Άρθρο του πρωτοπρ. Νικολάου Μανώλη

«Μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ εἴσελθε στήν καρδιά σου, ἐκεῖ ὁ Θεός, ἐκεῖ οἱ Ἄγγελοι, ἐκεῖ ἡ ζωή καί ἡ βασιλεία» (Ἅγιος Φιλόθεος ὁ Σιναΐτης)

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Ἡ εὐχή τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου: «Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καί ἀργολογίας μή μοι δῷς. Πνεῦμα δέ ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης, χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ. Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τά ἐμά πταίσματα, καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου, ὅτι εὐλογητός εἶ, εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν». (1)

Ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος, σέ αὐτή τήν κατανυκτική εὐχή πού ἀπαγγέλεται δυό φορές μέ τίς ἀνάλογες μετάνοιες στό τέλος κάθε ἀκολουθίας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἀπό τή Δευτέρα ὡς τήν Παρασκευή, δέ ζητάει μόνο τήν ἀπαλλαγή ἀπό τά τέσσερα μεγάλα πάθη του: «Πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καί ἀργολογίας», ἀλλά ζητάει ἀπό τόν Κύριο νά τοῦ χαρίσει ἀπό τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τίς τέσσερις μεγάλες ἀρετές: «Πνεῦμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης».

Ἡ ἁγιοπνευματική αὐτή εὐχή, ἀφυπνίζει τό νοῦ μας καί μᾶς προτρέπει νά εἰσέλθουμε στήν πνευματική ζωή τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, μέ τήν ποιότητα τῆς προσευχῆς στή ζωή μας, τήν καθαρότητα τῆς συνειδήσεως, τήν βαθειά μετάνοια καί τήν ἄσκηση συνδεδεμένη μέ τήν ἁγιότητα.

Ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ συνέγραψε μέ ἄριστο τρόπο τήν εὐχή καί ὁ λόγος του εἶναι θεόπνευστος. Εἶναι ἐκεῖνος ὁ θεῖος διδάσκαλος, πού μέ ὅλη του τή δύναμη μᾶς προσκαλεῖ νά εἰσέλθουμε στά βαθύτερα μέρη τῆς ψυχῆς μας πρός ἀναζήτηση καί ἀνεύρεση τῶν δυνάμεων πού μᾶς δώρισε ὁ Θεός. Θά δημιουργήσουμε μία εἰλικρινή σχέση μέ τήν προσωπική συνάντηση μαζί Του, λέγοντας τήν εὐχή τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ. Μέ αὐτόν τόν τρόπο ὁ καθένας μας -μυστικά καί ἀθόρυβα θά πάρει ὅ,τι ζητᾶ ἡ καρδιά του- ἀποβάλλοντας τά δαιμονικά πάθη του, ἐφόσον τά ἀντικαταστήσει μέ τίς ἀντίστοιχες ἀρετές κάνοντας ὁλοκληρωμένη πνευματική ἐργασία, γιά νά θησαυρίσει ἡ ψυχή του καί νά ἀπολαύσει μία κατάσταση τήν ὁποία βιωματικά δέ θά βρεῖ πουθενά ἀλλοῦ.

Ἡ Ἀργία: (2) Ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος, γνωρίζει καλά γιατί θέτει στό πρῶτο σκαλοπάτι τῶν παθῶν τήν ἀργία. Ἡ ἀργία εἶναι ἕνα βαρύ νέφος πού σκεπάζει τήν ψυχή καί δέν τήν ἀφήνει νά ἀνασάνει. Σκοτίζει τόν νοῦ καί δέν τοῦ ἐπιτρέπει νά δῆ τά πράγματα καθαρά. Ὁ ἀργός εἶναι συνεχῶς εὐάλωτος ἀπό τήν ἀπόγνωση. Διά τοῦτο ἡ ἀργία εἶναι τρομερός ἐπίβουλος τῆς ζωῆς μας.

Οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τήν θεωροῦν μητέρα ἄφθονων κακῶν. Ὁ Μέγας Βασίλειος χαρακτηριστικά τήν παρουσιάζει ὡς αἰτία κάθε κακουργίας καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος ὡς πηγή πάσης ἁμαρτίας. Καί τά ἄλλα πάθη στά ὁποῖα παρασυρόμεθα εἶναι περιπλοκές τῆς ἀργίας, γιατί αὐτή μέ τήν διάβρωση τῆς προσοχῆς πού προκαλεῖ, ἀνοίγει τήν εἴσοδο στά συγγενῆ καί συναφῆ πάθη τά ὁποῖα μᾶς αἰχμαλωτίζουν.

Ἡ ἀργία εἶναι τό εὔφορο ἔδαφος γιά νά ἀναπτυχθοῦν τά ἀγκάθια τῶν ρυπαρῶν λογισμῶν, τῶν ἀτόπων πράξεων καί πονηρῶν ἐνθυμήσεων. Στήν κατάσταση αὐτή ὁ ἄνθρωπος χάνει τήν σοβαρότητά του, τήν ἀξιοπρέπειά του καί τήν εὐγένειά του. Πλήττει, νευριάζει, ἄγχεται, μελαγχολεῖ ἤ ὁδηγεῖται στήν περιπλάνηση, τήν πολυλογία, τήν εὐτραπελία καί τήν εἰρωνεία.

Ὁ πνευματικός ἄνθρωπος, γράφει ὁ ἀρχιεπίσκοπος Χερσῶνος Ἰννοκέντιος, ἀναφωνεῖ: “Μή δώσεις Κύριε, οἱ ἡμέρες τῆς ζωῆς μου, οἱ τόσο λίγες καί σύντομες, νά κυλήσουν στήν ματαιότητα τοῦ κοσμικοῦ φρονήματος καί στήν ἀπραξία. Μή μέ ἀφήσεις νά θάψω τά τάλαντα, πού μοῦ ἐνεπιστεύθης, στή γῆ τῆς λήθης καί τῆς ὀκνηρίας”.

Ὅσο ἡ κατάσταση τῆς ἀργίας προχωρᾶ στήν ψυχή τόσο σοβαρότερη γίνεται ἡ ἀσθένεια. Μπορεῖ ἔτσι εὔκολα ἡ ψυχή νά ὁδηγηθεῖ σέ μαρασμό καί ἀπελπισία, πού δέν εἶναι ἄλλο παρά δαιμονικές καταστάσεις.

Δέν εἶναι μικρός δυστυχῶς ὁ ἀριθμός τῶν ψυχῶν πού ἀπό διαφορετικές ἀφετηρίες, ἀφορμές καί αἰτίες, ἔπαυσαν ἐσωτερικά νά ἀντιστέκονται, τό ἀνικανοποίητο τούς κυρίευσε καταδικαστικά καί ἡ ἐρήμωση, ἡ πλήξη, ἡ ἀνία καί ἡ θλίψη ἔγιναν οἱ φίλοι τῆς καρδιᾶς τους.

Τό πνεῦμα τῆς ἀπελπισίας πού γεννιέται ἀπό τό πνεῦμα τῆς ἀργίας, τῆς ἐπιβλαβοῦς ἀργίας τῆς μή ἐκτελέσεως τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἐμποδίζει νά ἀρχίσουμε μιά πνευματική πορεία.

Ὁ ἄνθρωπος ἔχει κληθεῖ νά γίνει ἅγιος. Τό ὅτι δέν φθάνουμε ὅλοι στήν ἁγιότητα ὀφείλεται στήν ἀργία πού εἶναι εὐθέως ἀντίθετη μέ τήν ἀνάπτυξη τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἄρνηση τῆς προσωπικῆς μας ἐξελίξεως, τό μαράζωμα στήν στασιμότητα.

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης στό πολύτιμο ἔργο του“Πνευματικά γυμνάσματα”, ἀναφέρει πώς ὁ δαίμονας ἄνοιξε σέ αὐτόν τόν κόσμο ἕνα σχολεῖο πονηριῶν, βλέποντας πώς αὐτός δέν προλαβαίνει νά δίνει μαθήματα κακουργίας, κι ἔβαλε στή θέση του τήν ἀργία διδάσκαλο, ὅπου καί οἱ χειρότεροι γίνονται οἱ καλύτεροι μαθητές του”.

Ἡ περιέργεια:Ὡς δεύτερο πάθος, ὁ ἅγιος Ἐφραίμ, ἀναφέρει τήν περιέργεια, τήν ὁποία ἡ ἀσκητική παράδοση τήν καταδικάζει. Ὁ ἅγιος Κασσιανός ὁ Ρωμαῖος ἀναφέρει πώς ἀπό τήν ἀργία γεννιέται ἡ περιέργεια, ἀπό τήν περιέργεια ἡ ἀταξία καί ἀπό τήν ἀταξία κάθε κακία. Ἡ περιέργεια, λοιπόν, συνδέεται μέ τήν ἀργία καί πιστά τήν ἀκολουθεῖ. Εἶναι κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος ἡ “κόλλα πού μᾶς κρατάει προσκολλημένους στά γήϊνα”.

Εἶναι ἀλήθεια πώς ὁ ἀργός καί περίεργος μέ κάτι εὔκολο θέλει νά ἀσχολεῖται, ὥστε νά δικαιολογεῖ τήν ὕπαρξη καί τήν παρουσία του. Ἀθετώντας οὐσιαστικά τήν ἐκτέλεση τῶν Θείων ἐντολῶν ψάχνει καί βρίσκει μιά ἀπατηλή ἐνασχόληση μέ τούς ἄλλους καί τά πράγματα, θεωρεῖ ὁλοκλήρωση τήν φροντίδα καί τίς ἐρωτήσεις γιά τά πολλά, φοβούμενος καί ἀποφεύγοντας συστηματικά τά ἐπώδυνα.

Ἡ περιέργεια καί ἡ φυγοπονία, κατά τούς Πατέρες, χαρακτηρίζουν τόν ἐργάτη τῶν παθῶν. Ἡ περιέργεια ἐπίσης φανερώνει τή φιλαυτία τοῦ ἀνθρώπου καθώς καί τήν ὑπερηφάνειά του, ἀφοῦ φθάνει στό σημεῖο ὁ κατεχόμενος ἀπό τό πάθος αὐτό νά ἀσχολεῖται συνεχῶς μέ τούς ἄλλους καί καθόλου μέ τόν ἑαυτό του.

Ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος ἀσχολεῖται μέ μιά σπανιώτερη περίπτωση περιέργειας. Ἀναφέρει: “Τυγχάνει καμμιά φορά νά ὑποψιαστεῖ κάποιος κάτι, καί τά πράγματα νά ἀποδείξουν ὅτι ἦταν ἀληθινό”. Καί γι’ αὐτό ἀκριβῶς ἰσχυρίζεται ὅτι, ἐπειδή θέλει νά διορθώσει τόν ἑαυτό του, πάντοτε κινεῖται μέ καχυποψία καί περιέργεια, κάνοντας τήν ἀκόλουθη σκέψη: “Ἄν μιλάει κανείς ἐναντίον μου κι ἐγώ τόν ἀκούσω, θά καταλάβω ποιό εἶναι τό σφάλμα μου, γιά τό ὁποῖο μέ κατηγορεῖ, καί θά διορθωθῶ”.

Ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος καταδικάζει ἀμέσως τόν σκεπτόμενο ἔτσι, τόν θέλει μάλιστα δαιμονοκίνητο. Ἄν ἔχει πράγματι διάθεση διορθώσεως, ἄς μετανοήσει ὅταν τοῦ ὑποδείξουν τό λάθος του κι ἄς μήν αὐξάνει καί δικαιολογεῖ ἔτσι τήν περιέργειά του”.

Ἡ Φιλαρχία:Τό τρίτο πάθος εἶναι τῆς φοβερᾶς φιλαρχίας, ἡ ὁποία ἀγγέλους γκρέμισε ἀπό τόν οὐρανό, κατοίκους τοῦ Παραδείσου τούς ἀπομάκρυνε ἀπό αὐτόν χαιρέκακα, σοφούς τούς ἔκανε ἄσοφους, ἀκόμη καί μικρούς ξεγελᾶ πώς θά τούς κάνει μεγάλους.

Ὁ φίλαρχος εἶναι μανιώδης, ἄρρωστος, ἐπικίνδυνος, ἀσύνετος καί ἀνυπόμονος. Ἡ φιλαρχία διαφοροποιεῖ τήν συμπεριφορά μας πρός τόν πλησίον. Τόν βλέπουμε ὡς σκαλοπάτι γιά νά πατήσουμε πάνω του καί ν’ ἀνεβοῦμε. Τόν μετατρέπουμε δηλαδή σέ πρᾶγμα ἤ ἐργαλεῖο γιά νά τόν χρησιμοποιήσουμε κατά τίς ἀνάγκες μας. Ἡ ἀληθινή ὅμως σχέση τοῦ ἀνθρώπου δέν ὑπάρχει στήν ἐκμετάλλευση, τήν ἐξαπάτηση καί τή συνδιαλλαγή, ἀλλά στήν ἱερότητα τῆς προσφορᾶς καί τῆς διακονίας.

Μᾶς βλάπτει ἡ δίψα, ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους, νά κυριαρχήσουμε στούς ἄλλους. Γι’ αὐτό γίνεται ἡ προσευχή νά μᾶς ἀπελευθερώσει ὁ Κύριος ἀπό τό πνεῦμα τῆς φιλαρχίας, ἕνα πνεῦμα δαιμονικό, πού κυριαρχεῖ σέ ὅλους μας λίγο-πολύ.

Καί ὅπου τό πνεῦμα αὐτό τῆς φιλαρχίας ἐκεῖ φεύγει τό πνεῦμα τῆς ταπεινώσεως τοῦ Κυρίου, καί τό πνεῦμα τῆς διακονίας καί τό πνεῦμα πραγματικῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.

Ἄν ὁ Θεός δέν εἶναι ὁ Κύριος καί Δεσπότης τῆς ζωῆς μας, τότε τό ἐγώ μας γίνεται ὁ κύριος καί δεσπότης μας, γίνεται τό ἀπόλυτο κέντρο τοῦ κόσμου καί ἀρχίζουμε νά ἐκτιμοῦμε κάθε τί μέ βάση τίς δικές μας ἀνάγκες, τίς δικές μας ἰδέες, τίς δικές μας ἐπιθυμίες καί τίς δικές μας κρίσεις”.

Ἡ Ἀργολογία: Ἄν ἡ ἀργία καί ἡ περιέργεια μᾶς ὁδηγοῦν στήν πνευματική καταστροφή, ἡ φιλαρχία καί ἡ ἀργολογία ὁλοκληρώνουν τό ἔργο τῆς καταστροφῆς μέ τήν πνευματική δολοφονία τῶν ἀδελφῶν μας.

Ὁ λόγος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀνεκτίμητο δῶρο καί ἀξίζει τόσο, ὥστε νά μᾶς ζητεῖται ἀπολογία γιά τήν χρήση του κατά τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως. Εἶναι κρίμα νά χρησιμοποιοῦμε τό δῶρο αὐτό τῆς θεϊκῆς ἀρχοντιᾶς καί καταγωγῆς μας ἀπερίσκεπτα. Τόν χρυσό αὐτό συνδετικό κρίκο μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, τήν γλώσσα, νά τόν ἀφήνουμε ἐπιδέξια χαλαρό, ἠθελημένα ἐλατωμματικό, ἔξυπνα παραποιημένο, τεχνηέντως ἀπατηλό καί ἀναιδῶς ψεύτικο. Οἱ ὅποιοι λόγοι μένουν πάντα στή μνήμη τῶν ἀνθρώπων. Τούς ἐπεξεργάζονται σέ ὥρες ἡσυχίας γιά νά λυποῦνται ἤ νά χαίρονται ἀναλόγως.

Πόσο προσεκτικοί ὀφείλουμε νά εἴμαστε στίς ἐκφράσεις μας, καί περισσότερο στούς χαρακτηρισμούς καί τίς κρίσεις μας. Ἡ μανιώδης σκανδαλωθηρία, ἡ ἐπαίσχυντη συκοφαντία καί ἡ θεομίσητη κατηγορία ἀρχίζουν πάντα ἀπό τήν φλυαρία τῆς περιττολογίας.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος τήν πολυλογία χαρακτηρίζει ὡς θρόνο τῆς ματαιοδοξίας, σημάδι ἀγνωσίας, εἴσοδο στήν κατάκριση, ὁδηγό στήν ἀνοησία, πρόξενο τοῦ ψεύδους, διάλυση τῆς πνευματικῆς εὐφορίας τῆς προσευχῆς. Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης, στόν ἴδιο τόνο, συνεχίζει ὀνομάζοντάς την ὡς ψυχρότητα τῆς εὐλαβοῦς θερμότητος.

Ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος κάνει μιά ἀξιόλογη παρατήρηση: “Πολλές φορές συζητᾶμε ἀπό μιά διάθεση ἀργολογίας. Κάτι θά ποῦμε, ἴσως χωρίς νά τό θέλουμε, θά μᾶς ξεφύγει, καί θά λυπήσουμε τόν ἀδελφό μας. Ἐνῶ ὅταν μιλᾶ κανείς μετρημένα πρός ὠφέλεια τοῦ ἄλλου καί μέ γνήσια ἀγαπητική διάθεση, δέν θά ἐπιτρέψει ὁ Θεός νά ταραχθεῖ ὁ ἄλλος ἀπό τούς λόγους μας”. Καί συνεχίζει: “Ὅπως ἀκριβῶς νηστεύουμε ἀπό τροφές, ἔτσι νά νηστεύει καί ἡ γλῶσσα μας καί νά εἶναι μακρυά ἀπό τήν καταλαλιά, τό ψέμα, τήν ἀργολογία, καί γενικά κάθε ἁμαρτία πού γίνεται μέ τήν γλώσσα”. Ὁ ἀββᾶς Σισώης ἐπί τριάντα ὁλόκληρα χρόνια ἐπανελάμβανε στήν προσευχή του: “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, σκέπασόν με ἀπό τῶν πτωμάτων τῆς γλώσσης μου”.

Ἡ ἀργία σκοτώνει τή συνείδηση ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ· ἡ περιέργεια σκοτώνει τήν συνείδηση ἀπέναντι στά πράγματα, τά ὁποῖα χρησιμοποιοῦμε γιά τήν καταστροφή μας καί ὄχι γιά τήν σωτηρία μας· ἡ φιλαρχία, ἡ ὁποία δέν ὑπολογίζει τόν ἄνθρωπο, σκοτώνει τήν συνείδηση ἔναντι τοῦ πλησίον καί ἡ ἀργολογία σκοτώνει τή συνείδηση ἀπέναντι στόν ἑαυτό μας μέ τήν σπατάλη τοῦ θεϊκοῦ λόγου.

Νά γιατί ἀπό τά τριακόσια πάθη πού ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός στήν φιλοκαλία, ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ ἐπέλεξε μόνο αὐτά τά τέσσερα. Γιατί ἔχουν τόση δύναμη ὥστε εὔκολα νά νεκρώνουν τήν ψυχή χωρίς νά τό ὑποψιαζόμαστε”.

Ἡ Σωφροσύνη: Ἡ πρώτη ἀρετή γιά τήν ὁποία προσευχόμαστε καί τή ζητοῦμε ὡς δῶρο ἀπό τόν Θεό, εἶναι ἡ σωφροσύνη. Σωφροσύνη σημαίνει γιά τόν ἄνθρωπο νά ἔχει ἐγκράτεια, ἁγνότητα, ἀγαθότητα, καθαρότητα στό σῶμα καί στήν ψυχή. Σωφροσύνη σημαίνει καθαρότητα καρδιάς καί ἀκεραιότητα ψυχῆς, ὥστε νά εἶναι ὁ πιστός ἄνθρωπος ὑγιής πνευματικά. Ἡ ἀκεραιότητα τῆς ψυχῆς του νά κυριαρχεῖ στόν νοῦ, ὥστε νά ἔχει ἀκέραιο καί συνάμα γεμονικό νοῦ. Νά μπορεῖ ὁ λογισμός του νά λειτουργεῖ μέ σαφήνεια -δίχως νά εἶναι διαταραγμένη ἡ ἰσορροπία τῆς σκέψης του καί ἀπαλαγμένος ἀπό ἀρρώστιες ψυχολογικοῦ τύπου, ὅπως ἡ μειονεξία (τό κόμπλεξ), ἡ καχυποψία, ἡ ζηλοφθονία, ἡ μνησικακία καί ἡ κυκλοθυμία- παραμένοντας μακριά ἀπό τήν ἀσθένεια τῶν λογισμῶν τῆς μειονεξίας καί τῶν νοσηρῶν σκέψεων. «Ἡ πρώτη ἀρετή εἶναι ἡ καθαρότητα τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς»!

Γιά τήν πρώτη ἀρετή τῆς σωφροσύνης, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, (3) λέει ἀρχικά γιά τούς Ἱερεῖς, ἀλλά καί γιά κάθε ὀρθόδοξο Χριστιανό, ὅτι πρέπει ὁ νοῦς νά εἶναι καθαρότερος ἀπό τίς ἀκτίνες τοῦ ἡλίου, καί τά ἐξῆς: «Κι ἄν οἱ ἐπιμελητές τῶν φυσικῶν σωμάτων ἔχουν ἀνάγκη ἀπό προπονητές, ἰατρούς, διαιτολόγους κ.ἄ. καί ἀπό πιστή ἐφαρμογή λεπτομερῶν θεραπειῶν, οἱ ερεῖς, ὡς ἐπιμελητές τοῦ Θεανθρώπινου Σώματος τῆς Ἐκκλησίας, χρήζουν βοήθειας τῶν ἀόρατων δυνάμεων, γι’ αὐτό καί θά πρέπει νά ὑπερβαίνουν κατά πολύ τήν ἀνθρώπινη ἀρετή. Τό πόσο πολύ πιό δύσκολο εἶναι νά ἐπιμελεῖται κανείς τό Θεανθρώπινο Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τό φυσικό σῶμα ὁ ἅγιος τό ὑπογραμμίζει ὡς ἀκολούθως: Γιά τό Θεανθρώπινο ὅμως Σῶμα, πέρα ἀπό τά καλά ἔργα καί τό πρότυπο ἐνάρετου βίου πού ὀφείλει νά ἀποτελεῖ ὁ ερέας γιά τό ποίμνιό του, ὑπάρχει μόνο ἡ διά τοῦ λόγου διδασκαλία. Διότι γιά τήν ἄριστη ἠθική κατάσταση τῶν πιστῶν ὁ ὑποδειγματικός βίος τῶν ερέων μπορεῖ νά προκαλέση τό ζῆλο γιά τήν ὀρθή διαγωγή, ὅταν ὅμως ἡ ψυχή τῶν πιστῶν νοσεῖ σέ ζητήματα διδασκαλίας καί δογμάτων, τότε ὁ λόγος ἀποδεικνύεται τό ἀπαραίτητο ὅπλο, ἡ μαχαίρα τοῦ πνεύματος, μέ τό ὁποῖο διασφαλίζεται ἡ ἑνότητα τῆς ποίμνης καί ἡ ἀπόκρουση τῶν ἐξωτερικῶν ἐχθρῶν. Ἀκόμη καί ἡ ἐπιτέλεση θαυμάτων ἐκ μέρους ἑνός Ποιμένος πρέπει νά συνοδεύεται ἀπό τόν ὀρθό Λόγο».

Νά μήν δέχεται καθόλου τό μυαλό μας πονηρό, βλάσφημο καί σαρκικό ρυπαρό λογισμό, ἀλλά νά ἀναπαύεται ἡ καρδιά καί ὁ νοῦς σέ ὅ,τι εἶναι τίμιο καί καθαρό, διότι μόνον ἡ καθαρότητα τῆς ψυχῆς μᾶς ὁδηγεῖ στή θέα τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ: «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί, τόν Θεόν ὄψονται» (Ματθ. 5, 8).

Ἡ Ταπεινοφροσύνη: Δεύτερη ἀρετή εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη. Τί μεγάλη ἀρετή πού εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη, ἀσφαλῶς εἶναι μία ἀληθινά θεϊκή ἀρετή! Τό τέλειο θεϊκό ἔργο! Ὁ ἴδιος, ὁ Κύριος μᾶς τήν διδάσκει: «ἄρατε τόν ζυγόν μου ἐφ᾿ ὑμᾶς καί μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ, καί εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν·» (Σηκώσατε ἐπάνω σας τόν ζυγόν τῆς ὑπακοής σας εἰς ἐμέ καί μάθετε ἀπό ἐμέ τόν ἴδιον ὅτι εἴμαι πρᾷoς καί ταπεινός κατά τήν καρδίαν καί θά εὑρετε τότε ἀνάπαυσιν καί εἰρήνην εἰς τάς ψυχάς σας) (Ματθ. 11, 29).

Ὁ πρῶτος μακαρισμός στήν ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλία ἀφιερώνεται ἀπό τόν Κύριο στούς ἀληθινά ταπεινούς: «Μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 5, 3). Πτωχοί τῷ πνεύματι εἶναι αὐτοί πού εἶναι ταπεινοί, αὐτοί πού δέν ἔχουν σέ καμία ὑπόληψη τόν ἑαυτόν τους. Ταπεινός εἶναι αὐτός πού έμαθε ἀπό τόν Κύριο νά δέχεται τίς ὕβρεις, τίς ἀδικίες, καί τίς συκοφαντίες, δίχως νά διαμαρτύρεται. Ὁ εὐαγγελιστής Λουκάς, γράφει ὅτι:«λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τόν οἶκον αὐτοῦ ἤ γάρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτόν ταπεινωθήσεται, ὁ δέ ταπεινῶν ἑαυτόν ὑψωθήσεται» (Λουκ. 18, 14). Ὅπως πλέον ξεκάθαρα γνωρίζουμε τό λόγο πού ὁ Θεός, προστατεύει τόν ταπεινό, ὅπως καί «μείζονα δέ δίδωσι χάριν· διό λέγει· ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν» (Ἰακώβου 4, 6).

Ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς Κυρίας Θεοτόκου· ἡ ὁποία παραδίδεται ὁλόψυχα στό Θεῖο θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ὑποδέχεται μέ ταπείνωση τή χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα στήν ψυχή της.

Ἡ Ὑπομονή: Τρίτη ἀρετή εἶναι ἡ ὑπομονή. Ἄς πλησιάσουμε ὅσο δυνάμεθα πιό κοντά στό «πνεῦμα τῆς ὑπομονῆς» καί ἅς τό ἀγκαλιάσουμε. Ὁ Κύριος, λέγει πρός τούς μαθητές Του, ὅτι μέ τήν ὑπομονή σας, νά κερδίστε τάς ψυχάς σας διά τήν αἰώνιον ζωήν. «Ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθαι τάς ψυχάς ὑμῶν» (Λουκ. 21, 19).

Θέλουμε τόν Θεό νά μᾶς ἐκπληρώνει τά αἰτήματά μας ἄμεσα, δίχως νά κάνουμε ὑπομονή, ὥστε νά ἔλθει ἡ ὥρα τοῦ Θεοῦ νά θαυματουργήσει στήν ψυχή μας, γιά νά γίνει τό Θείο θέλημά Του· χωρίς νά ἐγκλωβιστοῦμε στό δικό μας χρόνο καί στό ἐπιλεκτικό θέλημά μας. Ὅμως εἶναι ἀπαραίτητο νά ὑπομείνουμε τόν μπαθή ἑαυτό μας. Ἄς περιμένουμε μέ τήν ὑπομονή, νά ἔλθει ἡ ὥρα τῆς χάριτος στήν ψυχή μας, νά μᾶς ἀνακαινίσει. Αὐτό πού χρειάζεται εἶναι νά ἔχουμε ὑπομονή γιά τούς ἀδελφούς μας. Ἔχουμε κοντά μας τά παιδιά μας, καί ἐδῶ χρειάζεται νά κάνουμε ὑπομονή γιά τά παιδιά μας. Μέ τήν ὑπομονή μας, περιμένοντας τόν Θεό νά μᾶς μιλήσει μέσα ἀπό τήν προσευχή, καί νά μᾶς δώσει τή χάρη Του καί τή χαρά Του νά ὑπομείνουμε τίς θλίψεις, ἀναγνωρίζοντας στά παιδιά μας, ἀλλά καί στούς συνανθρώπους μας τό αὐτεξούσιο. Νά τά περιμένουμε μέ ὑπομονή, νά λαμβάνουν μόνα τους τίς ἀποφάσεις τους. Μέ τήν ὑπομονή θά ἀποκτήσουμε τόν ἔλεγχο καί τήν πνευματική προκοπή τῶν δικῶν μας ψυχῶν.

Ἡ Ἀγάπη: Τέταρτη ἀρετή εἶναι ἡ ἀγάπη! πιζητοῦμε, πάντες τό «πνεῦμα τῆς ἀγάπης».

Στήν παρούσα ζωή, ἀναζητοῦμε συχνά νά μᾶς ἀγαποῦν καί ὄχι ἐμεῖς νά ἀγαποῦμε, γι’ αὐτό τό λόγο δέν ἔχουμε χαρά. Οἱ τρεῖς ἀρετές πού εἶναι περιπόθητες εἶναι: «ἡ πίστις, ἡ ελπίς καί ἡ ἀγάπη». Μεγαλυτέρα δέ μεταξύ αὐτῶν εἶναι ἡ ἀγάπη, ὅπως τήν παρουσιάζει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, μέ τά ἐξῆς λόγια: «νυνί δέ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τά τρία ταῦτα· μείζων δέ τούτων ἡ ἀγάπη» (Α´ Κορ. 13, 13). Ἀγάπη πρῶτα πρός τόν Θεό καί μετά πρός τόν ἀδελφό.

Ἀγάπη ὅμως καί πρός τόν ἐχθρό, πρός τόν συκοφάντη, πρός τόν εὐεργέτη, ἀλλά καί πρός ὅλη τήν κτίση, τήν δημιουργία τοῦ Θεοῦ. Δέν μπορῶ νά ἀγαπῶ ἐπιλεκτικά τήν οἰκογένειά μου καί τούς φίλους μου μόνο, χωρίς νά ἀγαπῶ κανέναν ἄλλο. Διότι ὁ πλησίον εἶναι ὁ ἀδελφός μου, εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἀπό τήν εἰκόνα τοῦ προσώπου τοῦ ἀδελφοῦ περνᾶμε στό πρωτότυπο, δηλαδή στό Θεῖο Πρόσωπο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τί μεγάλη ἀρετή! Εἶναι ἡ ἀρετή τῆς ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης!

Ἄς ἀγαπᾶμε τούς ἄλλους πιό πολύ ἀπό τόν ἑαυτό μας, μέ πνεῦμα θυσίας, γιατί ὁ ἄλλος ἀδελφός, ὁ πλησίον, εἶναι ὁ ἑαυτός μας, εἶναι ἀδελφός τοῦ Χριστοῦ καί εἶναι ὁρατός ὁ Θεός στό πρόσωπο τοῦ ἀδελφοῦ· εἶναι ἡ ἔξοδος ἀπό τό ἐγώ μας, καί ἡ συνάντηση μέ τόν Θεό μας. Ἄς παρακαλοῦμε θερμά νά μᾶς ἀπαλλάξει ὁ Κύριος ἀπό «πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καί ἀργολογίας» καί πλούσια νά χαρίσει στήν καρδιά μας «πνεῦμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης»!

Αὐτή ἡ ἀγάπη μπορεῖ νά δοθεῖ ὡς δωρεά μόνο ἀπό τόν Θεό τῆς ἀγάπης καί τῆς σοφίας, διότι: «Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί, καί ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ» (Α’ Ίωάν. 4, 16).

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακας, τῶν ἀρετῶν, ἐμφανίζει τή διάκριση ὡς «τήν μείζονα τῶν ἀρετῶν»: Ἀπό πολλές διηγήσεις Γεροντικῶν καί βίους Ἁγίων γνωρίζουμε ὅτι πολλοί ἅγιοι τοῦ Θεοῦ ἄνθρωποι, μέ ἐπίπονη προσπάθεια σκληρῶν ἀσκήσεων καί πνευματικῶν ἀγώνων, αἰσθάνονταν ἁμαρτωλοί ἀκόμη καί κατά τήν κρίσιμη στιγμή τῆς ἐξόδου τους, λίγο πρίν τήν κοίμησή τους, πού ἦταν ἀπόδειξη τῆς μεγάλης τους ἁγιότητας καί τῆς εὐαρεστήσεώς τους στό Θεό.

Ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας μέ ἕνα τρόπο ἀπόλυτο εἶναι ἴσως τό συγκλονιστικότερο χαρακτηριστικό τῆς ζωῆς τοῦ αὐθεντικοῦ ἁγίου ἀνθρώπου. Ὅταν ἐμεῖς διαβάζουμε ἤ ἀκοῦμε τά τροπάρια πού ἐκφράζουν τή συναίσθηση μιᾶς ἀπόλυτης ἁμαρτωλότητας, σκεπτόμαστε ἴσως, ὅτι δέν μᾶς ἀφοροῦν. Δέν μποροῦμε νά δεχθοῦμε, ὅτι εἴμαστε οἱ μόνοι ἁμαρτωλοί μέ ἕνα τέτοιο τρόπο ἀπόλυτο. Συγχρόνως ὅμως σκεπτόμαστε, ὅτι δέν πρέπει νά ἀφοροῦν καί τόν ἅγιο ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ -πού συνέθεσε ἕνα τόσο δυσανάλογο πρός τήν ἁγιότητα τροπάριο- πού βεβαιώνει μιά τόσο ἀπόλυτη ἁμαρτωλότητα. Ὅμως αὐτά τά τροπάρια μέ τήν ἀπόλυτη καί μοναδική συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητος εἶναι ἀπολύτως αὐθεντικά ἀπό πλευρᾶς τῆς μοναδικῆς ὑπαρξιακῆς πνευματικῆς ἐπάρκειας τοῦ ἁγίου ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ.

«Ναί, Κύριε, Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τά ἐμά πταίσματα…».

Ἡ ἁγιοπνευματική αὐτή εὐχή βεβαιώνει ἔγκυρα, ὅτι ἡ πραγματική θέα τῶν ἁμαρτιῶν μας καί γενικῶς τῆς ἁμαρτωλῆς φύσεώς μας, μόνο ὡς δωρεά τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νά νοηθῆ. Ἀπό μόνος του ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά ἀποκτήσει αὐθεντική αὐτογνωσία, σωστή καί ὁλοκληρωμένη γνώση τοῦ ἑαυτοῦ του. Γι’ αὐτό παρακαλοῦμε τόν Θεό νά μᾶς ἐνισχύει νά εἰσερχόμεθα στήν καρδιά μας, λέγει ὁ Ἅγιος Φιλόθεος ὁ Σιναΐτης: «Μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ εἴσελθε στήν καρδιά σου, ἐκεῖ ὁ Θεός, ἐκεῖ οἱ Ἄγγελοι, ἐκεῖ ἡ ζωή καί ἡ βασιλεία».

Ποῦ θά βροῦμε ὅμως τήν ἀλήθεια, σχετικά μέ τή συναίσθηση τῆς ἀπόλυτης ἁμαρτωλότητας; Μήπως εἶναι ὑπερβολή ἤ χρησιμοποιεῖται γιά παιδαγωγικούς σκοπούς πρός τόν μαρτωλό;

Τήν ἀπάντηση στό ἐρώτημα αὐτό τή δίδει ἡ κατανυκτική εὐχή τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ.Ἕνα βασικό στάδιο, τό ὁποῖο προηγεῖται ἀπό τή μετάνοια, λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, εἶναι ἡ ἐπίγνωση καί ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητός μας, “ἥτις μεγάλη ἐστί πρός ἱλασμόν ἀφορμή”. Ὁ ἄνθρωπος, γιά νά ἔλθει σέ μετάνοια, φθάνει προηγουμένως σέ ἐπίγνωση τῶν “οἰκείων πλημμελημάτων” καί μεταμελεῖται μπροστά στόν Θεό, στόν ὁποῖο καταφεύγει μέ συντρετριμμένη καρδία ἀφήνει τόν ἑαυτό του στό πέλαγος τῆς εὐσπλαχνίας Ἐκείνου καί πιστεύει, ὅπως ὁ ἄσωτος, ὅτι εἶναι ἀνάξιος νά ἐλεηθεῖ ἀπό τόν Θεό καί νά ὀνομάζεται υἱός Του.

Οἱ περισσότεροι πιστοί, πού στερούμεθα τῆς δυνατότητος μιᾶς αὐθεντικῆς αὐτογνωσίας, ὅπως οἱ ἅγιοι, δημιουργοῦμε στή φαντασία μας μιά εἰκόνα γιά τόν ἑαυτό μας ὅπως τή θέλουμε, ἤ ἀκριβέστερα ὅπως νομίζουμε πώς τή θέλουμε. Κλείνουμε τά μάτια μπροστά στίς ἀτέλειες καί ἀδυναμίες τοῦ ἑαυτοῦ μας -τόν δικαιολογοῦμε, κάτι πού δέν κάνουμε πολύ τακτικά γιά τόν πλησίον- καί μένουμε προσκολλημένοι σέ μιά εἰκόνα τοῦ ἑαυτοῦ μας πού εἶναι ἐπιθυμητή. Ἡ ταύτισή μας μέ τήν ἐπιθυμητή εἰκόνα εἶναι πηγή φαντασιώσεων καί ψευδαισθήσεων στό χῶρο τῆς ὑπάρξεως.

Τό καυτό πρόβλημα λοιπόν εἶναι τό τί εἶμαι καί τό ποιός εἶμαι. Καί γιά νά ἀντέξω στίς ἀπαντήσεις αὐτές πού προκαλοῦν πόνο καί ἀπόρριψη τοῦ ἑαυτοῦ μου χρειάζονται ἀπαραίτητα οἱ πνευματικές προϋποθέσεις. Ἡ σωστική αὐτογνωσία εἶναι δωρεά τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό ἐπίσης κατ’ ἐπέκταση: τό νά αἰσθάνεσαι ἁμαρτωλός στίς πραγματικές διαστάσεις τῆς ἁμαρτωλῆς φύσεώς σου, εἶναι χάρισμα τοῦ Θεοῦ, ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος”.

Δυστυχῶς, πολλές φορές ἡ αὐτογνωσία μας εἶναι μιά ἀθεράπευτη πλάνη. Γι’ αὐτό τούτη τήν περίοδο ἐπαναλαμβάνουμε μαζί μέ τόν ἅγιο Ἐφραίμ, μαζί μέ τούς ἀδελφούς μας τήν εὐχή: “Ναί Κύριε βασιλεῦ δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τά ἐμά πταίσματα…”.

Πράγματι! “Ὅσο κι ἄν εἴμαστε προχωρημένοι στήν πνευματική ζωή, ποτέ δέν μποροῦμε νά ἐμπιστευόμαστε τόν ἑαυτό μας στήν κρίση τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ἀκόμη καί στό χῶρο τῆς πνευματικῆς ζωῆς παρεισφρύει ὁ -ἀνθρώπινος κακός δαίμων- τῆς πλάνης καί τῆς ἀπάτης· ὁ παλαιός ἄνθρωπος”.

«…καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου, ὅτι εὐλογητός εἶ, εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

«Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου… ».

Ἀδελφοί μου, ἡ εὐχή τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου ἀποτελεῖ μία ἐξαιρετικά δυνατή καί κατανυκτική προσευχή -πού ὅταν λέγεται μέ προσοχή, μέ ταπείνωση, μέ ἐπίγνωση, μέ μετάνοια καί συντριβή τῆς ψυχῆς- τότε θεραπεύει τήν ἄρρωστη ἀπό τήν ἁμαρτία συνείδηση. Εἶναι τόσο σημαντική ἡ εὐχή τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου, πού ἡ Ἐκκλησία μας τήν ἔχει τοποθετήσει στήν ἀκολουθία τοῦ Μεσονυκτικοῦ, ὥστε ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι πιστοί, νά μήν τήν λησμονήσουμε ἀλλά νά τή διαβάζουμεὅλο τό ἔτος καθημερινά, ἀπό τήν Δευτέρα ἕως τήν Παρασκευή μέσα ἀπό τό Μέγα Ὡρολόγιον. Ὅταν τήν ὥρα πού ζητάει ἡ ψυχή μας τό ἔλεος καί τή Χάρη τοῦ Κυρίου μας, ἔχουμε στό νοῦ αὐτή τήν εὐχή, μποροῦμε νά ἀγωνιστοῦμε μέ τήν ταυτόχρονη ὑπενθύμιση τῶν κακῶν πού προξενοῦν οἱ ἀσθένειες τῆς ἁμαρτίας, πού ὀνομάζονται κακίες καί εἶναι πράγματι πολύ κακές συνήθειες. Εἶναι ἀγώνας διαρκής καί ἰσόβιος, χρειάζεται ἐγρήγορση καί τή λεπτή μας διάκριση γιά νά μήν πέσουμε στήν ἁμαρτία οὔτε μέ τόν λογισμό, ὥστε νά διατηρήσουμε τό νοῦ μας καθαρό καί τήν καρδιά μας ἀμόλυντη.

Μέ τό πνεῦμα τῆς ταπεινώσεως, λένε οἱἍγιοι Πατέρες, πρός τόν Κύριο: «Κύριε ὁ Θεός μου, Σύ, ἐάν θέλῃς, μπορεῖς νά φωτίσῃς τό σκότος τῆς ψυχῆς μου» καί ἀναζητοῦν τόν τόπο καί τόν τρόπο νά ἀναπαύονται σύμφωνα μέ τό ἅγιο θέλημά Του. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας, τόν ἀγώνα αὐτόν τόν ὀνομάζουν νήψη. Νήψη ὀνομάζεται στόν ὀρθόδοξο ἐκκλησιαστικό κόσμο ἡ μοναχική πρακτική, ἡ μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου πού ἔρχεται σάν καρπός τοῦ ἡσυχασμοῦ τοῦ νοῦ καί τῆς ψυχῆς ἀπό τίς πολλές καί φορτικές βιοτικές μέριμνες. Οἱ ἅγιοι Πατέρες δέ, πού τήν κατορθώνουν καί μετά ὁμιλοῦν γιά τό πνευματικό αὐτό γύμνασμα καί κατόρθωμα τῆς νήψης, ὀνομάζονται νηπτικοί. Ἔχοντας γνήσια καί ἀνόθευτη Πίστη, ἀγωνίστηκαν ἱεραποστολικά γιά τά ἔθνη μέ τά συγγράμματά τους, τίς ἐπιστολές καί τό Ὀρθόδοξο ἅγιο βίωμά τους. Αὐτά τά ὑψηλά, τά σοφά καί ἅγια νοήματα μᾶς διδάσκουν ἡ Πίστη μας καί ἡ Ὀρθοδοξία μας μέσα ἀπό τά συγγράμματα, τά ὁποῖα μᾶς ὁδηγοῦν ἀπευθείας στόν Πανάγαθο Θεό.

Νά ἔχουμε τίς εὐχές καί τίς πρεσβεῖες ὅλων τῶν Ἁγίων Πατέρων καί Μητέρων μας, ἰδιαιτέρως δέ, τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης Θεοτόκου, τῆς Παναγίας Μητέρας μας.

Ἀμήν!

«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν».

  • 1. Κάθε φορά πού λέμε ἕνα στίχο τῆς εὐχῆς τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ, κάνουμε μία μεγάλη μετάνοια. Σύνολο τρεῖς. Ὅταν τελειώσουμε αὐτές, κάνουμε δώδεκα μικρές μετάνοιες λέγοντας σέ καθεμία ἀπό αὐτές: «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ, καί ἐλέησόν με». Στό τέλος ἐπαναλαμβάνουμε ἄλλη μία φορά τόν τελευταῖο στίχο τῆς εὐχῆς. Ναί, Κύριε Βασιλεῦ… καί πραγματοποιοῦμε ἄλλη μία μεγάλη μετάνοια. Ὡρολόγιον τό Μέγα.
  • 2. «Προσέγγιση στήν εὐχή τοῦ Ἁγίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου», ἀποσπάσματα ἀπό κείμενα τοῦ Μοναχοῦ Μωϋσῆ, Ἁγιορείτου, καί τοῦ Ἰωάννου Κορναράκη, Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου. (http://www.apostoliki-diakonia.gr/)
  • 3. Ὁ Δ΄ περί Ἱερωσύνης λόγος τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου. (http://www.apostoliki-diakonia.gr/)

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra