζομαι

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Αναδημοσιεύουμε από το Ιστολόγιο Κατάνυξη.


Πρωτοβρόχια

Πρωτοβρόχια επιτέλους! Στο αυτοκίνητο με τα φθαρμένα λάστιχα, που συνέτιζαν την παιδική χαρά μου, εκείνη γεννιέται μονομιάς άμα βρεθώ στη βροχή. Γυρνάω από τον Εύοσμο στο σπίτι, αργά, με σύνεση είπαμε… Γύρω μου σκίζονται τα πλάνα του παρμπρίζ, άλλα αριστερά μου και άλλα δεξιά μου, παραμορφωμένα ήδη από τη δυνατή βροχή, έτσι σαν πίνακες του Νταλί οι μορφές και τα σχήματα, φεύγανε από το οπτικό μου πεδίο αργά, σχεδόν νωχελικά.

Δεν άντεξα στον πειρασμό και στην οδό Ολύμπου πάρκαρα με μια κίνηση δεξιά σε απρόσμενα ελεύθερη θέση στάθμευσης, έσβησα τη μηχανή και έμεινα μέσα στο αυτοκίνητο να ακούω τη μοναδική μπαλάντα της βροχής, σα βάλσαμο στα πολυκουρασμένα αυτιά μου.. «τι παρκάρισμα;» σκέφτηκα, «θα μπορούσα να δώσω διάλεξη επί του θέματος μετά από αυτό το παρκάρισμα!!!»

Έμεινα εκεί μερικές στιγμές, λεπτά της ώρας, και το Θεόσταλτο πρωτοβρόχι δε με πρόδωσε: μέτρησα τέσσερις!!! ανθρώπους, να περνάνε από μπροστά μου χωρίς ομπρέλα, με σχεδόν καλοκαιρινή περιβολή, χωρίς να βιάζονται! Αυτό είναι δικαίωση μιας συνήθειας που έχω από μικρό παιδί, να περπατώ στη βροχή αργά, απολαυστικά, να γίνομαι μούσκεμα ίσαμε το κόκκαλο. Αυτοί οι τέσσερις διαβάτες, αλληλοδιαδόχως με προσπερνούσαν σχεδόν με βήμα σημειωτόν, σαν να ήθελαν να με προσκαλέσουν κι εμένα στην παράλογη αυτή βόλτα. Φαντάζεστε τη συνέχεια; Βγήκα έξω και στεκόμουν στη βροχή, απλά στεκόμουν στη βροχή…

Θα ήτανε τέτοια εποχή το 1993 με τον ξάδερφό μου τον Σάββα, τι να σας πω για το Σάββα, καρδιά μπαχτσές και καταδρόμι μάχιμο, όταν χωρίς πολλά πολλά βρεθήκαμε απόγευμα για μπάσκετ ένας με έναν, και μας πιάνει μια βροχή, ορατότης μηδέν, όχι μπόρα, βροχή κανονική, επί σαράντα λεπτά παίζαμε μπάσκετ στη βροχή, σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Μνημειώδες παιχνίδι, απίστευτη εμπειρία, ένταση, πάθος, ο ιδρώτας να ξεπλένεται από τη βροχή και η καρδιά να πάει να σπάσει, από τη χαρά της.

Έναν Οκτώβρη πάλι του 1995, είχα αποκτήσει ένα παπί από το καλοκαίρι, θα ήτανε μετά τα μεσάνυχτα, είχα σχολάσει από τη δουλειά και έπρεπε να επιστρέψω με το παπί από την Ευζώνων, το παλιό σινεμά Λάουρα, στην Καπετάν Άγρα στην παλιά λαχαναγορά. Έβρεχε και τότε για πρώτη φορά μετά από καιρό και δεν έλεγε να σταματήσει, πήρα την μεγάλη απόφαση, καβάλησα το παπί και ξεκίνησα τον δρόμο της επιστροφής. Μέχρι το πρώτο φανάρι, ο Θεός με φύλαξε, κατάλαβα πως το μηχανάκι στη βροχή και γλιστράει πολύ και δεν σταματάει εγκαίρως. Εντάξει θα πάμε αργά και δεξιά, συλλογίστηκα. Μέχρι τη Χ.Α.Ν.Θ. είχα καταλάβει πολύ καλά κάτι ακόμα: γιατί το λένε «παπί»!

Μπήκα στο αυτοκίνητο, κάθισα μούσκεμα στη θέση του οδηγού και σκούπισα το πρόσωπο με την παλάμη μου, ταξίδεψα… Έβαλα μπροστά τη μηχανή από το αυτοκίνητο με τα φθαρμένα λάστιχα, πήρα μια μεγάλη ανάσα και ξεκίνησα. Ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό μου. Πρωτοβρόχια χαράς λοιπόν, άντε με το καλό και τα χιόνια, όχι τώρα, όποτε είναι η ώρα τους.

Καλό μήνα.

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra