του Ελευθέριου Ν. Κοσμίδη, Contributor Editor
αρθρογραφεί για katanixi.gr

…”Αν γίναμε σοφότεροι, κρατάμε την κυρά μας αγκαλιά, λέμε παραμύθια στα παιδιά μας και τα κοιμίζουμε και δεν αφήνουμε να μας κοιμίζουνε οι άλλοι με παραμύθια, γιατί τότες τα όνειρα γίνουνται εφιάλτες”…

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Αναδημοσιεύουμε από το Ιστολόγιο Κατάνυξη.


Στα ίσα

Ελευθέριος Ν. Κοσμίδης

Ο χρόνος περνάει και αποκαλύβει τις πιο σώτερες διαβουλεύσεις του μυαλού. Σωριασμένα στη στάχτη τους τ᾿ αποτσίγαρα της μνήμης, βρωμοκοπάνε κλεισούρα μιας ζωής, που γέρνει σαν κατήφορος. Στις μέρες μας χρειάζουνται για όλα εγχειρίδια χρήσης, τόνους μπακαλοτέφτερα, για να εξηγήσουνε στην πελατεία πως λειτουργεί το ρημάδι. Κορδώνονται οι άνθρωποι άμα τα καταφέρνουνε. Μα πουθενά δεν γράφεται σε τι χρειάζουνται όλα τούτα τα περισπούδαστα κατασκευάσματα, πουθενά δεν γράφεται αν πραγματικά είναι χρειαζούμενα.

Καθένα λαμπερό σκουπίδι που αγοράζεις, να ένα πιο λαμπρό να τρέχεις ξωπίσω να το αποκτήσεις και πάει λέγοντας. Σκυταλοδρομία ματαιοδοξίας σαν να λέμε, κάπως σα να κυνηγάς το άστρο της Βηθλεέμ και κάθε τόσο ένα άλλο άστρο κάλπικο σε οδηγεί, παρακάτου ένα επίχρυσο ντενεκεδένιο σε στέλνει αντίθετα, μια εδώ μια εκεί, κουρασμένος και απελπισμένος, χρόνια ξοπίσω από λάθος άστρο, τα μαλλιά ασπρίζουνται μα η φάτνη πουθενά.

Κείνες οι σώτερες διαβουλεύσεις του νου, λιάζονται αμέριμνες στο νεκροκρέβατο της λήθης, αποκαλυμμένες στον αδιάκριτο φακό του χρόνου, που κατρακυλάει με κρότο, τσαλαπατώντας μια ζωή που γέρνει σαν κατήφορος. Άμα τα βάλουμε κάτου με χαρτί και μολύβι θα γελάσει ο κάθε πικραμένος. Μήτε λεφτά, μήτε δάνεια μήτε χαράτσια, σπίτια, οικόπεδα, βίλλες, κότερα ή τζιπ πολυτελείας είναι το μεγάλο μας χρέος. Εκεί που είμαστε χρεωμένοι μέχρι τα μπούνια, εκεί που μπατακωθήκαμε εντελώς, είναι στο πως ξοδέψαμε το χρόνο μας. Αγοράσαμε δευτερόλεπτα και ξοδεύαμε μέρες, μας χρεώνανε με το λεπτό κι εμείς σκορπάγαμε χρόνια. Τόσο φεσωθήκαμε σε χρόνο που πεθαμένοι κοστίζουμε λιγότερο από ότι ζωντανοί. Ακούς τι πετύχανε οι κερατάδες; να ξεφτιλίσουνε την ανθρώπινη ύπαρξη!

Έτσι απλά μας καταχτήσανε, με μια εγωιστική οφθαλμαπάτη, με ένα φτηνό ταχυδακτυλουργικό: «Έχουμε και λέμε και λογαριάζουμε, μηδέν από μηδέν; Μηδέν!» «Ορίστε βάλτε άλλη μια υπογραφή πολύ ωραία, πάρτε το δανειάκι σας, κάντε τις βόλτες με την κουρσάρα σας, μπορείτε να μείνετε στο καινούριο σας σπίτι σήμερα, με μια μικρή δόση 880€ το μήνα για τριάντα χρόνια.» Τι πάθαμε ρε πατριώτη; χρεωθήκαμε τριάντα χρόνια σαν της φυλακής, εξαγοράσιμα προς 29€ τη μέρα.

«Έχεις το αναφαίρετο δικαίωμα να δουλεύεις σαν σκυλί, μέρα νύχτα και να μας πληρώνεις αδιαλείπτως», την πολυτέλεια του να κάνεις τον καμπόσο δηλαδής, χωρίς να προκάνεις εν τέλει μήτε το σπίτι να χαίρεσαι, μήτε την κυρά, μήτε τα βλαστάρια σου, ούτε και την κουρσάρα!! Άμα τα δώσανε μια και τα ρημάξανε, οι κομπογιαννίτες της πολιτικής, τώρα πια χωρίς δουλειά πως ξεχρεώνεις; ούτε και να απολογηθείς για τα ζητήματα τούτα, στην κυρά και στα βλαστάρια σου, μπορείς. Ποιός υπόγραψε πως θα ΄χεις το χρόνο να τα ξεπλερώσεις όλα τούτα; Κι άμα πιάσεις το ΠΡΟ.ΠΟ. άντε γλυτώνεις το σπίτι ή την κούρσα. Τις μέρες και τις νύχτες της αχόρταστης απουσίας σου όμως; Πως θα τες κανονίσεις με την κυρά και τα βλαστάρια σου; Ναυαγισμένος με σπασμένο κατάρτι, με ξεσκισμένα τα πανιά, δίχως πυξίδα, ποιό λιμανάκι να ξαποστάσεις και ποιό μουράγιο να φυλαχτείς;

Μέσα σε όλα αναβλύζεται και μια αρχαιοελληνική τραγικότητα που πασχίζει να μας διαπλάσει: οι πιο φτωχοί από εμάς που ματώνανε για τα προς το ζην, τώρα πεινάσανε, όσοι παλεύανε αξιοπρεπώς, τώρα τους κόψανε το ρεύμα, όσοι φοβόντουσαν τα χρέη, τώρα τους πήρανε το σπίτι, όσοι κερδίζανε τώρα γράφουνε ζημίες, όσοι πλουτίζανε τώρα ακόμα ίσα-ίσα δε χρωστάνε. Σαν Ερινύες οι χειρότεροι φόβοι μας, πραγματοποιήθηκαν και στοιχειώσανε τα όνειρά μας. Τώρα πια, αποκαμωμένοι από την πάλη του πιο αλλόκοτου οχτρού, του εαυτού μας, δεν έχουμε και πολλές επιλογές:

Αν γίναμε σοφότεροι από τα παθήματά μας, εκείνη την ψήφο μωρέ να μη τη χαραμίζουμε, ας βασανίσουμε λίγο το τσερβέλο μας, προτού να δώσουμε δύναμη σε προδότες και τυχάρπαστους.

Αν γίναμε σοφότεροι, ξοδεύουμε συνετά από όσα έχουμε, χέρι σφιχτό και νοικοκυρεμένο.

Αν γίναμε σοφότεροι, κρατάμε την κυρά μας αγκαλιά, λέμε παραμύθια στα παιδιά μας και τα κοιμίζουμε και δεν αφήνουμε να μας κοιμίζουνε οι άλλοι με παραμύθια, γιατί τότες τα όνειρα γίνουνται εφιάλτες.

Αν γίναμε σοφότεροι, με την ανατολή του ηλίου κάνουμε το σταυρό μας, κάθε που χτυπάει η καμπάνα και στον εσπερινό, πάλι το σταυρό μας να κάνουμε, και τη νύχτα που ανοίγει ο ουρανός και ακούει ο Θεός ένα δακρεμένο ευχαριστώ, ψιθυριστά στην Παναγιά που μας αξίωσε για άλλη μια μέρα τίμια να παλέψουμε.

Μετά την αυτάρκεια, την αυτοπεποίθηση, την αυτοπροβολή, την αυταρέσκεια, την αυτονομία, την αυτοκαθοδήγηση και τις άλλες λαμπερές ξενόφερτες πομφόλυγες, που μας κατάντησαν σε τούτα τα χάλια, ακολουθεί η απώλεια της αυτοκαταστροφής και της αυτοκτονίας. Αν γίναμε σοφότεροι, ας εμπιστευτούμε τις ψυχές μας σε απλανή γέροντα, Ορθόδοξο, στα ίσια και παλληκαρήσια.

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra