Άρθρο του πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση

 γνωμάτευσις τηρεῖται πρός τό παρόν ὑπό τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀθετεῖται ὑπό τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας καί ἐκπροσώπων τοῦ Φαναρίου

Επιμέλεια σύνταξης: katanixi.gr

Κάνε ἐγγραφή στό νέο κανάλι τῆς Κατάνυξης τοῦ Youtube πατώντας ἐδῶ: https://bit.ly/2WldGra

Αναδημοσιεύουμε από το τεράστιο υλικό του παλαιού και ανενεργού πλέον, αλλά επισκέψιμου για κάθε ενδιαφερόμενο, Ιστολογίου μας Κατάνυξις (https://www.katanixis.gr/), που αποτελεί ανυπολόγιστο πλούτο παρακαταθήκης και ενημέρωσης.


Πρωτοπρ. Θεόδωρος Ζήσης, Απαγορεύονται αι συμπροσευχαί μετά των Παπικών βάσει Γνωματεύσεως του αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς

ΑΠΑΓΟΡΕΥΟΝΤΑΙ ΑΙ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΑΙ ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΠΑΠΙΚΩΝ ΒΑΣΕΙ ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ

 γνωμάτευσις εἶχε γίνει πρό τριάκοντα καί πλέον ἐτῶν ὑπό τοῦ Ἁγίου καί εἶχε στηριχθῆ εἰς τά ὁριζόμενα ὑπό τῶν Ἱερῶν Κανόνων. Αὐτήν τήν ἐπαναφέρει εἰς τό προσκήνιον διά τῶν στηλῶν τοῦ «Ο.Τ.» ὁ πρωτοπρεσβύτερος καί ὁμότιμος καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης πατήρ Θεόδωρος Ζήσης.

Εἰς τήν γνωμάτευσίν του ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος παραθέτει τούς Ἱ. Κανόνας, οἱ ὁποῖοι ἀπαγορεύουν τάς συμπροσευχάς ὄχι μόνον κατά τάς ἐπισήμους ἀκολουθίας καί τήν θ. Λειτουργίαν, ἀλλά «κάθε κοινήν μεθ᾽ αἱρετικῶν προσευχήν, ἔστω καί κατ᾽ ἰδίαν». Οἱ κανόνες αὐτοί ἰσχύουν καί σήμερον καί περιλαμβάνουν ὡς αἱρετικούς καί τούς Παπικούς καί τούς Προτεστάντας. «Ἤδη ὁ Ἅγιος Σάββας εἰς τήν ἐποχήν του, ἑπτάμισυ αἰῶνας πρίν, δέν ὠνόμαζε τόν Ρωμαιοκαθολικισμόν λατινικήν αἵρεσιν;». Ἐν συνεχείᾳ διαζωγραφεῖ μέ μελανά χρώματα τόν εὐτελισμόν, τόν ὁποῖον ὑφίσταται ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξος Ἁγιοπατερική καί Ἁγιοσαββιτική Ἐκκλησία μέ τήν συμμετοχήν της εἰς τό Παγκόσμιον Συμβούλιον Ἐκκλησιῶν. Χαρακτηρίζει δέ ὡς «φρικαλέαν» τήν ἀπόφασιν τῆς συμμετοχῆς, ὡς «ἀνήκουστον προδοσίαν» κ.λπ. Τί ἄλλο ἀναφέρει διά τάς συμπροσευχάς.

Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Θεοδώρου Ζήση

Ὁ Πρωτοπρεσβύτερος καί Ὁμότιμος Καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης πατήρ Θεόδωρος Ζήσης με ἀφορμήν τήν παραβίασιν τῶν Ἱερῶν Κανόνων ὑπό Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν, Ἀρχιεπισκόπων καί Σεβ. Μητροπολιτῶν, οἱ ὁποῖοι συμπροσεύχονται μετά τῶν αἱρετικῶν Παπικῶν, ἐνῶ οἱ Ἱεροί Κανόνες ἀπαγορεύουν τάς συμπροσευχάς, ἐπαναφέρει εἰς τό προσκήνιον γνωμάτευσιν τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς, τήν ὁποίαν εἶχε κάνει πρό τριάκοντα καί πλέον ἐτῶν καί ἡ ὁποία βάσει τῶν Ἱ. Κανόνων ἀπαγορεύει την συμμετοχήν τῶν Ὀρθοδόξων εἰς συμπροσευχάς. Ἡ γνωμάτευσις αὐτή, ὡς παρατηρεῖ ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης, πρός τό παρόν τηρεῖται ὑπό τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐνῶ ἀθετεῖται ὑπό τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας, εἰς τήν ὁποίαν ἀνῆκεν ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς καί ἡ ὁποία τόν ἀνεκήρυξεν Ἅγιον. Ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης συνιστᾶ εἰς τον Σεβ. Μητροπολίτην Προύσης κ. Ἐλπιδοφόρον, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, νά παύση νά διανέμη εἰς τούς φοιτητάς τοῦ Παν. Θεσσαλονίκης, εἰς τό ὁποῖον διδάσκει, βιβλίον ὑπέρ τῶν συμπροσευχῶν καί νά διαθέτη τό βιβλίον τοῦ π. Ἀναστασίου Γκοτσοπούλου, τό ὁποῖον εἶναι ἐναντίον τῶν συμπροσευχῶν.

