Γράφει ο Μέτοικος 
αρθρογραφεί για katanixi.gr

Είναι λυπηρό που, του «Ηρώδη η έχτρα έχει γενή σκιά στο μέτωπό του»…

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Απάντηση στους κακόγνωμους στοίχους: «Η ανάλυψις της Παρθένου» του Γ.Βέλτσου με την Ποίηση εκείνων που, σύψυχοι του Ελληνικού Λαού τίμησαν και τιμούν μαζί του «σε στεριά, νησιά και πέλαγα, μίαν Κόρη και μια Μάνα, την Παναγιά, που μάζεψε πάλι εκ περάτων τα μηνύματα της χαράς».

Απορίας άξιο το γιατί, ένας ποικιλότροπα καλλιεργημένος άνθρωπος, ένας άνθρωπος άξιος προσοχής, κάποιος που, τέλος πάντων, δεν είναι Μπιμπίλας, προσβάλει με περισσή ελαφρότητα, τα όσια και ιερά των Ορθοδόξων Ελλήνων.

Οι βλάσφημοι συνειρμοί του Γ.Βέλτσου, που ποίηση τους ονομάζει και «θεατρική θεολογία», ποια παιδικά τραύματα κρύβουν που, ακόμα αιμορραγούν;

Ποια αρρωστημένη εμμονή και ποιο ναρκισσιστικό σύνδρομο τον κανοναρχούν;

Τι τον τρομάζει και γίνεται κακός; Μήπως «η θλιβερή σάρκα, το φθαρτό της, η ασθένεια, η θλίψη των γηρατειών, η κατάθλιψη»;

Μήπως αντίθετα απ’ ότι συνέβαινε στον πρώιμο προτεσταντισμό που κάποιοι πουλούσαν το σώμα στο διάβολο για να σώσουν την ψυχή, ο Γ.Βέλτσος πούλησε την ψυχή του στο διάβολο για να σώσει το σώμα;

Αλλιώς, αν δεν έχει Ελπίδα, με ποιον άλλο τρόπο μπορεί να γίνει πράξη η ουσία της κραυγής του: «θέλω να ζήσω»;

Τι τον υποχρέωσε να φανεί κραυγαλέα μικρόψυχος τούτες τις άγιες μέρες, δημοσιεύοντας «πειραγμένο» σε εννέα σημεία το αρχικό του στιχούργημα και, από τάχα «φαινομενικά βλάσφημο» να το κάνει εξαιρετικά προσβλητικό για τους Ορθοδόξους Χριστιανούς;

«Το έργο του, το επέστρεψε με αλλαγμένους όρους στη δημοσιότητα που δεν έπαψε να τον κρίνει» και, το κατέστησε μπροστάρη στη επέλαση της νεοελληνικής βαρβαρότητας.

Ο Γιώργος Βέλτσος ομολογεί πως στέρεψε από «την έκπληξη της νιότης» και, ίσως, για αυτό «βολεύεται με λιγότερο ελληνικό ουρανό», με λιγότερο Ελληνικό φως και δε βλέπει ότι, σε αυτές τις «πέτρες που δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα» η «Παναγία πλαγιάζει στις μυρτιές με τη φαρδειά της φούστα λεκιασμένη απ’ τα σταφύλια» και, κάθε απόγευμα, η «Δέσποινα της σιωπής, Γαλήνια και θλιμμένη, Εξαντλημένη και ζωοποιός, Εναγώνια και ήρεμη, η Σύνοψη όλων Όσων δεν συνοψίζονται, η Ομιλία χωρίς Λόγο και Λόγος άλεκτος, η ευλογημένη Μητέρα, η Δέσποινα του Κήπου όπου τελειώνει όλη η αγάπη», βγαίνει απαστράπτουσα στο δειλινό φως απ’ τα ολόλευκα παρεκκλήσια Της που συγκρατούν τα άκρα του πελάγου, «αναστυλώνοντας όσους μαραίνονται κι’ ασθμαίνουν στις τροπικές τις λαύρες του καλοκαιριού μας…».

Είναι κρίμα που, η «προοδευτικότητα» του Γιώργου Βέλτσου τον μετέτρεψε σε «πτωχόμουσο κόλακα» των γραικύλων. Είναι λυπηρό που, του «Ηρώδη η έχτρα έχει γενή σκιά στο μέτωπό του».

Η Παναγία Μητέρα δεν «Ανήκει στην ψευδαίσθηση του θόλου», είναι παρούσα στο «άσπρο ελληνικό ερημοκλήσι δαρμένο από την αντηλιά», είναι το «φέγγος πού πέφτει από τ’ άστρα, πάνω στα έρημα χιόνια», είναι «η Βασίλισσα που, όταν περνά στη λιτάνευση το Πανάχραντο Σώμα Της, τα ευσκιόφυλλα δέντρα ριγούν και φρίττουν και συγκλίνουν για προσκύνηση σκορπώντας τη δροσιά τους με το ανέμισμα».

H πλατυτέρα των Ουρανών, «η θεία Μητέρα, π’ όλους της Ελλάδος ξεχείλισε ναούς, η άσπιλη, αμόλυντη, άφθορη, άχραντη και θεόνυμφη που μαρτυρά δόξα» δεν είναι «μέρος του θαύματος», είναι το Θαύμα που «πατώντας το πράσινο δρεπανωτό φεγγάρι, στα χέρια Της κρατώντας όλες μας τις ελπίδες κατάφορτη ανεβαίνει στον άγριο ουρανό, νικώντας, Αυτή, η Παντάνασσα, τη Δικαιοσύνη με την Αγάπη Της».

Εδώ και χιλιάδες δυο χρόνια, η Παναγία Μητέρα ποτέ δεν υπήρξε μια «κυρία δεν με μέλει!», απ’ εναντίας «η μάμμη, η προμάμμη, όλες [οι] γυναίκες [με] αγρυπνίες ολονύκτιες, άνοιγαν τα κλεισμένα παρεκκλήσια για ευχαριστίες, υπέρ υγείας και αγάπης». Κι όταν η ελληνίδα μάνα υπέφερε και, υποφέρει, προστρέχει στη χαρά των θλιβομένων, τη Μητέρα Παναγία και, «από τη σοβαρότητα της μορφής Της διδάσκεται την εγκαρτέρηση».

Η Παναγία δεν είναι μια ξένη σε τούτο τον τόπο, καθώς, «κάτι παιδιά είπαν πως την είδαν να κοιμάται πολλές βραδιές σ’ εκείνα τα χαλάσματα [της φτωχογειτονιάς] στο ρέμα», δίπλα σε όσους έχουν «χαλεπή του σώματος την κάκωση», κοντά σε κατατρεγμένους κατευνάζοντας «της ψυχής τους το άλγος», εγγύτατα σε όσους «σκέπην ου κέκτηνται», πλάι σε όσους δεν αντέχουν «των δαιμόνων τα τοξεύματα».

Η Παναγία Μητέρα εκεί, στης ρεματιάς τα χαλάσματα, είναι το ευήκοον ους σε «φωνές σιωπηλές για τον πλούσιο πόνο, τον ατέλειωτο καημό του κόσμου, το μεγάλο σου φόβο (Γιώργη), το μεγάλο φόβο της αγάπης..».

Τα παιδιά, είδαν τη Μητέρα του Θεού του Υψίστου εκεί, στα χαλάσματα της φτωχογειτονιάς, να προστατεύει τους αδικουμένους, να βοηθά τους ορφανούς, να μοιράζει τροφή στους πενομένους, να παρακαλεί για τους ξένους, να οδηγεί τους τυφλούς της ποίησης και να επαναφέρει στον δρόμο όσους από οίηση ξεστράτισαν.

Εκεί, στα χαλάσματα Γιώργη Βέλτσο, η πηγή Αυτή του ελέους που, οι ρίζες Της αρδεύουν με χυμούς ελπίδας και παρηγοριάς κάθε πτυχή του ανθρώπινου βίου, ποτέ δεν παρίδε όσους δέονται για τη βοήθεια Της, γι’ αυτό και τα παιδιά λένε πως, «τα πηγάδια φέτος γέμισαν, καθώς βοήθησαν σ’ αυτό πολύ τα δάκρυά Της».

«Του ονόματός [Της] τον συλλαβισμό [ο Βέλτσος] αναβάλει», γιατί «Όταν περνούσε η Παναγία σιωπηλή κάτου απ’ τα δέντρα δεν την άκουσε. Τα σκυλιά δε γαυγίσαν στις αυλόπορτες [για να τον ξυπνήσουν]. Μόνο τα παιδιά στον ύπνο [ένιωσαν το πέρασμα Της] και γύρισαν απ’ τα’ άλλο τους πλευρό χαμογελώντας».

Ο Γιώργος Βέλτσος* ομολογεί ότι «την έκπληξη έχασε της νιότης» και, πως, «Το ποίημα μόνο [τον] λυτρώνει», ίσως γι’ αυτό και «Η Κόλαση πάντ’ άγρυπνη [του] στήθηκε τριγύρω».

  • *Την επομένη της Μεγάλης γιορτής της Παναγίας Μητέρας, ο Γ.Βέλτσος δημοσίευσε στην εφ. «Το Βήμα» βλασφημότερα τροποποιημένο, μέρος από το «ποίημά» του «Η ανάλυψις της Παναγίας».

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra