Άρθρο του πρωτοπρ. Νικολάου Μανώλη

«Φίλιππε, Φίλιππε, τι με διώκεις;»

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr


Τα ασεβή ράσα – Εκδίωξη πιστών από Ναό με εντολή του ιερέα

Γράφει ο π.Νικόλαος Μανώλης

Το άρθρο που ακολουθεί αποτελεί μέρος της Ομιλίας μου με θέμα: «Ασεβή ράσα», που πραγματοποιήθηκε τήν Κυριακή 31 Ἰανουαρίου 2021 και μεταδόθηκε ζωντανά εδώ.

Αδελφοί μου, η διαστρέβλωση την οποία υφίστανται οι εντολές του Θεού, είναι συγκλονιστική! Επειδή δηλαδή μερικοί ιερείς, αρκετοί μπορώ να πω στον αριθμό, έχουν απενεργοποιήσει τα πνευματικά αισθητήριά τους και δεν μπορούν να ψηλαφίσουν, να γευτούν, να οσφριστούν την Ορθοδοξία, προσκυνούν τη δεσποτοκρατία και εγκλωβίζονται σε μία ψευτοϋπακοή. Γι’ αυτόν τον λόγο, τολμώ να πω, πως το Σώμα της Εκκλησίας βιώνει μία εκκλησιολογική λειψανδρία, και ας μου επιτραπεί ο όρος. Διότι οι ιερείς επιλέγουν μία «Ορθοδοξία κοσμικού τύπου», που στέκεται στα εξωτερικά σχήματα, στους βαρύγδουπους ακαδημαϊκούς τίτλους, στα χρυσοποίκιλτα οφφίκια και στην επί της ουσίας υποταγή στην πρώτο άνευ ίσων, με αποτέλεσμα να αποδεικνύονται δειλοί μπροστά στην ομολογία. Να μην μπορούν να σταθούν ως ορθόδοξοι αγωνιστές. Να ασπάζονται την πίστη του «φαίνεσθαι» και του «θεαθήναι»! Μία δήθεν πίστη που στέκεται μόνο στους τύπους και δεν ψάχνει να βρει το ζαχαροπλαστείο το πνευματικό, για να γλυκαθεί! Δε λέω· το δέλεαρ για να υποκύψει κανείς στην εκκλησιαστική διαφθορά, είναι μεγάλο. Όμως πώς μπορεί να συγκριθεί το αιώνιο, αμάραντο στεφάνι της δόξας με τα επίγεια κοσμικά τάλαντα; Ποιος τολμά να αμφισβητήσει ότι το κατατρυπημένο ράσο από τις οβίδες του διαβόλου, το ματωμένο ράσο από τον αγώνα για να επικρατήσει ατόφια η Ορθοδοξία, απολαμβάνει Παράδεισο; Η Ορθοδοξία είναι θυσία, είναι αγώνας αιματήρος… Να! Θα σας φέρω ένα παράδειγμα που και άνθρωπος μπορεί να το επιβεβαιώσει και ο ίδιος ο Θεός! Θα ήταν πολύ εύκολο για εμένα και για την πνευματική και σαρκική μου οικογένεια να ενδώσω στην «εκκλησιολογική ανωμαλία» της μοχθηράς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης και μάλιστα να επιβεβαιώσω πως όλα όσα αιρετικά πράττει, είναι απόλυτα συμβατά με την Ορθόδοξη Πίστη και Παράδοση. Σε ένα τέτοιο σενάριο επιστημονικής φαντασίας, σίγουρα θα ήμουν κάτι σαν ένας σούπερ-ήρωας της Μητρόπολης, ένας μικρός «ενοριακός βασιλιάς» που απολαμβάνει δόξες και τιμές, διότι συγκαλύπτει τον αιρετίζοντα επίσκοπό του. Όμως, η διακοπή της μνημόνευσης του οικείου μου Επισκόπου, η Αποτείχιση από την αίρεση, δεν είναι ούτε ένας δρόμο στρωμένος με ροδοπέταλα, ούτε μία θεολογική αντιπαράθεση που στηρίζεται στην αξιοκρατία. Αντίθετα, αδικήθηκα, χλευάστηκα, δικάστηκα, διασύρθηκα, πόνεσα και τελικά διώχθηκα από τον ναό μου. (Σε λίγο καιρό η κατάνυξη θα αρχίσει να δημοσιεύει μία σειρά αναρτήσεων με το ιστορικό αυτών των διώξεων, με σκοπό να καταδείξουμε για ακόμη μία φορά το ναζιστικό πρόσωπο της σύγχρονης δεσποτοκρατίας). Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι πως ο πονηρός μέσω της αίρεσης, διψά για το αίμα των ορθοδόξων. Ο πονηρός δρα διαμέσου των αιρετικών και αιρετιζόντων ανθρώπων που ασπάζονται τα «περιττώματα» των αιρέσεων. Κατά τον ίδιο λοιπόν τρόπο, όπως ο διάβολος μέσω των οργάνων του με λύσσα εκδίωξε εμένα από τον ιερό ναό μου, έτσι έγινε και στη Χριστουγεννιάτικη Θεία Λειτουργία στον Ι.Ν Αγίου Νικολάου Φλαρίου Καλαμάτας. Σε εκείνον τον ναό σημειώθηκε ένα πρωτοφανές περιστατικό, μία έκθεση ανίερων λεκτικών φρικαλεοτήτων, αφού ο εκεί οργισμένος ιερέας αφηνίασε με τους μη μασκοφόρους και τους εκδίωξε από τον ναό. Αν εξετάσετε με καθαρή κρίση τα δύο περιστατικά των διώξεων, της δικής μου δηλαδή και των μη μασκοφόρων, θα δείτε ότι και στις δύο περιπτώσεις ο Διάβολος αφινιάζει, οργίζεται και επιτίθεται. Δεν αντέχει ο Διάβολος ούτε την Αλήθεια της Ορθοδοξίας, ούτε την ομολογία που κάνουν με κάθε κόστος οι ιερείς και το ποίμνιο, ούτε τον πνευματικό έλεγχο στην εκκλησιαστική ανομία, ούτε την κατάδειξη των θεολογικών λαθών που αντίκεινται στους Ευαγγελικούς και Πατερικούς Νόμους, ούτε την καταδίκη της αίρεσης, ούτε την πλήρη αποδοχή της Ιαματικής Χάρης του Παναγίου πνεύματος, ούτε την αντίσταση στη βλασφημία. Γι’ αυτό λυσσομανάει ο κακούργος και μας πετάει έξω από τους ευλογημένους ναούς… Θέλω να πω σε αυτά τα παιδιά που έλεγξαν τον Αρχιμανδρίτη που με έναν βίαιο τρόπο απαίτησε να φορέσουν μάσκα, ότι διέπραξαν μία ορθοδοξότατη ομολογία, έδειξαν τέτοιο σθένος, εξέφρασαν τέτοια θερμή πίστη, που ακόμη και οι σύγχρονοι ιερείς δειλιάζουν να την κάνουν. Και όπως είπα, επειδή συμπονώ και αυτά τα παιδιά και επειδή είμαι και ο ίδιος παθών, θέλω να προσπαθήσω να σας αποδείξω πόσο δαιμονική είναι η πράξη εκδίωξης ενός ανθρώπου από τον Οίκο του Θεού. Δηλαδή, ενός ορθοδόξου μαχητή που απλά πασχίζει να τηρήσει τις Εντολές του Κυρίου και να υπερασπιστεί την Αλήθεια της Ορθοδοξίας.

Πριν εξετάσουμε λέξη προς λέξη τα λόγια του λειτουργού ιερέα, ο οποίος κατέληξε να διώκει το ποίμνιό του… ας δούμε το σχετικό σύντομο απόσπασμα που προβάλλουμε για την ενημέρωση τοπυ αναγνωστικού μας κοινού από το κανάλι KONSTANTINOS FLAMIS:

Μόλις που προλαβαίνουν τα ιεροψαλτικά χείλη να υμνήσουν τον Κύριο και να Του ψάλουν «μακάριος ἀνήρ ὁ φοβούμενος τον Κύριον» και η πνευματικά αυθάδης γλώσσα του λειτουργού προστάζει τη διακοπή της υμνολογίας. Λέει ευθαρσώς: «Δε θα ανοίξουμε διάλογο, όσοι δε φοράτε μάσκα, θα βγείτε έξω… Διαβάστε τον νόμο. Περάστε έξω. Τον Λόγο του Θεού τον γνωρίζω καλύτερα από εσάς. Αντιρρησίες θα είστε στο σπίτι σας, όχι εδώ. Εδώ θα είστε υπάκουοι και σεβαστικοί. Κουμάντο και αντιρρησία στο σπίτι σας, όχι εδώ μέσα. Εδώ μέσα κάνω εγώ κουμάντο. Εγώ είμαι πρόεδρος του εκκλησιαστικού συμβουλίου… Αλλιώς καλέστε την αστυνομία να πάρει τον κύριο».

Ναι, αυτός είναι ο πρεσβύτερος του Κυρίου, που καλεί τον λαό του Θεού να προσέλθει «Μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης», όμως ο ίδιος σε εκείνη τη Χριστουγεννιάτικη Θεία Λειτουργία δεν υπέδειξε ούτε φόβο, ούτε πίστη, ούτε αγάπη. Με την πλήρως αποστροφική προς τον Μοναδικό Θεό στάση του, εξευτέλισε τις δεήσεις για την άνωθεν ειρήνη και τη σωτηρία των ψυχών, για τον άγιο οίκο τούτο και των μετά πίστεως ευλαβείας και φόβου Θεού εισιόντων εν αυτώ, για το ρυσθήναι από πάσης θλίψεως, οργής, κινδύνου και ανάγκης.

Ο εν λόγω ιερέας, αν δεν έπαυε με αυτόν τον τρόπο τον ψαλμό προς τον Κύριο, ίσως άκουγε πως μετά το «μακάριος ἀνήρ ὁ φοβούμενος τόν Κύριον» ακολουθεί το «ἐν ταῖς ἐντολαῖς αὐτοῦ θελήσει σφόδρα». Ίσως όλο το διαμάντι της θεολογίας του Κύριου και της νόησης της Αλήθειας της Ορθοδοξίας που κρύβεται πίσω από τις δοξολογίες, πετύχαινε να αγγίξει, έστω και στο ελάχιστο, τη σκληροκαρδία του ιερέα, ώστε να αποτρέψει την αιχμηρότητα των λόγων του ιερέα. Ίσως, μπορούσε να αντιληφθεί πως οι εντολές του Θεού δεν είναι ασημαντότητες, λέξεις άνευ αξίας και κενές που μπορεί ο καθένας να τις προσπερνά. Αντίθετα, είναι ο λόγος του Θεού, η Θεία προσταγή που παίρνει σάρκα και οστά και βιώνεται και αφήνει τον άνθρωπο έκθαμβο μπροστά στη νομοτέλεια του Κυρίου. Είναι η προσπάθεια για να γίνουμε «ὅς δ᾿ ἄν τηρῇ αὐτοῦ τόν λόγον, ἀληθῶς ἐν τούτῳ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τετελείωται[1]». Η προσπάθεια για να μη γίνουμε «ὅς ἐάν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καί διδάξῃ οὕτω τούς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν[2]». Η επιδίωξη για το «γίνεσθε δέ ποιηταί λόγου καί μή μόνον ἀκροαταί, παραλογιζόμενοι ἑαυτούς[3]».

Τι χαρακτηριστικά πρέπει να έχει ένας ορθόδοξος ιερέας; Οφείλουν οι πρεσβύτεροι του Κυρίου να τηρούν τις εντολές; Μπορούν ως τσιφλικάδες να άγονται και να φέρονται εντός του Οίκου Του;

Ο Ιερός Χρυσόστομός στον 2ο λόγο περί ιερωσύνης γράφει: «Και ποιο κέρδος θα μπορούσε να υπάρξη μεγαλύτερο, είπα, από το να φανούμε ότι κάνουμε αυτά που ο Χριστός είπε ότι είναι δείγματα της προς αυτόν αγάπης. Έτσι, διαλεγόμενος με τον κορυφαίο των αποστόλων λέγει, Πέτρε, με αγαπάς; Μετά δε την ομολογία του τελευταίου, προσθέτει, Αν με αγαπάς, ποίμανε τα πρόβατά μου». Το χρέος που οφείλει ο πρεσβύτερος στον Κύριο είναι γιγαντώδες, διότι πρέπει να εκδηλώσει το μέγεθος της Θείας Αγάπης, όχι αποκλειστικά εκφράζοντάς τη προς Εκείνον, αλλά πολλαπλασιάζοντάς τη μέσω της αυτοθυσίας για την ιερή ποίμνη. Όταν καλπάζει η καρδιά του ιερέα για να γευτεί τον Θεό και για να τον διακονήσει, τότε μπορεί να παρέμβει συντριπτικά στην ψυχή του ποιμνίου και να τη γαλουχήσει ορθόδοξα. Όμως, αν δεν υπάρξει τέλεια και αληθινή αγάπη προς τον Κύριο, που εκφράζεται μόνο εντός των ορθόδοξων πλαισίων, πώς μπορεί να ποιμάνει κανείς την ποίμνη του Κυρίου και να ευχαριστήσει τον Κύριο;

Στη συνέχεια του λόγου: «Ποιος είναι λοιπόν ο πιστός και φρόνιμος δούλος; Δεν αγνοούσε τον πιστό και φρόνιμο δούλο, αλλά ήθελε να δείξη το σπάνιο των προσόντων αυτών και το μέγεθος της εξουσίας που θα δινόταν στον δούλο. Βλέπε μάλιστα και το μέγεθος του βραβείου· Σε όλη του την περιουσία, λέγει θα τον καταστήση διαχειριστή». Πρώτα πρώτα αν κανείς δεν είναι άξιος να πιστέψει στην παντοδυναμία, τη μεγαλοσύνη και την κυριαρχία του Θεού, πώς θα λειτουργήσει σε έναν άγιο οίκο χωρίς να τον μετατρέψει σε οικητήριο δαιμόνων; O Θεός βάζει ως προϋπόθεση την Πίστη, γιατί εν αρχή είν’ η Πίστη στον Αληθινό Θεό. Χωρίς την πίστη στην Αγία Εκκλησία, δεν μπορεί να σταθεί ο ιερέας ενώπιον του αγίου θυσιαστηρίου και να κοιτάξει το ποίμνιο με μάτια καθαρά από τα αιρετικά έκτροπα, αλλά στέκεται σαν ένας αλλόφρον άπιστος που δεν μπορεί να βιώσει τη Θεία Χάρη. Όταν ο Κύριος εκφράζεται έτσι για την Πίστη και τη σηματοδοτεί ως κάτι βαρυσήμαντο, ως την κορωνίδα της Ορθοδοξίας και την προϋπόθεση για να υπάρξει κανείς εντός της, πώς μπορούν οι ιερείς του 2021 να είναι πιο άπιστοι από ποτέ; Ο Κύριος δεν αναπαύεται με μία επιμέρους Πίστη, αλλά υμνεί την εξ ολοκλήρου, ακέραια, απόλυτη υποταγή στην Πίστη της Θεότητάς Του. Συνεπώς, όποιος θεωρεί ότι μπορεί να λατρεύει τον Κύριο επιλεκτικά και αφαιρώντας από την Πίστη του την Ιαματική Του Χάρη, πλανάται. Κάθε προσταγή προς αποφυγή μετάδοσης ιών εντός του Οίκου Του, όχι μόνο μας ανάγει στην εωσφορική κατηγορία των ημι-χριστιανών, αλλά μας τοποθετεί εκτός Εκκλησίας. Διότι η άρνηση της Ιαματικής Χάρης του Παναγίου Πνεύματος, δε σημαίνει τίποτα άλλο πέρα από μία βλάσφημη κατάδειξη της μικρότητας του Θεού. Σήμερα, όμως, πώς μπορεί κάποιος να διαχειριστεί την αμύθητη περιουσία του Δεσπότη Χριστού εφόσον την ξεπουλά στους αγρίους Δεσποτάδες και στην άθεη Κυβέρνηση; Πώς μπορεί ένας ιερέας να απολαύσει το μέγεθος του ουράνιου βραβείου όταν επιτρέπει στους ληστές της Ορθόδοξης Παράδοσης και Κανονικότητας να σφετερίζονται την τάξη εντός του Οίκου του Θεού;

Στον 3ο λόγο περί ιερωσύνης ο Ιερός Χρυσόστομος γράφει «Η ιερωσύνη ασκείται μεν επί της γης, αλλά ανήκει στην τάξη των επουρανίων ταγμάτων. Τούτο δε είναι εύλογο, διότι την ιερωσύνη δεν την καθίδρυσε ούτε άνθρωπος, ούτε άγγελος, ούτε αρχάγγελος, ούτε κάποια άλλη κτιστή δύναμη, αλλά ο ίδιος ο Παράκλητος, ο οποίος, αν και η ιερατική διακονία ασκείται από σαρκικά όντα, την καθιστά τέτοια ώστε να φαίνεται ότι ασκείται από αγγέλους». Διαβάζοντας αυτά τα λόγια, προβληματιζόμαστε, διότι, όταν ούτε Άγγελος, ούτε Αρχάγγελος δεν τολμά να μεταβάλλει τον ρόλο του ιερέα, πώς μπορούν μερικοί επιτήδειοι να επιβάλλουν την εωσφορική ξεφτίλα των μασκών εντός του Οίκου του Θεού και να μετατρέπουν τους λειτουργούς σε υγειονομικούς; Πώς μπορούν οι λειτουργοί να χλευάζουν τους συλλειτουργούς Αγγέλους και να επιδίδονται σε ασωτίες βλαβερές όχι για τη σωματική υγεία, αλλά για την ψυχική; Τι σαπίλα πνευματική, να γυρνάνε οι ιερείς σαν να ‘ναι χειρουργοί ή μάλλον σαν να ‘ναι εκκλησιολογικά διαστροφικοί!

Μαθαίνουμε από τον τρίτο λόγο ότι: «Λέγει ο απόστολος: Ασθενεῖ κάποιος συνάνθρωπός σας; Ας προσκαλέση τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας, οι οποίοι ας προσευχηθούν και ας τον αλείψουν με έλαιο στο όνομα του Κυρίου». Εύλογα μας γεννάται η απορία, πώς μπορεί να τιμηθεί η θεία βασιλεία με κλειστούς ναούς; Πώς να γίνουμε υιοί Θεού, ενός «Θεού» ιογόνου και μολυσματικού; Γιατί ο Απόστολος μπορεί και προτάσσει την πίστη, η οποία διαλύει την απιστία, το φθαρτό, το αδύναμο, το ανθρώπινο; Γιατί ο Απόστολος δεν αρνείται την ιαματική Χάρη του Παναγίου Πνεύματος; Γιατί δε φορά εωσφορική πανοπλία για να προστατευτεί από τον Κύριο; Γιατί δεν κρούει τον κώδωνα της αύξησης του επιδημιολογικού φορτίου εντός των ιερών ναών; Πόσο ταυτίζεται το κήρυγμα το αληθινά ορθόδοξο που μας χαρίζει ο Άγιος με την αλλοφροσύνη που κηρύττουν οι αχαλίνωτες ιερατικές γλώσσες; Πού είναι η προσευχή μας για τους αρρώστους; Πού είναι το ξίφος το πνευματικό του ανθρώπου; Γιατί μερικοί θεωρούν ως «απόπτυσμα» το έλαιο του Κυρίου και θέλουν να «καθαγιαστούν» με αντισηπτικά; Γιατί κρύβουμε τις αμαρτίες μας και τη σαθρότητά μας πίσω από μία πάνινη μάσκα; Γιατί είμαστε τόσο λίγοι;

Συνεχίζει να μας παιδαγωγεί ο λόγος του Αγίου τονίζοντας πως «τίποτα δεν θολώνει έτσι την καθαρότητα του νου και τη διαύγεια της σκέψεως, όπως ο άτακτος και ανεξέλεγκτος θυμός. Πράγματι, ο θυμός καταστρέφει και τους φρονίμους. Σαν να σκοτίσθηκε δηλαδή σε κάποια νυκτερινή μάχη ο οφθαλμός της ψυχής και δεν μπορεί να διακρίνει τους φίλους από τους εχθρούς και τους εντίμους από τους ατίμους, αλλά μεταχειρίζεται το ίδιο μέτρο κρίσεως για όλους, αν δε πρόκειται να τιμωρηθεί γι᾿ αυτό είναι διατεθειμένος να υποστεί όλες τις συνέπειες προκειμένου να ικανοποιήσει την ψυχική του ηδονή». Η οργή που κατακλύζει έναν άνθρωπο επειδή τάσσεται κατά των λόγων του Ευαγγελίου, είναι δαιμονική. Είναι εξωφρενικό πόσο χώρο μπορεί να λάβει ο δαίμονας σε μία ιερατική ψυχή, να τη συμπαρασύρει και να τη συντρίψει σε τέτοιο βαθμό ώστε να βρίσκει την ηδονή στο να οργίζεται με τα του Θεού. Όταν ο Άγιος θλίβεται από την αλλοίωση του φρόνιμου ανθρώπου σε οργίλο, πόσο αυστηρά θα καταδικάσει τον άνθρωπο που οργίζεται επειδή το ποίμνιο δε συνεναίνει στις αισχρές προσταγές του; Επειδή δεν αρνείται τον Κύριο;

Στον τέταρτο λόγο γίνεται μία συγκλονιστική αναφορά και αποκαλύπτει: «Μετά τα καλά έργα μόνο μία συσκευή υπάρχει για τη θεραπεία των ασθενειών, η δια του λόγου διδασκαλία. Αυτή είναι το ιατρικό εργαλείο, αυτή η τροφή, αυτή ο υγιής και καθαρός αέρας. Αυτή έχει τη θέση φαρμάκου, τη θέση της φωτιάς και του σιδήρου… Προκειμένου περί την αρίστη ηθική κατάσταση του ποιμνίου, το παράδειγμα του βίου των κληρικών θα μπορούσε να προκαλέση τον ζήλο για την ορθή διαγωγή, όταν όμως η ψυχή νοσεί περί τα δόγματα, τότε είναι μεγάλη η ανάγκη του λόγου, όχι μόνο για τη διασφάλιση της εσωτερικής ποίμνης, αλλά και για την απόκρουση των εξωτερικών εχθρών. Όταν κάποιος διαθέτη τη μάχαιρα του πνεύματος και πολύ ανθεκτική την πανοπλία της πίστεως, ώστε να έχη τη δύναμη να θαυματουργή και με τα μεγάλα έργα του να φράττη τα στόματα των αναισχύντων, δεν χρειάζεται τη βοήθεια του λόγου· η φύση του λόγου όμως μάλλον και τότε δεν θα ήταν άχρηστη, αλλά πολύ αναγκαία».

Ο συγκεκριμένος ιερέας με σκοπό να επιβληθεί με μεγαλύτερη ευκολία και να πετύχει την εκδίωξη των μη μασκοφόρων από τον Οίκο του Θεού, κάνει επίκληση στην «αυθεντία» της εκκλησιαστικής εξουσίας. Ο ίδιος δηλώνει με περισσό εγωισμό και αλαζονεία πως είναι πρόεδρος του εκκλησιαστικού συμβουλίου. Μόνο που, είναι λειτουργός της Αγίας Εκκλησίας, η οποία είναι Χριστοκεντρική και ούτε επισκοποκεντρική ούτε ρασοκεντρική. Πάτερ μου, αναλογιστείτε λοιπόν ότι, επειδή υπηρετείτε τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία και όχι την Παπική Δύση, δεν μπορείτε να μας επιτίθεστε σαν να έχετε το παπικό «αλάθητο» και «πρωτείο». Δεν μπορείτε να μας εκδιώκετε από τον Οίκο του Θεού, διότι δε σας ανήκει! Δεν είναι τσιφλίκι σας! Τουλάχιστον κατά τους ορθοδόξους, εντός των ιερών ναών δεν ισχύει το δίκαιο του ισχυρότερου στην εκκλησιαστική ιεραρχία, αλλά το Θείο Δίκαιο! Η εξουσιολαγνεία σας, δε σας τιμά… Τουναντίων, θα έπρεπε η θέση εξουσίας που κατέχετε να λειτουργεί προς Δόξα Θεού, να συμμορφώνεται σύμφωνα με τις Ευαγγελικές και Πατερικές «Νομοθεσίες», διότι «εἷς ἐστιν ὁ νομοθέτης καί κριτής. ὁ δυνάμενος σῶσαι καί ἀπολέσαι· σύ δέ τίς εἶ ὅς κρίνεις τόν ἕτερον;[4]» και «Κύριος κρινεῖ λαούς. Κρῖνόν με, Κύριε, κατά τήν δικαιοσύνην μου καί κατά τήν ἀκακίαν μου ἐπ᾿ ἐμοί. Συντελεσθήτω δή πονηρία ἁμαρτωλῶν καί κατευθυνεῖς δίκαιον, ἐτάζων καρδίας καί νεφρούς ὁ Θεός[5]».

Έχοντας αποταμιεύσει τον ορθόδοξο πλούτο των λόγων του Αγίου, μπορούμε να καταδείξουμε πως ένας ιερέας φλερτάρει με τη «νόσο των δογμάτων», εφόσον έχει αποδεχτεί όλα τα εκκλησιολογικά σκάνδαλα που διαπράχθηκαν από την Εκκλησία της Ελλάδας. Μνημονεύει, λοιπόν, την εκκλησιολογική αιρετική διαστροφή μέσω της αποδοχής της παναίρεσης του Οικουμενισμού και της εκκλησιοποίησης όλων των αιρέσεων (Κολυμπάρι 2016). Μνημονεύει και την αντικανονική απόδοση αυτοκεφαλίας στη σχισματοαίρεση της Ουκρανίας (αναγνώριση από τη Διοικούσα Εκκλησία της Ελλάδας το 2019). Και σήμερα στηρίζει την «εν κορωνοϊώ μιαρή εκκλησία» και γίνεται υπερασπιστής της «θεολογικής γενοκτονίας» που διαπράττεται εντός της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.

«Εἶπε δέ αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς· ὁ ἐρχόμενος πρός με οὐ μή πεινάσῃ, καί ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ οὐ μή διψήσῃ πώποτε. ἀλλ᾿ εἶπον ὑμῖν ὅτι καί ἑωράκατέ με καί οὐ πιστεύετε. Πᾶν ό δίδωσί μοι ὁ πατήρ, πρός ἐμέ ἥξει, καί τόν ἐρχόμενον πρός με οὐ μή ἐκβάλω ἔξω· ὅτι καταβέβηκα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ οὐχ ἵνα ποιῶ τό θέλημα τό ἐμόν, ἀλλά τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με. τοῦτο δέ ἐστι τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με πατρός, ἵνα πᾶν ό δέδωκέ μοι μή ἀπολέσω ἐξ αὐτοῦ, ἀλλά ἀναστήσω αὐτό ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ»[6].

Ο οργίλος και διώκτης ιερέας, ακόμη και αν πιστεύει πως ορθώς διώκει τους μη μασκοφόρους από τον Οίκο του Θεού, πώς τολμά και παραβαίνει το «τόν ἐρχόμενον πρός με οὐ μή ἐκβάλω ἔξω[7]»; Είναι μήπως αυτό το θέλημα του Κυρίου; Προσμένουμε από τον εν λόγω ιερέα να μας καταθέσει πού διάβασε αυτές τις πρακτικές. Ποιο Ευαγγέλιο και ποιο Πατερικό ανάγνωσμα διδάσκει την εκδίωξη αυτών που καταβάλλονται από τον φόβο της απιστίας; Τον παρακαλούμε να μας καταθέσει τον ιερό Κανόνα που επιτάσσει τη δίωξη των ανθρώπων που πιστεύουν πως εντός του Οίκου του Θεού, δεν κινδυνεύουν από κανέναν ιό. Θέλουμε να μάθουμε αν ο ιερέας είναι σίγουρος ότι ποιεί το θέλημα του Κυρίου και όχι το θέλημα των πεπτωκότων ανθρώπων. Μήπως προσπαθεί από όλα όσα του έδωσε ο Κύριος να μη χάσει τίποτα; Μήπως προσπαθεί από το ποίμνιο να μη χαθεί ούτε ένας πιστός; Ή μήπως προσπαθεί να μη χαθεί ούτε ένας άπιστος; Διότι, εκδιώκει από τον Οίκο του Θεού αυτούς που εμπιστεύονται όλη την ύπαρξή τους στον Παντοδύναμο Κύριο, και φυλάγει μέσα στον ιερό Οίκο όλους όσους ακυρώνουν την Ιαματική Χάρη του Οικοδεσπότη. Βέβαια, μόνο τους αιρετικούς δεν βγάζουν από το Ναό οι σύγχρονοι ιερωμένοι. Μόνο στους αιρετικούς εφαρμόζουν το «τόν ἐρχόμενον πρός με οὐ μή ἐκβάλω ἔξω»!!!

Μήπως επιδιώκει να φέρει εντός της ιερής ποίμνης μέχρι και το τελευταίο απολωλός πρόβατο; Ή μήπως ο ίδιος έγινε ο λύκος που γρυλίζει επιθετικά και τελικά κατασπαράζει τα πρόβατα; Γιατί είναι τόσο αντιφατικό να θέλει να φαίνεται ως ο «καλός ποιμήν», ενώ την ίδια στιγμή επαινεί τον πιστό που παραστράτησε, που έφυγε από την Αλήθεια και την ασφάλεια της ποίμνης. Επαινεί και συντάσσεται με τους μασκοφόρους, αυτούς που πιστεύουν σε έναν μολυσματικό «θεό», αυτούς που αντικρίζουν τον Σωτήρα τους και Πλαστουργό τους με καλυμμένο το πρόσωπο και όχι με καθάρια ματιά που λάμπει απ’ την Πίστη.

Παρατηρώντας μία εκδίωξη πιστών που είναι βουτηγμένη σε μία πλάνα θεώρηση του ποιος είναι τελικά ο Θεός του διώκτη και πόση αφθονία ιαμάτων παρέχει, έχει σημασία να παραθέσουμε μερικά γεγονότα, ώστε να θυμηθούμε καλύτερα την εκκλησιαστική μας ιστορία και να πάρουμε θέση διώκτη ή διωκομένου.

Ένας εκ των πρώτων που αντέδρασαν κατά του αιρετικού Πατριάρχου Νεστορίου, ο λαϊκός άνθρωπος Ευσέβιος, μετέπειτα επίσκοπος Δορυλαίου, δικαιώθηκε τελικά από την Εκκλησία κατά την καταδίκη του Νεστορίου. Ο Ευσέβιος (όντας λαϊκός) είχε αντιδράσει αμέσως (το 429), αντικρούοντας τον αιρετικό Πατριάρχη εντός της Εκκλησίας. Σύμφωνα με τον Άγιο Κύριλλο, «Επειδή αυτός [ο Νεστόριος] στη μέση της Εκκλησίας παρουσίαζε καινούργιες και βέβηλες διδασκαλίες, κάποιος άνδρας από τους πολύ επιεικείς, και όντας ακόμη μεταξύ των λαϊκών, αλλά έχοντας συγκεντρώσει μέσα του θαυμαστή παιδεία, κινημένος από θερμό και φιλόθεο ζήλο, φωνάζοντας εντόνως είπεν, ότι ο Ίδιος ο προαιώνιος Λόγος υπέμεινε και δεύτερη γέννηση, δηλαδή, κατά την ανθρώπινη φύση, και από γυναίκα· και ενώ στα πλήθη γινόταν θόρυβος γι΄ αυτά και οι μεν περισσότεροι και συνετοί τον ετιμούσαν με μεγάλους επαίνους, ως ευσεβή και συνετώτατο και γνώστην της ορθότητος των δογμάτων, ενώ οι άλλοι ήταν λυσσασμένοι εναντίον του, αυτός [ο Νεστόριος] διακόπτει και αμέσως αποδέχεται εκείνους τους οποίους και κατέστρεψε με τη διδασκαλία του, στρέφει δε την γλώσσα του εναντίον εκείνου [του Ευσεβίου], που  δεν ανέχθηκε τα λόγια του, αλλά και εναντίον των Αγίων Πατέρων, οι οποίοι μας θεσμοθέτησαν τον ευσεβή Όρο της Πίστεως, την οποίαν έχομεν ως άγκυρα της ψυχής ασφαλή και βεβαία, καθώς έχει γραφή [Εβρ. 6, 19]».

Με σεβασμό στην ιερωσύνη του συγκεκριμένου ιερέα, έχει σημασία να θέσουμε μερικά ερωτήματα, διότι βλέπουμε να ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μας μία μορφή ιερέα που αδιαφορεί επιδεικτικά για τους Θείους και Πατερικούς Λόγους και οργίζεται με την κανονικότητα που ορίζει η Ορθοδοξία, δηλαδή με την καταδίκη των μασκών και όλων των μέτρων προστασίας εντών των ιερών ναών. Αρθρώνει έναν λόγο που γέμει δολιότητας, οργίζεται δαιμονικά, αφινιάζει με ένα παραλήρημα αντορθόδοξο. Χλευάζει και περιφρονεί τους όντως ορθοδόξους και «κακοποιεί» με την αχαλίνωτη και βλάσφημη γλώσσα του κάθε ορθόδοξη ομολογιακή φωνή!

Τον ρωτάμε λοιπόν:

Το «πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἤ ἀνθρώποις[8]», το γνωρίζει;

Το «ἀλλά καί ἐάν ἡμεῖς ἤ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ᾿ ὅ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω[9]», το γνωρίζει;

Το «ἀσθενεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσκαλεσάσθω τούς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας, καί προσευξάσθωσαν ἐπ᾿ αὐτόν ἀλείψαντες αὐτόν ἐλαίῳ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου· καί ἡ εὐχή τῆς πίστεως σώσει τόν κάμνοντα, καί ἐγερεῖ αὐτόν ὁ Κύριος· κἄν ἁμαρτίας ᾖ πεποιηκώς, ἀφεθήσεται αὐτῷ. ἐξομολογεῖσθε ἀλλήλοις τά παραπτώματα, καί εὔχεσθε ὑπέρ ἀλλήλων, ὅπως ἰαθῆτε· πολύ ἰσχύει δέησις δικαίου ἐνεργουμένη[10]», το γνωρίζει;

Το «Καί ἐγένετο ἐν τῷ εἶναι αὐτόν ἐν μιᾷ τῶν πόλεων καί ἰδού ἀνήρ πλήρης λέπρας· καί ἰδών τόν Ἰησοῦν, πεσών ἐπί πρόσωπον ἐδεήθη αὐτοῦ λέγων· Κύριε, ἐάν θέλῃς δύνασαί με καθαρίσαι. καί ἐκτείνας τήν χεῖρα ἥψατο αὐτοῦ εἰπών· θέλω, καθαρίσθητι. καί εὐθέως ἡ λέπρα ἀπῆλθεν ἀπ᾿ αὐτοῦ[11]», το γνωρίζει;

Το «καί ἰδού ἄνδρες φέροντες ἐπί κλίνης ἄνθρωπον ὅς ἦν παραλελυμένος καί ἐζήτουν αὐτόν εἰσενεγκεῖν καί θεῖναι ἐνώπιον αὐτοῦ. καί μή εὑρόντες ποίας εἰσενέγκωσιν αὐτόν διά τόν ὄχλον, ἀναβάντες ἐπί τό δῶμα διά τῶν κεράμων καθῆκαν αὐτόν σύν τῷ κλινιδίῳ εἰς τό μέσον ἔμπροσθεν τοῦ Ἰησοῦ. καί ἰδήν τήν πίστιν αὐτῶν εἶπεν αὐτῷ· ἄνθρωπε, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου[12]», το γνωρίζει;

To «καί γυνή οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος ἀπό ἐτῶν δώδεκα, ἥτις ἰατροῖς προσαναλώσασα ὅλον τόν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ᾿ οὐδενός θεραπευθῆναι, προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καί παραχρῆμα ἔστη ἡ ῥύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς[13]… ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην[14]», το γνωρίζει;

Το «Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρά τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μή σκύλλε τόν διδάσκαλον. ὁ δέ Ἰησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· μή φοβοῦ· μόνον πίστευε, καί σωθήσεται[15]. ἔκλαιον δέ πάντες καί ἐκόπτοντο αὐτήν. ὁ δέ εἶπε· μή κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν ἀλλά καθεύδει. καί κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν. αὐτός δέ ἐκβαλών ἔξω πάντας καί κρατήσας τῆς χειρός αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· ἡ παῖς, ἐγείρου. καί ἐπέστρεψε τό πνεῦμα αὐτῆς…[16]», το γνωρίζει;

Το «οὐ φοβηθήσομαι ἀπό μυριάδων λαοῦ τῶν κύκλῳ συνεπιτιθεμένων μοι. ἀνάστα, Κύριε, σῶσόν με, ὁ Θεός μου, ὅτι σύ ἐπάταξας πάντας τούς ἐχθραίνοντάς μοι ματαίως, ὀδόντας ἁμαρτωλῶν συνέτριψας. τοῦ Κυρίου ἡ σωτηρία, καί ἐπί τόν λαόν σου ἡ εὐλογία σου[17]», το γνωρίζει;

Τη βρώμα του Οικουμενισμού που αναθυμιάζει στις προσευχές των Αγίων, τη γνωρίζει;

Όσο οι δαιμονικές δυνάμεις βρίσκουν στόματα εντός των εκκλησιών να βωμολοχούν πνευματικά, το ποίμνιο θα σας ελέγχει. Δε σας φοβάται γιατί… «ἐάν οὗτοι σιωπήσωσιν, οἱ λίθοι κεκράξονται[18]». Όσο και αν σαλεύουν και έκπτωτοι ρασοφόροι, όσο και αν νομίζουν πως σαν χιτλερίσκοι θα μας αφανίσουν και θα μας εξορίσουν απ’ τον Οίκο του Θεού, ο ορθόδοξος λαός θα τους καταδικάσει σαν «κακοποιούς» της ορθόδοξης κανονικότητας. Αν δεν περάσουν από ορθόδοξο κόσκινο κάθε συλλαβή του Θείου Λόγου που ψελλίζουν, αν δε βάλουν μία φυλακή στα αιρετικά στόματά τους και μία θύρα να κλείνει τα βλάσφημα χείλη τους, δε θα σιωπήσουμε… Υπάρχουν οι εκκλησιαστικοί τραμπούκοι, αυτοί που δε βλέπουν ότι η αρχή του θαύματος είναι η Πίστη και καταγελούν το θαύμα της Ορθοδοξίας που φτάνει από την ίαση των ασθενών μέχρι την ανάσταση νεκρών. Όμως, όσο υπάρχουν οι παραπάνω, ο πιστός λαός θα επιδιώκει να λάβει πνεύμα, κι ας δώσει αίμα…


[1] (Α΄ Ἰω. 2,5)

[2] (Κατά Ματθαίον 5,19)

[3] (Ιακώβου 1,22)

[4] (Ιακ. 4,12)

[5] (Ψαλμός 7 Δαυΐδ)

[6] (Ιω. 6, 35-39)

[7] (Πράξ. 5, 29)

[8] (Πράξ. 5, 29)

[9] (Γαλ. 1,8)

[10] (Ιακ. 14,16)

[11] (Λουκ. 5,12-13)

[12] (Λουκ. 5, 18-20)

[13] (Λουκ. 8,43-44)

[14] (Λουκ. 8,48)

[15] (Λουκ. 8,49-50)

[16] (Λουκ. 8,52-54

[17] (Ψαλμός 3 Δαυΐδ)

[18] (Λουκ. 19,40)

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra


Δείτε σχετικά:
– Ανταρσία για γέλια και για κλάματα
– Τα Χριστούγεννα που χρωστάμε στα παιδιά μας
– Επονείδιστη η επιστολή της ΔΙΣ προς τον Πρωθυπουργό
– Επιστολήν του Μητροπολίτου Κυθήρων Σεραφείμ προς την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος
– Πειρασμός και ουρανός
– ΜΑΣΚΟΦΟΡΟΙ ή ΘΕΟΦΟΡΟΙ;
– Κάτω τα χέρια από την Ορθοδοξία
– Πειραματισμός σε ανθρώπους και έγκλημα κατά της ανθρωπότητας
– Εμβόλιο της σωτηρίας ή της αποστασίας;
– Mέτρα και εντός των Εκκλησιών κ. Γιαμαρέλλου;
– Ζει Κύριος ο Θεός προς πείσμα όλων των άθεων, των αιρετικών και των μασόνων
– Θα στηρίξει η Ιεραρχία τη γενναία στάση του Μητροπολίτη Κερκύρας να κηρύξει την εκκλησία υπό διωγμό;
– Η παράβαση των εντολών του Ευαγγελίου απενεργοποιεί την Θεία Χάρη και φέρνει τους βαρβάρους στον τόπο μας