Άρθρο του πρωτοπρ. Νικολάου Μανώλη

Είναι πολύ μεγάλη υπόθεση να αναπαύετε την ψυχή του Γέροντα. Έτσι αναπαύετε και την ψυχή του Χριστού. Μια φορά έκανα αντιλογία στον Γέροντά μου και το αποτέλεσμα ήταν να φύγει ο Θεός από μέσα μου. Πόση λεπτότητα έχει ο Γέροντας! (Άγιος Εφραίμ Κατουνακιώτης).

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr


Η οδός για την ελευθερία μας είναι να κάνουμε το θέλημα του Θεού. Η υπακοή είναι αυτή που μας χαρίζει την αληθινή ελευθερία. Υπακοή κάνουμε στον Θεό δια μέσω του έμπειρου και Ορθόδοξου παραδοσιακού πνευματικού μας. Επειδή αγαπούμε τον εαυτό μας με το πάθος της φιλαυτίας που μας διακατέχει, δεν μπορούμε να αγαπήσουμε τον Θεό και το συνάνθρωπό μας. Έτσι είμαστε όλοι υπόδουλοι του εγώ μας, της μεγάλης ιδέας για τον εαυτό μας, ότι αξίζουμε και θα κερδίσουμε την υπόληψη των αδελφών μας. Με την υπακοή μας στον Θεό μαθαίνουμε την ταπείνωση και δεν θέλουμε πλέον να γίνεται το εγωιστικό μας θέλημα. Τον Θεό τον γνωρίζουμε στο πρόσωπο του πνευματικού μας, γι’ αυτό τον διαλέγουμε με προσευχή και με κριτήριο να αγαπάει πολύ τον Θεό. Η αγάπη του αυτή γίνεται διακριτή από τα έργα της αρετής και της έμπρακτης αγάπης προς τον Θεό. Ο νους μας είναι σκοτισμένος και είμαστε πνευματικά και σωματικά άρρωστοι από την αμαρτία, γι’ αυτό χρειαζόμαστε τη θεραπεία του νου και της ψυχής μας. Η θεραπεία γίνεται μέσα στην Εκκλησία με την υπακοή στον Θεό και στον πνευματικό που ανέλαβε να μας οδηγήσει στη σωτηρία.

Όταν το μόνο που ζητάμε από τον Θεό είναι να γίνει το θέλημά Του, τότε γινόμαστε αληθινά οι υποτακτικοί του Θεού και ταπεινά υπάκουοι στον πνευματικό μας, τότε μόνο αναπαύουμε την ψυχή του και τον αγαπάμε μυστικά και αληθινά. Μακαρία είναι αυτή η υπακοή μας στον Γέροντά μας, λέγει μέσα από τα γραπτά του κείμενα ο αείμνηστος και καλός εργάτης του Ευαγγελίου, ο Μακαριστός Δημήτριος Παναγόπουλος, με την εξής ιστορία: «Τέσσερις Μοναχοί από μίαν Σκήτην επήγαν κάποτε και ευρήκαν έναν μεγάλο Ασκητή. Και οι τέσσερις ήσαν ενδεδυμένοι αντί ρούχων με δέρματα. Και άρχισε ένας ένας να λέγη διά τας αρετάς του άλλου. Ο πρώτος είπεν ότι ενήστευε πολύ. Ο δεύτερος ότι δεν κατείχε τίποτε άλλο εις τον κόσμον αυτόν εκτός από την προβιά που εφόρει. Ο τρίτος έκρυβεν μεγάλην αγάπην διά τον Κύριον εις την καρδιάν του. Ο δε τέταρτος είπεν ότι επί είκοσι δύο χρόνια εζούσε κοντά εις τον Γέροντά του με τελείαν υπακοήν.

Τότε απεκρίθη ο Μέγας Ασκητής και τους λέγει, ότι από όλους σας ο τέταρτος έχει την πιο μεγάλη αρετή. Διότι ο καθένας από σας την αρετή που απέκτησεν την απέκτησεν με το θέλημά του, ενώ ο τέταρτος έκοψε το ιδικόν του θέλημα και έκαμε του άλλου, έκαμε καθαρώς του Γέροντός του· και δι’ αυτό η αρετή αυτή είναι πάρα πάνω απ’ όλες.

Και να ξέρετε καλά ότι, όσοι το κατορθώνουν αυτό είναι πράγματι εις το ύψος των Ομολογητών, εάν κατορθώσουν και κρατηθούν έως το τέλος εις την υπακοήν»1.

Η θεραπευτική πνευματική εργασία της Εκκλησίας μας είναι η υπακοή. Όποιος κάνει υπακοή στον πνευματικό του μιμείται τον Χριστό, που έκανε το θέλημα του Αγίου Πατρός Του: «καί προελθών μικρόν ἔπεσεν ἐπί πρόσωπον αὐτοῦ προσευχόμενος καί λέγων· πάτερ μου, εἰ δυνατόν ἐστι, παρελθέτω ἀπ᾿ ἐμοῦ τό ποτήριον τοῦτο· πλήν οὐχ ὡς ἐγώ θέλω, ἀλλ᾿ ὡς σύ» (Ματθ. 26,39).

Στο βιβλίο «Βίος και Πολιτεία του Οσίου Γέροντος Πορφυρίου»2, ο Γέροντας Πορφύριος μας λέει: «Πῆγα ἐκεῖ πάνω (στό Ἅγιο Ὅρος) ὑποτακτικός. Ὑποτακτικός, κύριε! Ἐδόθηκα ἐξ ὁλοκλήρου. Ἀγάπησα τούς Γέροντές μου. Τούς ἀγάπησα εἰλικρινά. Τούς ἐσεβόμουνα. Τούς ἐσεβόμουνα. Τί νά σᾶς πῶ ὁ σεβασμός μου! Θεοί!!! Χριστοί!!! ἦταν γιά μένα καί οἱ δύο.

Ἀλλά ἤξερα ὅμως καί τί θέλουνε. Ἀπό τήν ἀγάπη πού τούς εἶχα. Τό καταλάβαινα πῶς θέλουνε νά βάλω ἕνα πράγμα, πῶς ἤθελαν νά κλείσω τήν πόρτα, πῶς, πῶς… Τό καταλάβαινα. Καί πουθενά δέν τούς στενοχωροῦσα.

Ἐνῶ μοῦ εἴπανε γιά τό ἐργόχειρο, ὅτι ἔτσι θά τό κάνεις. Καί εἶπα στόν παπα-Ἰωαννίκιο: “Δέν μοῦ τά λές ὅλα;”. 

Λέει εκείνος: Νά! Κόβουμε τό ξύλο, τό βράζουμε, τό ἀφήνουμε καί στεγνώνει, τό κάνουμε ἔτσι, ἔτσι, ἔτσι.

Τό βράδυ, λοιπόν, ἔκανα τόν κανόνα, ὅλα μόνος μου, πρίν κοιμηθῶ ἔκανα τό σχέδιο, ὥστε νά μή βρεθῶ σέ δυσκολία, δηλαδή νά μοῦ ποῦνε “Δέν στό εἴπαμε;”. Δηλαδή γιά νά μήν τούς στενοχωρήσω. Συγχωρᾶτε με. Αὐτό τό πράγμα ἡ ἔρημος μέ ἔκανε, ἡ ὑπακοή, νά γίνω τέτοιος. Πολύ μέ ὠφέλησε ἡ ὑπακοή, πάρα πολύ. Δέν μπορῶ νά σᾶς περιγράψω τίς καλοσύνες τῆς ὑπακοῆς. Ἡ χάρις τῆς ὑπακοῆς εἶναι ἀπερίγραπτος.

Πῶς ἀλλάζει ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος! Ψυχικά καί σωματικά. Ἀλλάζει. Ἀλλάζει. Ἐκεῖ μέσα ἔκανα…Ἔτσι καί ἐμένανε ἡ ὑπακοή μ’ ἔκανε σ’ ὅλα. Σέ ὅλα. Τί νά σᾶς πῶ! Μέσα στά ἄστρα, στά λουλούδια, στό χάος, μέσα στό βουνό, στά ζωάκια τοῦ δρυμοῦ. Παντοῦ. Γνώριζα ὅλα τά πουλάκια ἀπό τή φωνή τους. Περπατοῦσα καί νόμιζα πώς δέν ἤμουνα στή γῆ ἀπό τή χαρά μου. Ἀπό τήν ἄλλη ζωή, πού ζοῦσα μέσα στήν ψυχή μου.

Πέστε με τρελό. Ὅ,τι θέλετε πέστε μου. Οὔτε μπορῶ νά στά περιγράψω αὐτά τά πράγματα. Ἀλλά ἔτσι λέω κάτι, ὡς ἔγγιστα, ἀνάλογα. Γιατί αὐτά δέ λέγονται καί δέν περιγράφονται κανονικά. Τί λέτε; Μεγάλο πράγμα. Ὅμως παρατηρεῖται μέσα στήν Ορθοδοξία μας, εἶναι ὄντως κάτι σπουδαῖο ἡ ὑπακοή. Πολύ τήν ἐκθειάζει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. Καί οἱ Ἀπόστολοι. Καί μέσα στήν γία Γραφή πολύ ἐκθειάζεται ἡ ὑπακοή, «ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα. ὁ μένων ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπόν πολύν, ὅτι χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ιω. 15, 5).

Είναι μεγάλη ευλογία για εμάς σήμερα να διαβάζουμε τις συμβουλές που έδωσε σε Αγιορείτες αδελφούς του ο Όσιος Γέρων Ιερομόναχος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης -του οποίου το προσωνύμιο στο Άγιον Όρος ήταν «ο χαρισματούχος υποτακτικός»- για να κατανοήσουμε πώς επιτυγχάνεται η υπακοή στον Γέροντα και πόση αξία έχει αυτή, διότι είναι η βάση της πνευματικής ζωής: «Αγαπημένες μου ψυχές, αισθάνομαι ως προθυμία της ψυχής μου να σας πω δυο λόγια. Οι Άγιοι Πατέρες λένε ότι όταν υπάρχουν ψυχές, οι οποίες πρόκειται να ακούσουν, ο Θεός ευλογεί και εκείνον ο οποίος πρόκειται να ομιλήσει. Μακάριοι οι λέγοντες εις ώτα ακουόντων3.

Αυτό παρατήρησα κι εγώ χθες το βράδυ στην ψυχή μου: “Μου κινήθηκε η προθυμία να ομιλήσω σε σας, πράγμα το οποίον δε συμβαίνει στα Κατουνάκια. Όταν έρχεται ένας άνθρωπος στα Κατουνάκια, ή άρρωστο θα με βρει, ή αν θα με βρει στην υγεία μου, μετά από μισή ώρα ομιλίας θα πονέσει το στήθος μου. Δεν μπορώ να ομιλήσω περισσότερο. Αυτό το πράγμα δεν το παρατήρησα εδώ στους πατέρες. Φαίνεται ότι οι ψυχές σας είναι ευνοϊκά διατεθειμένες ενώπιον του Θεού να ακούσουν λόγον άλλου Γέροντος”.

Οι παλαιοί Γέροντες μάς έλεγαν ότι μακάριος εκείνος ο μοναχός ο οποίος θα διατήρηση τον ζήλο, τη φλόγα και την προθυμία που είχε όταν ήλθε στις αρχές στο Μοναστήρι, μέχρι τέλος της ζωής του. Μακαριότερος όμως είναι εκείνος ο οποίος θα αυξήσει τη φλόγα, την προθυμία, την υπακοή και ό,τι άλλο επαγγέλλεται ο μοναχικός αγώνας. Διότι όλοι μας αυτό παρατηρούμε: “Τον θησαυρό αυτόν που πήραμε στο Άγιο Βάπτισμα, δυστυχώς πρέπει να το ομολογήσουμε, ότι τον αγνοούμε. Γι’ αυτό ραθυμούμε, εύκολα αδιαφορούμε, εύκολα καταφρονούμε. Λέμε, δεν πειράζει, δε βαριέσαι, δεν είναι τίποτε. Και φθάνουμε κατόπιν σε πτώσεις”.

Όλοι μας ομολογούμε ότι ήλθαμε στον τόπο της μετανοίας μας με ζήλο, με φλόγα, με θερμότητα, σαν τον Άθωνα. Όταν, όμως, παρήλθαν μερικά χρόνια (5-10), ο ζήλος αυτός, δυστυχώς, από Άθωνας έγινε λεπτόκαρο. Και η αιτία είναι γιατί λέμε, αυτό δεν πειράζει, αυτό δεν είναι τίποτε, καταφρόνησέ το. Όμως το μεγάλο κακό δεν έγινε μεγάλο απότομα. Από μικρό έγινε μεγάλο.

Ένας πατέρας κοσμικός π.χ. όταν αποθνήσκει, μοιράζει την περιουσία του στα πέντε παιδιά του. Αποθνήσκοντας έχει 100 δρχ. Αντιστοιχούν λοιπόν 20 δρχ. σε κάθε παιδί του, ο πρώτος θα πάρη 20 δρχ., ο δεύτερος 20 δρχ. και ούτω καθεξής. Στα πνευματικά όμως δε συμβαίνει το τοιούτον. Όση ευλάβεια έχετε, όση πίστη και αυταπάρνηση και πεποίθηση έχετε στον Γέροντά σας, τόσο και λαμβάνετε. Έχετε 10 βαθμών; 10 βαθμών θα πάρετε. Έχετε 100 βαθμών; 100 βαθμών θα πάρετε ευλογία από τον Γέροντά σας. Αυτόν τον λόγο τον οποίον λέγει ο Χριστός, ότι.ο δεχόμενος υμάς εις όνομα μαθητού, μισθό μαθητού λήψεται και ο δεχόμενος υμάς εις όνομα προφήτου, μισθόν προφήτου λήψεται. «Ὁ δεχόμενος ὑμᾶς ἐμέ δέχεται, καί ὁ ἐμέ δεχόμενος δέχεται τόν ἀποστείλαντά με. Ὁ δεχόμενος προφήτην εἰς ὄνομα προφήτου μισθόν προφήτου λήψεται, καί ὁ δεχόμενος δίκαιον εἰς ὄνομα δικαίου μισθόν δικαίου λήψεται» (Ματθ. 10, 40-41). Αυτό συμβαίνει και σε μας τους μοναχούς. Όλη μας η προσοχή να στραφεί στα πνευματικά μας.

Το βράδυ που θα πάτε να κοιμηθείτε, να κάνετε μια ανασκόπηση πώς περάσατε την ημέρα σας: “Μήπως λύπησα τον αδελφό μου, μήπως τον παρήκουσα; Μήπως έμεινα αργός και αδολέσχησε ο νους μου στα μάταια;” Οπωσδήποτε κάτι θα βρείτε. Κοίταξε την άλλη μέρα μην το ξαναεπαναλάβετε (αυτό το λέει και ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης). Έπειτα, μετά την ακολουθία: “Ήμουνα στην ακολουθία ή ήμουνα δεξιά και αριστερά σε μετεωρισμό;” Κοίταξε την άλλη μέρα να το διορθώσεις. Φρόντισε να μην επαναληφθεί, διότι το «δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού» λένε οι αρχαίοι ημών πατέρες.

Παρακολουθήσετε τον εαυτόν σας. Από τους λογισμούς θα καταλάβετε σε ποιο βαθμό βρισκόσαστε. Από την γλυκύτητα των λογισμών θα καταλάβετε ότι πορεύεσθε καλά. Αν όμως το βράδυ αισθάνεστε ότι κάτι σας απασχολεί, ψάξτε και θα το βρείτε. Ένας λογισμός μπορεί να μας χωρίσει από τον Γέροντα.

Ενθυμούμαι ότι πήγα ένα Σάββατο στον Γέροντά μου, στον Γέροντα Ιωσήφ, για να λειτουργήσω. Την περασμένη Τρίτη έβαλα λογισμό στο νου μου που ήταν αντίθετος με τον Γέροντα. Κι όμως εγώ είχα δίκιο και όχι ο Γέροντας, όπως φάνηκε στον επίλογο του θέματος. Όταν όμως πήγα, μου λέει: «Παπά, έχεις έναν λογισμό που σε χωρίζει από μένα. Να τον διορθώσεις». Εγώ από την Τρίτη μέχρι το Σάββατο το ξέχασα και ρώτησα τον Γέροντα τι είναι. Μου απήντησε: «Δεν ξέρω. Να ψάξεις σήμερα, χθες, προχθές και θα το βρεις». Πάλι όμως δεν το θυμήθηκα. Αφού έκανα την Θεία Λειτουργία, θυμήθηκα το λογισμό, ο οποίος ήταν αντίθετος με τον Γέροντα και στον οποίον εγώ είχα δίκιο. Κι όμως ο Θεός τον Γέροντα βεβαίωσε και όχι τον υποτακτικό.

Αν έρχεται ένας υποτακτικός και σας λέει το λογισμό του, ποτέ να μην τον δικαιώσετε. Έχει βγει από τον Γέροντα. Έγινε ρίψασπις. Να του πείτε να κάνει υπακοή στον Γέροντα. Εκεί που τον έταξε ο Θεός, εκεί θα σωθεί. Ο Άγιος της Μονής, ο Άγιος Νικόλαος, θα τον σώσει, αρκεί να κάνη υπομονή και υπακοή. Προσέξτε από την αμέλεια, από τη ραθυμία, διότι θα έχουμε κακές συνέπειες. Και μη φεύγετε μακριά από τη σκέπη του Γέροντα. Ό,τι θέλεις να κάνης, να είναι εν γνώσει του Γέροντα. Μη κάνεις τίποτε κρυφά.

Εχθές το βράδυ μας πρόσφεραν βερίκοκα. Ενθυμήθηκα και εγώ το δικό μου λάθος. Επειδή έχομε κήπο, είπα σε κάποιον να μου φέρει ένα δενδράκι από τη Θεσσαλονίκη. Μόλις πήγα να το φυτέψω, ο Γέροντάς μου μού λέει: “«Έλα επάνω. Τι κάνεις εκεί; Δεν προκόπτουν έτσι που τα φυτεύεις»”. Αυτό ήταν. Δεν ήταν σύμφωνος ο Γέροντας μ’ αυτό το οποίον έκανα. Επτά χρόνια ένα λουλούδι έβγαλε. Γιατί ο Γέροντας δεν ήταν σύμφωνος.

Πάρτε το πνεύμα του Γέροντος. «Γέροντα να κάνω αυτό;». Κοιτάξτε ποιο είναι το πνεύμα του Γέροντος. «Κάνε το παιδί μου, έχει ευλογία». Μη φοβάσθε, θα πετύχει. Αν ο Γέροντας φέρει καμία αντιλογία, παραιτήσου, θ’ αστοχήσεις. Όπως εγώ όχι μόνο στη βερικοκιά, αλλά και στις μηλιές. Είχα φυτέψει τρεις μηλιές. Το ίδιο πνεύμα ο Γέροντας: «όλο παλεύεις με τα δένδρα. Δεν σταματάς». Δεν πρόκοψαν καθόλου και αναγκάσθηκα να τις βγάλω. Τα ίδια έπαθα και με τα κλήματα. Όταν ο Γέροντας δεν είναι σύμφωνος με αυτό το οποίο κάνεις, να ξέρης ότι θα έχεις αποτυχία. “Θέλεις να πετύχει;” Βολιδοσκόπησε, ο λογισμός και η διάθεση του Γέροντα είναι σύμφωνος; Αν ναι, μη φοβάσαι, θα πετύχεις. Αν ο Γέροντας λιγάκι δυσκολεύεται, μη τον βιάζεις. Πατέρες, εκ πείρας σας ομιλώ. Εβίασα τον Γέροντά μου για κάποιο ζήτημα. Δύο χρόνια και πλέον τιμωρήθηκα. 

Έφτασα στο σημείο να πω ότι όποιος βιάζει τον Γέροντα σε οποιοδήποτε πράγμα που θέλει ο υποτακτικός και δεν θέλει ο Γέροντας, δεύτερος Ιούδας γίνεται. Από πείρα φαρμακερή σας το λέω.

Η εξομολόγησις, πατέρες, είναι μυστήριο. Ενθυμούμαι ότι έκανα σ’ ένα γείτονα ευχέλαιο και όταν γύρισα τη νύχτα με πολέμησε ο πειρασμός, ότι δεν ευλόγησα το ευχέλαιο επάνω εκεί στην ευχή. Τόσο με πολέμησε, ώστε έχασα όλη την αγρυπνία. Στο τέλος αυτής πάω στο διάδοχο του Γέροντος, γιατί ο Γέροντας έλειπε, και του λέω: «Πάτερ Προκόπιε, έχω έναν λογισμό: Νομίζω ότι το ευχέλαιο δεν το ευλόγησα». Μου απαντά: «Μα πώς δεν το ευλόγησες; Μήπως ένα ευχέλαιο έκανες; Χιλιάδες ευχέλαια κάνουμε εμείς, διότι μας παραγγέλλουν και απ’ έξω. Και μηχανικά οπωσδήποτε θα ευλογήθηκε». Απλώς ο νους μου ήταν αλλού και μου φάνηκε ότι δεν το ευλόγησα. Μου είπε μάλιστα να περιμένω να έλθη ο Γέροντας. Φεύγοντας εγώ από τον πάτερ-Προκόπιο, που ήταν αναπληρωτής του Γέροντος, αισθάνθηκα ότι χιλιάδες οκάδες αλυσίδες έπεσαν από πάνω μου. Αυτό μου έκανε ο πειρασμός. Κι αυτό ήταν αποτέλεσμα της εξομολογήσεως.

Πιστέψατέ μου, με πείρα σας μιλώ, με ειλικρίνεια σας λέω. Όποιος υποτακτικός φθάση στην τελειότητα της υπακοής, δεν φοβάται Θεό. Ούτε την Κρίση, ούτε τη Δευτέρα Παρουσία. Φοβάται μόνο το πνεύμα του Γέροντα να μη λυπήσει. Ο Γέροντας είναι ο ορατός Θεός. Λύπησες τον Γέροντα, λύπησες τον Θεό. Ανέπαυσες τον Γέροντα, ανέπαυσες τον Θεό. Γι’ αυτό και οι Άγιοι Πατέρες ήξεραν τι έλεγαν: “Υπακοή – ζωή”, “παρακοή – θάνατος”. Δεν θέλει εδώ ούτε μεταλήψεις, ούτε αγώνες, ούτε φιλοξενίες, ούτε νοερές προσευχές. Όλα μπροστά στην υπακοή καταργούνται. Δέκα φορές την ημέρα να μεταλαμβάνεις, αν δεν κάνεις υπακοή, προορίζεσαι για την Κόλαση.

O Καθηγούμενος της Μονής (ρωτάει): “Συμβαίνει καμιά φορά, στις μεταξύ μας σχέσεις από τα πάθη μας και από τον πειρασμό, να γεννώνται ψυχρότητες μέσα μας που συσσωρεύονται και έρχεται μια στιγμή και εκδηλώνονται. Πώς μπορούμε να αγωνισθούμε, ώστε να έχομε την τελεία αγάπη μεταξύ μας;”

Παπα-Εφραίμ: Οι Άγιοι Πατέρες το λύνουν το πρόβλημα ως εξής: “Έχεις εσύ τον κήπο σου. Πέταξε ο πειρασμός μια πέτρα. Προσπάθησε εσύ να την βγάλεις. Δεν είναι δύσκολο. Αυτός θα συνεχίζει να πετά δεύτερη πέτρα, τρίτη, πέμπτη, δεκάτη πέτρα. Οπότε θα είναι δύσκολο και σε σένα και στον Γέροντα κατόπιν να σου πετάξει δέκα πέτρες. Πέρασε ένας λογισμός. Αμέσως πήγαινε στον αδελφό να λυθεί. Γιατί το παραμικρό θα μεγαλώσει και θ’ αυξηθεί. Γι’ αυτό από την αρχή διόρθωσέ το. Να κάνετε δε πάντοτε ταπεινούς λογισμούς μέσα σας: «Εγώ δεν είμαι άξιος ούτε στα πόδια του να προσπέσω». Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος λέει ότι, όταν πάτε να διαβάσετε το ψαλτήρι ή τον κανόνα ή οτιδήποτε άλλο, να έχετε την αίσθηση ότι οι άλλοι πατέρες είναι άγγελοι και να πάτε με πολλή ευλάβεια. Και να βάζετε, με επίγνωση, μετάνοια έχοντας υπόψη σας ότι δεν είσθε άξιοι να ζείτε μεταξύ των αγγέλων αυτών. Ποτέ δεν σας πειράζει ο πειρασμός, όταν ταπεινώνεστε. Και μη λέτε ποτέ: «Τώρα εσύ θα με διδάξεις;». Ήδη έτσι αρχίσατε κακό δρόμο, ο καλόγηρος αρχίζει με την υπακοή που αυτή οδηγεί στην ταπείνωση.

Είναι πολύ μεγάλη υπόθεση ν’ αναπαύετε την ψυχή του Γέροντα. Έτσι αναπαύετε και την ψυχή του Χριστού. Μια φορά έκανα αντιλογία στον Γέροντά μου και το αποτέλεσμα ήταν να φύγει ο Θεός από μέσα μου. Πόση λεπτότητα έχει ο Γέροντας!

Όταν ήμουν κοσμικός, μαθητής στο Γυμνάσιο, είχαμε μια μέρα διαγώνισμα στα Μαθηματικά (ήμουν καλός μαθητής στα Μαθηματικά). Το πρωί είχα μια προστριβή με τον πατέρα μου. Στο διαγώνισμα έλυσα το πρόβλημα και βρήκα το αποτέλεσμα να είναι κλάσμα. Όμως μου είπαν ότι πρέπει να βρω τον ακέραιο αριθμό (4). Προσπάθησα και δύο και τρεις φορές, αλλά πάντοτε έβρισκα το κλάσμα 12/3. Όμως επειδή το πρωί λύπησα τον πατέρα μου, κάτι με εμπόδιζε να σκεφθώ ότι πρέπει να απλοποιήσω το κλάσμα. Και φαντασθείτε, ήμουν κοσμικός.

Αν έχεις έναν λογισμό, πες τον στον Γέροντα και άκουσε τι θα σου πει. Αυτό είναι από τον Θεό. Μπορεί αυτό να σου φανεί στραβό. Όμως δεν είναι στραβό. Ο διάβολος τα στριφογυρίζει, για να μην έχουμε αυταπάρνηση, απόλυτη πίστη στον Γέροντα. Αλλιώς, αν επιμένουμε στο λογισμό μας, τότε κρίμα στα έξοδα που κάναμε να έλθουμε στο Άγιο Όρος.

O Καθηγούμενος της Μονής (ρωτάει): “Ο πειρασμός πολλές φορές παγιώνει μέσα μας ορισμένες απόψεις για ορισμένα θέματα και μας τα παρουσιάζει έτσι, ότι εμείς έχουμε δίκιο και οι άλλοι άδικο και τον κάνουμε μέσα μας πεποίθηση ότι ο Γέροντας και οι άλλοι πατέρες μάς αδικούν. Πώς μπορούνε να βγούνε τέτοιες παγιωμένες καταστάσεις από μέσα μας;”

Παπα-Εφραίμ: Ολιγόστευσε η Πίστη, η αυταπάρνηση, η αγάπη στον Γέροντα. Γι’ αυτό και βαλόμεθα από αυτόν τον πόλεμο. Όταν όμως πιστεύουμε ότι ο Γέροντας είναι το στόμα του Χριστού, δεν θ’ αμφιβάλλουμε. Αλλιώς θα μας έρχονται λογισμοί ότι ο Γέροντας δεν ενήργησε με διάκριση κλπ. Άμα βλέπετε λάθη στον Γέροντα, να ξέρετε ότι εσείς είσθε υπεύθυνοι. Γιατί λιγόστευσε η Πίστη σας σ’ Αυτόν. Αν φανερωθεί η Παναγία και σου πει κάτι θα Της πεις: «Όχι Παναγία μου, δεν είναι έτσι;». Ε φυσικά όχι. Το ίδιο είναι και ο Γέροντας.

Θα μου πείτε: “Πώς θα αποκτήσουμε Πίστη και αυταπάρνηση στον Γέροντά μας; Θέλει να βιάσουμε τον εαυτό μας. Θέλει να καλλιεργούμε τέτοιου είδους λογισμούς για τον Γέροντά μας: «Εγώ ήλθα εδώ για να σωθώ δι’ ευχών του Αγίου Γέροντά μου. Όταν ο Γέροντας παύση να προσεύχεται για μένα, είμαι για την κόλαση. Η ευχή του Γέροντα θα με σώσει». Έτσι, με τέτοιους λογισμούς βασίζεσαι σε καλά θεμέλια. Επάνω σε βράχο. Αν όμως ολιγοψύχησες απέναντι του Γέροντα, διότι ο Γέροντας είναι έτσι ή αλλιώς, δεν είσαι εντάξει. “Αν δε χρονίσει αυτό, ένα, δύο, τέσσερα, πέντε χρόνια, τότε πάει, τελείωσε. Θα το ξεχάσεις. Θα το βλέπεις από μακριά. Για αυτό πάντοτε ν’ ακούτε τον πρώτο λόγο του Γέροντα. Σ’ όλα τα θέματα, είτε πνευματικά, είτε διοικητικά, είτε οτιδήποτε άλλο. Και πάντοτε, σ’ οτιδήποτε κάνετε, να βάζετε και έναν Άγιο που θα σας βοηθάει σ’ αυτό.

Όμως προσοχή: “Όχι πρώτα τον Άγιο και μετά τον Γέροντα. Πάντα πρώτα ο Γέροντας’. Όταν δεν κάνεις υπακοή, ούτε ο Άγιος σε βοηθάει. Λέγε πάντοτε πρώτα: «Δι’ ευχών του Αγίου Γέροντά μου». Πήγαινε στη Θεσσαλονίκη και παντού, μη φοβάσαι. Μαγειρεύεις; Δι’ ευχών του Αγίου Πατρός μου. Κι όπου πας, να κάνης το ίδιο. Ξέρετε τι δύναμη έχει; Συν τω χρόνω θα καταλάβετε πόση δύναμη έχει η επίκληση της ευχής του Γέροντα. Ο Γέροντας έχει δύναμη και στην άλλη ζωή. Μπορεί απ’ εδώ να σώσει μια ψυχή που δεν έζησε καλώς και έχει αμφιβολίες ο Γέροντας μήπως κολάσθηκε η ψυχή του”.

Σaς το λέω με πεποίθηση: “Ο μοναχός που κάνει τελεία υπακοή, φθάνει σε κατάσταση απάθειας. Όχι μόνο πνευματικώς, αλλά και σωματικώς. Προσοχή όμως. Όχι υπακοή με ανταλλάγματα. Όπως μια φορά ένας Γέροντας είπε σ’ έναν υποτακτικό του να κάνη γλυκό, και εκείνος του απήντησε: «Δεν θα κάνω γλυκό, αν δε μου δώσεις τα παπούτσια». Έτσι η καλογερική πέταξε”.

Πολύ μας βοηθά στην πνευματική μας ζωή αυτό που μας παρέδωσε ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης: «Κάθε βράδυ ο μοναχός, όταν πάει να κοιμηθεί, να ελέγχει τον εαυτό του, πώς πέρασε την ημέρα του». Κι αν βρει κανένα λάθος, την άλλη μέρα να μην το επαναλάβει. Κι αν το επαναλάβει, πάλι ν’ αγωνιστεί να μην το ξανακάνει. Έτσι ο ιατρός πρέπει να παρακολουθεί τον ασθενή, αλλά και ο ασθενής να παρακολουθεί τον εαυτό του. Όχι μόνο ο Γέροντας να σας παρακολουθεί, αλλά κι εσείς να παρακολουθείτε τον εαυτό σας. Πιστέψατέ με, όταν ο άνθρωπος κάνει υπακοή, τέτοια γλυκύτητα έχουν οι λογισμοί, που λες: δεν θέλω άλλο. Αυτό να βρω στον παράδεισο”.

Ο Καθηγούμενος (λέγει): “Σας ευχαριστούμε πολύ. Να ευχηθείτε να έχουμε μετάνοια πραγματική, ταπείνωση, πόθο Θεού, και, όπως είπατε, τουλάχιστον ο ζήλος να μη μειωθεί”.

Παπα-Εφραίμ: “Αυτό είναι το κυριότερο. Τουλάχιστον προσπαθήστε να τον διατηρήσετε. Αν τον ελαττώσετε τότε είστε υπό μέμψιν”.

«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν».


1. Δημήτριος Παναγόπουλος, Εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη.
2. «Βίος και Πολιτεία του Οσίου Γέροντος Πορφυρίου»: Πῆγα ἐκεῖ πάνω ὑποτακτικός
3. (Περιοδικό ο Όσιος Γρηγόριος, έτος 1988. Αρ. 13. Περίοδος Β΄. Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους) (http://www.pigizois.gr/pneumatikoi_logoi/ajia_ipakois.htm).

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra