Μον. Σεραφείμ Ζήσης

Ιωσήφ Βρυεννίου, 3η Διάλεξη περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος (και του Filioque)

εικόνα άρθρου: Ιωσήφ Βρυεννίου, 3η Διάλεξη περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος (και του Filioque)
Ομιλία του μοναχού π. Σεραφείμ Ζήση

Κατά τόν Μοναχό Ἰωσήφ Βρυέννιο, διδάσκαλο τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ: “Ἀφότου ὀνομασθήκαμε Χριστιανοί, πολλοί Πατριάρχες – καί Βασιλεῖς μαζί μέ αὐτούς – ἔχουν γίνει αἱρεσιάρχες, καί κάποιοι ὑφιστάμενοί τους παρασύρθηκαν μαζί τους· ἀλλά ἡ Πίστη ἔμεινε ἀσάλευτη […] ξένοι καί οἰκεῖοι αὐτῆς [τῆς Πίστεως] ἔπνευσαν μέ κάθε ὁρμή ἐναντίον Της, ἀλλά ἐκεῖνοι μέν ἔχουν γίνει σάν κοπριά τῆς γῆς (Ψαλμ. 82, 11) καί διαλύθηκαν σάν καπνός, ὅμως ἐκείνη [ἡ Πίστη] στέκεται ἀκλόνητη


Τήν Τετάρτη (Γ΄ἑβδ. Νηστειῶν), 11 Μαρτίου 2026 στήν Αἴθουσα “Πρωτοπρεσβύτερος Νικόλαος Μανώλης” τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανικοῦ Συλλόγου ” Ἅγιος Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής” (Μοναστηρίου 183, 2ος ὄροφος, Θεσσαλονίκη) καί ὥρες 19:00 – 20:30, στό πλαίσιο τοῦ “Φροντιστηρίου Ὀρθοδόξου Θεολογίας” ὁ Μοναχός π. Σεραφείμ (Ζήσης) ἀνέπτυξε τό θέμα: “Ἰωσήφ Βρυεννίου, 3η Διάλεξη περί ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (καί τοῦ Filioque)”.

Ὁ ὁμιλητής, ἀφοῦ ἐν συντομίᾳ παρουσίασε τήν ζωή καί τό ἔργο τοῦ σοφολογιωτάτου καί ὁσιολογιωτάτου Μοναχοῦ Ἰωσήφ Βρυεννίου (ca 1350 – ca 1431), διδασκάλου τοῦ Ἁγίου Μάρκου Ἀρχιεπισκόπου Ἐφέσου τοῦ Εὐγενικοῦ, τοῦ “Ἄτλαντος τῆς Ὀρθοδοξίας”, ὑπενθύμισε τήν εἰδικότερη ἐνασχόλησή του σέ ἄλλη παρουσίαση, μέ τήν διδασκαλία τοῦ ἱεροσόφου Ἰωσήφ καί περί τῆς κοινωνίας ἤ ἀκοινωνησίας (ἀποτειχίσεως) πρός ὅσους ἔχουν (μερική) κοινωνία μέ αἱρετικούς, στό ἔργο τοῦ Ἰωσήφ Βρυεννίου (1412) “Μελέτη περί τῆς τῶν Κυπρίων πρός τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν μελετωμένης Ἑνώσεως”. Ἡ μελέτη αὐτή παρουσιάστηκε στήν ὁμιλία τοῦ π. Σεραφείμ, “Ἡ ἀκοινωνησία τῆς ὀρθοδόξου Κωνσταντινουπόλεως καί τῶν Κυπρίων τόν 15ο αἰ.” (τοῦ 2021). 

Ἐπίσης, ὁ π. Σεραφείμ ὑπενθύμισε ὅτι ἀπό τήν ὀρθόδοξη καί ἱερά ψυχή τοῦ Ἰωσήφ Βρυεννίου καί τήν ὡς ἄνω ἐκκλησιολογική μελέτη του περί τῶν Κυπρίων προέρχεται ἡ γνωστή καί λαοφιλής φράση του “Οὐκ ἀρνησόμεθά σε, φίλη Ὀρθοδοξία, οὐ ψευσόμεθά σε [μτφτρ. δέν θά σέ διαψεύσουμε], πατροπαράδοτον σέβας, οὐκ ἀφιστάμεθά σου, μῆτερ εὐσέβεια. Ἐν σοί ἐγεννήθημεν καί σοί ζῶμεν καί ἐν σοί κοιμηθησόμεθα. Εἰ δέ καλέσοι καιρός, καί μυριάκις ὑπέρ σοῦ τεθνηξόμεθα”.

Στό προκείμενο θέμα, τῆς 3ης Διαλέξεως τοῦ Ἰωσήφ περί ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (11 Νοεμβρίου τοῦ 1422), ὁ π .Σεραφείμ ἔδειξε τήν διάκριση καί πνευματική ἀγάπη τοῦ Βρυεννίου ἀκόμη καί πρός τούς αἱρετίζοντες, ἀφοῦ ὁ Βρυέννιος στόν τίτλο τοῦ κειμένου τῆς Διαλέξεως αὐτῆς (τοῦ διαλόγου, δηλαδή) δέν κατέγραψε τά ὀνόματα τῶν (ἡττηθέντων θεολογικῶς) συνομιλητῶν του,  λατινοφρόνων, διότι ἦσαν ἐν ζωῇ καί ἦταν ἀκόμη δυνατόν νά μεταστραφοῦν (“ὧν τά ὀνόματα οὐ γέγραπται, ὡς ἔτι ζώντων καί δυναμένων ἐφ’ οἷς φρονοῦσι μεταβαλέσθαι”,σελ. 379).

Δίνοντας μία περίληψη τοῦ ἔργου μποροῦμε νά γράψουμε, ὅτι ἀναπτύχθηκαν ἀπό τόν Ἰωσήφ τά ἑξῆς, ὅπως τά παρουσίασε ὁ ὁμιλητής: 

(α) Εἶναι ἀποκλειστική τῶν Παπικῶν καί ἰδίως τοῦ Πάπα ἡ εὐθύνη γιά τό (αἱρετικό) σχίσμα μέ τήν προσθήκη τοῦ Filioque στό Σύμβολο τῆς Πίστεως· ἐκεῖνοι πού ἔπταισαν, οἱ Λατῖνοι, πρέπει καί νά ἀναιρέσουν τήν βλάβη, ἐπανερχόμενοι στήν ἀρχαία κοινή Πίστη.

(β) Ἡ προσθήκη τοῦ Filioque δέν ἦταν ἐκ Θεοῦ, διότι ἔκανε μέγιστο κακό στήν Ἐκκλησία.

(γ) Ἀκόμη καί ἄν κατά τήν (θεολογική) οὐσία της ἡ προσθήκη τοῦ Filioque ἦταν σωστή, ἔπρεπε ἡ οὐσία αὐτή, τό δόγμα, τοῦ Filioque νά τηρηθεῖ ὠς “σιωπώμενον ἐν Θεῷ δόγμα”, γιά νά ἀποτραπεῖ ἡ γενική βλάβη καί ἡ ἀπώλεια τῶν ὀπαδῶν της, ὅπως τηροῦνται καί ἄλλα δόγματα “ἐν Θεῷ σιωπώμενα”.

(δ) Ὁ Πάπας πρέπει νά μιμηθεῖ τήν ταπεινοφροσύνη καί τήν πρός ἀλλήλους ὑποταγή τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ἀλλά καί τήν προτεραιοποίηση τοῦ πνευματικοῦ συμφέροντος ἔναντι τῆς ἐξουσίας: “πάντα μοι ἔξεστι, ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρει, πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐ πάντα οἰκοδομεῖ” (Α΄ Κορ. 10, 23.24).

(ε) Ἡ προσθήκη δογμάτων στήν Δογματική Πίστη, ὅπως ἡ προσθήκη καί σέ κάθε ἄλλο πρᾶγμα, συνιστᾷ ἀλλοίωσή Της, ἐξ ἴσου μέ τήν ἀφαίρεση δογμάτων ἀπό αὐτήν· οἱ Ἅγιες Σύνοδοι καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες δέν ἀπείλησαν μέ καθαίρεση ἤ ἀνάθεμα, ὅσους δέν πιστεύουν στό Filioque (“τοῖς μή φρονοῦσι καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ προσωπικῶς τό Πνεῦμα τό ἅγιον ἐκπορεύεσθαι”), ἀντιθέτως ἀπέτρεψαν ὁποιαδήποτε προσθήκη στό Σύμβολο τῆς Πίστεως.

(στ) Ἡ χρησιμοποιούμενη ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρες φράση περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος “ἐκ τοῦ Πατρός διά τοῦ Υἱοῦ ἤ δι΄ Υἱοῦ” δέν ἀφορᾷ στήν προσωπική ὑπόσταση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως δηλ. τό Filioque δογματίζει περί τῆς δῆθεν ὑποστατικῆς (προσωπικῆς) προελεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκ Πατρός “καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ” (“Filioque”· filius στά λατινικά εἶναι ὁ υἱός)· ἀφορᾷ ἀντιθέτως στήν πέμψη ἤ ἀποστολή τῆς χάριτος (ἐνεργείας) τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Διότι “Πνεῦμα” στήν ἐκκλησιαστική Θεολογία δέν ὀνομάζεται μόνον τό Πρόσωπο (Ὑπόσταση) τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλά καί ἡ ἐνέργεια (τά χαρίσματα) τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία εἶναι ἄλλωστε καί κοινή τῆς Ἁγίας Τριάδος (τριαδική) ἐνέργεια, ἡ ὁποία ἀποστέλλεται “ἐκ Πατρός δι’ Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι”. Συνεπῶς, τό πατερικό “ἐκ Πατρός δι’ Υἱοῦ” Πνεῦμα, δηλ. ὡς τοῦ Πνεύματος ἐνέργεια/χάρις/δωρεά, δέν ταυτίζεται μέ τό αἱρετικό λατινικό δόγμα γιά τό “ἐκ Πατρός καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ” Πνεῦμα (Filioque), δηλ. ὡς Πρόσωπο ἐκπορευόμενον ἐκ τοῦ Θεοῦ Πατρός (καί δῆθεν καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ). 

(ζ) Ὑπάρχουν ἐγγενῆ προβλήματα τῆς λατινικῆς χριστιανικῆς θεολογίας, ὀφειλόμενα στήν πτωχεία τῆς λατινικῆς γλώσσης (“διά στενότητα ἑαυτῆς”), σέ σύγκριση μέ τήν πλούσια ἑλληνική γλῶσσα, ἀπ’ ὅπου ἡ Θεολογία ἀρύεται τήν ὁρολογία της. Οἱ δύο διακεκριμένοι ἑλληνικοί θεολογικοί καί φιλοσοφικοί ὅροι “οὐσία” (ἤ φύση ἤ μορφή) καί “ὑπόσταση” (ἤ πρόσωπο ἤ ἄτομο), πού ἔχουν ἐντελῶς διαφορετικό περιεχόμενο, στά λατινικά ἀποδίδονται μέ τόν ἴδιο ὅρο, “substantia”. Συνεπῶς, ὅταν οἱ Ἅγιοι Πατέρες στόν ἀγῶνα τους κατά τοῦ Ἀρειανισμοῦ καί τῆς Πνευματομαχίας δίδαξαν, ὅτι τό Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι “ἐκ τῆς οὐσίας” τοῦ Υἱοῦ (δηλ. ὁμοούσιο μέ τόν Υἱό καί Λόγο), στά λατινικά ἡ διδασκαλία αὐτή παρερμηνεύθηκε ὡς προέλευση τοῦ Πνεύματος ἐκ τῆς “ὑποστάσεως τοῦ Υἱοῦ”, δηλ. ὡς Filioque.

Περαιτέρω, ἡ λατινική χρησιμοποίησε τό ἴδιο ρῆμα “procedere” γιά τίς δύο διαφορετικές ἔννοιες τῶν ἑλληνικῶν ὅρων τῆς “ἐκπορεύσεως” καί τῆς “πέμψεως” (ἤ προόδου ἤ ἀποστολῆς ἤ τοῦ “προϊέναι”) τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ πρώτη, ἡ ἐκπόρευση, δηλώνει τήν προσωπική/ὑποστατική ὕπαρξη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπό μόνο τόν Θεό Πατέρα, τήν “πηγαία Θεότητα”. Ἀλλά ἡ “πέμψη”, ἡ “πρόοδος”, τό “προϊέναι” (έκ τοῦ ῥ. “πρόειμι”) τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δηλώνει τήν ἀποστολή τῆς ἐνεργείας, δηλ. τῆς χάριτος, δηλ. τῶν χαρισμάτων, δηλ. τῶν δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (πού εἶναι κοινή ἐνέργεια ὅλης τῆς Ἁγίας Τριάδος) πρός τά κτίσματα (τό Ἅγιον Πνεῦμα ὡς Πρόσωπον δέν “πέμπεται”, δέν “μεταβαίνει”, δέν “μετέχεται” ἀπό τά κτίσματα, ἀλλά ἀντιθέτως ἡ ἐνέργειά Του, ἐνέργεια κοινή τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἡ ὁποία ἐνέργεια ἐπίσης ὀνομάζεται “Ἅγιον Πνεῦμα”, αὐτή καί πέμπεται στά κτίσματα καί μετέχεται ἀπό αὐτά). Ὅταν λοιπόν ὁ Χριστός λέγει ὅτι ὁ Ἴδιος πέμπει τό Ἅγιον Πνεῦμα (πρβλ. Κατά Ἰωάννην 20, 22), δηλ. τήν ἐνέργεια, καί ἐνῷ ἀντιθέτως ὡς Πρόσωπον (Ὑπόστασις) τό Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπό (μόνο) τόν Πατέρα (Κατά Ἰωάννην 15, 26), τά δύο αὐτά ρήματα (πέμπεται καί ἐκπορεύεται) ἀποδίδονται στά λατινικά δυστυχῶς μέ τήν ἴδια λέξη. Ἔτσι ἔγινε καί ἡ ἀπόδοση τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Πνεύματος (Προσώπου/Ὑποστάσεως) καί στόν Υἱό, παρερμηνεύοντας τήν “πέμψη” (ἀποστολή) τοῦ Πνεύματος (ἐνεργείας, δωρεᾶς) ἀπό τόν Υἱό, τόν Χριστό, στούς Ἀποστόλους Του.

Τρίτο πρόβλημα εἶναι, ὅτι καί στά ἑλληνικά, ἡ λέξη “ἐκπόρευση” (ὅπως καί ἡ “πρόδος”, τό ρῆμα “πρόεισι”) νοηματικῶς παραπέμπει σέ “κίνηση”, σέ “μετάβαση” καί ἔτσι ἐξαπατᾷ τούς ἁπλούς ἀκροατές (“τοῖς μή μετά ἐμπειρίας ἀκούουσι πολλήν ἀπάτην πρός ὄλισθον ἐμποιεῖ”) καί φαίνεται ἐσφαλμένως νά ταυτίζεται μέ τήν “πέμψη” (δηλ. ἀποστολή, πρόοδο, τό “προϊέναι”). Ὅμως, ἡ ἐκπόρευση δέν δηλώνει κίνηση τοῦ Πνεύματος (ἀπό τόν Πατέρα), ἀλλά ὑποστατικό τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Προσώπου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: “ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορεύεσθαι· τοὐτέστι παρ’ Αὐτοῦ προσωπικῶς οὐσιοῦσθαι ὑπέρ ἅπασαν ἔννοιαν, οὐ μεταβατικῶς ἐκπορευόμενον, οὐχ ἕνεκα του [τινος], οὐ χρονικῶς, οὐ πρός τινας, οὔκουνγε· ἀλλά καθ’ ὕπαρξιν μόνιμον” (σελ. 385 ἑξ.).

(η) Στήν πρόταση τοῦ λατινόφρονος συνομιλητοῦ του, ὅτι, ἄν ὑποκύψει ἡ Κωνσταντινούπολη στόν Πάπα (καί ἀκολούθως καί οἱ ἄλλοι ὀρθόδοξοι λαοί), τότε θά ἀπαλλαγῇ ἡ Βασιλεύουσα ἀπό τούς Ὀθωμανούς μέ τήν βοήθεια τῶν Ἰταλῶν, ὁ Ἰωσήφ Βρυέννιος ἐξανίσταται ! “Ὤ, ποῖον σε ἔπος φύγεν ἔρκος ὀδόντων”, ἀναφωνεῖ !(ὁμηρική φράση: “Ὤ, ποιός λόγος σοῦ ξέφυγε μέσα ἀπό τόν φράκτη τῶν δοντιῶν …”!). Στή συνέχεια ὁ Βρυέννιος ψέγει τήν ὑποκρισία τῶν Δυτικῶν, ἀλλά καί τονίζει, ὅτι ἡ Πίστις τῶν Ὀρθοδόξων, ὅπως ἀποδεικνύει ἡ ἱστορία, δέν ἐξουσιάζεται ἀπό κανένα Πατριάρχη ἤ Βασιλέα. Πιστεύει, ὅτι καί ἄν μερικοί Ρωμηοί προδώσουν τήν Πίστη, θά τήν διατηρήσουν οἱ ὑπόλοιποι Ρωμηοί, καί τά ἄλλα ὀρθόδοξα ἔθνη ἀπό τήν Ἰβηρία (Γεωργία τοῦ Καυκάσου) μέχρι τήν Αἰθιοπία. Ἡ παραδεδομένη Πίστις εἶναι τόσο σαφής καί ξεκάθαρη, ὥστε εἶναι ἀδύνατον κάποιος νά πιστεύσει ἀλλιῶς, θά ἦταν ἀδύνατον νά πιστεύσει ὅτι καί ὁ ἥλιος εἶναι σκοτεινός, καί οἱ λίθοι ἄνευ μάζας κ.τ.σ.

(9) Ἔπειτα ἀπό τήν διαπίστωση τοῦ συνομιλητοῦ, ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι εἶναι “ἀτεράμονες” (πείσμονες) καί “ἀνένδοτοι”, ὁ Ἰωσήφ ὡς αἰτία αὐτοῦ παραθέτει ἐν συνόψει τήν συμπαγῆ πατερική (καί συνοδική) μαρτυρία κατά τῆς αἱρετικῆς θεολογίας τοῦ Filioque, δηλ. τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὄχι μόνον ἀπό τόν Θεό Πατέρα, ἀλλά δῆθεν καί ἀπό τόν Υἱό καί Λόγο.

(10) Συμπληρωματικά, ὁ Ἰωσήφ Βρυέννιος ζυγίζει καί ἀντιπαραβάλλει τήν θεόσοφη Θεολογία τῶν Ἁγίων Πατέρων πρός τούς ἀνθρωπίνους συλλογισμούς, στούς ὁποίους βασίστηκε ἡ δυτική θεολογία γιά νά στηρίξει τό Filioque, καί σαφῶς ἀποδίδει τά νικητήρια στήν πρώτη. Ἄλλωστε, λέγει, γιατί νά βασισθοῦμε τώρα σέ ἀνθρώπινους συλλογισμούς, ἀφοῦ καί τά ἰδιαίτερα Δόγματα τῆς Πίστεώς μας (ὅπως τῆς Ἁγίας Τριάδος) δέν τά ἀποδεχθήκαμε βάσει ἀνθρωπίνων συλλογισμῶν, καί οὔτε μποροῦν νά ἀποδειχθοῦν βάσει αὐτῶν (πρβλ. ); Διότι, φἐρ’ εἰπεῖν, ἡ ἀνθρώπινη διανοητική ἀσθένεια ἀπαιτεῖ ἕνα Θεό μονοπρόσωπο, καί ὄχι Τριαδικό: “Οὔτε διά συλλογισμῶν πρός τήν εὐσέβειαν ἤλθομεν, οὔτε τό τῆς Τριάδος μυστήριον παρ’ αὐτῶν ἐμυήθημεν […] Τίς ταῦτα συλλογισμοῖς ἀποδεῖξαι ἰσχύει; οὐδείς· ἐπεί τῆς ἀνθρωπίνης ἐννοίας τό ἀσθενές, καί ἕν πρόσωπον εἶναι τόν Θεόν ἀπαιτεῖ …” (σελ. 390).

(11) Ὅταν πλέον ὁ λατινόφρων συνομιλητής λέγει στόν Ἰωσήφ, ὅτι προβάλλει τίς πατερικές μαρτυρίες, διότι δέν μπορεῖ μέ λόγο νά ἀντικρούσει τούς λόγους τῶν Δυτικῶν καί Λατινοφρόνων ὑπέρ τοῦ Filioque, ὁ Ἰωσήφ τοῦ λέγει ὅτι τοῦ εἶναι ἀδιάφορο, διότι ἡ κοινή γνώμη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἐκείνη τῶν Ἁγίων Πατέρων· τό πρόβλημα τό ἔχουν οἱ Δυτικοί νά ἀποδείξουν τίς θέσεις τους. Παρά ταῦτα, ἀφιερώνει τό β΄ ἥμισυ τοῦ διαλόγου (ἄλλες ὀκτώ σελίδες τῆς παρούσης Γ΄Διαλέξεως) στήν κατάδειξη τῶν τριαδολογικῶν ἀτοπημάτων τοῦ Filioque καί τήν κατάρριψη τῶν σχετικῶν συλλογισμῶν. Ἡ Διάλεξις λήγει μέ τήν ἔκπληξη τοῦ λατινόφρονος συνομιλητοῦ γιά τίς ἐπικίνδυνες θεολογικές συνέπειες τῆς προσθήκης τοῦ Filioque, καί τήν προσμονή τοῦ Ἰωσήφ Βρυεννίου νά μπορέσει νά τά ἀναπτύξει τά θέματα αὐτά ἐνώπιον μιᾶς ἑνωτικῆς (εἰλικρινῶς, ὀρθοδόξως) Συνόδου.

Ἀπό τήν θαυμάσια αὐτή διάλεξη ἐπιλέγουμε δύο αὐτούσια χωρία. Στό πρῶτο, φαίνεται ἡ σαφής διάκριση οὐσίας καί ἐνεργείας στόν Θεό, γιά τήν ὁποία ἄλλωστε ὁ Βρυέννιος συνέγραψε καί εἰδική μελέτη. Στό δεύτερο, φαίνεται ἡ μέσα στούς αἰῶνες ἀποστασία Πατριαρχῶν καί Βασιλέων καί αὐλικῶν τους, ἐσωτερικῶν τῆς Ἐκκλησίας ἐχθρῶν, “οἰκείων τῆς Πίστεως”, ἡ ὁποία ὅμως δέν μπόρεσε νά “κάμψει” τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία!

“Τό αὐτό ἐστι καί Πρόσωπον τοῦ Πνεύματος, ὅ παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται, τό αὐτό ἐστι καί χάρισμα τοῦ Πνεύματος, ὅπερ ἡμῖν πέμπεται[…] Ἤ πάντως τό μέν τοῦ θείου Πνεύματος Πρόσωπον ἐνυπόστατόν ἐστι, καί ἕνα ἔχει τόν αἴτιον, τό δέ χάρισμα τοῦ Πνεύματος ἐνέργειά ἐστιν, ἔκ τε τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ προϊοῦσα, καί δι’ αὐτοῦ χορηγουμένη τοῦ Πνεύματος;” (σελ. 382).

“Μή δή νομίσῃς ὅτι ἐξουσιάζεται ἡ Πίστις ἡμῶν πατριαρχικῷ τινι ἤ βασιλικῷ προσώπῳ, κἄν τις ἰσχύσῃ τούτους μεταβαλεῖν, καί τούς λοιπούς διά τούτων μεταπεῖσαι δυνήσεται […] Καί τοῦτο πολλάκις ἡ πεῖρα παρέστησεν· ὅτι ἀφ’ οὗπερ Χριστιανοί ἐπεκλήθημεν, πατριάρχαι πολλοί, καί βασιλεῖς σύν αὐτοῖς, αἰρεσιῶται γεγόνασι καί τούτοις συναπήχθησάν τινες τῶν ὑπ’ αὐτούς· ἡ μέντοι Πίστις ἀσάλευτος ἔμεινε· τί μή λέγω τάς νίκας αὐτῆς καί τά τρόπαιαὍτι πολλάκις ἐν ταυτῷ καί βασιλεῖς καί τύραννοι καί σατράπαι καί τοπάρχαι καί σοφοί καί ρήτορες καί ταύτης ἀλλότριοι καί οἰκεῖοι, ὁρμῇ πάσῃ κατ’ αὐτῆς ἔπνευσαν, ἀλλ’ οἱ μέν γεγόνασιν ὡσεί κόπρος τῇ γῇ [Ψαλμ. 82, 11] καί ὡς καπνός διελύθησαν, ἡ δέ ἀκλόνητος ἵσταται· ἡ γάρ ἐν τῷ Συμβόλῳ ἡμετέρα ὁμολογία καί τοῦ Δανιήλ φωνή καί τοῦ Γαβριήλ, οὐ διαπεσεῖται” (σελ. 386 ἑξ.).

Ἡ ἔκδοση: ΙΩΣΗΦ ΜΟΝΑΧΟΣ Ο ΒΡΥΕΝΝΙΟΣ, “Διάλεξις Γ΄ περί τῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκπορεύσεως”, ἐν Ἰωσήφ Βρυεννίου τά εὑρεθέντα, εἰσαγωγή Ἀρχιμ. Εἰρηναίου Δεληδήμου, ἐκδ. Βασ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1991, σσ. 379-399.

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: ΚΑΤΑΝΙΧI

Σχετικά άρθρα

Το θαύμα του Αγίου Φωτός. Αναίρεση της εναντίον του πολεμικής [ΒΙΝΤΕΟ 2019]

Ομιλία του μοναχού π. Σεραφείμ Ζήση. Πολλή φασαρία τό τελευταῖο διάστημα γίνεται, γιά τό θαῦμα τοῦ Ἁγίου Φωτός τοῦ Παναγίου Τάφου. Ὁ ὁσιολογιώτατος μοναχός π. Σεραφείμ Ζήσης, ὡς πρώην ἁγιοταφίτης μοναχός, καταθέτει τήν ἁγιοπατερική θέση, παράδοση καί ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας!

Το έργο “Κεφάλαια Εκατόν Πεντήκοντα” του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (παρουσίαση)

Ομιλία του μοναχού π. Σεραφείμ Ζήση Ἀνάμεσα στά ἔργα μετανοίας πού ἀπαριθμεῖ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς συγκαταλέγεται καί ἡ χαρά γιά τίς ὑποφερόμενες διώξεις χάριν τῆς Πίστεως (§57)

Ζωντανή ομιλία μον. Σεραφείμ Ζήση: Ιωσήφ Βρυεννίου, 3η Διάλεξη με τους Λατινόφρονες, περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος

Ομιλία του μοναχού π. Σεραφείμ Ζήση Φροντιστήριον Ορθοδόξου Θεολογίας – Ανακοίνωση Ορθοδόξου Χριστιανικού Συλλόγου Άγιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής Την Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026 και ώρα 19:00, στην αίθουσα πρωτοπρεσβύτερος «π. Νικόλαος...

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Συνεχίζοντας την περιήγηση στην ιστοσελίδα, συναινείτε με την χρήση αυτών.
Μπορείτε να επισκεφθείτε τους Όρους χρήσης και την Πολιτική προστασίας απορρήτου.