Μον. Σεραφείμ Ζήσης

Τί συνέβη στην δίκη του π. Δήμου Σερκελίδη; Και Περί εκκλησιολογικής εκπτώσεως της Εκκλησίας της Κύπρου (Α΄)

εικόνα άρθρου: Τί συνέβη στην δίκη του π. Δήμου Σερκελίδη; Και Περί εκκλησιολογικής εκπτώσεως της Εκκλησίας της Κύπρου (Α΄)
τοῦ Μοναχοῦ Σεραφείμ (Ζήση)

Ἡ προσωπική μαρτυρία τοῦ Μοναχοῦ Σεραφείμ γιά τά διαδραματισθένα στήν ἄδικη δίκη καθαιρέσεως τοῦ Πρεσβυτέρου π. Δήμου Σερκελίδη (18 Ἰουνίου 2025) (Α΄ μέρος)


Εἰσαγωγή

Α. Τί συνέβη στό Δικαστήριο τῆς 18ης Ἰουνίου 2025

Β. Προσωπικές ἐκτιμήσεις ἐπί τῶν διαμειφθέντων στό Δικαστήριο
Β1. Περί τοῦ κατηγορητηρίου τοῦ Εἰσαγγελέως π. Κυριακοῦ
Β2. Περί τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ Ἐπισκόπου Καρπασίας κ. Χριστοφόρου
(α) Δογματική διγλωσσία
(β) Θόλωση τῆς δογματικῆς ἀκριβείας
(γ) Προσωπική ἀσυνέπεια
(δ) Τό Κολυμπάρι δέν ἀπέθανε
Β3. Περί τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ Μητροπολίτου Κιτίου κ. Νεκταρίου

Ἀντί ἐπιλόγου

Εἰσαγωγή

Στίς 18 μηνός Ἰουνίου τοῦ παρελθόντος σωτηρίου ἔτους 2025, πρό ἕνδεκα μηνῶν, συνεκλήθη, ὡς γνωστόν, τό Συνοδικό Δικαστήριο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, συγκείμενο ἀπό ἕξι Ἀρχιερεῖς, γιά νά δικάσει τόν αἰδεσιμολογιώτατο Πρεσβύτερο π. Δήμο Σερκελίδη κυρίως γιά τήν ἀποτείχισή του, τήν ὁποία ὁ ἴδιος εἶχε ἀνακοινώσει δημοσίως στό διαδίκτυο στίς 25 Μαΐου τοῦ 2025 [1]. Τό δικαστήριο, καθώς ἀνεκοινώθη, κατέληξε τήν μεσημβρία τῆς ἰδίας ἡμέρας, 18ης Ἰουνίου, στήν ἀπόφαση καθαιρέσεως τοῦ π. Δήμου, βάσει ἑνός ἀπιστεύτου κατηγορητηρίου, τό ὁποῖο θά σχολιάσω ἐν συντομίᾳ πρό τό μέσον τοῦ παρόντος κειμένου.

Ὁ γράφων παρέστην ὡς μάρτυς ὑπερασπίσεως (καί ὡς ὁ μοναδικός, τελικῶς, μάρτυς) στήν ἐν λόγω δίκη στήν Ἀρχιεπισκοπή Κύπρου, στήν Πρωτεύουσα τῆς Μεγαλονήσου, Λευκωσία. Θεωρῶ χρέος μου, τοῦ εὐτελοῦς καί ἀναξίου, νά καταθέσω δημοσίως, ἐνώπιον τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν ἐν τῷ μέλλοντι Ὀρθοδόξων, ὡς ἄμεσος γνώστης, ἐκεῖνα ἀπό τά διαδραματισθέντα στήν δίκη, ὅσα ἀφοροῦν στήν ἰδική μου κατάθεση καί ὅσων τυγχάνω γνώστης. Καί αὐτό, ἐπειδή τό θέμα πού ἀνέκυψε καί προκάλεσε τόσο τήν ἄδικη καί ἄθεσμη (ὅθεν καί ἄκυρη) ἐκθρόνιση μέ συνοπτικές διαδικασίες τοῦ Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Πάφου κ. Τυχικοῦ, ὅσο καί τήν ἐσπευσμένη, ἄδικη (καί ἄκυρη) καθαίρεση τοῦ π. Δήμου εἶναι θεολογικό, ἐκκλησιολογικό· ὡς ἐκ τούτου, ἀφορᾷ στό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί στόν ὑπέρ τῆς Πίστεως ἀγῶνα στόν ὁποῖον ἔχουμε ἀποδυθεῖ ἀρκετοί ἐξ ἡμῶν τίς τελευταῖες δεκαετίες.

Εὑχαριστῶ θερμῶς τόν π. Δῆμο, ὁ ὁποῖος μέ ἐτίμησε συμπεριλαμβάνοντάς με στήν ὑπεράσπισή του. Ὡς πρέπον «ἀντίδωρο» καί πρός τό Συνοδικό Δικαστήριο, τό ὁποῖο ἀπεδέχθη νά παραστῶ ὡς μάρτυς καί τό ὁποῖο θεσμικῶς τιμῶ [2], θά εἶμαι στό πρῶτο μέρος τοῦ κειμένου, τό ἀφηγηματικό, ἐντελῶς οὐδέτερος καί μόνον διηγηματικός. Θά ἤθελα, ἐξ ἄλλου νά μπορεῖ ὁ μέσος ἀναγνώστης νά γνωρίσει μέσῳ τοῦ κειμένου τά γεγονότα, καί τοῦτο δέν ἐπιτυγχάνεται, ὅταν τό κείμενο εἶναι «φορτισμένο» μέ προσωπικές (ἐπι)κρίσεις. Θά σχολιάσω ὅμως στό δεύτερο μέρος τά γεγονότα μέ θεολογικά κριτήρια.

Ἐννοεῖται, ὅτι τήν ἀπόφαση καθαιρέσεως τοῦ π. Δήμου θεωρῶ ἐντελῶς ἄκυρη (καί οὕτως ἔχει) [3], διότι πλήν τῶν κατά συρροήν διαδικαστικῶν παρανομιῶν ἡ ἀπόφαση ἐξήχθη ἀπό ἐκκλησιαστικό Δικαστήριο τό ὁποῖο ἀπέτυχε νά ἀποδείξει, ὡς ὤφελε καί ὅπως θά διαπιστώσει καί ὁ ἀναγνώστης, τήν ἐναρμόνισή του μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία, δηλ. τήν περί Ἐκκλησίας ὀρθόδοξη διδασκαλία. Λυποῦμαι πού πρέπει νά τό εἰπῶ, ἀλλά αὐτή ἀκριβῶς ἡ ἀποτυχία ἐναρμονίσεως συνιστᾷ αἵρεση, καί τοῦτο εἶναι ἁπλῶς ἡ Πίστη τῆς Ἐκκλησίας [4].

Α. Τί συνέβη στό Δικαστήριο τῆς 18ηςἸουνίου 2025

Μετά ἀπό ὁδικό ταξείδι δύο ὡρῶν (ca 7-9 π.μ.) τό πρωΐ τῆς Τετάρτης, 18ης Ἰουνίου, ἐφθάσαμε ἀπό τήν Πάφο, ὅπου διαμείναμε τήν προηγούμενη ἡμέρα, στήν Λευκωσία καί στό κτήριο, τό Μέγαρο, τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου. Ἡ ἀκροαματική διαδικασία θά ἄρχιζε στίς 10 π.μ. Τήν «συνοδία» μας ἀποτελοῦσαν ὁ Πρεσβύτερος π. Δῆμος Σερκελίδης, ὁ ἐντιμότατος δικηγόρος Πάφου κ. Μιχαήλ Βασιλειάδης μετά τῆς ἐντιμοτάτης θυγατρός του καί ἐπίσης δικηγόρου δίδος Ροδοθέας, ἀμφότεροι συγγενεῖς τοῦ π. Δήμου, καί ὁ ὑπογραφόμενος Μοναχός Σεραφείμ. Μετά ἀπό ὄχι μικρή καθυστέρηση στήν κεντρική πύλη μᾶς παρεσχέθη χῶρος parking στόν προαύλειο χῶρο τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς· στήν νεαρά δικηγόρο δέν ἐπετράπη γιά διαδικαστικούς λόγους συμμετοχή ἤ παρουσία στήν δίκη καί ὁδηγήθηκε σέ ἄλλο ἰδιαίτερο χῶρο ἀναμονῆς, ἐνῶ σέ ἐμᾶς τούς τρεῖς ὑπέδειξαν ὡς χῶρον ἀναμονῆς τήν πολυτελῆ καί εὐρύτατη Αἴθουσα τοῦ Θρόνου, ὅπου καί παραμείναμε περιορισμένοι – ἄνευ ἀδείας μετακινήσεων – μέχρι τέλους τῆς διαδικασίας, σέ ἀπόσταση λίγων μέτρων ἀπό τόν παρακείμενο χῶρο συνοδικῶν συνεδριάσεων.

