Μον. Σεραφείμ Ζήσης

Τί συνέβη στην δίκη του π. Δήμου Σερκελίδη; Και Περί εκκλησιολογικής εκπτώσεως της Εκκλησίας της Κύπρου (Β΄)

εικόνα άρθρου: Τί συνέβη στην δίκη του π. Δήμου Σερκελίδη; Και Περί εκκλησιολογικής εκπτώσεως της Εκκλησίας της Κύπρου (Β΄)
τοῦ Μοναχοῦ Σεραφείμ (Ζήση)

Ἡ προσωπική μαρτυρία τοῦ Μοναχοῦ Σεραφείμ γιά τά διαδραματισθένα στήν ἄδικη δίκη καθαιρέσεως τοῦ Πρεσβυτέρου π. Δήμου Σερκελίδη (18 Ἰουνίου 2025) (Β΄ μέρος) 


Εἰσαγωγή

Α. Τί συνέβη στό Δικαστήριο  τῆς 18ης Ἰουνίου 2025

Β. Προσωπικές ἐκτιμήσεις ἐπί τῶν διαμειφθέντων στό Δικαστήριο
Β1. Περί τοῦ κατηγορητηρίου τοῦ Εἰσαγγελέως π. Κυριακοῦ
Β2. Περί τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ Ἐπισκόπου Καρπασίας κ. Χριστοφόρου
(α) Δογματική διγλωσσία 
(β) Θόλωση τῆς δογματικῆς ἀκριβείας
(γ) Προσωπική ἀσυνέπεια
(δ) Τό Κολυμπάρι δέν ἀπέθανε
Β3. Περί τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ Μητροπολίτου Κιτίου κ. Νεκταρίου

Ἀντί ἐπιλόγου

(συνέχεια)

Β. Προσωπικές ἐκτιμήσεις ἐπί τῶν διαμειφθέντων στό Δικαστήριο

Ἀνωτέρω ἐκτέθηκαν τά γεγονότα τῆς Δίκης καί ἡ ἐκεῖ ἀντιπαράθεση, τά ὁποῖα παρέθεσα προσεκτικῶς ἀπό μνήμης (ὄχι μέν ἐπί λέξει, ἀλλά χωρίς νά ἀλλοιώσω τίποτε)· θεωρῶ χρέος μου στά ἐφεξῆς νά καταθέσω καί προσωπική ἐπί τούτων θεολογική κρίση.

Ἐν πρώτοις, ἀφοῦ συνοπτικῶς καί ἄνευ βάσεως ἀπορρίφθηκαν οἱ ἐνστάσεις τοῦ ἐναγομένου γιά τήν ἐναντίον του διαδικασία, τήν βρίθουσα διαδικαστικῶν παρανομιῶν (ἐνστάσεις οἱ ὁποῖες ἐπανέρχονται ἀργότερα μέ ἔφεση τοῦ π. Δήμου), πραγματικῶς εὑρέθη ὁ π. Δῆμος σέ δίλημμα γιά τό ἄν θά ἔπρεπε νά συνεχίσει νά παρίσταται σέ διαδικασία ἡ ὁποία εἶχε τήν καταδίκη του προεξοφλημένη ἤ νά ἀποχωρήσει, κατά τό παράδειγμα τῶν Ἁγίων Πατέρων ἀπέναντι σέ δικαστήρια σεσημασμένων, προκατειλημμένων, ἐχθρῶν [19]· προτιμήθηκε νά ἀκολουθήσει ἠπιότερη ὁδό, καί δίδοντας στό Δικαστήριο τό «πλεονέκτημα τῆς ἀμφιβολίας» (“the benefit of doubt”), νά ὑποστῇ καί τήν ὑπόλοιπη διαδικασία, περί τῆς οὐσίας τῆς ἀποτειχίσεως.

Ὁ δικηγόρος κ. Βασιλειάδης ἐπέμεινε πολύ, ὥστε νά γίνει τελικῶς δεκτή ἠ κατάθεση τοῦ Μοναχοῦ Σεραφείμ στό Δικαστήριο· ὑποθέτω, ὅτι ἴσως καί τό Δικαστήριο θά θέλησε νά ἀμβλύνει τίς δυσμενεῖς ἐντυπώσεις πού προκάλεσε ἡ σωρεία – πανορθοδόξως μαρτυρουμένων καί καταδικαζομένων – διαδικαστικῶν παρανομιῶν πού προηγήθηκαν ἐναντίον τοῦ Πανιερωτάτου Μητροπολίτου πρ. Πάφου κ. Τυχικοῦ (καί τοῦ π. Δήμου, βεβαίως).

Παραδόξως, ἤδη ἀπό τήν προηγούμενη ἡμέρα, ὅταν εἶχε μαθευτεῖ, ὅτι ὁ Μοναχός Σεραφείμ (Ζήσης) θά προσήρχετο ὡς μάρτυς, ζητήθηκε ἐκτάκτως – τελευταία στιγμή – ἀπό τό Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων καί βιογραφικό μου (πού ὅμως δέν εὑρέθη, πλήν τῶν περιεχομένων στό Μοναχολόγιο τῆς Ἱ. Λαύρας τοῦ Ἁγίου Σάββα …)· ὁ δέ δημοσιογράφος κ. Βικέτος (δίδοντας τήν ἐντύπωση εἴτε ὅτι «λαμβάνει», εἴτε ὅτι «δίδει γραμμήν») δημοσίως διερωτᾶτο στά social media «ἄν ὁ Μοναχός Σεραφείμ ἔρχεται μέ ἄδεια τοῦ οἰκείου Ἡγουμένου καί Ἐπισκόπου». Παραδόξως, τό αὐτό ἐρώτημα προεβλήθη εὐθύς μέ τήν παρουσία μου στήν δίκη ἀπό τόν Πρόεδρο, Μητροπολίτη Κιτίου κ. Νεκτάριο (οἵα σύμπτωσις!). 

Ἀλήθεια, μέ τίνος οἰκείου Ἡγουμένου καί Ἐπισκόπου τήν συμμαρτυρία οἱ αὐτοχειροτονημένοι καί καθῃρημένοι πρώην Κληρικοί, σχισματικοί, τῆς Οὐκρανίας προχειρίσθηκαν ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἐξωκλιματικῶς (παρ’ ἐνορίαν) σέ τωρινούς ὑψηλοβάθμους Κληρικούς τῆς δῆθεν αὐτοκεφάλου «Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας» (OCU);

Μέ τίνος οἰκείου … Πνευματικοῦ (;) τήν συμμαρτυρία προχειρίσθηκαν σέ Ὀφφικίαλους τῶν Πατριαρχείων Ἀλεξανδρείας, ἤ καί Κωνσταντινουπόλεως, προβεβλημένοι καί δεδηλωμένοι Μασόνοι τῆς Θεσσαλονίκης: οἱ κ.κ. Σπυρίδων Καμαλάκης, Θεόδωρος Δαρδαβέσης καί Λεωνίδας Παπαδόπουλος (θ. 2022);

Γιά νά μή προσθέσω καί ἄλλα, χειρότερα …

Χωρίς νά ἀναφέρω τήν ὑπηρεσία μου στήν ἐκκλησιαστική διοίκηση, ἁπλῶς νά ἀντερωτήσω καί ἐγώ ρητορικῶς:

 Θά ὑπῆρχε περίπτωση νά μοῦ παράσχει ἄδεια ὁ οἰκεῖος Μητροπολίτης ἤ ὁ Ἡγούμενός μου νά παραστῶ σέ τέτοια δίκη, χωρίς νά δεχθεῖ καί τούς μύδρους εἴτε τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου, εἴτε τοῦ Οἰκ. Πατριάρχου, εἴτε τοῦ Ἐπισκόπου του (ὁ Ἡγούμενος), ἀλλά καί τά κάθε εἴδους «καψόνια» ἐκ μέρους τῶν Προϊσταμένων αὐτῶν καί ἄλλων, τά ὁποία θέτουν σέ κίνδυνο τήν εἰρήνη καί τήν ἑνότητα ἑνός Μοναστηριοῦ; Μήπως δέν ἐπέρασε ὁ γράφων τά ἴδια γιά τήν κατά τῆς Συνόδου τοῦ Κολυμπαρίου μικρή δράση του σέ συνοδία ἄλλων Πατέρων (σέ Βουλγαρία, Γεωργία, κ.ἀ.), ὅταν ὁ τότε Μητροπολίτης Λαγκαδᾶ κυρός Ἰωάννης, «πιστός δοῦλος καί φρόνιμος» τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, ἐπίεζε πολυτρόπως τόν μακαριστό Ἡγούμενό μου κυρό Κύριλλο (Κεχαγιόγλου, †2021), Ἡγούμενο τῆς Ἱ. Μ. Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου, ὅπου εἶχα ἐγκαταβιώσει (2014-2017), γιά νά ἄρει τήν εὐλογία συμμετοχῆς μου σέ τέτοιες δράσεις [20]; Τά ἴδια δέν εἶχαν προηγηθεῖ ἐνωρίτερα καί στήν Μονή τῆς μετανοίας μου, τήν Ἱερά Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα τῆς Παλαιστίνης, ἀπό τό 2009 καί ἑξῆς, λόγῳ τῆς σθεναρᾶς θέσεως τῆς Ἱ. Λαύρας κατά τῶν διεξαγομένων στήν Πάφο κ.ἀ. διαλόγων μέ τούς Παπικούς (2009, 11η Γενική Συνέλευση) καί σέ ἄλλα θέματα Πίστεως, μέχρι πού τελικῶς ἐζητήθη ἀπό συγγενικό πρόσωπό μου νά μοῦ μεταφέρει τήν ἐπιθυμία τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων «νά μεταβῶ στήν Ἑλλάδα καί νά βοηθῶ ἐγγύθεν τόν πατέρα μου», δηλαδή κοινῶς «νά τούς ἀδειάσω τήν γωνιά» [21];  

Πῶς ἦταν, λοιπόν, δυνατόν, νά ἔχω προσέλθει σέ τέτοια δίκη μέ ἄδεια τοῦ οἰκείου Ἐπισκόπου ἤ Ἡγουμένου; Ἀλλά καί διατί νά δυσαρεστοῦνται οἱ Ἐπίσκοποι μέ τίς θεολογικές ἀντιπαραθέσεις μέ ἐνισταμένους πιστούς, ὄταν εἶναι καθῆκον τους προβλεπόμενο ἀπό τούς ἱερούς Κανόνες μέσῳ διαλόγου νά ἐπαναφέρουν ἀκόμη καί τούς πεπλανημένους στήν Ἐκκλησία, πολλῷ μᾶλλον νά διαλέγονται περί Πίστεως μέ τούς κανονικῶς ἀποτειχιζομένους [22]; Προφανῶς δυσαρεστοῦνται, διότι ἐν προκειμένῳ οἱ ἴδιοι εὑρίσκονται ἐν ἀδίκῳ καί δυσαρεστοῦνται μέ τήν ἀνάδειξη τῆς αἱρετικῆς πλάνης ἡ ὁποία ἔχει καταστῆ μέρος τοῦ ἀέρα πού ἀναπνέουν.

Κατά τήν διαδικασία, λόγω καί προχωρημένης ὥρας καί ἐπειδή εὐθύς ἐξ ἀρχῆς ἀμφισβητήθηκε ἡ ὀρθότητα τῆς παρουσίας μου στήν δίκη (λόγῳ ἀποτειχίσεως), μέ συνέπεια νά ἐπικρέμαται ἡ ἀνά πᾶσα στιγμή διακοπή τῆς καταθέσεώς μου, ὑπῆρξα ἰδιαιτέρως σύντομος. Γιά τούς ἰδίους λόγους, ἄλλωστε, δέν ἐπετράπη καί νά μοῦ θέσει ἐρωτήσεις ὁ δικηγόρος τοῦ π. Δήμου, κ. Μιχαήλ Βασιλειάδης, ἐρωτήσεις πού θά εἶχαν βοηθήσει στήν ἀνάδειξη τῆς θεολογικῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος.

Ὁ αἰδεσιμολογιώτατος Πρεσβύτερος π. Δῆμος Σερκελίδης εἶχε ὁμιλήσει καί ἀντιπαρατεθεῖ μέ τούς συνοδικούς κριτάς του ἐπί μακρόν, ἐπί μιάμισυ ὥρα (11:00 ἕως 12:30), πολύ περισσότερον ἀπό τόν γράφοντα τό παρόν, καί σέ περίπτωση πού θά ἤθελε νά μᾶς καταθέσει ἀπό μνήμης καί τήν δική του κατάθεση καί ἐπιχειρηματολογία, θά εἴχαμε πληρέστερη εἰκόνα τῆς πρός αἵρεσιν ἐκπτώσεως τοῦ ἐκκλησιολογικοῦ φρονήματος στήν Ἐκκλησία Κύπρου.

Β1. Περί τοῦ κατηγορητηρίου τοῦ Εἰσαγγελέως π. Κυριάκου

Ἀρχικῶς, δέν μπορῶ νά ἀντιπαρέλθω τήν ἐσωτερική σύγκρουση πού μοῦ προξένησε ὁ καταληκτήριος λόγος τοῦ Εἰσαγγελέως π. Κυριάκου Κυριάκου σέ ἀντιδιαστολή μέ τό αἰσχρούργημα κατηγορητηρίου, τό ὁποῖο ὁ ἴδιος ὑπέγραψε καί ὑπεστήριξε ἐναντίον τοῦ π. Δήμου. Ὁ π. Κυριάκος παρουσιάστηκε πολύ πατρικός καί ἤπιος πρός τόν κατηγορούμενο στήν διαδικασία: ἀναφαίνεται ἔτσι καί ὁ ἐπικίδυνος ρόλος τοῦ συναισθηματισμοῦ, πού πολεμεῖ Ὀρθοδόξους καί αἱρετικούς, ἀλλά νικᾷ μόνον τούς δευτέρους.

Τό κατηγορητήριο τοῦ π. Κυριάκου συνιστᾷ ἕνα πραγματικό δικαστικόν αἶσχος – ἄς μέ συγχωρήσει – καί ἐντρέπομαι γιά λόγου του, ἄν τό συνέταξε ὁ ἴδιος. Τό κατηγορητήριο ἐφαρμόζει στά ἐπιχειρήματά του μιά σειρά ἱερῶν Κανόνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι παντελῶς ἄσχετοι μέ τό θέμα πού ἀντιμετωπίζεται. Ἐπί παραδείγματι, στήν ἀποτείχιση τοῦ π. Δήμου ἀντιπαραθέτει τόν 13ο  τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, ἄν καί ὁ π. Δῆμος ἐπανειλημμένως ἔχει ἀναφέρει τούς θεολογικούς λόγους τῆς ἀποτειχίσεώς του, καί συνεπῶς ἔπρεπε – καί μόνον κατά ἀπαίτηση τῆς κοινῆς λογικῆς – νά ἐξετασθοῦν αὐτοί οἱ θεολογικοί λόγοι, σέ ἀναφορά πρός τόν ἁρμόζοντα σέ περίπτωση αἱρέσεως 15ο Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας, καί ὄχι τόν 13ο. 

Παρομοίως, στήν δεύτερη κατηγορία, ὁ π. Κυριάκος ἐφαρμόζει τόν 31ο ἱερό Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὁ ὁποῖος ἐπικρίνει τήν «πῆξιν ἑτέρου θυσιαστηρίου», ἀποσιωπώντας ὅτι ὁ ἴδιος αὐτός Κανόνας, ὁ 31ος, ὁρίζει, ὅτι ἡ καταδίκη τοῦ «πήξαντος ἕτερον θυσιαστήριον» ἰσχύει σέ περίπτωση κατά τήν ὁποία ὁ Ἐπίσκοπος δέν κατηγορεῖται «ἐν εὐσεβείᾳ καί δικαιοσύνῃ». Βεβαίως, τοῦτο δέν ἰσχύει ἐν προκειμένῳ, διότι ἡ Σύνοδος τοῦ Κολυμπαρίου ἐξώκειλε ἐκκλησιολογικῶς, συνεπῶς οἱ πλεῖστοι Ἐπίσκοποι σφάλλουν «ἐν εὐσεβείᾳ»· συνεπῶς, δικαιολογεῖται βάσει καί τοῦ 31ου ἡ ἀποτείχιση (ἀκοινωνησία) πρός αὐτούς. Καί τοῦτο, ἡ ἐκκλησιολογική παρέκκλιση, εἶναι διαπίστωση ἀκόμη καί Ὀρθοδόξων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν πού δέν συμμετέσχον στό Κολυμπάρι, ἀσχέτως ἄν αὐτές προτίμησαν νά μή διακόψουν τήν κοινωνία μέ τίς συμμετασχοῦσες στό Κολυμπάρι Αὐτοκέφαλες Τοπικές Ἐκκλησίες.

Ἡ 3η κατηγορία, περί «δημοσίας ἐξυβρίσεως τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου» Κύπρου κ. Γεωργίου «καί τῶν Μελῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου», εἶναι καί πάλιν πλαστή καί ἀνέρειστη· ὁ π. Δῆμος ἄσκησε μόνον θεολογική κριτική ἄνευ ὕβρεων· ἡ μομφή ὅτι κάποιος αἱρετίζει (ἀποδοθεῖσα ἀπό τόν π. Δῆμο στόν Κύπρου Γεώργιο) δέν συνιστᾷ καθ’ ἑαυτήν ὕβρη, ἀλλά ἐκκλησιαστική μομφή πού ὑπόκειται σέ ἐξέταση ἐκ μέρους τῶν Ἐπισκόπων, ἄν βεβαίως θά ἦσαν πράγματι «ἐπί σκοπόν» Ἐπίσκοποι, καί ὄχι ἁπλῶς παρατηρητές ἤ καί συνένοχοι στήν παρακμή. Ἄν ὁ π. Κυριάκος ἔστω καί «ἄκρῳ δακτύλῳ» ἔχει ἀκουμβήσει τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία, ἄς δεῖ τά σχετικά μέ τόν Εὐσέβιο (Δορυλαίου) καί τήν ἀντίδρασή του στόν ΚΠόλεως Νεστόριο, καί θά ἐννοήσει τό λεγόμενον … 

Ὁ π. Κυριάκος, ἄν εἶναι ὁ μόνος συντάκτης τοῦ κατηγορητηρίου, ἴσως ἔχει λάβει ὡς παράδειγμα τίς πρακτικές ἀνόμων κυκλωμάτων, κατά τίς ὁποῖες «ἐμφυτεύονται» πειστήρια ἐγκλημάτων σέ ἀθώους, οἱ ὁποῖοι πρέπει νά καταδικασθοῦν πάσῃ θυσίᾳ, γιά τό καλό τοῦ καθεστῶτος συστήματος. Ἔτσι καί ἐδῶ «ἐμφυτεύθηκαν» κατά τοῦ π. Δήμου οἱ ἀνυπόστατες κατηγορίες τοῦ σχίσματος, τῆς παρασυναγωγῆς, τῆς πήξεως ἑτέρου θυσιαστηρίου καί τῆς ἐξυβρίσεως, ἐνῷ τό θέμα εἶναι θεολογικό, καί μολονότι οἱ ἐκκλησιολογικές ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τοῦ Κολυμπαρίου ἔχουν ἀπορριφθεῖ ἀπό ἄλλες Τοπικές Ἐκκλησίες. Ἐφόσον εἶναι ἔτσι, ὅσα ἐνήργησε ὁ π. Δῆμος εἶναι ἐκκλησιαστικῶς, ἱεροκανονικῶς, βάσιμα καί θεμιτά, καί μόνον ἀντιπράττοντες αἱρετικοί θά μποροῦσαν νά φρονοῦν ἀντίθετα, ὅπως πάντοτε γίνεται στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας. Ἄς ἐπισημάνουμε, ὅτι τό κατηγορητήριο τό ὑπό τοῦ π. Κυριάκου, ἀκόμη καί μέ τέτοια αἰσχρά πονηρία, δέν τόλμησε ποσῶς νά ὑποστηρίξει (καί πῶς θά μποροῦσε ἄλλωστε … ) τόν πρωτοφανῶς πονηρό καί ἀναληθέστατο (ψευδέστατο;) ἐκ μέρους τοῦ ἐκπεσόντος στήν αἵρεση Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου κ. Γεωργίου χαρακτηρισμό τῆς ἀποτειχίσεως ὡς αἱρέσεως (δῆθεν «ἀποτειχισμοῦ»)! Ἀλλά, ἄς ὄψεται ἡ προπαγάνδα τῶν συστημικῶν ΜΜΕ, ἡ ὁποία λέγει «τό σκότον φῶς καί τό φῶς σκότος» (Ἠσ. 5, 20).

Εἶναι ἐπίσης σαφές, ὅμως, ὅτι πλεῖστοι (πλήν φωτεινῶν ἐξαιρέσεων) Ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, καί ὄχι μόνον τῆς Κύπρου (καί ἐνῷ ἕκαστος ἐπίσκοπος ὑποτίθεται ὅτι εἶναι ἡ «πηγή τῆς Θεολογίας» … [23]), δυσφοροῦν μέ τήν ἀνακίνηση δογματικῶν καί ἐκκλησιολογικῶν ζητημάτων, περισσότερο ἀπ΄ ὅσο δυσφοροῦν ἀρχάριοι καί ἀδιάβαστοι φοιτητές τῆς Θεολογίας στίς ἐξετάσεις τῆς Δογματικῆς… Γι’ αὐτό ἄλλωστε καί «ἀγγαρεύουν» ἀκαδημαϊκούς θεολόγους, κανονολόγους καί ἱστορικούς («μέ τό ἀζημίωτον», συνήθως) γιά νά ἐξάγουν πάντοτε πορίσματα εὐνοϊκά πρός τήν – δίκην βάλτου – παροῦσα ἐκκλησιαστική στασιμότητα καί θεολογική θολότητα.

Β2. Περί τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ Ἐπισκόπου Καρπασίας κ. Χριστοφόρου

Ὡς πρός τήν γενική θέση τοῦ Θεοφ. Ἐπισκόπου κ. Χριστοφόρου, ἀλλά καί τήν ἔκδοση Συνοδικοῦ Μηνύματος ὑπό τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου (31 Ἰουλ 2016), τό ὁποῖο Μήνυμα δῆθεν διευκρινίζει ὀρθοδόξως τά περί τῆς Συνόδου τοῦ Κολυμπαρίου καί ὀρθοτομεῖ, ἐπισημαίνουμε τά ἑξῆς:

(α) Δογματική διγλωσσία. Τό κείμενο τοῦ σχετικοῦ Μηνύματος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου ἐπαναλαμβάνει καθησυχαστικῶς (§3) ὅτι στό κολυμπαριστικό κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν Κόσμον», τό ἐπίκεντρο τῆς αἱρέσεως τῆς Συνόδου, «δηλώνεται ἀπό τήν ἀρχή ἡ αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ὅτι δηλαδή αὐτή ἀποτελεῖ τή Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία» [24]· ὅμως, τό Μήνυμα δέν ἐντοπίζει οὔτε καταδικάζει τίς (ἐκκλησιολογικῶς) ἐντελῶς ἀντίθετες στήν οὐσία τους, παρά τά προσχήματα, θέσεις τοῦ κειμένου τοῦ Κολυμπαρίου «Σχέσεις …», ὅπως θά τίς καταδείξουμε κατωτέρω. Τό Mήνυμα δηλαδή ὑπερβάλλει τήν ὅποια μερική ὀρθότητα τοῦ Κειμένου «Σχέσεις …» καλύποντας τίς σκόπιμες ἀσάφειες καί ἐλλείψεις του. Ἔτσι ἁπλῶς ἀποδεικνύεται ἡ διγλωσσία τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου (καί ὄχι μόνον τῆς Κύπρου). Καί ἡ διγλωσσία εἶναι ἰδιότητα τῶν αἱρετικῶν [25]· ἄλλωστε, καί μόνο τό νά ἀμφιρρέπει, τό νά ἀμφιταλαντεύεται, κάποιος περί τήν Πίστη τόν καθιστᾶ ἀνάξιο τῆς Ἱερωσύνης [26]. Τό Μήνυμα τῆς Κύπρου λέγει ἐπίσης καθησυχαστικῶς ὅτι «Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἀναγνωρίζει τήν ἱστορική ὀνομασία “Ἐκκλησία” καί γιά ὁμάδες πού ἀπεσχίσθησαν ἀπό Αὐτή, χωρίς αὐτό νά σημαίνει ἀναγνώριση τῆς ὀρθότητας τῆς πίστης τους» [27], ἀποσιωπώντας ὅτι πουθενά στό κείμενο τοῦ Κολυμπαρίου «Σχέσεις …» δέν δηλώνεται κάτι τέτοιο, οὔτε κἄν στίς παραγράφους §§18 & 19. Ἄν οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Κύπρου ἐκφράζονται ἀπό αὐτό τό κατοπινό Κείμενο τοῦ τοπικοῦ, κυπριακοῦ, (ὀρθοδόξου) Συνοδικοῦ Μηνύματος, τότε γιατί δέν ἀγωνίσθηκαν νά ἐπιβληθοῦν αὐτές οἱ θέσεις καί στό Κολυμπάρι, ἀλλά δέχθηκαν τά ἀντίθετα, τήν ὀνομασία «Ἐκκλησίες» γιά τίς αἱρέσεις καί ἄλλα πολλά, ὑποχρεώθηκαν δέ πέντε ἐξ αὐτῶν, μή ὑπογράψαντες, νά «καταπίουν» ἀκόμη καί τήν αἴσχιστη «ἀναπλήρωση» τῆς ὑπογραφῆς τους ἀπό τόν τότε Ἀρχιεπίσκοπο (ἐκλιπόντα) Χρυσόστομο Β΄ ; [28]. 

Ἄν οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Κύπρου ὄντως φρονοῦν ὀρθῶς, καί πιστεύουν σύμφωνα μέ τό Συνοδικό «Μήνυμα», ὡς ἑρμηνευτικό συμπλήρωμα τοῦ αἱρετικοῦ κειμένου «Σχέσεις …» τοῦ Κολυμπαρίου, τότε γιατί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου κ. Γεώργιος δέν ἐζήτησε ἀπό τόν Πανιερώτατο Μητροπολίτη κ. Τυχικό νά ὑπογράψει κείμενο Ὁμολογίας, τό ὁποῖο νά συμπεριλαμβάνει καί τό ὀρθοδοξότερο διευκρινιστικό Συνοδικό «Μήνυμα», ἀλλά ἀπαίτησε ἀποδοχή «γυμνοῦ» τοῦ Κολυμπαρίου καί τῶν κειμένων του;

Δέν ἀποδεικνύεται, λοιπόν, ὅτι τό καθησυχαστικῶς ὀρθόδοξο «Συνοδικό Μήνυμα» τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου, ἔγινε μόνον καί μόνον γιά νά φιμωθοῦν οἱ κατά τοῦ Κολυμπαρίου ἀντιδράσεις καί νά ἀποκοιμηθεῖ ὁ εὐσεβής Κυπριακός Λαός;

Ἀκόμη καί ἄν κάποιος ἐσφαλμένως καί καταχρηστικῶς καταλόγιζε στόν Θεοφ. Καρπασίας κ. Χριστοφόρο κάποιο δίκαιο γιά τό – δῆθεν ἀντισταθμιστικό τῆς προδοσίας – Μήνυμα τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου, τό ὁποῖο δῆθεν ἀποκαθιστᾶ τήν ὀρθόδοξη κατανόηση περί Μιᾶς Ἐκκλησίας, ὅμως τό ἄθλιο ἐπίμαχο Κείμενο τοῦ Κολυμπαρίου δέν σταμάτησε μόνον στήν ἀπόδοση τοῦ ὅρου «Ἐκκλησία» στούς αἱρετικούς [29]. Διότι τό ἴδιο ἐκκλησιολογικό κείμενο τοῦ Κολυμπαρίου «Σχέσεις …» ἐπιπροσθέτως (α) ἐπαινεῖ τό σύνολο ἔργο τῶν Οἰκουμενικῶν Διαλόγων (§§4-7), συνεπῶς ἐπαινεῖ καί  ὅλην τήν ἐκεῖ ὑπογραφεῖσα κατά καιρούς θεολογική ἀθλιότητα (περί ἧς ὁ λόγος ἀπέραντος), (β) κάνει ἐπαινετική μνεία (§21) τῶν κειμένων τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστις καί Τάξις» τοῦ Π.Σ.Ε., στά ὁποῖα συμπεριλαμβάνεται μεταξύ ἄλλων καί τό κείμενο τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε (Βραζιλία, 2006), τό ὁποῖο ἐπίσης ἀπορρίπτει τήν ταύτιση τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας μέ ὁποιαδήποτε ἐπί μέρους  ἐκκλησία-μέλος τοῦ ΠΣΕ, συνεπῶς καί μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία (δηλαδή, κατά τό κείμενο τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε εἶναι λάθος τό νά «περιορίζεται» ἡ Ἐκκλησία μόνον στήν Ὀρθοδοξία …) [30], καί (γ) θεωρεῖ, ὅτι εἶναι «κεφαλαιώδους σημασίας» γιά τήν ὀρθόδοξη συμμετοχή στό Π.Σ.Ε. ἡ  «Δήλωση τοῦ Τορόντο» (§19) [31]. Πονηρῶς, οὔτε τό Κολυμπάρι στό κείμενό του «Σχέσεις …», οὔτε καί τό «ὀρθόδοξο» Συνοδικό Μήνυμα τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου, λίγο ἀργότερα, οὔτε καί ὁ Καρπασίας κ. Χριστοφόρος τώρα πιά, δέν μᾶς λέγουν τί διαλαμβάνει ἡ  ἐπαινούμενη ἀπό τό Κολυμπάρι «Δήλωση τοῦ Τορόντο» … ! 

Καί δυστυχῶς, ὁ Θεοφιλέστατος Καρπασίας κ. Χριστοφόρος, γνωρίζει ἐπακριβῶς τήν προβληματικότητα τῆς «Δηλώσεως τοῦ Τορόντο» τοῦ 1950, ἀλλά ἀπέκρυψε τό σχετικόν αἶσχος. Περί τοῦ λόγου τό ἀληθές: Ἰδού τί ἔγραφε ὁ κ. Χριστοφόρος σέ περίοδο ἐκκλησιολογικῆς ὀρθοφροσύνης καί εὐσυνειδησίας του, εἰδικῶς περί τούτου: «Ἡ “κοινή αὐτή δήλωση” [σ. τοῦ Τορόντο] ἀναγνωρίζει μ’ ἕνα ἔμμεσο τρόπο τήν λεγόμενη “θεωρία τῶν κλάδων” τοῦ Προτεσταντισμοῦ, ἡ ὁποία διδάσκει ὅτι ἡ κάθε “Ἐκκλησία” – Ὁμολογία κατέχει μέρος τῆς ἀλήθειας καί ἡ συνένωση ὅλων θά ἀποτελέσει τή μία ὁλοκληρωμένη ἀλήθεια»[32].

Πράγματι, ἡ «Δήλωση τοῦ Τορόντο» (1950), ὅπως ἐπέπρωτο νά κάνει ἀργότερα, τό 2006, καί τό κείμενο τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε, διαλαμβάνει, ὅτι ἡ «ἀληθής» κατά τό ΠΣΕ «ἐκκλησία», δῆθεν δέν ταυτίζεται μέ ὁποιαδήποτε θεσμική ἐπί μέρους «ὁμολογία» ἤ ἐκκλησία-μέλος τοῦ ΠΣΕ, ἀλλά εἶναι εὐρύτερη ἀπό αὐτά [33]. Ἡ «Δήλωση τοῦ Τορόντο», λοιπόν, ἀναγνωρίζει «Ἐκκλησία» ἐκτός τῆς Μιᾶς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Καί ὁ κ. Χριστοφόρος συνυπογράφων στό Κολυμπάρι, συνήνεσε ὑπέρ τῆς ἐπικρατήσεως τῆς ἐκκλησιολογίας τῆς «Δηλώσεως τοῦ Τορόντο» …. καί μετά ταῦτα σέ εἰδικό «εἰρηνευτικό», «κατευναστικό» ἄρθρο του, παρεσιώπησε τό ὅλο πρόβλημα [34]

Τί ἔχει ἆραγε νά εἰπεῖ περί τούτων, ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Καρπασίας; Πῶς τά …. «ἐπιλύει» δῆθεν καί τά διορθώνει αὐτά τό  Συνοδικό Μήνυμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου; Διότι ἀκόμη καί ἄν ὁ ὅρος «ἐκκλησία» εἶναι δῆθεν ἀμφίσημος, ἄλλοτε σημαίνων τήν Μίαν Ἐκκλησίαν τῶν Ὀρθοδόξων καί ἄλλοτε «τεχνικῶς» (!) τήν κάθε αὐτο-ονομαζόμενη «ἐκκλησία» καί αἱρετική ὁμολογία (“denomination”)· ἐπίσης, ἀκόμη καί ἄν τό Συνοδικό Μήνυμα τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου, διορθώνει ἀρκετά τόν αἱρετικό χαρακτῆρα τοῦ κειμένου «Σχέσεις…» τοῦ Κολυμπαρίου, ὅμως οὔτε τοῦ Τορόντο, οὔτε τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε τά κείμενα (πού τό Κολυμπάρι στό κείμενο «Σχέσεις …» υἱοθέτησε μεταξύ ἄλλων) εἶναι ἀμφίσημα, ἐπιδεκτικά διπλῆς ἑρμηνείας, ἀλλ’ ἀναμφιλέκτως ἀναγνωρίζουν «Ἐκκλησία» ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τῆς «Μιᾶς καί Μόνης». Καί ὡς ἐκ τούτου εἶναι αἱρετικά, γι΄ αὐτό καί τά ἀπεσιώπησε τό καθησυχαστικό «Συνοδικό Μήνυμα» ! Καί αἱρετικό εἶναι καί τό κείμενο τοῦ Κολυμπαρίου «Σχέσεις …» πού τά ἀναγνώρισε καί ἐξύψωσε. Αἱρετική λοιπόν εἶναι καί ἡ Σύνοδος τοῦ Κολυμπαρίου πού τά ἐνέκρινε, καί αἱρετικοί εἶναι καί ὅσοι τά προασπίζονται.

Ἰδού, ἔχετε τόν «ἐπί τῶν αἱρέσεων εἰδήμονα», «ἀντιαιρετικό» Ἐπίσκοπο Καρπασίας κ. Χριστοφόρο !

Καί ὅπως ἀκριβῶς ἡ αἱρετική «Δήλωση τοῦ Τορόντο», τοῦ 1950, ἐπειδή δέν καταδικάσθηκε ἀπό τούς Ὀρθοδόξους ἀπετέλεσε ἔπειτα ἀπό ἑξῆντα ἕξι ἔτη (τό 2016) σημεῖο ἀναφορᾶς καί θεμέλιο τοῦ σχετικοῦ κειμένου τοῦ Κολυμπαρίου (τό κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν Κόσμον»), ὅπως ἀνωτέρω δείξαμε, ἔτσι καί τό αἱρετικό Κείμενο τοῦτο τοῦ Κολυμπαρίου στό μέλλον θά ἀποτελέσει θεμέλιο περαιτέρω ἐκπτώσεων καί προδοσιῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας, ἀφοῦ δέν καταδικάζεται θεσμικῶς καί ὀρθοδόξως τώρα, ἀπό τό 2016 καί μετά. Πρώϊμο δεῖγμα: ἡ ἀπαίτηση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου κ. Γεωργίου νά ἀποδεχθεῖ ὁ Μητροπολίτης Πάφου κ. Τυχικός τήν Σύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου σέ «ὁμολογία Πίστεως».

Πέραν τούτου, ὑπενθυμίζουμε, ὅτι ἡ «ἀποσιώπηση» ἤ «παράκαμψη» ἤ «λήθη/λησμοσύνη» ἑνός αἱρετικοῦ κειμένου (λ.χ. ἐν προκειμένῳ τοῦ κειμένου «Σχέσεις …» τοῦ Κολυμπαρίου) ποτέ δέν ὑπῆρξε πρακτική τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι ὁπωσδήποτε ἀναθεμάτιζαν συγκεκριμένα θεμελιώδη αἱρετικά κείμενα καί αἱρετικές θέσεις (ὅπως οἱ «Δώδεκα Ἀναθεματισμοί» τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας). Ὁ Ὅσιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής δικαζόμενος τό ἔτος 662 ἀρνήθηκε νά ἀποδεχθεῖ ὡς τεκμήριο Ὀρθοδοξίας τήν ἁπλῆ παρασιώπηση τοῦ παλαιοῦ αἱρετικοῦ κειμένου τῆς «Ἐκθέσεως» (τοῦ ἔτους 638, τῶν αἱρετικῶν Πατριαρχῶν ΚΠόλεως Σεργίου καί Πύρρου καί τοῦ Βασιλέως Ἡρακλείου). Ἔπρεπε νά καταδικασθεῖ αὐτή ρητῶς καί δημοσίως, διότι, ὡς λέγει ὁ Ὅσιος, τό αἱρετικό κείμενο, ἡ «Ἔκθεση», ἀποκολλήθηκε μέν ἀπό τούς τοίχους, ἀπό τήν δημοσιότητα, ἀλλά ὄχι ἀπό τίς νοερές ψυχές: «Κατηνέχθη ἐκ τῶν λιθίνων τοίχων, οὐ μήν ἐκ τῶν νοερῶν ψυχῶν»[35]. Καί, ὡς γνωστόν, τό Κείμενο τοῦ Κολυμπαρίου οὔτε κἄν ἀποσιωπήθηκε ἔκτοτε, ἀλλά «ζῆ καί βασιλεύει» μαζί μέ τήν αἱρετική Σύνοδο ἐκείνη. 

Τό Μήνυμα τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου, τό ὁποῖο ἐπικαλέσθηκε ὁ κ. Χριστοφόρος καθ’ ἡμῶν στό Συνοδικό Δικαστήριο ὡς δῆθεν βελτιωτικό καί ἑρμηνευτικό τοῦ Κολυμπαρίου, θά λησμονηθεῖ, ὡς ἕνα μεταγενέστερο πρόσθετο (“patch”), ὡς δευτερεύουσα «ἑρμηνευτική» ἀπόπειρα, μιᾶς μικρᾶς ἀριθμητικῶς Τοπικῆς Ἐκκλησίας, τῆς Κύπρου. Μάλιστα, τό Μήνυμά Της οὔτε κἄν θά δημοσιεύεται σέ μελλοντικές ἐκδόσεις τῶν Κειμένων τῆς «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου» τοῦ Κολυμπαρίου, ἐνῷ ἡ αἱρετική Σύνοδος αὐτή ἤδη ἐπί ἔτη ἐπαινεῖται στά Δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος [36] καί στά βιβλία τοῦ μαθήματος Θρησκευτικῶν στήν Ἑλλάδα [37], ἴσως δέ καί ἀλλοῦ, ὡς δῆθεν σπουδαία, «Μεγάλη» καί «Πανορθόδοξος» Σύνοδος, ἡ ὁποία θά γίνει σημεῖο ἀναφορᾶς τῶν μετά ταῦτα ἐκκλησιολογικῶν ἐξελίξεων, στίς ὁποῖες προδοτικῶς συμμετέσχον καί  οἱ Κύπριοι Ἱεράρχαι! 

Καί ὅλα αὐτά ὁ Θεοφιλέστατος κ. Χριστοφόρος τά ὑπέγραψε στό Κολυμπάρι! Ἐκεῖνα τά ὁποία ὁ ἴδιος σέ καιρούς ἀνέφελους θεωροῦσε καί κατήγγελλε ὡς ἐκκλησιολογικές πλάνες … Καί τώρα, ἐπί πλέον, διώκει τούς ἀντιθέτους καί πρώην ὁμόφρονές του, ἀναλλοιώτους Ὀρθοδόξους, τόσο τόν Πανιερώτατο Πάφου κ. Τυχικό, ὅσο καί τόν Πρεσβύτερο Πάφου π. Δῆμο! Ὁ ὁποῖος π. Δῆμος, καθότι καί ὑφιστάμενος, δέν ἔμελλε νά τύχει καί οὐδεμιᾶς συμπαθείας ἀναλόγου ἐκείνης τῆς ἐπιδειχθείσης ἀπό κάποιους Ἐπισκόπους πρός τόν ὁμόβαθμό τους κ. Τυχικό ! Ἀλλά, τήν εὐσέβεια καί εὐλάβεια πρός τήν Ἐκκλησία προφανῶς θά ἀναπληρώσει τό ὀρθόδοξο πλήρωμα, τό ἀληθῶς ὀρθόδοξο!

 (β) Θόλωση τῆς δογματικῆς ἀκριβείας. Τό κείμενο τοῦ Κολυμπαρίου ἀποδίδει τόν ὅρο «Ἐκκλησία» στούς αἱρετικούς· πόσο βαρύ εἶναι τοῦτο, μπορεῖ νά τό συμπεράνει κανείς εὐχερῶς ἄν συγκρίνει τήν παροῦσα κατάσταση μέ τούς ἀγῶνες τοῦ Μ. Ἀθανασίου, οἱ ὁποῖοι ἀποσκοποῦσαν στό νά μή ἀπαλειφθεῖ ὁ ὀρθόδοξος καί ἄριστος (μή δυνάμενος νά παρερμηνεύεται) ὅρος «ὁμοούσιος» περί τῆς σχέσεως Θεοῦ Πατρός καί Θεοῦ Υἱοῦ καί Λόγου. Ἦταν δυνατόν τότε, τόν 4ο αἰῶνα, νά υἱοθετηθοῦν ἄλλοι ὅροι, ἀμφίσημοι, δυνάμενοι νά ἑρμηνεύονται καί ὀρθοδόξως καί αἱρετικῶς (ὁ Υἱός εἶναι «ἐκ Θεοῦ» ἤ «ὁμοιούσιος»), ὥστε νά εἶναι ὅλοι κάπως εὐχαριστημένοι (Ὀρθόδοξοι καί αἱρετικοί)· ἀλλά προτιμήθηκε ἡ θεόπνευστος ἐπιλογή τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς, ὁ ὅρος «ὁμοούσιος», καί ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἀγωνίσθηκε περί αὐτῆς σχεδόν μέχρις αἵματος [38].

Ἡ Σύνοδος τοῦ Κολυμπαρίου σέ ἀντίστροφη κίνηση ἀλλοίωσε καί ὑπονόμευσε τήν ἀκρίβεια, τό «μονοσήμαντον», τῆς θεολογικῆς ὁρολογίας τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, τῶν Α΄ καί Β΄ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καλύποντας ὑπό τόν ὅρο «Ἐκκλησία» τόσον τούς Ὀρθοδόξους (τήν μόνην, τήν «Μίαν Ἐκκλησίαν») ὅσο καί τούς αἱρετικούς! Δηλαδή «θόλωσε» τήν θεολογική ἀκρίβεια (“precision”), καί μάρτυς τούτου εἶναι πρωτίστως ὁ Μητροπολίτης ἐκεῖνος πού κατήγγειλε, ὅτι τό ἐπίμαχο κείμενο προάγει μιά «διπλωματική δημιουργική ἀσάφεια» [39] (δηλαδή μπορεῖ νά ἐννοηθεῖ καί ὀρθοδόξως [μέ πολλή «οἰκονομία»], ὅταν θεωρεῖται ὅτι ὁ ὅρος «ἐκκλησίες» γιά τούς αἱρετικούς εἶναι ἁπλῶς «τεχνικός», ὡς προσφώνηση εὐγενείας· μπορεῖ νά ἑννοηθεῖ καί οἰκουμενιστικῶς, δηλ. αἱρετικῶς, ὅταν ἐκληφθεῖ ὅτι ὁ ὅρος «ἐκκλησίες» γιά τούς αἱρετικούς, ὄντως ἀναγνωρίζει σέ αὐτούς ἐκκλησιαστικότητα, ὅτι δηλαδή εἶναι «Ἐκκλησία», ὅτι ἔχουν μετοχή στό Μυστήριον τοῦ Θεανθρωπίνου Σώματος τῆς Ἐκκλησίας). Καί ἡ «ἀσάφεια» αὐτή, τό «πολυσήμαντον», εἶναι δῆθεν «δημιουργικό», διότι προεκτείνει, προσθέτει, «δημιουργεῖ νέες», ἔννοιες στήν μέχρι τότε μονοσήμαντη ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας μας («πιστεύω εἰς Μίαν …. Ἐκκλησίαν»). Τό Κολυμπάρι πιστεύει «εἰς ἐκκλησίες» διαφορετικοῦ μεταξύ τους δόγματος, καί ὄχι τοπικές «Ἐκκλησίες» κοινοῦ Δόγματος, ὅπως ἡ Ἐκκλησία μας διαγορεύει …

Εἶναι δέ τοῦτα τόσο ἀλλότρια καί ἐπικίνδυνα, ὥστε καί ὁ ἴδιος ὁ ἐκλιπών καθηγητής Γεώργιος Γαλίτης, οἰκουμενιστής καί ἐκπρόσωπος ἐπί ἔτη πολλά τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων στόν οἰκουμενικό Διάλογο, εἶχε ἐπισημάνει τό 1977 τούς κινδύνους ἀπό τήν ἐσφαλμένη ἀπόδοση τοῦ ὅρου «ἐκκλησίες» στούς ἑτεροδόξους, ἐξειδικεύοντας στό ὅτι «ἡ κοινή χρῆσις τοῦ ὅρου [σ. τοῦ ὅρου «Ἐκκλησίες»] δέν δικαιολογεῖ τήν ὑπό Μεγάλης Συνόδου χρησιμοποίησιν αὐτοῦ, τῆς τοιαύτης χρησιμοποιήσεως μελλούσης νά ἔχῃ ἐνδεχομένως κανονικάς καί ἐκκλησιολογικάς ἐπιπτώσεις» [40].

Τό ὅτι ἡ αἱρετική Σύνοδος τοῦ Κολυμπαρίου ἐπίτηδες διετήρησε τήν ἀθλία καί αἱρετική αὐτήν «δημιουργικήν ἀσάφειαν», τό «δισήμαντον» ἤ «πολυσήμαντον» τοῦ ὅρου «Ἐκκλησία», ἀναδεικνύεται καί ἀπό τό γεγονός, ὅτι ἡ Κολυμπάρια Σύνοδος ἀπέρριψε πρόσθετες ἐκκλησιολογικές προτάσεις τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου, οἱ ὁποῖες ὡς δικλίδες θά διεσφάλιζαν, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι (καί συνεχίζει νά ὁμολογεῖται ὡς) Μία καί Μόνη, ἡ Ὀρθόδοξος. Τά ἔχει γράψει καί ὁ ἴδιος ὁ Σεβ. κ. Ἱερόθεος [41] καί τά ἔχουμε καί ἐμεῖς, βάσει καί ἐκείνου, ἀναδείξει πολλάκις[42]. Ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Καρπασίας κ. Χριστοφόρος, δέν δικαιολογεῖται ἐπ΄ οὐδενί, μέ ὅλον τόν πρέποντα σεβασμόν, νά καταχωννύει, νά προσπερνᾶ, νά ἀποσιωπᾶ, νά ἀγνοεῖ τίς «λεπτομέρειες» αὐτές, ἐφ’ ὅσον ἐξειδικεύεται τόσο στά δόγματα, ὡς ἀντιαιρετικός ἐπιστήμων καί βεβαίως καί ὡς Ἐπίσκοπος, ὅσο καί στήν διάκριση Ὀρθοδοξίας καί πλάνης, ὀρθοδόξου καί αἱρετικῆς  Ἐκκλησιολογίας. Διότι βεβαίως δέν τά ἀγνοεῖ …

Καί ἰδού πάλι τί ἔγραφε παλαιότερα ὁ κ. Χριστοφόρος στό «Λεξικό» του: «Κατ’ ἀρχάς νά ποῦμε ὅτι ἡ υἱοθέτηση τοῦ ὅρου “Ἐκκλησίες” γιά Ὁμολογίες πού ἔχουν ἐν πολλοῖς διαφορετική πίστη καί εἶναι ἀποκομμένες ἀπό τήν Εὐχαριστιακή Κοινωνία εἶναι ἐκκλησιολογικά ἀδόκιμη καί ὑπάρχει ὁ κίνδυνος τῆς γενίκευσης τοῦ ὅρου μέ ἀποτέλεσμα νά χάνει τόν ἐκκλησιολογικό του χαρακτῆρα» [43]. 

Ἐκπλήσσεσθε, ἀγαπητοί ἀναγνῶστες; Καί ὅμως, πρόκειται γιά τόν ἴδιο Κληρικό πού ὑπέγραψε τά ἀντίθετα στό Κολυμπάρι, καί διώκει τώρα τούς Ὀρθοδόξους, συνυπογράφων τίς καταδίκες τους …

Ἡ «Συμφωνία τῶν Πρεσπῶν» πρόδωσε τόν Ἑλληνισμό καί τήν Μακεδονία μας ἀποδίδοντας τόν ὅρο «Μακεδονία» καί σέ μή Μακεδόνες (Σλάβους τῶν Σκοπίων)· καί οἱ ἐπίορκοι ἤ εὐχείρωτοι, ἐνίοτε δέ θεολογικῶς ἀνεπαρκεῖς ἤ ἀνίκανοι, Ἐπίσκοποι στό Κολυμπάρι – πλήν ὀλίγων – πρόδωσαν τήν Ἐκκλησία, ἀποδίδοντας τό ὄνομά Της στούς μή Ὀρθοδόξους, δηλ. στούς αἱρετικούς [44]. Ὁ Κύριος νά τούς λυπηθεῖ καί νά τούς ὁδηγήσει πρός μετάνοιαν καί Ὀρθοδοξία· καί τότε πρῶτος ἐγώ θά τούς βάλω καί μετάνοιαν …

(γ) Προσωπική ἀσυνέπεια. Εἶναι ὄντως λυπηρό, γιά νά μή πῶ ἀπογοητευτικό, τό ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος Καρπασίας κ. Χριστοφόρος, μολονότι τόσο ὡραίως καί ἐπαρκῶς ἐξέθεσε ἐπικριτικῶς κατ’ ἀρχήν στά δικά του κείμενα (τά προαναφερθέντα, βιβλίο καί ἄρθρο) τήν αἱρετική ἐκκλησιολογία τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τελικῶς ὄχι μόνον ὑπέγραψε τό ἐντελῶς ἀντίθετο ἐπίμαχο ἐκκλησιολογικό κείμενο τοῦ Κολυμπαρίου («Σχέσεις ….»), σέ ἀντίθεση μέ τούς μή ὑπογράψαντες Ἱεράρχες (καί βέβαια, χωρίς νά τοῦ ἐγγυᾶται κάποιος τότε, ὅτι θά ὑπάρξει μεταγενέστερο διευκρινιστικό Μήνυμα τῆς Ἐκκλησίας Κύπρου), ἀλλά καί συμμετέσχε τώρα στήν καταδίκη Ὀρθοδόξων! Οἱ ὁποῖοι μάχονται ἀπό πολλοῦ, ἀκριβῶς χάριν ἐκείνων τά ὁποῖα κάποτε ὁ ἴδιος ὁ κ. Χριστοφόρος παρουσίαζε ὡς Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία, καί τελικά τήν ἀπέρριψε ἐμμέσως καί ὁ ἴδιος.

Ἀλήθεια, μήπως ὁ κ. Χριστοφόρος «ἀνθρώπινόν τι παθών» προετίμησε τό νά εἶναι μέ τούς πολλούς καί ὄχι μέ τά θεόπνευστα Δόγματα; Μήπως προετίμησε «τοῦ ὀνειδισμοῦ τοῦ Χριστοῦ, τούς ἐν Αἰγύπτῳ  θησαυρούς» (Ἑβρ. 11, 26); Πάντως, πρός τιμήν τους στό Κολυμπάρι συνεπίσκοποί του, οἱ Λεμεσοῦ Ἀθανάσιος, Μόρφου Νεόφυτος, Ἀμαθοῦντος Νικόλαος, Λήδρας Ἐπιφάνιος καί Νεαπόλεως Πορφύριος δέν ὑπέγραψαν τό ἐν λόγῳ αἱρετικό κείμενο. Ἀλλά τό ὑπέγραψε ὁ «ἀντι-αιρετικός» Ἐπίσκοπος κ. Χριστοφόρος ! 

Δυστυχῶς, καί οἱ μή ὑπογράψαντες πρό δεκαετίας στό Κολυμπάρι, τιμωροῦν τώρα τόν π. Δῆμο γιά τήν ὀρθόδοξη ἀντίδρασή του καί νομιμοποιοῦν ἐμμέσως τήν ἐκκλησιαστική ἐξόντωση τοῦ Μητροπολίτου κ. Τυχικοῦ !

(δ) Τό Κολυμπάρι δέν ἀπέθανε … Τό πλέον σημαντικό συμπέρασμα ἐδῶ εἶναι, ὅτι (α) ἡ ὡς ἄνω ὑπεράσπιση τοῦ ἐκκλησιολογικοῦ κειμένου τοῦ Κολυμπαρίου «Σχέσεις …» στό Συνοδικό Δικαστήριο ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Καρπασίας κ. Χριστοφόρο καί ἄλλους, κατά τοῦ π. Δήμου Σερκελίδη, ἀλλά πολύ περισσότερο (β) ἡ συμπερίληψη τοῦ ἀθλίου αὐτοῦ αἱρετικοῦ ἐκκλησιολογικοῦ κειμένου καί ὅλης τῆς Συνόδου τοῦ Κολυμπαρίου στήν αἱρετική ὁμολογία Πίστεως τήν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος ἀπό τόν Πανιερώτατο Πάφου κ. Τυχικό (μάλιστα στό ἴδιο κείμενο ἐζήτησε καί τήν αἱρετική ἀποδοχή τῶν παρόντων διαλόγων μέ τούς αἱρετικούς-ἑτεροδόξους καί τήν αἱρετική καταδίκη τῆς ἱεροκανονικῆς ἀποτειχίσεως), [45] ἀποδεικνύουν αὐτομάτως, ἐναργέστατα καί πέραν πάσης ἀμφιβολίας, ὅτι τό Κολυμπάρι «οὔτε ἀπέθανεν, οὔτε ἐτάφη», ἀλλά συνιστᾷ θεμελιῶδες στοιχεῖο τῆς ὁμολογίας πίστεως τῶν αἱρετικῶν Οἰκουμενιστῶν. 

Δόξα τῷ Θεῷ, φαίνεται πλέον ἐναργέστατα, ἐκ τῶν πραγμάτων, ποιά εἶναι ἡ πραγματικότητα, παρά τίς ἀντίθετες ἐλπίδες καί προσδοκίες Πατέρων καί ἀδελφῶν, οἱ ὁποῖοι σταδιακῶς, ἀναγκαζόμενοι ἀπό τήν πραγματικότητα, συνειδητοποιοῦν πῶς θεμελιώνεται καί μέσῳ τίνων προάγεται ἡ αἵρεση.

Β3. Περί τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ Μητροπολίτου Κιτίου κ. Νεκταρίου

Ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης Κιτίου κ. Νεκτάριος, ὡς Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου, ἀντέταξε κατά τοῦ π. Δήμου καί τῆς ἀποτειχίσεως, ὡς εἴδαμε,  πρῶτον τό σύνηθες ἐπιχείρημα περί «διατηρήσεως τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας»· ἄλλωστε, τά «ἐκκλησιολογικά» τοῦ Κολυμπαρίου τά εἶχε προασπισθεῖ (ἄς ποῦμε … ) ὁ κ. Χριστοφόρος τῆς Καρπασίας. 

Ἐδῶ τί μπορεῖ νά πεῖ κανείς, ὅταν ἐπί δεκαετίες (καί ἐπί αἰῶνες) οἱ ἀληθῶς Ὀρθόδοξοι ἀκολουθοῦν τήν ἁγιογραφική καί πατερική γραμμή «κρείσσων ἐπαινετός πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ» («εἶναι καλύτερος ὁ πόλεμος ἐκεῖνος στόν ὁποῖον ἁρμόζει ὁ ἔπαινος, ἀπό τήν εἰρήνη ἡ ὁποία χωρίζει ἀπό τόν Θεό») τήν ὁποίαν οἱ περισσότεροι Ἐπίσκοποι μέ συνέπεια ἀγνοοῦν [46]; Ὅλα τά βιβλικά καί πατερικά διδάγματα τά ὁποῖα προκρίνουν τήν ἀντίσταση ὑπέρ τῆς Πίστεως ἀπό τήν «ὑπακοή» καί τήν «εἰρήνευση», τά ἔχει συμπεριλάβει ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης σέ εἰδικό βιβλίο του, τό ὁποῖο μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι, πλήν τῆς εὐλογημένης ἀρετῆς τῆς ὑπακοῆς καί τῆς διαβολικῆς κακίας τῆς ἀνυπακοῆς, ὑπάρχει καί ἡ «κακή ὑπακοή» πρός τούς ἀποστάτες Ποιμένες, στούς ὁποίους ἁρμόζει ἀντιθέτως ἡ «ἁγία ἀνυπακοή» ἀπό μέρους τῶν Ὀρθοδόξων. Ὑπάρχουν καί ἄλλες μελέτες σχετικές [47].

Ὅμως δέν δύναμαι νά μή σχολιάσω ἐκεῖνο τό ἐπιχείρημα, τοῦ Πανιερωτάτου κ. Νεκταρίου, κατά τό ὁποῖο «μία μελλοντική Σύνοδος θά καταδικάσει τό Κολυμπάρι», ὁπότε παρέλκουν δῆθεν οἱ τωρινοί ἀγῶνες καί οἱ ἀποτειχίσεις ! 

Ἀληθῶς, μποροῦμε νά νομίζουμε ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι τῆς σήμερον ἡμέρας κάποια εὐλογημένη χαραυγή στό μέλλον θά ἐγερθοῦν ἀπό τόν ὕπνο καί θά ἀποφασίσουν νά … «αὐτο-μαστιγωθοῦν»; Νά καταδικάσουν καί ἀφορίσουν ἑαυτούς, ἐπειδή συμμετεῖχαν στό Κολυμπάρι; Ἤ τοὐλάχιστον νά καταδικάσουν τά κείμενά τους ἐκεῖνα; Ὅταν δέν ἐτόλμησαν νά ἀντιδράσουν γιά τήν παράνομη «ἀναπλήρωση» τῆς ὑπογραφῆς τους στήν Κρήτη, στήν Σύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου; Καί θά τό πράξουν τοῦτο ὅλοι μαζί ἤ ἕνας-ἕνας; Εἶναι βέβαιο, ὅτι οἱ πρῶτοι τυχόν πού θά μετανοήσουν καί θά τό τολμήσουν, θά καθαιρεθοῦν ἀπό τούς ὑπολοίπους, τούς μή μετανοοῦντες … 

Μήπως τά πνευματικά τέκνα τῶν σημερινῶν «κολυμπαριστῶν» Ἐπισκόπων, Πνευματικοί, Ἡγούμενοι, Ἱεράρχες, τέκνα τά ὁποῖα συναισθηματικῶς δένονται μέ τούς πάτρωνές των τόσο, ὥστε νά λαμβάνουν στήν Κουρά τά ὀνόματα ἐκείνων, καί νά ὀνοματίζουν ἱδρύματα, κτήρια, ὑποτροφίες, αἴθουσες κ.τ.σ. μέ τό ὄνομα τῶν παρελθόντων Ἐπισκόπων, Οἰκουμενιστῶν καί Κολυμπαριστῶν, ὥστε νά πίνουν καί νά ὀμνύουν στό ὄνομα τῶν Γεροντάδων τους αὐτῶν·  μήπως, λέγω, τά πνευματικά παιδιά αὐτά θά ἐγερθοῦν τοῦ «θεολογικοῦ ὕπνου» (καί τῆς ἐκκλησιολογικῆς τυφλώσεως) κάποια ἡμέρα καί θά καταδικάσουν τούς ἀγαπητούς Γεροντάδες τους ἤ τά κείμενα ἐκείνων ὡς αἱρετικά;

Πολύ αἰσιόδοξος, εἶσθε, Πανιερώτατε ἤ ἁπλῶς μᾶς ἐμπαίζετε …

Ἡ κοινή λογική, Πανιερώτατε Μητροπολῖτα Κιτίου κ. Νεκτάριε, καί ἡ ἐκκλησιαστική ἱστορία, μᾶς διδάσκουν τά ἐντελῶς ἀντίθετα! Πρωτίστως διδάσκουν ὅλους μας, ὅτι ἡ αἵρεση ὅσο περισσότερο παραμένει ἀπολέμητη καί ἀκατάβλητη, τόσο περισσότερο ἑδραιώνεται ! Ἄς ρίψουμε μιά ἁπλῆ ματιά στήν κάποτε Ὀρθόδοξη Δύση, ἡ ὁποία διέσωσε τήν Ὀρθοδοξία ἐπί Μ. Ἀθανασίου, πῶς κατήντησε τώρα. Ἴσως, ὅταν οἱ ἐκκλησιαστικοί ἄνθρωποι ἐμπαίζουμε δημοσίως τήν ἀξία καί τό ἀμετακίνητο τῶν θείων Δογμάτων, ἐπιτρέπει ὁ δίκαιος Κριτής νά ἐκτιθέμεθα … 

Ποῦ εἶναι δέ τώρα καί οἱ πρό δεκαετίας ὀπαδοί τοῦ Κολυμπαρίου, οἱ ὁποῖοι μᾶς καθησύχαζαν, γιά νά μᾶς φιμώσουν, ὅτι δῆθεν μετά τό Κολυμπάρι θά ἀκολουθήσουν «ζυμώσεις», οἱ ὁποῖες θά καθορίσουν τό κῦρος καί τήν οἰκουμενικότητα (ἤ μή) τῆς Συνόδου τοῦ Κολυμπαρίου [48]; Ἰδού, μέ ἄπταιστο παράδειγμα τήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, πῶς ἀντιμετωπίζονται οἱ  … «ζυμώσεις», ὅταν δέν εἶναι ἀρεστές στούς κρατοῦντες (φιλο)αιρετικούς.

Ἀντί ἐπιλόγου

Αὐτά καταθέτω χάριν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀληθείας, μέ τήν συνείδηση εὐκρινῆ, ὅτι τά καταγράφω καθώς τά ἐνθυμοῦμαι. Ὁ πιστός λαός, στήν Κύπρο καί ἀλλοῦ, ἔχει κάθε λόγον νά ἀνησυχεῖ, ὅχι περί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας ἐν συνόλῳ, ἡ ὁποία εἶναι ἐν συνόλῳ, στήν Οἰκουμένη, ἀκατάλυτη (Ματθ. 16, 18) [49], ἀλλά περί τῆς ἐκβάσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων καί πρωτίστως τῶς ἱερῶν Δογμάτων στίς τοπικές Ἐκκλησίες μας· αὐτά τά Δόγματα σχεδόν ἁπανταχοῦ οἱ ἐκκλησιαστικές Διοικήσεις, «εἰς οὐδέν τιθέασιν», οἱ ὁποῖες μάλιστα καί διώκουν τούς συνειδητῶς Ὀρθοδόξους. Πόσο εἶναι σαφής ὁ ὁμόφωνος πατερικός λόγος, ὅτι τό μαρτύριο ὑπέρ τῶν ὀρθοδόξων Δογμάτων δέν εἶναι διόλου κατώτερο τοῦ μαρτυρίου στά χέρια εἰδωλολατρῶν [50]. Καί πόσο σαφής ὁ λόγος τοῦ Ἁγίου Ἰσιδώρου τοῦ Πηλουσιώτου (τόν 5ον αἰ.), ὅτι κάποτε μέν οἱ ἐκκλησιαστικοί Ποιμένες πέθαιναν γιά χάρη τῶν «λογικῶν προβάτων», τῶν Χριστιανῶν, τοῦ «λογικοῦ Ποιμνίου», ἐνῷ τώρα οἱ ἴδιοι φονεύουν τό Ποίμνιο, ἀποδεικνύοντας ὅτι τό ἀρχιερατικό ἀξίωμα τῆς πραότητος ἔχει μετατραπεῖ σέ τυραννίδα [51].

Σεβαστέ καί ἀγαπητέ μας πάτερ καί ἀδελφέ, Πρεσβύτερε τῆς Ἐκκλησίας Πάφου π. Δῆμο, καλόν ἀγῶνα ! «Οὐκ ἄξια τά παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρός τήν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς» (Ρωμ. 8, 18). Πέσατε ἐξ ἀρχῆς τῆς ἱερατικῆς πορείας σας στά «βαθιά» … Καί ἔχετε ἀκόμη πολύν δρόμο, τό τέλος τοῦ ὁποίου εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ σωτηρία· προτοῦ ὅμως παραμείνει εἰς αἰῶνας ὁ γλυκασμός τῆς σωτηρίας στό στόμα σας, θά γευθεῖτε ἐπ’ ἀρκετόν τήν πικρότητα τῆς ἀψίνθου στά ἔνδον σας (Ἀποκ. 10, 10). Ἀλλά θά σᾶς συνδράμουν ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου, οἱ πρεσβεῖες τῶν Ἁγίων Του, καί ὁ ἐπιγνώμων πιστός λαός τοῦ Χριστοῦ, διότι Αὐτός ὑπόσχεται ὅτι «ἐγώ εἰμι μετά σοῦ, καί οὐδείς ἐπιθήσεταί σοι τοῦ κακῶσαί σε, διότι λαός ἐστί μοι πολύς ἐν τῇ πόλει ταύτῃ» (Πράξ. 18, 10). 

«Ὅταν δέ καί οἱ καλοί γνῶστες τῶν Δογμάτων αἱρετικοί, χρησιμοποιώντας τίς πρακτικές τῆς δυστροπίας των, ὑπερήφανα καυχῶνται ἐναντίον τῶν προσκυνητῶν τῆς Ἀληθείας καί ἐπιτίθενται μέ δεινότητα καί θρασύτητα, εἴτε ἐγείροντας πολέμους καί διωγμούς, εἴτε συσσωρεύοντας θλίψεις καί φόβον θανάτου ἐναντίον τους, θά ἀσθενήσουν παρά ταῦτα καί αὐτοί τό ἴδιο· διότι – καθώς ἔχει γραφεῖ – “μέ κρυφό χέρι πολεμεῖ ὁ Κύριος κατά τοῦ Ἀμαλήκ ἀπό γενεῶν εἰς γενεάς”( Ἔξ. 17, 16) » [52].

 Ὡς πρώην «διοικητικός» τῆς Ἐκκλησίας, «σάρξ ἐκ τῆς σαρκός» τῶν διοικητικῶν, δέν μπορῶ παρά νά ἐκφράσω τήν θλίψη μου γιά τό «εὐόλισθον» στήν αἵρεση ἤ τήν πλάνη ὅσων διοικοῦν τά τῆς Ἐκκλησίας (πλήν ἐλαχίστων)· διότι ἔχουν πνευματικῶς (αὐτο)παγιδευθεῖ στήν γραφειοκρατική ρουτίνα τους, τίς διπλωματικές ἐξισορροπήσεις καί τίς πιέσεις τῶν οἰκονομικῶν (ἀναποφεύκτων, πολλές φορές) ἀναγκῶν τους, τά ὁποῖα θεωροῦν καί ὡς οὐσία καί προτεραιότητα τῆς ἀποστολῆς των· ὁ κοινός Φιλάνθρωπος Σωτήρ μας νά τούς ἐλεήσει, ὅπως ἐλέησε καί ἐμέ, καί «ἀπέδρασα» τῆς ἐκκλησιαστικῆς Διοικήσεως «ἐλθών εἰς ἐμαυτόν»! Ἀλλά, ἀλίμονο, ἀλίμονο, σέ ὅσους συγκαταβαίνουν στήν αἵρεση! Ποιά εὔλογη κατά Χριστόν πρόφαση μποροῦν νά προβάλουν; «Ἀλίμονο σέ ὅσους δικάζουν ἄδικα· οἱ ὁποῖοι δικαιώνουν τόν ἀσεβῆ καί καταργοῦν τό δίκαιο τοῦ δικαίου. Ἀλίμονο σέ ὅσους μιαίνουν τήν Ἁγία Πίστη μέ αἱρέσεις ἤ συγκαταβαίνουν στούς αἱρετικούς» [53]  !

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΕΛΟΥΣ

  •  [19]    Ὁ μέν Ἅγιος καί Μέγας Ἀθανάσιος ἀρνήθηκε νά παραστῇ στό δικαστήριο τῶν ἐναντίον του συνεργαζομένων σχισματικῶν Μελιτιανῶν καί αἱρετικῶν Ἀρειανῶν: «… ἀλλ’ οἱ Μελιτιανοί οἱ ἀπό Πέτρου ἐκβληθέντες καί οἱ Ἀρειανοί ἦσαν οἱ τήν ἐπιβουλήν μερισάμενοι. Καί οἱ μέν τό κατηγορεῖν, οἱ δέ τό δικάζειν ἑαυτοῖς ἐξεδίκουν. Ἡμεῖς οὖν παρῃτούμεθα τούς περί Εὐσέβιον [σ.σ. Ἀρειανούς συνοδικούς] ὡς ἐχθρούς διά τήν αἵρεσιν ὄντας […]». Τήν κακοδικία ἐκείνη ἐπέκρινε καί ὁ ἀλεξανδρινός Κλῆρος, συμπαριστάμενος στόν Μ. Ἀθανάσιο, θεωρῶν ἄκυρη καί ὑπό καταγγελίαν – ἐνώπιον μελλοντικῆς ὀρθοδόξου Συνόδου – τήν ὅλη διαδικασία στήν Τύρο: «[…] ὁμολογοῦμεν ὅτι ὑποψίαν εἴδομεν ἐν τῷ πράγματι πονηράν, καί ἐθεωρήσαμεν ὅτι συσκευή [σ.σ. συνωμοσία] καί ἐπιβουλή μόνον ἐστίν ἡ εἴσοδος ὑμῶν. Διά τοῦτο ταύτην ὑμῖν ἐπιδίδομεν τήν ἐπιστολήν μαρτύριον ἐσομένην εἰς ἀληθινήν σύνοδον, ἵνα γνωσθῇ πᾶσιν ὅτι κατά μονομέρειαν, ἅπερ ἠθελήσατε, ἐπράξατε καί οὐδέν ἕτερον ἤ συσκευήν ἠθελήσατε συνθεῖναι καθ’ ἡμῶν»  (Ἀπολογητικός κατά Ἀρειανῶν 71.73, PG 25b, 373D.380C). Εἶναι ἄλλωστε τρανή ἡ μαρτυρία καί τῆς κατοπινῆς ἐπιστολῆς τοῦ ἀλεξανδρινοῦ Κλήρου κατά τῆς ἐν Τύρῳ συνόδου, ὅπου ὑπενθυμίζεται ὅτι δεδηλωμένος ἐχθρός δέν μπορεῖ νά εἶναι οὔτε μάρτυς οὔτε δικαστής: « […] καί δῆλον ὅτι αὐτοί οἱ ἐχθροί τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας οὐδέν ἀληθές περί ἡμῶν, ἀλλά πάντα καθ’ ἡμῶν λέγουσιν. Ὁ δέ νόμος τοῦ Θεοῦ οὔτε ἐχθρόν μάρτυρα οὔτε κριτήν εἶναι βούλεται» (Ἀπολογητικός κατά Ἀρειανῶν 77, PG 25b, 389B).
    Τά ἴδια γράφει καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μερικές δεκαετίες ἀργότερα, κατά τόν χρόνο τῆς παράνομης (ὑπερόριας) ἐναντίον του δίκης στήν Βασιλεύουσα ἀπό τόν Θεόφιλο Ἀλεξανδρείας· τά διασῴζει ὁ Ἅγιος Παλλάδιος Ἑλενουπόλεως, ὁ βιογράφος τοῦ Χρυσορρήμονος, καί ἀφοροῦν στίς προϋποθέσεις τῆς εὐθυδικίας: «Καί ταῦτα ποιήσας [ὁ Θεόφιλος ὁ Ἀλεξανδρείας]ἔπεμπεν καί ἐκάλει εἰς δικαστήριον ἡμᾶς, οὐδέπω τάς καθ’ ἑαυτόν ἀποδυσάμενος αἰτίας [κατηγορίες]· ὅ μάλιστα καί παρά κανόνας καί παρά πάντας νόμους ἦν. Ἀλλ’ ἡμεῖς συνειδότες, ὅτι οὐ πρός δικαστήν ἀφικνούμεθα(ᾖ γάρ μυριάκις ἄν παρεγενόμεθα), ἀλλά πρός ἐχθρόν καί πολέμιον, καθάπερ τά ἔμπροσθεν καί τά μετά ταῦτα ἐδήλωσεν, ἀπεστάλκαμεν πρός αὐτόν ἐπισκόπους […] μετά τῆς προσηκούσης ἡμῖν ἐπιεικείας ἀποκρινόμενοι καί λέγοντες μή παραιτεῖσθαι κρίσιν, ἀλλ’ ἐχθρόν καί πολέμιον φανερόν. […] Εἰ δέ βούλοιντο καί νῦν οἱ τά τοιαῦτα παρανομήσαντες τά ἐγκλήματα γυμνάζειν, ἐφ’ οἷς ἡμᾶς ἀδίκως ἐξέβαλον, τῶν ὑπομνημάτων ἡμῖν δοθέντων, τῶν λιβέλλων τῶν κατηγόρων φανέντων, δικαστηρίου καθίσαντος ἀδεκάστου, καί δικασόμεθα καί ἀπολογησόμεθα καί δείξομεν ἑαυτούς ἀνευθύνουςτῶν ἐπαγομένων ἡμῖν, ὥσπερ οὖν καί ἐσμεν» (Διάλογος ἱστορικός Παλλαδίου … Περί βίου καί πολιτείας τοῦ μακαρίου Ἰωάννου ἐπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Χρυσοστόμου 2, PG 47, 9.12). 
    Ἐννοεῖται, ὅτι οἱ προηγηθεῖσες ἐξόφθαλμες καί ὑπό γενική κατακραυγή κακοδικίες, ὅπως ἐκεῖνες τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου κ. Γεωργίου «καί τῶν σύν αὐτῷ», κατά τοῦ Μητροπολίτου Πάφου κ. Τυχικοῦ καί τοῦ Πρεσβυτέρου π. Δήμου Σερκελίδη, συνιστοῦν ἀποδείξεις – καί ὄχι μόνον ἐνδείξεις – ἐχθροπαθείας καί προκαταλήψεως κατά τῶν δικαζομένων.
  • [20] Ὅπως μοῦ ἐξεμυστηρεύθη ὁ κυρός Ἡγούμενος Γέρων Κύριλλος, λίγο πρίν τοῦ ἀνακοινώσω τήν πρόθεσή μου νά ἀπομακρυθῶ τοῦ Ἡσυχαστηρίου (2017), ὥστε νά μή γίνομαι ἀφορμή τριβῆς μέ τόν οἰκεῖο Μητροπολίτη.   
  • [21] Τοὐτέστιν, ἐπειδή ἡ Ἱ. Λαύρα Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου εἶχε «ἐνοχλήσει» μέ τήν δημοσία ὑποστήριξή της πρός τήν ἐμπαιζόμενη Ἱ.Μ. Βατοπεδίου (κείμενο κατά τοῦ βλασφήμου καρναβάλου τῆς Πάτρας, Φεβ 2009), πρός τόν τότε διωκόμενο ἀπό τούς Οἰκουμενιστές Ἐπίσκοπο Ράσκας καί Πριζρένης κυρό Ἀρτέμιο τόν Δεκέμβριο 2010, ἀλλά καί μέ ἕνα ἐμπιστευτικό (καί εἰσέτι μή δημοσιευθέν) ὑπόμνημα τριῶν Σαββαϊτῶν Μοναχῶν πρός τήν Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδο τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων (Ἰαν 2010), ἐναντίον ὅσων πεπλανημένων ἐκκλησιολογικῶν θέσεων εἶχε διατυπώσει σέ σύναξη (11/24 Νοε 2009) τῆς Ἁγιοταφιτικῆς Ἀδελφότητος ὁ καθηγητής Γεώργιος Γαλίτης· ἡ σύναξη ἐκείνη στά Ἱεροσόλυμα ἔγινε μετά τήν 11η Γενική Συνέλευση τοῦ Διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ρ/Καθολικῶν στήν Πάφο (Ὀκτ 2009), ὁ δέ καθηγητής Γαλίτης μεταξύ ἄλλων ὕβρισε καί τούς ἀντιδρῶντες στόν τοιοῦτο διάλογο ὡς «γελοίους», «λαϊκιστές» καί «μή κατ’ ἐπίγνωσιν ζηλωτές». 
    Τό ποιός ἀνάξιος χειρίσθηκε (δυστυχῶς) τήν γραφίδα ἡ ὁποία ἐξέφρασε τότε τό φρόνημα σεβαστῶν μοι Πατέρων καί Ἀδελφῶν τῆς Γερασμίας Λαύρας τοῦ Ἁγίου Σάββα, μπορεῖ κανείς νά ὑποθέσει …
  • [22] Ὅπως πολύ ὡραῖα σχολιάζει περί τῶν σχισματικῶν Δονατιστῶν ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης σέ ὑποσημείωση τοῦ 99ου Κανόνος τῆς Καρθαγένης στό «Πηδάλιον». Καί ὁ θεμελιωτικός τῆς ἀποτειχίσεως 31ος Ἀποστολικός Κανών προβλέπει, ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος θά πρέπει προτοῦ τιμωρήσει τόν ἀποτειχιζόμενο, νά προβεῖ σέ «μίαν καί δευτέραν καί τρίτην παράκλησιν». 
  • [23] Ἰδού τί γράφει ὁ θεωρητικός τῆς ἀνατολικῆς παπικῆς ἐκκλησιολογικῆς «Μοναρχίας» τοῦ Πατριάρχου, περσοναλιστής καί ἀρειανόφρων, ἐκλιπών Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης Ζηζιούλας· ὁ ὁποῖος βεβαίως θεολογοῦσε πάντοτε οὐσιωδῶς μακράν τῆς μακρᾶς ἐν Θεῷ πείρας τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, τῶν ἱερῶν Δογμάτων καί Κανόνων καί, ἐν τέλει, τῶν Ἁγίων Πατέρων: «Ὁ ἐπίσκοπος, ὅπως μαρτυροῦν οἱ ἀρχαῖες πατερικές πηγές (Ἰγνάτιος, Ἱππόλυτος, Κυπριανός, Μάξιμος κ.λπ.), δέν εἶναι στήν οὐσία παρά τό λειτούργημα τοῦ προεστῶτος τῆς Εὐχαριστίας, γι’ αὐτό καί δέν μπορεῖ νά τελεσθεῖ Θ. Λειτουργία χωρίς ἀναφορά στό ὄνομά του [σ.σ. ἰδού ἕνα ἀπό τά πιό τερατώδη ψεύδη τῆς οἰκουμενιστικῆς “ἐκκλησιολογίας”]. Λόγῳ αὐτῆς καί μόνο τῆς ἰδιότητάς του ὁ ἐπίσκοπος εἶναι ὁ μόνος πού χειροτονεῖ καί διανέμει τά χαρίσματα στήν Ἐκκλησία, δηλαδή τό Ἅγιο Πνεῦμα, τό ὁποῖο ὅλον συγκροτεῖ τό θεσμό τῆς Ἐκκλησίας [σ.σ. δηλ. δέν εἶναι πρωτίστως διανομεύς τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό Ὁποῖον ὡς γνωστόν «πάντα χορηγεῖ, ἱερέας τελειοῖ» κ.ο.κ., ἀλλά ὁ Ἐπίσκοπος αὐτοδικαίως/ἀπροϋποθέτως «διανομεύς» τοῦ Πνεύματος … “L’Église, c’est moi … ”]. Ὅλα συνεπῶς πρέπει νά διέλθουν ἀπό τήν εὐλογία τοῦ ἐπισκόπου (τά μυστήρια, τό κήρυγμα κ.λπ.) γιά νά ἐκκλησιοποιηθοῦν» (ΜΗΤΡ. ΠΕΡΓΑΜΟΥ ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ, «Ἐκκλησία καί ἔσχατα», στό Ἐκκλησία καί Ἐσχατολογία, ἐπιμελ. Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν Ἱ.Μ. Δημητριάδος [Π. Καλαϊτζίδη], ἐκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα 2001, σελ. 35).
    Ὅπως πάντοτε, «οὔτε κουβέντα» γιά τό πῶς πρέπει καί οἱ Ἐπίσκοποι – σύμφωνα μέ τούς ἰδίους ἀρχαίους Πατέρες – νά εἶναι, ἔχοντας διέλθει ἀπό τήν κάθαρση καί τόν φωτισμό στήν θέωση (γιά τήν ἀπουσία τῆς ὁποίας στούς Ἐπισκόπους «βοοῦν» τά σύγχρονα ἐκκλησιαστικά δρώμενα). «Οὔτε κουβέντα» γιά τούς ἱ. Κανόνες ὑπέρ τῆς ἀποτειχίσεως ἀπό αἱρετίζοντες Ποιμένες, «οὔτε κουβέντα» γιά τό γεγονός, ὅτι τό 99% τῶν αἱρεσιαρχῶν στόν διάπλου τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας ὑπῆρξαν (ὀρθόδοξοι, κατ’ ἀρχάς) Ἐπίσκοποι!
  • [24] «Μήνυμα της Ιεράς Συνόδου προς άπαν το πλήρωμα της Εκκλησίας της Κύπρου» (31 Ιουλίου 2016) https://churchofcyprus.org.cy (βλ. καί Ἀπόστολος Βαρνάβας 4/77 [Ἰούλ-Αὔγ 2016] 386).     
  • [25] Ἔτσι περιγράφει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος τήν ἀμφισημία τῆς ὁρολογίας τῶν αἱρετικῶν Ἀρειανῶν, σέ ἀντίθεση μέ τήν ὀρθόδοξη, ἡ ὁποία εἶναι μονοσήμαντη (κατά τήν προσφυῆ ὅρο τοῦ καθηγητοῦ κ. Δημητρίου Τσελεγγίδη)· ὅπως ἦταν δηλ. τό «ὁμοούσιος», πού δἐν ἐπιδέχεται αἱρετική νοηματοδότηση: «… τούτου χάριν καί οἱ ἐν Νικαίᾳ συνελθόντες, θεωρήσαντες τήν πανουργίαν τῶν οὕτω φρονούντων καί συναγαγόντες ἐκ τῶν Γραφῶν τήν διάνοιαν, λευκότερον γράφοντες εἰρήκασι τό “ὁμοούσιον”, ἵνα καί τό γνήσιον ἀληθῶς ἐκ τούτου γνωσθῇ τοῦ Υἱοῦ, καί μηδέν κοινόν ἔχῃ πρός τοῦτον τά γενητά. Ἡ γάρ τῆς λέξεως ταύτης ἀκρίβεια τήν τε ὑπόκρισιν αὐτῶν, ἐάν λέγωσι τό “ἐκ τοῦ Θεοῦ” ρητόν, διελέγχει καί πάσας αὐτῶν τάς πιθανότητας, ἐν αἷς ὑφαρπάζουσι τούς ἀκεραίους, ἐκβάλλει. Πάντα γοῦν δυνάμενοι σοφίζεσθαι καί μεταποιεῖν ὡς θέλουσι, ταύτην μόνην τήν λέξιν ὡς διελέγχουσαν αὐτῶν τήν αἵρεσιν δεδίασιν, ἥν οἱ Πατέρες ὥσπερ ἐπιτείχισμα κατά πάσης ἀσεβοῦς ἐπινοίας αὐτῶν ἔγραψαν» (Ἐπιστολή περί τῶν γενομένων ἐν τῇ Ἀριμίνῳ τῆς Ἰταλίας καί ἐν Σελευκείᾳ τῆς Ἰσαυρίας Συνόδων §45, PG 26, 774D.776A).
  • [26]  Βλ. καί ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Ὅτι τό πατριαρχικόν κατ’ αὐτοῦ γράμμα ψεῦδός ἐστιν αὐτόχρημα 32, ΕΠΕ 3, 578 καί Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, τόμ. Β, 611: «… καί παρά τῶν ἱερῶν κανόνων ὁρίζεται, τόν μέν πολλάκις συγκατεθέμενον εὐσεβεῖν καί πολλάκις αὖ ἠρνημένον “ἀβέβαιον εἶναι περί τό σέβας”, εἰ δέ καί τήν συγκατάθεσιν τῆς κατ’ εὐσέβειαν ὁμολογίας ἐγγράφως ποιησάμενος οὗτος, εἶτ’ ἔξαρνος ταύτης πάλιν γένοιτο, πόσῳ μᾶλλον».
  • [27] Βλ. «Μήνυμα …», ἔνθ’ ἀνωτ., ἀνωτέρω σημείωση 24.
  • [28] «Ἀντ’ αὐτῶν» ὑπέγραψε παρανόμως ὁ τότε Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος Β΄ (δηλαδή ἀντί τῶν εὐσυνειδήτως μή ὑπογραψάντων Πανιερ. Μητροπολιτῶν Λεμεσοῦ καί Μόρφου καί τῶν Θεοφ. Ἐπισκόπων Ἀμαθοῦντος, Λήδρας καί Νεαπόλεως) Βλ. ἐπίσης καί ΒΑΣ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, «Ἐκκλησία τῆς Κύπρου: Οἱ “ἀντ’ αὐτοῦ” ὑπογραφές εἰς τήν Σύνοδον τῆς Κρήτης (Κολυμβάριον)» (02 Ἰουν 2025)
    https://analogion.gr
  • [29] «Σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν Κόσμον» (§6), https://www.holycouncil.org : «Παρά ταῦτα, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν τῶν μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ’ αὐτῆς ἄλλων ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν … ». Βεβαίως, γιά τούς νοῦν ἔχοντας, τό ὅτι χρησιμοποιεῖ καί τούς δύο ὅρους, «ἐκκλησίαι» καί «ὁμολογίαι», σημαίνει ἁπλῶς, ὅτι δέν ὀνομάζει «τεχνικῶς» ὡς «Ἐκκλησίες» τίς ἑτερόδοξες, αἱρετικές, «ὁμολογίες» (“denominations”), ἀλλά θεωρεῖ κάποιες ἀπό αὐτές ὡς οὐσιωδῶς Ἐκκλησίες, καίτοι ἑτερόδοξες. Ἀλλιῶς θά ἔγραφε «Ἐκκλησιῶν, ἤτοι Ὁμολογιῶν» !
  • [30] Τό ἐπίμαχο αἱρετικό κείμενο τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε (2006), «Called to be the One Church» ὡς μία «Πρόσκληση στίς Ἐκκλησίες» δέν ὑπῆρξε κείμενο μόνον τῆς ὁλομελείας τῆς 9ης Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ Π.Σ.Ε., ἀλλά προετοιμάστηκε σέ συναντήσεις τῆς «Πίστις καί Τάξις» στήν Λευκωσία τόν Μάρτιο τοῦ 2004 καί 2005, καί στόν Ἅγιο Νικόλαο τῆς Κρήτης τόν Ἰούνιο τοῦ 2005. Βλ. σχετική ὑποσημείωση (“acknowledgement”) τοῦ ἐν λόγῳ κειμένου στό God in your Grace … Official Report of the Ninth Assembly of the World Council of Churches, ed. Luis N. Rivera-Pagán, WCC Publications, Geneva 2007, σελ. 260ἑ. (ὑποσημείωση, note 1.) 
    Ἰδού, τί περιέχει μεταξύ ἄλλων καί τό ἐν Βραζιλίᾳ συνομολογηθέν θεολογικό τοῦτο ἀθλιούργημα: «Each church is the Church catholic and not simply a part of it. Each church is the Church catholic, but not the whole of it. Each church fulfills its catholicity when it is in communion with the other churches … Apart from one another we are impoverished.» (Πηγή: «Called to be the One Church; text on Ecclesiology» §§6.7, στό God in your Grace …, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 257). Εὐρύτερη κριτική τοῦ κειμένου τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε βλ. στό I.M. ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ, «Τί ὑπογράφουμε στούς Διαλόγους; (β) Ὀρθόδοξες ἐκκλησιολογικές (ἐκ)πτώσεις στό Porto Alegre» https://www.impantokratoros.gr .
    Κατ’ ἐπισήμανση τοῦ αἰδεσιμολογιωτάτου Πρωτοπρεσβυτέρου π. Ἀναστασίου Γκοτσόπουλου, στά κείμενα τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστις καί Τάξις» τοῦ ΠΣΕ (πού τό Κολυμπάρι ἐπαινεῖ) περιλαμβάνεται ἀκόμη καί τό «Κείμενο τῆς Λίμα» τοῦ Π.Σ.Ε., τοῦ 1982 (Κείμενο BEM, “Baptism, Eucharist and Ministry”). Κείμενο, δυστυχῶς, ἐπίσης ἀπορριπτέο καί αἱρετικό.
  • [31] «Σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν Χριστιανικόν Κόσμον» (§19), ἔνθ’ ἀνωτ. : Οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες-μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. «ἔχουν δέ βαθεῖαν τήν πεποίθησιν ὅτι αἱ ἐκκλησιολογικαί προϋποθέσεις τῆς Δηλώσεως τοῦ Toronto (1950), τιτλοφορουμένης “Ἡ Ἐκκλησία, αἱ Ἐκκλησίαι καί τό Παγκόσμιον Συμβούλιον Ἐκκλησιῶν”, εἶναι κεφαλαιώδους σημασίας διά τήν Ὀρθόδοξον συμμετοχήν εἰς τό Συμβούλιον».
  • [32] Ἀρχιμ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΤΣΙΑΚΚΑΣ, Ἐγκυκλοπαιδικό Λεξικό …, ἔνθ’ἀνωτ., σελ. 687. Ἀκριβῶς τό ἴδιο κείμενο ἐπί λέξει καί στό ἄρθρο του, Ἀρχιμ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΤΣΙΑΚΚΑΣ, «Οἰκουμενική Κίνηση. Ποιμαντικές ἐπιπτώσεις …», ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 327.
  • [33] Ἰδού τί λέγει καί ἡ ἴδια ἡ «Δήλωση τοῦ Τορόντο» τό 1950: «Αἱ Ἐκκλησίαι-μέλη ἀναγνωρίζουν ὅτι τό ἀποτελεῖν μέρος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι περιεκτικώτερον (more inclusive) ἤ τό [= «παρά τό», σ.σ.] ἀποτελεῖν μέλος τῆς ἰδίας αὐτῶν Ἐκκλησίας. Ἐντεῦθεν καί ζητοῦν νά εἰσέλθουν εἰς ζῶσαν ἐπαφήν μετά τῶν ἐκτός τῶν ἰδίων τάξεων, αἵτινες ὁμολογοῦν τήν Κυριότητα τοῦ Χριστοῦ» (Ἡ Ἐκκλησία, αἱ Ἐκκλησίαι καί τό Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν, §4, 3, Ὀρθοδοξία, ἔτος ΚΕ΄, τεῦχος 8 [Αὔγ 1950], 328).
  • [34] Ἐπίσκ. ΚΑΡΠΑΣΙΑΣ κ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ, «Ἡ ἐκκλησιολογία τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου» https://churchofcyprus.org.cy. Τό ἴδιο κείμενο καί στό Ἀπόστολος Βαρνάβας, τόμ. 77, περ. Δ΄ (Μάιος-Ἰούνιος 2016) 365-368.
    Ἐδῶ ὁ Πανιερώτατος Καρπασίας ἐπεκαλέσθη, ἀντιθέτως, τήν – περισσότερο ὀρθοδόξου χαρακτῆρος – «Ἐγκύκλιο» τῆς «Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου» τοῦ Κολυμπαρίου· αὐτή ὅμως οὔτε ἀνεγνώρισε τήν οἰκουμενικότητα τῶν 8ης καί 9ης Οἰκουμενικῶν Συνόδων, οὔτε καί συγκαταλέγεται μεταξύ τῶν πρωτευόντων κειμένων τῆς ψευδο-Συνόδου αὐτῆς. 
  • [35]  Περί τῶν πραχθέντων ἐν τῇ πρώτῃ αὐτοῦ ἐξορίᾳ, ἤτοι ἐν Βιζύῃ 12, PG 90, 145C. καί ΕΠΕ-Φ 15Γ, 26: «ΜΑΞ. Πολύ ἀπεχόμεθα ἀπ’ ἀλλήλων ἀκμήν· τί ποιοῦμεν περί τῆς συνοδικῶς βεβαιωθείσης φωνῆς, τοῦ ἑνός θελήματος, ἐπ’ ἐκβολῇ πάσης ἐνεργείας ὑπό Σεργίου καί Πύῤῥου; ΘΕΟΔ. Ἐκεῖνος ὁ χάρτης κατηνέχθη καί ἀπεβλήθη. ΜΑΞ. Κατηνέχθη ἐκ τῶν λιθίνων τοίχων, οὐ μήν ἐκ τῶν νοερῶν ψυχῶν. Δέξωνται τήν κατάκρισιν τούτων τήν ἐν Ῥώμῃ συνοδικῶς ἐκτεθεῖσαν δι’ εὐσεβῶν δογμάτων καί κανόνων, καί λέλυται τό μεσότοιχον, καί προτροπῆς οὐ δεόμεθα».
  • [36] Ὅπως δηλ. δεικνύει ἡ σταθερή συμπερίληψη τῆς «Ἁγίας καί Μεγάλης» Συνόδου τοῦ Κολυμπαρίου στόν πίνακα μέ τίτλο «Ἱστορικά Γεγονότα» πού συμπεριλαμβανόταν ἐπί ἔτη στά ἐτήσια ἐπίσημα «Δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (Κανονάριον-Ἐπετηρίς)», ἐκδιδόμενα ἀπό τήν εἰδική ἐπί τούτων Συνοδική Ὑποεπιτροπή. Τό λῆμμα – στόν πίνακα «ἱστορικῶν γεγονότων» – περί τῆς Συνόδου τοῦ Κολυμπαρίου ἔχει ὡς ἑξῆς: «2016. (Ἰουν. 19-26). Σύγκλησις τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν Κρήτῃ» μέ σταθερή παρουσία τοὐλάχιστον στά «Δίπτυχα» τῶν ἐτῶν 2017 (σελ. 21), 2018 (σελ. 23), 2019 (σελ. 23), 2020 (σελ. 29) καί 2021 (σελ. 31)· παραδόξως ἀπουσιάζει (!) παντελῶς ἀπό τά «Δίπτυχα» τῶν ἐτῶν 2024, 2025 καί 2026 ὁ πίνακας μέ τά «Ἱστορικά Γεγονότα» (δέν εἴχαμε πρόχειρα πρός ἔλεγχο τά «Δίπτυχα» 2022 καί 2023).
  • [37] Δρ. ΙΩ. ΛΑΔΑΣ, «η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας και το μάθημα των Θρησκευτικών», Πρακτικά 4ου Πανελληνίου Συνεδρίου Θεολόγων: Θρησκευτική Εκπαίδευση: Σύγχρονες τάσεις και επικαιρότητα (28-29 Ιαν 2022), τόμ. Δ΄, σελ. 236-242 (https://ejournals.lib.auth.gr). Ἐδῶ ἐπιβεβαιώνονται σέ δύο σχετικές ἑνότητες οἱ «Ρητές και έμμεσες αναφορές στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο» τόσο στά ἴδια τά σχολικά ἐγχειρίδια, ὅσο καί στά προγράμματα σπουδῶν.
    Βεβαίως, θετική ἀποτίμηση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ κάνουν καί τά παλαιότερα Θρησκευτικά Γ΄ Γυμνασίου (Θέματα από την Ιστορία της Εκκλησίας), υπό των Στ. Καραχάλια, Πην. Μπράτη, Δημ. Πασσάκου και Γ. Φίλια, εκδ. ΟΕΔΒ, στό κεφ. 35 («Το όραμα και οι προσπάθειες για την ενότητα των χριστιανών», σσ. 142-144), μέ εἰδικότερη ἀναφορά στήν Ἐγκύκλιο τοῦ 1920, τήν ἱστορία τοῦ ΠΣΕ, τήν ἄρση τῶν ἀναθεμάτων κ.τ.σ. 
  • [38] Βλ. παραπάνω σημείωση 25.
  • [39] Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος, κατά τήν μαρτυρία ἐπίσης τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Γόρτυνος κυροῦ Ἱερεμία (Φούντα, κοιμ. 2021): «Ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Γόρτυνος Ἱερεμίας γιά τήν Σύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου (2016)» (20 Μαρ 2025) https://analogion.gr .
  • [40] Τό πλῆρες κείμενο: «β. Ὁμοίως πολλάκις γίνεται λόγος περί “ Ἐκκλησιῶν” ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου […] Πῶς δυνάμεθα ὅμως νά ὁμιλῶμεν περί “μιᾶς ἁγίας … Ἐκκλησίας” χωρίς νά ἀντιφάσκωμεν; Ἄλλοις λόγοις, μήπως νομιμοποιῶμεν οὕτω τήν ὕπαρξιν πολλῶν ἐκκλησιῶν παρά τήν Μίαν καί ἄρα καί τήν διαίρεσιν, ἀμνηστεύοντες αὐτήν καί θεωροῦντες τήν ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἁπλῶς ὡς μίαν τῶν “ὁμολογιακῶν (ἴδ. ἀνωτ. περί ὁμολογιῶν ἐν Ι.Γ΄) Ἐκκλησιῶν”; Καί ποιούμεθα μέν χρῆσιν τῆς λέξεως ὡς τεχνικοῦ ὅρου καταχρηστικῶς καί ἐν τῷ κοινῷ λόγῳ, τοῦτο ὅμως οὐδόλως σημαίνει ὅτι ταυτίζομεν τάς “Ἐκκλησίας” πρός τήν Μίαν Ἐκκλησίαν, προσχωροῦντες εἰς θεωρίας ὡς ἡ τῶν Κλάδων (branch theory) ἤ τῆς Περιεκτικότητος (comprehensiveness), ἅς δέν δύναται νά δεχθῇ ἡ ὀρθόδοξος συνείδησις. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ κοινή χρῆσις τοῦ ὅρου δέν δικαιολογεῖ τήν ὑπό Μεγάλης Συνόδου χρησιμοποίησιν αὐτοῦ, τῆς τοιαύτης χρησιμοποιήσεως μελλούσης νά ἔχῃ ἐνδεχομένως κανονικάς καί ἐκκλησιολογικάς ἐπιπτώσεις». Στό Γ. ΓΑΛΙΤΗΣ, Θέματα τῆς Μεγάλης Συνόδου, Ἀθῆναι 1977, σελ. 48ἑ. (ἀναδημοσίευση ἀπό τήν «Ἐκκλησία» ΝΓ΄ [1976] καί ΝΔ΄ [1977] μέ διορθώσεις καί προσθῆκες τοῦ καθ. Γαλίτη).
    Βλέπουμε, λοιπόν, καί πάλιν πῶς ἕνας οἰκουμενιστής καθηγητής Θεολογίας, ὁ Γεώργιος Γαλίτης (θανών 2022) (ὁ ὁποῖος σέ διάλεξη στά Ἱεροσόλυμα πρός 17ετίας, τό 2009, μᾶς εἶπε «ἄρρητα ρήματα» ὑπέρ τῆς «ἐκκλησίας ἐκτός τῶν τειχῶν» τῆς Ἐκκλησίας, “Ecclesia extra muros”),ὁ ἴδιος (!) πολλά χρόνια ἐνωρίτερα, τό 1977, σέ χρόνους ἐπαρκοῦς ἐκκλησιολογικῆς καί θεολογικῆς ὑγείας καί  σαφηνείας, ἔγραφε τά παραπάνω ὀρθόδοξα λόγια, ἄκρως ἐπίκαιρα γιά τό αἱρετικό Κολυμπάρι καί τήν ἀπόδοση τοῦ ὅρου «ἐκκλησίες» στίς αἱρέσεις (βλ. καί ἀνωτέρω σημείωση 21, περί τοῦ καθ. Γ. Γαλίτη). 
  • [41] ΣΕΒ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓ. ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ, «Οἱ ἀποφάσεις τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιά τήν ΑκΜΣ καί ἡ κατάληξή τους», Θεοδρομία ΙΗ΄ 3-4 (Ἰολ-Δεκ 2016) 416-433 (ἰδίως σελ. 425). 
  • [42] ΜΟΝ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, «Γιατί εἶναι αἱρετική ἡ Σύνοδος τοῦ Κολυμπαρίου (συνοπτικῶς)» (04 Ἰαν 2018) https://agiosiosif.gr Βλ. καί Θεοδρομία ΙΘ΄4 (Ὀκτ-Δεκ 2017) 590-596.  
  • [43] Ἀρχιμ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΤΣΙΑΚΚΑΣ, Ἐγκυκλοπαιδικό Λεξικό …, ἔνθ’ἀνωτ., σελ. 687. Ἀκριβῶς τό ἴδιο κείμενο ἐπί λέξει καί στό ἄρθρο του, Ἀρχιμ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΤΣΙΑΚΚΑΣ, «Οἰκουμενική Κίνηση. Ποιμαντικές ἐπιπτώσεις …», ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 328.
  • [44] Βλ. καί ΜΟΝ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, «Ἡ Μακεδονία εἶναι μία καί ἑλληνική. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Μία καί Ὀρθόδοξη» (31 Ἰαν 2018), https://averoph.wordpress.com Βλ. καί Θεοδρομία Κ΄1 (Ἰαν-Μαρ 2018) 40-44. 
  • [45] «Να τί καλείται να υπογράψει ο Τυχικός – Η δήλωση αποκήρυξης του αποτειχισμού, όπως τού την έδωσε στο χέρι η Ιερά Σύνοδος» (06 Νοε 2025) https://www.ekklisiaonline.gr .
  • [46] ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Λόγος (Β΄) Ἀπολογητικός τῆς εἰς Πόντον φυγῆς 82, PG 35, 488C. Συνεχίζει δέ καί τό παράθεμα, ὡς ἑξῆς: «Καί γι’ αὐτό τόν πρᾶο μαχητή τόν ὁπλίζει τό Ἅγιον Πνεῦμα (Ἰωήλ 4, 11), ὥστε να μπορεῖ νά μάχεται καλῶς» («Καί διά τοῦτο τόν πραΰν μαχητήν ὁπλίζει τό Πνεῦμα, ὡς καλῶς πολεμεῖν δυνάμενον»).
  • [47] Πρωτοπρ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, Κακή ὑπακοή καί ἁγία ἀνυπακοή, Φίλη Ὀρθοδοξία 11, ἐκδ. «Τό Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 2018 (β΄ἔκδ.). Ι.Μ. ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ, «Ὑπακοή ὅταν ὁ Πνευματικός μας δέν ὀρθοδοξεῖ;» https://www.impantokratoros.gr καί ΜΟΝ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, «Ἡ στάση τῶν λαϊκῶν ἔναντι αἱρετιζόντων Ἐπισκόπων, κατά τήν ἀκαδημαϊκή Θεολογία» (18 Ἰουν 2025) https://katanixi.gr .
  • [48] Πρβλ.τίς ἐδῶ ἀναφερόμενες θέσεις περί «ζυμώσεων» τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἱερωνύμου Β΄:«Λαμπρός ἐπικήδειος τῆς Ἱεραρχίας διά τό Κολυμβάρι» (6 Δεκ 2016), https://orthodoxostypos.gr .
  • [49] Βλ. σχετικές ἐπιτυχεῖς παρεμβάσεις σχολιαστῶν στό «Ρωμαΐικο Ὁδοιπορικό» «Οἱ ἱεροί Πατέρες ἐξέχεαν αἷμα καί ἱδρῶτες καί δάκρυα γιά τούς ἀγῶνες ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας …», (26 Φεβ 2024) http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr .
  • [50] Βλ. ἡμέτερον «Τό Μαρτύριο Ὀρθοδόξων ἀπό αἱρετικούς ἴσο ἤ καί ἀνώτερο ἀπό ἐκεῖνο τῶν ἀρχαίων διωγμῶν» (21 Ὀκτ 2025) https://katanixi.gr .
  • [51] ΑΓ. ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΠΗΛΟΥΣΙΩΤΗΣ, Ἐπιστολή ΣΚΓ΄ (223η) Ἱέρακι Πρεσβυτέρῳ PG 78, 905C.D & ΕΠΕ 3, 266· «Ἴσως ἐοίκατε ἀγνοεῖν, ὅτι εἰς τυραννίδα τό τῆς πρᾳότητος μετακεχώρηκεν ἀξίωμα […] Τότε μέν γάρ ὑπέρ τῶν προβάτων ἀπέθνῃσκον, νῦν δέ τά πρόβατα ἀναιροῦσιν οἱ ποιμένες· οὐ τά σώματα σφάζοντες, ἦττον γάρ ἦν κακόν, ἀλλά τάς ψυχάς σκανδαλίζοντες».
  • [52] ΑΓ. ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ,Εἰς τόν Προφήτην Ἠσαΐαν 2, 3(εἰς τό Ἠσ. 17, 14),PG 70, 436C: «Ὅταν δέ καί οἱ τῶν ἱερῶν δογμάτων ἐπιστήμονες αἱρετικοί ταῖς ἑαυτῶν δυστροπίαις χρώμενοι κατεπαίρονται τῶν τῆς ἀληθείας προσκυνητῶν, ἐπέρχονται δέ δεινοί καί θρασεῖς, ἤ πολέμους ἀνιστάντες καί διωγμούς, ἤ θλίψεις αὐτοῖς καί θανάτου φόβον ἐπισωρεύοντες· οὐδὲν ἧττον ἀσθενήσουσι καί οὗτοι· “χειρί γάρ κρυφαίᾳ πολεμεῖ Κύριος ἐπί Ἀμαλήκ ἀπό γενεῶν εἰς γενεάς”, καθά γέγραπται».
  • [53] ΟΣΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΣΥΡΟΣ, Λόγος εἰς τήν Δευτέραν Παρουσίαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου Ἔργα, τόμ. Δ΄, ἐπιμ. Κ.Γ. Φραντζολᾶς, ἐκδ. «Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας», Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 26: «Οὐαί τοῖς ἀδίκως δικάζουσι· τοῖς δικαιοῦσι τόν ἀσεβῆ καί τό δίκαιον τοῦ δικαίου αἴρουσιν. Οὐαί τοῖς μιαίνουσι τήν ἁγίαν πίστιν ἐν αἱρέσεσιν ἤ τοῖς αἱρετικοῖς συγκαταβαίνουσιν».

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: ΚΑΤΑΝΙΧI

Δείτε σχετικά:
Τί συνέβη στην δίκη του π. Δήμου Σερκελίδη; Και Περί εκκλησιολογικής εκπτώσεως της Εκκλησίας της Κύπρου (Α΄)
Τι έγινε στη δίκη του π. Δήμου Σερκελίδη (18 Ιουν 2025);

Σχετικά άρθρα

Η μοναξιά των Επισκόπων… δίχως Θεό

Άρθρο του Ελευθέριου Ν. Κοσμίδη. Η Ορθοδοξία είναι βίωμα. Χωρίς βίωμα εκτρέπεται σε παπισμό και σε πιο προχωρημένο στάδιο στον προτεσταντισμό. Λίγο πριν το τέλος, όταν πλέον όλος ο πνευματικός οργανισμός νοσεί, καταλήγει στον Οικουμενισμό-Οικουμενική Κίνηση

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Συνεχίζοντας την περιήγηση στην ιστοσελίδα, συναινείτε με την χρήση αυτών.
Μπορείτε να επισκεφθείτε τους Όρους χρήσης και την Πολιτική προστασίας απορρήτου.