Στήν Κεντρική Πύλη μᾶς ἀνέμενε καί ὁ μόνος παριστάμενος τόσον ἐνωρίς reporter, κ. Ἀριστείδης Βικέτος, ὁ ὁποῖος ἔλαβε καί ἀρκετές φωτογραφικές λήψεις, τίς κοινῶς γνωστές καί κυκλοφορημένες στό διαδίκτυο.

Στόν π. Δῆμο δέν ἐπετράπη νά παραδώσει στήν Ἀρχιεπισκοπή ἐπίσημη καί ἔγγραφη καταγγελία του κατά τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου κ. Γεωργίου· στήν ἐρώτησή του περί τῆς αἰτίας, ὁ Γραμματεύς καί Κωδικογράφος κ. Βίκτωρ (Στέλιου), ἀφοῦ ἀπουσίασε ἐπ’ ὀλίγον γιά νά τήν πληροφορηθεῖ, μᾶς παρέπεμψε (καθώς ἐνθυμοῦμαι) στόν 6ο ἱερό Κανόνα τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (περί τῆς μή δυνατότητος ἐκτοξεύσεως ἐκκλησιαστικῆς κατηγορίας κατά Κληρικοῦ ὑπό προσώπου ἤδη ἐκκλησιαστικῶς κατηγορουμένου) [5].

Ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ κατηγορουμένου π. Δήμου καί τῶν «μετ’αὐτοῦ» ὑπῆρξε (ἰδιαιτέρως ὑπό ἐνίων στελεχῶν τοῦ Μεγάρου) εὐγενική καί ἐξυπηρετική. Καθ΄ ὅλη τήν διάρκεια τῶν τριῶν ὡρῶν τῆς διαδικασίας (10 π.μ. – 1 μ.μ.), μᾶς προσεφέρθη στήν Αἴθουσα τοῦ Θρόνου ἐπανειλημμένως κρύο ἐμφιαλωμένο νερό, ἀλλά καί φυσικός χυμός καί κεράσματα.

Στήν πραγματικότητα, μᾶς συνόδευαν κυρίως οἱ προσευχές πολλῶν Πατέρων καί ἀδελφῶν ἐν Κυρίῳ, τό Ψαλτήριον καί ἡ ἀπαραίτητος (πάντοτε, ἀλλ’ ἰδίως τότε) πρός Χριστόν προσευχή, ὁ Ὁποῖος ὡς Θεάνθρωπος, εἴμεθα βέβαιοι, δέν παρορᾷ τούς ἀγῶνες καί τίς θυσίες ὅσων ἀγωνίζονται γιά τά ἱερά Δόγματα τῆς τροφοῦ Ἐκκλησίας μας καί διώκονται πρός ἐξόντωσιν.

Ἐλλείψει καταγραφικοῦ μηχανήματος, ἀκόμη καί κινητοῦ τηλεφώνου (τά ὁποῖα, ὡς μᾶς ὑπεδείχθη, ἀναγκαστήκαμε νά ἀφήσουμε στήν Αἴθουσα τοῦ Θρόνου), ἀποδίδω ἀπό μνήμης τά ἀμφοτέρωθεν λεχθέντα, ὅσα ἀφοροῦν στήν δική μου παρουσία στήν δίκη. Ἐπιφυλάσσομαι γιά περισσότερη ἀκρίβεια, ὅταν («ὅτε καί ἄν», δηλαδή …) ἀποδεσμευθοῦν τά πρακτικά τῆς δίκης σέ οἱανδήποτε μορφή, ὅπως εἶναι ὑποχρέωση τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου. Εἶχα κρατήσει, βεβαίως, συνοπτικές ὑπομνηστικές σημειώσεις ἀμέσως μετά τήν δίκη τοῦ παρελθόντος Ἰουνίου.

Περί τίς 12:00, μετά τήν παρέλευση σχεδόν δύο ὡρῶν ἀπό ἐνάρξεως τῆς διαδικασίας ἐκλήθην νά προσέλθω στήν αἴθουσα διεξαγωγῆς τῆς δίκης. Μοῦ ὑπεδείχθη ποῦ νά καθίσω, ἀπέναντι τῶν δικαζόντων Ἱεραρχῶν, παραλλήλως μέ (καί σέ ἀπόσταση ἀρκετή καί ἀπό) τόν π. Δῆμο καί τόν κ. Βασιλειάδη.

Μητρ. Κιτίου κ. Νεκτάριος (Πρόεδρος): Πάτερ, σᾶς παρακαλῶ, θά συστήσετε τόν ἑαυτόν σας στό παρόν Δικαστήριο; Ἔχετε κάποια συστατική ἐπιστολή ἀπό τόν Ἡγούμενό σας; Ἀπό τόν τοπικό Μητροπολίτη;

Μον. Σεραφείμ: Πανιερώτατε, σᾶς εὐχαριστῶ. Ὀνομάζομαι Μοναχός Σεραφείμ καί προέρχομαι ἀπό τήν Ἁγιοταφιτική Ἀδελφότητα, ὅπου παρέμεινα ἐν συνόλῳ ἐπί δέκα ἔτη, ἀπό τό 2001 ἕως τό 2011. Ἐκάρην Μοναχός τόν Μάρτιο τοῦ 2003 στήν Ἱερά Λαύρα τοῦ Ὁσίου Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου, ἀλλά ἀποσπάστηκα ἐπί τριετία, τά ἔτη 2006-2008[6], στήν Διοίκηση τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων, ὅπου καί ὑπηρέτησα σέ διάφορα καθήκοντα. Μετά ταῦτα ἐπέστρεψα στήν Μονή τῆς μετανοίας μου. Τό 2011 ἐπέστρεψα ὁριστικῶς στήν Ἑλλάδα καί παρέμεινα ἐπί ἕνα ἔτος καί πλέον στό Ἅγιον Ὄρος, φιλοξενούμενος στήν περιοχή τῆς Καψάλας· στά τέλη τοῦ 2013 ἐγκατεβίωσα στήν Ἱερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου, ὅπου καί παρέμεινα μέχρι τά μέσα τοῦ 2017, ὅταν καί ἀνεχώρησα τῆς Μονῆς [7] λόγῳ τῆς Συνόδου τοῦ Κολυμπαρίου καί τῆς ὑποστηρίξεως πρός αὐτήν τοῦ ἐπιχωρίου Μητροπολίτου Λαγκαδᾶ, κυροῦ Ἰωάννου Τασσιᾶ, ἀποτειχιζόμενος βάσει καί τοῦ 4ου ἱ. Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Ἔκτοτε διαμένω μέ τόν πατέρα μου, Πρωτοπρεσβύτερο π. Θεόδωρο Ζήση. Ὡς ἐκ τούτου, δέν φέρω μαζί μου συστάσεις ὅπως αὐτές πού ἀναφέρατε.

Μητρ. Κιτίου κ. Νεκτάριος (Πρόεδρος): Πάτερ, βλέπετε, ποιά εἶναι ἡ κατάσταση· θά πρέπει νά σκεφθοῦμε, ἄν θά δεχθοῦμε τήν μαρτυρία σας, καί ἄν θά ἔπρεπε νά εἶσθε ἐδῶ. Γιατί ἤλθατε; Γιά νά διδάξετε σέ ἐμᾶς ἤ γιά νά ὑπερασπισθεῖτε τήν στάση τοῦ πατέρα σας;

Ἐδῶ ἔκανε παρέμβαση ἐπιμένων ὑπέρ τῆς παραμονῆς καί μαρτυρίας μου καί ὁ δικηγόρος κ. Βασιλειάδης, ἐπειδή ὁ ἕτερος κληθείς μάρτυς Κληρικός ἀπέφυγε νά προσέλθει.

Μον. Σεραφείμ: Ὄχι,Πανιερώτατε, ἦλθα ἐδῶ γιά νά ὑπερασπισθῶ αὐτά τά ὁποῖα ἐσεῖς, ὡς Ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας μᾶς διδάξατε – καί τά διδάσκει καί σύνολος ἡ Ἐκκλησία – περί τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Θεολογίας. Ἐπί παραδείγματι, ἕνας ἀπό τούς παρισταμένους Ἐσᾶς ἐδῶ Πανιερωτάτους καί Θεοφιλεστάτους Μητροπολῖτες καί Ἐπισκόπους πρό ἐτῶν, σέ Συνέδριο περί τοῦ Οἰκουμενισμοῦ τό ὁποῖο συγκλήθηκε τό 2004, παρουσίασε εἰσήγηση, ἡ ὁποία ἐπακριβῶς ἐκθέτει τίς ἐκκλησιολογικές παρεκκλίσεις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Αὐτές ἀκριβῶς τίς ὁποῖες καί ἐμεῖς καταδικάζουμε, ἀλλά τίς ὁποῖες ἀποδέχθηκε ἡ Σύνοδος τοῦ Κολυμπαρίου. Ἁπλῶς, ἐμεῖς θέσαμε σέ πρακτική ἐφαρμογή ὅσα προβλέπονται ἀπό τήν Ἐκκλησία γιά τήν περίπτωση αὐτή.

Στό σημεῖο αὐτό, ἐπειδή ἀφοροῦσε σέ αὐτόν τόν ἴδιο, ἔλαβε τόν λόγο ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Καρπασίας κ. Χριστοφόρος (Τσιάκκας), συγγραφεύς τοῦ Ἐγκυκλοπαιδικοῦ Λεξικοῦ Θρησκειῶν καί Αἱρέσεων, Παραχριστιανικῶν-Παραθρησκευτικῶν Ὁμάδων καί Σύγχρονων Ἱδεολογικῶν Ρευμάτων (2002), πολύ ἀξιολόγου ἐγχειριδίου. Ὁ Θεοφιλέστατος Καρπασίας ὑπῆρξε καί εἰσηγητής στό Συνέδριο (2004) «Οἰκουμενισμός: Γένεση-Προσδοκίες-Διαψεύσεις», μέ συμβολή (εἰσήγηση) τιτλοφορούμενη «Οἰκουμενική Κίνηση. Ποιμαντικές ἐπιπτώσεις. Κυπριακή πραγματικότητα» [8], ἡ ὁποία σέ σημαντικό μέρος της ἀναπαράγει στοιχεῖα ἀπό τό ὡς ἄνω δικό του Ἐγκυκλοπαιδικό Λεξικό Θρησκειῶν καί Αἱρέσεων καί τά ἐκεῖ λήμματά του «Οἰκουμενική Κίνηση» καί «Οἰκουμενική Χάρτα» [9]· τά κείμενα αὐτά, ἀμφότερα προερχόμενα ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Χρυσοστόμου Α΄ (1977-2006), εἶχα μελετήσει καί ἐν μέρει φωτοτυπήσει πρό τῆς μεταβάσεώς μας στήν Κύπρο.

Ἐπίσκοπος Καρπασίας κ. Χριστοφόρος: Πανιερώτατε κ. Πρόεδρε, μπορῶ νά ἀπαντήσω; Διότι εἰς ἐμέ ἀφορᾷ αὐτό τό ὁποῖο ἐλέχθη.

Μητρ. Κιτίου κ. Νεκτάριος (Πρόεδρος): Ναί, βεβαίως, παρακαλῶ.

Ἐπίσκοπος Καρπασίας κ. Χριστοφόρος: Στό συνέδριο ἐκεῖνο ἔλαβα μέρος προσκεκλημένος ὄχι τοῦ Ζήση, ἀλλά τῆς καθηγητρίας κας Λιάλιου. Ἡ εἰσήγησή μου ἦταν σαφής, καί ἀφοροῦσε στήν ἐκκλησιολογία καί δέν προέτρεπε σέ ἀνυπακοή καί σχίσμα. Στή Σύνοδο τῆς Κρήτης δέν διατυπώθηκε ἐκκλησιολογική αἵρεση· διευκρινίσθηκε, ὅτι ἀποδεχόμαστε ὡς μόνη Ἐκκλησία τήν Ὀρθόδοξη. Καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου ἄλλωστε μετά τήν Σύνοδο, διευκρίνισε μέ Συνοδικό Μήνυμα τήν ὀρθόδοξη θέση Της περί μοναδικότητος τῆς Ἐκκλησίας· τό ζήτημα, λοιπόν, εἶναι λῆξαν.

Μον. Σεραφείμ: Θεοφιλέστατε, μοῦ εἶναι γνωστή ἡ εἰσήγησή σας· βεβαίως ὑπάρχουν καί τά πορίσματα τοῦ Συνεδρίου, τά ὁποῖα ὑπενθυμίζουν τήν δέουσα ἀπάντηση στήν αἵρεση [10]. Ἀλλά οἱ ἐκκλησιολογικές θέσεις τοῦ Κολυμπαρίου εἶναι αἱρετικές, καί διαφωνεῖ μέ ἐσᾶς ἐν προκειμένῳ ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος, ὁ ὁποῖος γιά τούς λόγους αὐτούς πού ἀνέφερα δέν συνυπέγραψε τό ἐπίμαχο ἐκκλησιολογικό κείμενο τοῦ Κολυμπαρίου [11].

Ἐπίσκοπος Καρπασίας κ. Χριστοφόρος: Δέν δέχομαι νά μοῦ ἀποδίδονται ἀπόψεις πού δέν διετύπωσα· ἔκανα τήν εἰσήγησή μου στό Συνέδριο ἐκεῖνο, ἀλλά ποτέ δέν ἀποδέχθηκα ἀπόψεις καί ἐνέργειες πού διασποῦν το Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἤ προτρέπουν σέ σχίσμα καί διαμερισμούς τῶν πιστῶν.

Μον. Σεραφείμ: Μή ἀνησυχεῖτε, Θεοφιλέστατε, «σᾶς ἀπαλλάσουμε» ἀπό τέτοιο πρᾶγμα· χαριτολογῶ, βεβαίως. Δέν εἶμαι ἁρμόδιος …

Μητρ. Ταμασοῦ κ. Ἠσαΐας: Πάτερ, εὑρίσκεσθε ἐδῶ ὡς μάρτυρας σχετικῶς μέ τό κατηγορητήριο κατά τοῦ π. Δήμου, καί ὄχι γιά νά μᾶς διδάξετε. Τί ἔχετε νά μᾶς πεῖτε σχετικῶς, ἐπί τοῦ θέματος τοῦ κατηγορητηρίου;

Μον. Σεραφείμ: Θά σᾶς ἀπαντήσω, Πανιερώτατε, ἀλλά πρέπει νά ἀπευθυνθῶ πρῶτα στόν Θεοφιλέστατο ἅγιο Καρπασίας, τόν κ. Χριστοφόρο· Θεοφιλέστατε, στά πορίσματα τοῦ ἐν λόγῳ συνεδρίου, μεταξύ ἄλλων ἀναγραφόταν καί τό ἑξῆς: «Νά διατρανωθεῖ πρός τίς ἐκκλησιαστικές ἡγεσίες ὅτι σέ περίπτωση πού ἐξακολουθήσουν νά συμμετέχουν καί νά ἐνισχύουν τήν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, διαχριστιανικοῦ καί διαθρησκειακοῦ, ὁ ἐπιβεβλημένος σωτήριος, κανονικός καί ἁγιοπατερικός δρόμος τῶν πιστῶν, κληρικῶν καί λαϊκῶν, εἶναι ἡ ἀκοινωνησία, ἡ διακοπή δηλαδή τοῦ μνημοσύνου τῶν ἐπισκόπων, οἱ ὁποῖοι καθίστανται συνυπεύθυνοι καί συγκοινωνοί τῆς αἱρέσεως καί τῆς πλάνης. Δέν πρόκειται περί σχίσματος, ἀλλά περί θεαρέστου ὁμολογίας …». Αὐτό, λοιπόν, ἔπραξαν ὅσοι ἀποτειχίσθηκαν τά τελευταῖα χρόνια[12].

Ἐπίσκοπος Καρπασίας κ. Χριστοφόρος: Ἡ εἰσήγησή μου δέν εἶχε καμμία σχέση μέ αὐτά, δέν προέτρεπε σέ σχίσμα καί ἀκοινωνησία.

Μον. Σεραφείμ: Θεοφιλέστατε, ἄν κρίνετε, καθώς εἴπατε, ὅτι τά πορίσματα τοῦ Συνεδρίου ἐκείνου γιά τόν Οἰκουμενισμό συνιστοῦν προτροπή σέ δημιουργία σχίσματος, «διαιρέσεως τῆς Ἐκκλησίας» καί τά συναφῆ, τότε πολύ ἁπλᾶ ἀφορίστε συνοδικῶς τό Συνέδριο ἐκεῖνο καί ὅσους συμμετεῖχαν σέ αὐτό.

Ὁ Θεοφιλέστατος Καρπασίας δέν ἀπεκρίθη.

Μητρ. Ταμασοῦ κ. Ἠσαΐας : Πάτερ, ἀπαντῆστε σέ αὐτά πού σᾶς ἐρώτησα, μή ἀλλάζετε θέμα καί μή τό στρέφετε ἐκεῖ πού θέλετε. Μᾶς περιφρονεῖτε; Περιφρονεῖτε τό Δικαστήριο; Ἔχετε λοιπόν νά πεῖτε κάτι συγκεκριμένα ἐπί τοῦ κατηγορητηρίου, ὅπως σᾶς ἐρώτησα, σχετικῶς μέ τόν π. Δῆμο;

Μον. Σεραφείμ: Ζητῶ συγγνώμην, Πανιερώτατε ἅγιε Ταμασοῦ· δέν περιφρόνησα τήν ἐρώτησή σας οὔτε τό Δικαστήριο, ἀλλά δέν μποροῦσα νά ἀφήσω νά πλανᾶται ἡ ἰδέα, ὅτι ἀποδέχομαι τήν ἐναντίον μου μομφή, ὅτι εἶμαι σχισματικός.

Μητρ. Ταμασοῦ κ. Ἠσαΐας : Καλῶς! Λοιπόν, ἀπαντῆστε ἐπί τοῦ προκειμένου.

Μον. Σεραφείμ: Περί τοῦ κατηγορητηρίου, πρέπει νά δηλώσω ἀπεριφράστως, ὅτι εἶναι παντελῶς ἀναληθῆ ὅσα ἀποδίδονται στόν π. Δῆμο, ὅτι στήν Θεσσαλονίκη μνημόνευε τοῦ Πανιερωτάτου Πάφου κ. Τυχικοῦ· ἐπίσης, ὅτι ἐτέλεσε Θεία Λειτουργία στήν περιφέρεια τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Φλωρίνης· εἶναι παντελῶς ἀναληθῆ.

Μητρ. Ταμασοῦ κ. Ἠσαΐας : Καί ποιόν μνημόνευε στήν Θεσσαλονίκη;

Μον. Σεραφείμ: «Πάσης ἐπισκοπῆς Ὀρθοδόξων» …

Μητρ. Ταμασοῦ κ. Ἠσαΐας καί ἄλλοι: Ἔ, βλέπετε; Νά, ὁρίστε ….

Μον. Σεραφείμ: … καθώς ἔγινε καί στό παρελθόν, ὅταν καί σχεδόν ὁλόκληρο τό Ἅγιον Ὄρος καί τρεῖς Ἑλλαδῖτες Ἐπίσκοποι διέκοψαν τήν μνημόνευση τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου στίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ 1970.

Μητρ. Κιτίου κ. Νεκτάριος (Πρόεδρος): Μέ ὅσα κάνετε, δημιουργεῖτε διχασμό στό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας· διαιρεῖται ὁ κόσμος, ἐνῷ ὑπάρχει τόση ἀνάγκη γιά ἑνότητα στήν ἐποχή μας καί στήν Κύπρο.

Μον. Σεραφείμ: Πανιερώτατε, εἶναι κατανοητή καί πανθομολογούμενη ἡ ἀνάγκη γιά τήν ἑνότητα· ἀλλά τό πρόταγμα πού θέτετε, τῆς ἑνότητος, ἀπέναντι στήν ἀλήθεια, ἦταν τό πρόταγμα πού προέβαλλαν καί οἱ αἱρέσεις· λόγου χάριν, τόσο ἐπί Μονοθελητισμοῦ ἐναντίον τοῦ Ὁσίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ (μέσα 7ου αἰ.), ὅσο καί ἐπί τῶν παλαμικῶν ἐρίδων (μέσα 14ου αἰ.), οἱ αἱρετικοί τόνιζαν τήν ἀνάγκη γιά ἑνότητα, ὥστε νά φιμώσουν τήν ὀρθόδοξη θεολογική ἀντίδραση [13].

Μητρ. Κιτίου κ. Νεκτάριος (Πρόεδρος): Πάτερ, ἀναλογίζεσθε τίς συνέπειες ὅσων ἔγιναν; Ὁ π. Δῆμος ἐκάλεσε δημοσίως τούς Ἱερεῖς τῆς Κύπρου σέ γενική ἀποτείχιση ἐναντίον πάντων τῶν Ἐπισκόπων. Ὅλος αὐτός ὁ κόσμος στήν Πάφο καί ἀλλοῦ, ὁ ἁπλός κόσμος τῆς Ἐκκλησίας, τί θά κάνουν; Δέν κλονίζεται ἡ ἐμπιστοσύνη τους στἠν Ἐκκλησία; Πῶς θά συμμαζέψεις μετά, ὅλον αὐτόν τόν κόσμο;

Μον. Σεραφείμ: Πανιερώτατε, κατανοῶ καί συμμερίζομαι τήν ἀνησυχία σας, ἀλλά ἡ ἀποτείχιση γίνεται, καί ἐπιτρέπεται ἀπό τήν Ἐκκλησία, γιά νά ἀποτραπεῖ ἡ ἐπιβολή μιᾶς αἱρέσεως. Εἶναι, βεβαίως, πρωτίστως δική σας εὐθύνη, τῶν Ἐπισκόπων, νά ἐπιλύσετε τό θέμα καταδικάζοντας τήν αἵρεση πού ἐπικράτησε διά τοῦ Κολυμπαρίου· ἄλλωστε, καί δύο ὁλόκληρες Τοπικές Ἐκκλησίες, ἐκεῖνες τῆς Γεωργίας καί τῆς Βουλγαρίας, καταδίκασαν τίς ἀποφάσεις τοῦ Κολυμπαρίου γιά λόγους θεολογικούς [14].

Μητρ. Τριμυθοῦντος κ. Βαρνάβας: Πάτερ Σεραφείμ, γνωρίζετε πῶς μνημόνευαν στό Ἅγιον Ὄρος τόν καιρό πού εἶχαν κάνει διακοπή μνημοσύνου;

Μον. Σεραφείμ: Νομίζω, ὄτι μέ τόν ἴδιο τρόπο, Πανιερώτατε, «Πάσης Ἐπισκοπῆς Ὀρθοδόξων».

Μητρ. Τριμυθοῦντος κ. Βαρνάβας: Ὄχι! Ἔλεγαν «ἐν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε, τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν», ἁπλῶς χωρίς νά ἀναφέρουν τό ὄνομα. Διότι τό «πάσης ἐπισκοπῆς Ὀρθοδόξων» ἀνήκει στόν Ἀρχιερέα, δέν τό λέγουν οἱ Ἱερεῖς.

Μον. Σεραφείμ: Σᾶς εὐχαριστῶ, δέν τό ἐγνώριζα, Πανιερώτατε [15]. Ἀλλά τό προκείμενον θέμα, τό ὁποῖο ἔχει καί σημασία, θεωρῶ ὅτι εἶναι τό νά μή μνημονευθοῦν οἱ αἱρετίζοντες, καί ὄχι τόσον ὁ τρόπος πού θά γίνει ἡ μή μνημόνευση· διότι κατά τήν Θεολογία, ἡ μνημόνευση τοῦ Ἀρχιερέως ἀπό τούς ὑφισταμένους του δηλώνει τήν ταύτιση τῆς δογματικῆς Πίστεώς τους μέ αὐτόν [16].

Μητρ. Κιτίου κ. Νεκτάριος (Πρόεδρος): Δέν εἶναι δική σας δουλειά, πάτερ, νά ἀσχολεῖσθε μέ τήν Σύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου! Ἄν αὐτή ἡ Σύνοδος ἔσφαλε θεολογικῶς, τότε κάποια μελλοντική Σύνοδος θά ἀπορρίψει τίς ἀποφάσεις της! [17].

Μον. Σεραφείμ: Πανιερώτατε, ἡ δική μας ἀντίδραση, ἔχει ἀκριβῶς αὐτόν τόν σκοπό καί μόνον: Νά προκαλέσει τήν διαδικασία ἐκείνην, ἡ ὁποία θά καταδικάσει μέ Σύνοδο τίς αἱρετικές ἀποφάσεις τοῦ Κολυμπαρίου [18].

Κατά τήν παρουσία τοῦ γράφοντος στήν διαδικασία δέν ἔλαβαν τό λόγο οὐδαμῶς οὔτε ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης Λεμεσοῦ κ. Ἀθανάσιος, οὔτε ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Ἀρσινόης κ. Παγκράτιος.

Μετά τήν κατάθεσή μου, μοῦ ἐπετράπη ἡ παραμονή στήν αἴθουσα, ἡ ὁποία δέν ἐπετρέπετο πρό τούτου, καί ἔτσι ἄκουσα καί τήν καταληκτήρια ἀγόρευση, τήν «ἀποφώνηση», ἄν θέλετε, τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Εἰσαγγελέως, τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου π. Κυριάκου Κυριάκου, τήν ὁποία παραθέτω ἀπό μνήμης, βεβαίως, στίς κεντρικές ἰδέες της:

Καταληκτήριος παρότρυνση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Εἰσαγγελέως:

π. Κυριάκος Κυριάκου: «Πάτερ Δῆμο, εὑρίσκεσθε ἐνώπιον μιᾶς μεγάλης ἀποφάσεως, καί πρέπει νά δείξετε πολλή, πολλή ταπείνωση. Μπορεῖτε σήμερα νά φύγετε ἀπό ἐδῶ μέ τήν Ἱερωσύνη σας, καί νά τήν χαίρεσθε, ἤ μπορεῖ νά φύγετε χωρίς αὐτήν. Νά δείξετε λοιπόν ταπεινοφροσύνη, αἰτούμενος συγγνώμην ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο. Θά σᾶς πολεμήσει ὁ ἐγωϊσμός, ἀλλά νά σκεφθεῖτε, ὅτι ὅλοι αὐτοί οἱ ὁποῖοι βγαίνουν τώρα ἀπό ζῆλο καί σᾶς ἐπαινοῦν καί σᾶς ὑποστηρίζουν, τό κάνουν χωρίς κόστος, ἀνέξοδα. Ἐσεῖς ὁ ἴδιος θά ὑποστῆτε εἰς τό ἑξῆς τίς συνέπειες, μόνος σας· αὐτοί δέν θά ὑποστοῦν τίποτε. Μπορεῖτε νά ἀποκατασταθεῖτε ἐκκλησιαστικά, καί νά εἶσθε τακτοποιημένος χάριν καί τῆς πολυτέκνου οἰκογενείας σας, ἤ ἐδῶ ἤ στήν Ἑλλάδα, ἤ ἀντιθέτως νά παραμείνετε ἐγκλωβισμένος λόγῳ ἐπιμονῆς στίς μέχρι τώρα ἐπιλογές σας. Σᾶς εὐχόμαστε νά λάβετε τήν σωστή ἀπόφαση».

Ἔπειτα ἀπό σύντομη ἀπουσία μας ἀπό τήν Αἴθουσα (τοῦ π. Δήμου, τοῦ δικηγόρου κ. Βασιλειάδη καί τοῦ γράφοντος) χάριν τῆς διαδικασίας λήψεως ἀποφάσεως, ἐπέστρεψε ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου ὁ π. Δῆμος μέ τόν δικηγόρο του, καί ὁ Μον. Σεραφείμ παρέμεινε στήν Αἴθουσα τοῦ Θρόνου· μετ΄ ὀλίγον ἐπέστρεψαν, ἀφοῦ ὁ π. Δῆμος παρέμεινε πιστός στήν Ὁμολογία του, στήν Ὀρθοδοξία καί τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία, τιμώντας τήν ἐμπεπιστευμένην αὐτῷ Ἱερωσύνην τῆς Ἐκκλησίας, τά ἐκκλησιολογικά Δόγματα τῆς Τροφοῦ ἡμῶν Ἐκκλησίας (τῆς Μιᾶς καί Μόνης) καί τούς σωτηρίους θεσμούς Της, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ἡ ἱεροκανονική ἀποτείχιση δηλαδή ἡ ἀκοινωνησία πρός τούς κήρυκες τῆς πλάνης· τιμώντας βεβαίως καί τόν μακαριστό Γέροντά του καί ὁμολογητή, Πρωτοπρεσβύτερο π. Νικόλαο Μανώλη · τιμώντας, τέλος, καί τήν Ρωμηοσύνη ὅλων μας, ἡ ὁποία διασώθηκε διά τῶν αἰώνων μέσῳ προσωπικῶν θυσιῶν καί ὄχι διπλωματικῶν ἐξισορροπήσεων καί παλινδρομήσεων μεταξύ Ἀληθείας καί αἱρέσεως, συνήθων τώρα, δυστυχῶς, στό περιβάλλον τῶν ἐκκλησιαστικῶν διοικήσεων.

Ἡ καθαίρεσή του τοῦ ἀνακοινώθηκε αὐθωρεί, καί μετά ταῦτα προφορικῶς στά ΜΜΕ, ἀλλ’ ἐγγράφως ἀρκετά ἀργότερα. Ὁ π. Δῆμος ἀποχωρῶν τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς ἀπέφυγε νά κάνει δηλώσεις στά ΜΜΕ ἔξωθεν τοῦ Μεγάρου, διαμαρτυρόμενος ἄλλωστε μέ τόν τρόπο αὐτό καί γιά τήν ἐν γένει μονομερῆ στάση τους καί τήν ἐκ μέρους τους υἱοθέτηση συκοφαντιῶν καί παραπληροφορήσεως στό ἐπίμαχο θέμα· μόνον στήν κα. Νατάσα Ἰωάννου, τοῦ τηλεοπτικοῦ σταθμοῦ «Βεργίνα Κύπρου», ἔκανε ἐκτενεῖς δηλώσεις τό ἴδιο ἀπόγευμα διαδικτυακῶς, ἀνταποδίδοντας δικαίως καί τήν ἐκ μέρους της προηγηθεῖσα ἀντικειμενική παρουσίαση τοῦ ζητήματος, μέ τήν παραχώρηση λόγου καί στήν πλευρά τῶν διωκομένων καί ἀδικουμένων.

Ἐνωρίτερα, κατά τήν ἔξοδό μας ἀπό τό Μέγαρο τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου συνέβη νά συναντηθοῦμε μέ τόν ἀποχωροῦντα Πανιερώτατο Μητροπολίτη Λεμεσοῦ κ. Ἀθανάσιο, ὁ ὁποῖος εἶχε (πρός τιμήν του) τήν εὐγενῆ καλωσύνη νά ἐρωτήσει γιά τήν ὑγεία τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε καθηγητής του στό Πανεπιστήμιο, καί νά εὐχηθεῖ στόν π. Δῆμο ὑπέρ ταχείας ἐπιλύσεως (!) τῆς καταστάσεως· τόν Πανιερώτατο εἶχα γνωρίσει ἄλλωστε καί ὁ ἴδιος πρό εἰκοσαετίας, ὑπηρετῶν στό Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων καί τόν Πανίερο Ναό τῆς Ἀναστάσεως.

Ἐξ ἀμηχανίας καί μή γνωρίζων τότε ὅτι εἶναι ὁμόφωνη ἡ καταδίκη τοῦ π. Δήμου (δηλονότι ἐκ μέρους καί τοῦ Λεμεσοῦ), ἔλαβα καί τήν εὐχή τοῦ Πανιερωτάτου κ. Ἀθανασίου, ὡς μή ὤφελον: διότι στήν δίκη παραβλέφθηκε ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία χάριν μιᾶς κακῶς ἐννοουμένης «ἀποκαταστάσεως τῆς τάξεως». Καί ἐξηγοῦμαι ἀμέσως.

(Συνεχίζεται)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΕΛΟΥΣ

  • [1] «Η εκδίωξη του Πανιερωτάτου Τυχικού ήταν ένα καλά οργανωμένο εκκλησιαστικό πραξικόπημα. Η αποτείχισή μου από τον τοποτηρητή της Μητρόπολης Πάφου Αρχιεπίσκοπο Γεώργιο» (25 Μαΐου 2025). https://www.facebook.com(ἀπό τό 1:00.37 τοῦ video).
  • [2] Τούς θεσμούς δέν τούς τιμοῦμε, ὅταν ἐφησυχάζουμε καί σιωποῦμε στίς – μέσῳ τῶν θεσμῶν – συστηματικές παρανομίες, ἀλλά ὅταν ἀγωνιζόμαστε νά ἀπαλλαγοῦν αὐτοί (οἱ θεσμοί) ἀπό αὐτές· τοῦτο ἦταν μεταξύ ἄλλων καί τό παράπονο τοῦ ἀδίκως ἐκθρονισθέντος Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Μαξίμου Ε΄ (1946-1948) ἀπέναντι σέ ὅσους – μέ πρόφαση τόν «Θεσμό» – σιωποῦσαν στήν παρακμή τῆς Ἐκκλησίας ΚΠόλεως καί τοῦ Πατριαρχικοῦ Θεσμοῦ ἐπί τοῦ δυστυχοῦς Μασόνου καί αἱρεσιάρχου Πατριάρχου Ἀθηναγόρου (Σπύρου): «Ἐνδιαφερόμεθα, λέγουν ἐν τῇ ὑπέρ αὐτοῦ ὑπερασπίσει, ὄχι διά τό πρόσωπον [τόν Ἀθηναγόρα], ἀλλά διά τόν θεσμόν [τοῦ Οἰκ. Πατριάρχου], καί ἀφήνουν τό πρόσωπον νά ὑποσκάπτῃ καί σείῃ τά θεμέλια τοῦ θεσμοῦ»· Ἀρχιμ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ ΒΙΤΑΛΗΣ, Μάξιμος ὁ Ε΄. Ὁ μαρτυρικός Οἰκουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, τόμ. Β΄, Ἀθῆναι 1996, σελ. 133 (ἐξ ἰδιοχείρων γραμμάτων τοῦ μακαριστοῦ Μαξίμου Ε΄, τῶν ὑπ’ ἀριθμ 69/25.10.62, φφ. 1-2 καί 71/8.11.62, φφ. 3-4).
  • [3] Πρωτίστως, εἶναι καταλυτικός ὁ 3ος ἱερός Κανών τῆς Γ΄ Οἰκ. Συνόδου, ὁ ὁποῖος καθιστᾶ ἄκυρες τίς κατά τῶν Ὀρθοδόξων τιμωρίες τίς διενεργούμενες ἀπό ὅσους ἀποστάτησαν ἤ ἀποστατοῦν (καί συνεπῶς δέν ἔχουν ἀκόμη καταδικασθεῖ ὀρθοδόξως) ἀπό τήν πίστη Οἰκουμενικῆς Συνόδου «[…] Κοινῶς δέ τούς τῇ ὀρθοδόξῳ καί οἰκουμενικῇ Συνόδῳ συμφρονοῦντας κληρικούς κελεύομεν τοῖς ἀποστατήσασιν ἤ ἀφισταμένοις Ἐπισκόποις μηδ’ ὅλως ὑποκεῖσθαι κατά μηδένα τρόπον». Πρός τό παρόν, καί μέχρι ἐκδόσεως σχετικοῦ μελλοντικοῦ κειμένου, παραπέμπουμε τόν ἀναγνώστη σέ ὁμιλία μας, μέ τίς σχετικές ἀποδείξεις ἀπό τήν ἐκκλησιαστική Πίστη: «Ἰσχύουν οἱ ποινές αἱρετιζόντων κατά τῶν Ὀρθοδόξων;», Katihisis, (17 Νοε 2021) https://www.youtube.com .
  • [4] Γιά τήν λεπτότητα τῆς αἱρέσεως καί τοῦ ὁρισμοῦ της βλ. καί σχετική μελέτη ἐδῶ Ἱ.Μ. ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ, «Ἡ αἵρεση» https://www.impantokratoros.gr Βλ. καί Θεοδρομία ΙΓ΄1 (Ἰαν-Μαρ 2011) 21-59.
    Ὅπως πολλές φορές ἔχουμε πεῖ, ὁ αἱρεσιάρχης εἶναι ὁ (ἀρχικῶς ἐκκλησιαστικός ἄνθρωπος), συνηθέστατα ὑψηλοτάτης θέσεως, Ἐπίσκοπος, ἀκόμη καί Πατριάρχης, ὁ ὁποῖος ὅμως ἀποκτᾷ σταδιακῶς «ἕτερον φρόνημα» καί ἀρχίζει τελικῶς νά τό διαδίδει ἐντός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Στόν αἱρετικό δέν ὑπάρχει (ἐπιτρέψτε μου τήν ὑπερβολή …), οὔτε κάποια φωτεινή neon ἤ led ἐπιγραφή ὕπερθεν τῆς κεφαλῆς πού νά γράφει «εἶμαι αἱρετικός», οὔτε κάποια ἐξωτερική ἀλλοίωση δίκην … λυκανθρώπου, πού νά μαρτυρεῖ τήν δογματική ἀλλοίωση στήν ψυχή του. Ὁ αἱρετικός, περιβεβλημένος μέ ὅλη τήν θεσμική ἐκκλησιαστική αἴγλη καί τό «χαρτοφυλάκιο», διαπιστώνεται ὡς αἱρετικός ἀπό μόνον τό γεγονός, ὅτι «ἑτεροδιδασκαλεῖ» καί δέν προσέρχεται στούς «ὑγιαίνοντας λόγους τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Α΄ Τιμ. 6, 3)· καταδικάζεται δέ, ὅταν ἀμετανοήτως προσκολληθεῖ στήν ἀποκλίνουσα διδασκαλία.
  • [5] Τό σχετικό τμῆμα τοῦ 6ου Κανόνος τῆς Β΄ διαγορεύει: «Ὁμοίως δέ τούς ὑπό κατηγορίαν προλαβοῦσαν ὄντας, μή πρότερον εἶναι δεκτούς εἰς Ἐπισκόπου κατηγορίαν ἤ ἑτέρων Κληρικῶν, πρίν ἄν ἀθώους ἑαυτούς τῶν ὑπαχθέντων αὐτοῖς ἀποδείξωσιν ἐγκλημάτων».
    Τήν καταγγελία του ὁ π. Δῆμος τήν εἶχε ἤδη δημοσιεύσει στό διαδίκτυο στίς 6 Ἰουνίου (https://drive.google.com/file)· ἡ ἀργία τοῦ εἶχε ἐπιβληθεῖ στίς 30 Μαΐου. Θαυμάζουμε (!), πάντως τήν … ἰδιαιτέρως ἐπιλεκτική «ἱεροκανονική ἀκρίβεια» καί νομογνωσία τῆς Ἱ. Ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου. Ἀλλά ὅπως ὁ Μοναχός ἐκεῖνος πού κάνει «ἐπιλεκτική ὑπακοή» δέν κάνει ὑπακοή (Κλῖμαξ Δ΄10.67), ἔτσι καί ὅσοι κάνουν ἐπιλεκτική χρήση τῶν ἱερῶν Κανόνων, δέν πιστεύουν ἁπλῶς ἐλλιπῶς, ἀλλά μᾶλλον δέν πιστεύουν διόλου στήν θεοπνευστία τους.
  • [6] Συγκεκριμένα, ἀπότά τέλη Ὀκτωβρίου 2005 (π. ἡμ.) μέχρι τά τέλη Δεκεμβρίου 2008, ὅταν καί ἐπιστρέψας στήν Μονή τῆς μετανοίας μου (τήν Ἱερά Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα) πρός Ἐξομολόγηση πρό τῶν Χριστουγέννων, ἔκρινα ὅτι δέν μποροῦσα πλέον νά ἐπιστρέψω στά ἀνατεθέντα διοικητικά μου καθήκοντα. Εἶχε προηγηθεῖ καί τετράμηνη ἀπουσία («ἄδεια») στό Ἅγιον Ὄρος τό παρελθόν θέρος τοῦ 2008.
  • [7] Τῆς ὁποίας Ἱ. Μονῆς (ἱ. Ἡσυχαστηρίου) ὁ μακαριστός Γέρων καί Ἡγούμενος κυρός Κύριλλος (Κεχαγιόγλου) «ἀπορροφοῦσε» ἐπί μακρόν τίς πιέσεις καί τήν δυσαρέσκεια τοῦ αἱρετίζοντος οἰκείου Μητροπολίτου κυροῦ Ἰωάννου (Τασσιᾶ) γιά τήν κατά τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τοῦ Κολυμπαρίου (διακριτικῶς) ἐχθρική στάση τῆς Ἱ. Μονῆς καί τήν δράση τοῦ ὑπογραφομένου· ἀλλά ἡ ἀποτείχιση μελῶν τῆς «Συνάξεως τῆς Γατζέας»,ἐν οἷς καί ὁ π. Θεόδωρος, ἔκανε τά πράγματα πολύ δυσκολότερα καί «ἐπίφοβα» γιά τήν Ἱ. Μονή.
  • [8] Ἀρχιμ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΤΣΙΑΚΚΑΣ, «Οἰκουμενική Κίνηση. Ποιμαντικές ἐπιπτώσεις. Κυπριακή πραγματικότητα», Οἰκουμενισμός: Γένεση-Προσδοκίες-Διαψεύσεις, τόμ. Α΄, ἐκδ. «Θεοδρομία», Θεσσαλονίκη 2008, σσ. 307-334.
  • [9] Ἀρχιμ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΤΣΙΑΚΚΑΣ, Ἐγκυκλοπαιδικό Λεξικό Θρησκειῶν καί Αἱρέσεων, Παραχριστιανικῶν-Παραθρησκευτικῶν Ὁμάδων καί Σύγχρονων Ἱδεολογικῶν Ρευμάτων, ἔκδ. Ἱ.Μ. Τροοδιτίσσης, Κύπρος 2002, σελ. 685-691 (λῆμμα «Οἰκουμενική Κίνηση») καί 691-695 (λῆμμα «Οἰκουμενική Χάρτα»).
  • [10] Βλ. τό ἀμέσως ἑπόμενο τμῆμα τοῦ διαλόγου αὐτοῦ καί τήν παρακάτω σημείωση 12.
  • [11] ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓ. ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ, «Γιατί δέν ὑπέγραψα», Θεοδρομία ΙΗ΄3-4 (Ἰουλ-Δεκ 2016) 403: «[…] ἡ δεύτερη, νά καταθέσουµε µιά νέα πρόταση, γιά τήν ὁποία δέν γνωρίζω πῶς προέκυψε καί ποιός τήν πρότεινε, ἤτοι “ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται τήν ἱστορικήν ὀνοµασίαν ἄλλων ἑτεροδόξων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁµολογιῶν” [σημ. Μ.Σ. πού τελικῶς ἔγινε δεκτή στό Κολυμπάρι] µέ τό ἰδιαίτερο σκεπτικό. […] Θεώρησα ὅτι αὐτή ἡ πρόταση δέν ἦταν ἡ πλέον ἐνδεδειγµένη ἀπό πλευρᾶς ἱστορικῆς καί θεολογικῆς καί δήλωσα ἀµέσως ἐνώπιον ὅλων τῶν παρόντων ὅτι δέν θά ὑπογράψω τό κείµενο αὐτό, ἐάν κατατεθῆ αὐτή ἡ πρόταση, χάριν ὅµως τῆς ἑνότητος θά ἐπέχω ἀπό τήν περαιτέρω συζήτηση. Ἑποµένως, δέν θά µποροῦσα καί γιά τόν λόγο αὐτό νά ὑπογράψω τό κείµενο» (τό αὐτό κείμενο καί στό διαδίκτυο πολλαχοῦ).
  • [12] «Πορίσματα» στό Οἰκουμενισμός: Γένεση-Προσδοκίες-Διαψεύσεις, τόμ. Β΄, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 1029 (ὡς 8η πρόταση), ὅπου συνεχίζει καί μέ τά ἑξῆς: « […] Δέν πρόκειται περί σχίσματος, ἀλλά περί θεαρέστου ὁμολογίας, ὅπως τό ἔπραξαν παλαιοί Πατέρες, ἀλλά καί στίς ἡμέρες μας ὁμολογηταί ἐπίσκοποι, μεταξύ τῶν ὁποίων ὁ γεραρός καί σεβαστός μητροπολίτης πρώην Φλωρίνης Αὐγουστῖνος καί τό Ἅγιον Ὄρος».
    Συνεπῶς, ἡ ἀποτείχιση συμπεριλαμβανόταν ὡς δυνητικό «ὅπλο» κατά τῆς αἱρέσεως, ὅπως ἄλλωστε γινόταν σταθερά καθ΄ ὅλη τήν διάρκεια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας. Τήν ἀποτείχιση ὡς δέουσα ἀντιμετώπιση τῆς αἱρέσεως προέβαλε ἀργότερα (τό 2009) καί ἡ «Ὁμολογία Πίστεως κατά τοῦ Οἰκουμενισμοῦ», τήν ὁποίαν μέχρι τό 2012 ὑπέγραψαν 24,000 (εἴκοσι τέσσαρες χιλιάδες) πιστοί. Ἰδού τί γράφει ἡ Ὁμολογία Πίστεως, ἡ σφόδρα ἐνοχλήσασα τούς αἱρετικούς Οἰκουμενιστές …. : «Σέ μία ζῶσα Ἐκκλησία, ὅταν ἕνας ἐπίσκοπος διδάσκει μιά διδασκαλία ἀλλότρια πρός τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, οἱ ἱερεῖς ἐκείνης τῆς ἐπαρχίας ἔχουν τήν δυνατότητα νά διακόψουν τήν μνημόνευση τοῦ ἐπισκόπου, ὁ ὁποῖος διδάσκει δημόσια καί γυμνῇ τῇ κεφαλῇ τήν αἵρεση, ἕως ὅτου θά κριθεῖ ἀπό τήν Σύνοδο, σύμφωνα μέ τόν ιε΄ Κανόνα τῆς ΑΒ΄ Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως» (Ὁμολογία Πίστεως κατά τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, στό Θεοδρομία ΙΑ΄2 [Ἀπρ-Ἰουν 2009] 176-189.190-202) καί https://www.impantokratoros.gr. Περί τῶν ὑπογραψάντων βλ. https://www.impantokratoros.gr
  • [13] Εἰδικῶς, στά περί τοῦ Ὁσίου Μαξίμου, περί τό ἔτος 662, προσῆλθαν οἱ ἐπιτετραμμένοι τοῦ Αὐτοκράτορος Κώνσταντος Β΄, «οἵ δή καί αὐτοί πλεῖστα τῷ ὁσίῳ διομιλησάμενοι, τά παρά τοῦ βασιλέως ἐπαγγειλάμενοι […] καί ὅτι τούτου ἀποδιϊσταμένου καί στασιάζοντος, καί Ἀνατολή μικροῦ πᾶσα καί Δύσις συστασιάζει καί συναφίσταται» (δηλ. «καί αὐτοί οἱ ἴδιοι ἀφοῦ πάρα πολλά εἶπαν στόν Ὅσιο διαλεγόμενοι, ἀφοῦ ἔδωσαν τίς ὑποσχέσεις ἐκ μέρους τοῦ Βασιλέως […] καί ὅτι ἐπειδή αὐτός [ὁ Ὅσιος Μάξιμος] διαχωρίζει ἑαυτόν καί στασιάζει, γι’ αὐτό καί σχεδόν ὅλη ἡ Ἀνατολή καί ἡ Δύση μαζί του συστασιάζει καί συν-αφίσταται»), τί ἀπήντησε ὁ Ὅσιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής; «Πᾶσα ἡ τῶν οὐρανῶν δύναμις τό παρ’ ὑμῖν πρᾶξαι οὐ πείσει με· τί γάρ, φησί, ἀπολογήσομαι, οὐ τῷ Θεῷ λέγω, ἀλλά τῷ ἐμῷ συνειδότι, εἴ γε διά δόξαν ἀνθρώπων τήν οὐδέν πρός ὕπαρξιν ἔχουσαν, τήν σῴζουσάν με πίστιν ἐξομόσομαι ἤδη;» (δηλ. «Ὅλη ἡ [ἀγγελική] Δύναμη τῶν Οὐρανῶν δέν θά μέ πείσει νά πράξω τό δικό σας [πρβλ. Γαλ. 1, 8]. Διότι τί θά ἀπολογηθῶ, δέν λέω στόν Θεό, ἀλλά στή συνείδησή μου, ἐάν γιά δόξα ἀνθρώπινη, πού δέν ἔχει ὑπόσταση, προδώσω κιόλας τήν Πίστη πού μέ σῴζει;»). Εἰς τόν βίον καί τήν ἄθλησιν τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν καί Ὁμολογητοῦ Μαξίμου 32, PG 90, 101B.C.
    Τό ἴδιο τοῦ εἶπαν καί σέ ἄλλο σημεῖο τῆς ἀνακρίσεώς του: «Ταῦτα αὐτοῦ λέγοντος κράζει ὁ Μηνᾶς· Ταῦτα λέγων ἔσχισας τήν Ἐκκλησίαν. Καί λέγει πρός αὐτόν [ὁ Μάξιμος]· Εἰ ὁ λέγων τά τῶν ἁγίων Γραφῶν καί τά τῶν ἁγίων Πατέρων σχίζει τήν Ἐκκλησίαν, ὁ ἀναιρῶν τά τῶν ἁγίων Δόγματα, τί δειχθήσεται τῇ Ἐκκλησίᾳ ποιῶν, ὧν χωρίς, οὐδέ αὐτό τοῦτο, Ἐκκλησίαν εἶναι δυνατόν;» (Ἐξήγησις τῆς κινήσεως γενομένης μεταξύ τοῦ κυροῦ ἀββᾷ Μαξίμου καί τῶν σύν αὐτῷ καί τῶν ἀρχόντων ἐπί σεκρέτου 5, PG 90, 117 καί ΕΠΕ-Φ 15Γ, 86).
    Παρόμοια γράφει καί ὁ αἱρετικός Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἰωάννης Καλέκας κατά τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ: «Παρῃνέσαμεν δέ, ὡς εἰκός, καί τῷ Παλαμᾷ, ὥστε μηδέν τί περί τοιούτων ἤ γράφειν ἤ λέγειν, ἵνα μή θόρυβον ἐμποιῇ τῇ Ἐκκλησίᾳ» (Κωδίκιον τῶν Συνοδικῶν Παρασημειώσεων 34, PG 152, 1272C). Καί βεβαίως, τήν ἀποτείχισή του (ἀκοινωνησία) πρός τόν αἱρετικό – μή εἰσέτι καταδικασθέντα τότε – Οἰκ. Πατριάρχη Ἰωάννη Καλέκα ὁ Ἅγιος Παλαμᾶς τήν βασίζει ἐπάνω στά (ἡμιφανῆ μόνον) αἱρετικά φρονήματα τοῦ Πατριάρχου: «Ἀλλά γάρ οὕτω συνάγειν αἱρούμενος εἰς ἀπώλειαν οὗτος, εἶθ’ ἡμᾶς ὡς μή συνάγειν ἤ συνάγεσθαι μετ’ αὐτοῦ βουλομένους, ξένους ὀνομάζει καί ἀλλοτρίους τῆς Ἐκκλησίας» (Ὅτι τό Πατριαρχικόν κατ’ αὐτοῦ Γράμμα ψεῦδός ἐστιν αὐτόχρημα 31, ΕΠΕ 3, 576 & Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, τόμ. Β, 611).
  • [14] Τό Πατριαρχεῖο Βουλγαρίας ἐκτιμᾷ: «Ὅσον ἀφορᾷ τήν πολυσυζητημένη παράγραφο 6, ἡ Ἱερά Σύνοδος θεωρεῖ ὅτι ἡ φράση […] στήν οὐσία ἀντίκειται στήν παράγραφο 1 τοῦ ἴδιου κειμένου, ἡ ὁποία δηλώνει ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία Ἐκκλησία. Τά δόγματα καί οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας καθιστοῦν ἀδύνατη τήν ἀποδοχή τῆς ὕπαρξης πολλῶν Ἐκκλησιῶν […] Ἡ Ἱερά Σύνοδος δέν θεωρεῖ ὅτι μέ προσθήκη τῆς ἀποδοχῆς τῆς “ἱστορικῆς σημασίας” καί τήν ἐξήγηση ὅτι οἱ ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες καί Ὁμολογίες δέν βρίσκονται σέ κοινωνία μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διασώζεται τό κείμενο ἀπό τόν κίνδυνο τῆς πλάνης» (ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ, «Ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης δέν εἶναι οὔτε Μεγάλη, οὔτε Ἁγία, οὔτε Πανορθόδοξη», Θεοδρομία ΙΗ΄3-4 [Ἰουλ-Δεκ 2016] 376ἑ.).
    Ἰδού καί τοῦ Πατριαρχείου Γεωργίας ἡ ἀπόφανση: «4. Τά κείμενα τῆς Κρήτης πρέπει νά κατοπρίζουν τήν διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας· αὐτό δέν συμβαίνει μέ τήν παροῦσα ὁμάδα κειμένων» (ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΓΕΩΡΓΙΑΣ, «Τό Πατριαρχεῖο Γεωργίας γιά τή Σύνοδο τῆς Κρήτης», Θεοδρομία ΙΗ΄3-4 [Ἰουλ-Δεκ 2016] 381).
  • [15] Βεβαίως, ἐδῶ ἔσφαλα ἀποδεχόμενος τό ἐπιχείρημα τοῦ Παν. Μητροπολίτου Τριμυθοῦντος κ. Βαρνάβα. Διότι κάθε Ἱερεύς καί ὄχι μόνον οἱ οἱ Ἐπίσκοποι (οἱ Ἀρχιερεῖς), μνημονεύουν «πάσης ἐπισκοπῆς Ὀρθοδόξων» στήν μυστική εὐχή τοῦ καθαγιασμοῦ, μετά τό «Ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας, ἀχράντου…», σέ κάθε Θ. Λειτουργία (στή Θ. Λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου, ἡ φράση αὐτή εὑρίσκεται στήν μυστική εὐχή μετά τήν ἐκφώνηση «Καί ὧν ἕκαστος… »). Βλ. ΙΩ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗΣ, Θεῖαι Λειτουργίαι, Κείμενα Λειτουργικῆς Γ΄, Θεσσαλονίκη 1985, σελ. 274. 279.
  • [16] Ὅπως πολλάκις ἔχει ὑπενθυμίσει ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης στούς καλοπροαιρέτους (διότι οἱ κακοπροαίρετοι οὐ πείθονται «οὐδ’ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ») σέ κείμενά του· ἡ θέση αὐτή, ἐντοπισμένη ἀπό τόν π. Θεόδωρο, προέρχεται ἀπό τόν λειτουργιολόγο Θεόδωρο Ἀνδίδων καί ἐπαναλαμβάνεται ἀπό τούς ὁμολογητές Ἁγιορεῖτες Πατέρες στήν ἐπιστολή τους πρός τόν Λατινόφρονα Αὐτοκράτορα Μιχαήλ Η΄. Βλ. τίς ὑποσημειώσεις 15 καί 16 τῆς σημαινούσης θεολογικῆς διατριβῆς τῶν καθ’ ἡμᾶς δύο ἀγωνιστικῶν Συλλόγων «Δέν ὑπάρχει “Ἐκκλησία τῶν Ἀποτειχισμένων”» (18 Δεκ 2025) https://katanixi.gr
    Συνεπῶς, ὄχι μόνον δέν εἶναι ἄκυρα τά Μυστήρια τοῦ Κληρικοῦ τοῦ μή μνημονεύοντος (δηλαδή τοῦ Κληρικοῦ τοῦ ἀποτειχιζομένου ἀπό) αἱρετίζοντα Κληρικό Προϊστάμενο (Ἐπίσκοπο, Ἀρχιεπίσκοπο, Πατριάρχη), ἀλλά ἀντιθέτως: ὁ Ὀρθόδοξος πού μνημονεύει τόν αἱρετίζοντα Προϊστάμενο ὁμολογεῖ τήν δογματική συμφωνία του μέ ἐκεῖνον, καί συνεπῶς μετέχει ἀναλογικῶς στήν αἵρεσή του. Ὑποθέτω, ὅτι μέ ἀντίρροπη ὁμολογία τῆς Ὀρθοδοξίας καί γενικότερη δράση «ἀντισταθμίζει» κάπως τήν μνημόνευση τοῦ αἱρετίζοντος Ἐπισκόπου.
  • [17] Ἡ Πίστη μας εἶναι ἐν πολλοῖς ὑπέρλογη, ὄχι παράλογη· καί εἶναι ἀντιθέτως παράλογο, ὅτι δῆθεν κάποια μελλοντική Σύνοδος θά καταδικάσει τό Κολυμπάρι, ὅταν ἤδη δέκα χρόνια μετά τήν αἱρετική αὐτή «πανορθόδοξη» Σύνοδο, οἱ φωνές πού τό ἐπικρίνουν φιμώνονται (ἔστω καί ὑπό ἄλλες προφάσεις), μέ χαρακτηριστικό παράδειγμα τόν χαλκέντερο Θεολόγο καί Κανονολόγο Πρωτοπρεσβύτερο τῶν Πατρῶν π. Ἀναστάσιο Γκοτσόπουλο καί (ἐπί μακρόν χρόνον) τόν στερρότατο Ἐκκλησιολόγο καί Ἱεραπόστολο ἐν ΗΠΑ Πρωτοπρεσβύτερο π. Πέτρο Heers. Πῶς θά καταδικάσουν τήν Σύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου τά πνευματικά τέκνα τῶν συμμετασχόντων σέ αὐτήν; Τά πνευματικά τέκνα τῶν «Κολυμπαριστῶν», τά ὁποῖα σήμερα ἤδη ἀνεγείρουν ἀνδριάντες, ὀνοματίζουν χειροτονουμένους, αἴθουσες καί πολιτιστικά κέντρα καί ἀφιερώνουν τόμους καί ἐκδηλώσεις ἐπ’ ὀνόματι τῶν πρωτεργατῶν τοῦ Κολυμπαρίου καί αἱρεσιαρχῶν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ;
  • [18] Πρβλ. Ἀρχιμ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ, Τά δύο ἄκρα, ἔκδ. Ἱ. Ἡσυχ. Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζηνίας, ἐν Ἀθήναις 1997 (β΄ ἔκδ.), σελ 91: «Ἡ διακοπή μνημοσύνου δι’ αἵρεσιν “πρό Συνοδικῆς διαγνώσεως” ἔχει ἄλλην ἔννοιαν. Ἀποτελεῖ ἔντονον, ἀλλά καί ἐσχάτην διαμαρτυρίαν τῆς Ὀρθοδόξου συνειδήσεως, παρέχει μίαν διέξοδον διά τούς σκανδαλιζομένους, ἅμα δέ καί σκοπεῖ εἰς τήν δημιουργίαν ἀναταραχῆς, ὥστε ἡ Ἐκκλησία νά ἐπισπεύσῃ τήν ἐκκαθάρισιν τῆς καταστάσεως».

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: ΚΑΤΑΝΙΧI

Δείτε σχετικά:
Τί συνέβη στην δίκη του π. Δήμου Σερκελίδη; Και Περί εκκλησιολογικής εκπτώσεως της Εκκλησίας της Κύπρου (Β΄)
Τι έγινε στη δίκη του π. Δήμου Σερκελίδη (18 Ιουν 2025);

Σχετικά άρθρα

Η μοναξιά των Επισκόπων… δίχως Θεό

Άρθρο του Ελευθέριου Ν. Κοσμίδη. Η Ορθοδοξία είναι βίωμα. Χωρίς βίωμα εκτρέπεται σε παπισμό και σε πιο προχωρημένο στάδιο στον προτεσταντισμό. Λίγο πριν το τέλος, όταν πλέον όλος ο πνευματικός οργανισμός νοσεί, καταλήγει στον Οικουμενισμό-Οικουμενική Κίνηση

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Συνεχίζοντας την περιήγηση στην ιστοσελίδα, συναινείτε με την χρήση αυτών.
Μπορείτε να επισκεφθείτε τους Όρους χρήσης και την Πολιτική προστασίας απορρήτου.