Τό πλῆρες κείμενον τοῦ ὁμοτίμου καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, πρωτοπρεσβυτέρου π. Θεοδώρου Ζήση ἔχει ὡς ἀκολούθως:

1. Διαχρονικά ἀντιπαπική ἡ Ἐκκλησία τῆς Σερβίας

Ἡ ὈρθόδοξηἘκκλησία τῆς Σερβίας ἐπί αἰῶνες, εἶχε αὐστηρή και σταθερά ἀντιπαπική θέση, ὅπως ἄλλωστε καί σύμπασα ἡ Ὀρθόδοξη Καθολική Ἐκκλησία, ἡ ὁποία, παρά τήν ἀντίθετη γνώμη ἀμαθῶν ἤ στρατευμένων οἰκουμενιστῶν θεολόγων, καί συνοδικά ἀλλά καί διά τῆς ὁμοφωνίας ἐπιφανῶν Ἁγίων Πατέρων, ἔχει καταδικάσει τόν Παπισμό ὡς αἵρεση. Ὀρθόδοξοι μοναχοί, ἀρνηθέντες νά δεχθοῦν τον Παπισμό ὡς Ἐκκλησία, ὅπως χωρίς ἐντροπή πράττουν σήμερα μεγαλοσχήμονες κληρικοί καί θεολόγοι, δῆθεν Ὀρθόδοξοι, ὑπέστησαν φρικτά βασανιστήρια στο Ἅγιον Ὄρος καί στήν Κύπρο, τιμώμενοι ἀπό την Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς μάρτυρες[1]. Δέν λείπουν δέ καί ὁμολογηταί ἀντιπαπικοί Ἅγιοι, διωχθέντες καί κατασυκοφαντηθέντες ἀπό τούς παπικούς καί τούς ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων λατινόφρονες, ὅπως εἶναι μεταξύ ἄλλων ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς καί ὁ Ἅγιος Μᾶρκος Ἐφέσου ὁ Εὐγενικός. Ὁ Παπισμός, πειθήνιο ὄργανο τοῦ Σατανᾶ, κατά τόν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ[2], δέν ἀρκεῖται στην διατύπωση αἱρέσεων καί πλανῶν, ἀλλά ἐπεχείρησε καί ἐπιχειρεῖ να τίς ἐπιβάλει διά τῆς βίας, φθάνοντας μέχρι τέτοιου σημείου μίσους ἐναντίον ὅσων δέν δέχονται τις αἱρέσεις του, ὥστε νά τούς ὁδηγεῖ στόν θάνατο· «ἐκεῖνος ἀνθρωποκτόνος ἦν ἀπ᾽ ἀρχῆς καί ἐν τῇ ἀληθείᾳ οὐχ ἕστηκεν»[3]. Ἰδιαίτερα ὅσα διέπραξαν οἱ Παπικοί κατά τήν πρώτη ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης τό 1204, ξεπερνοῦν σέ φρίκη καί βιαιότητες ἀκόμη καί τήν συμπεριφορά ἀλλοθρήσκων καί βαρβάρων κατακτητῶν. Οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἱστορικούς συμφωνοῦν περί τοῦ ὅτι, ἄν δέν εἶχε ἀποδυναμωθῆ ἡ αὐτοκρατορία ἀπό τούς σταυροφόρους τοῦ Πάπα, δέν θά ἔπεφτε μετά ἀπό ἑκατόν πενήντα χρόνια στά χέρια τοῦ Μωάμεθ, συμπαρασύροντας στήν πτώση, ἀλλά ὄχι και στήν ἐξαφάνιση, τό μεγαλεῖο τῆς Ρωμηοσύνης. Τήν φρίκη τῆς βίας καί τῶν σφαγῶν ἐπανέλαβαν οἱ Παπικοί δύο φορές κατά τόν 20ό αἰώνα. Κατά τόν Β´ παγκόσμιο πόλεμο ἐν πρώτοις, ὅταν ὑπό τήν κάλυψη τῶν Ναζί τοῦ Χίτλερ ὁ διαβόητος καρδινάλιος Στέπινατς στήν παπική Κροατία ὀργά νωσε καί προχώρησε μέ τούς Οὐστάσι στόν σφαγιασμό 800.000 Σέρβων Ὀρθοδόξων, και στίς ἡμέρες μας ὅταν ὄχι μόνον ἐνεθάρρυνε ὁ πάπας διπλωματικά την διάλυση τῆς Γιουγκοσλαβίας προς ὄφελος τῶν παπικῶν Κροατῶν και Σλοβένων, ἀλλά καί (ἄκουσον! ἄκουσον!) ὅταν συνιστοῦσε κατά τόν πρόσφατο σερβοβοσνιακό πόλεμο σέ σύναξη  διπλωματῶν στο Βατικανό νά βοηθηθοῦν οἱ Μουσουλμάνοι Βόσνιοι καί νά ἀφοπλισθοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι Σέρβοι, ὅπως εἶχε ἀποκαλύψει τότε σέ ἑλληνική ἐφημερίδα ὁ Εὐρωβουλευτής Γ. Ρωμαῖος: «Ἀφοπλίστε τούς Σέρβους καί ἐξοπλῖστε τούς Μουσουλμάνους»[4].

Ἀναφερθήκαμε ἐνδεικτικά σέ ἐλάχιστες ἐκ τῶν πολλῶν ἱστορικῶν ἐνεργειῶν μίσους τοῦ Παπισμοῦ ἐναντίον τῶν Ὀρθοδόξων ἀπό το παρελθόν καί τό παρόν, γιά νά αἰτιολογηθεῖ, πέραν τῶν σοβαρῶν δογματικῶν πλανῶν καί αἱρέσεων, ἡ σταθερά ἀρνητική θέση τῶν Ὀρθοδόξων ἐναντίον τοῦ Παπισμοῦ, ὁ ὁποῖος ὑποκύψας στόν ἔξωθεν πειραστή ἀσκεῖ καί πολιτική ἐξουσία μέ ὅλα τά κακά ἐπακόλουθα πού χαρακτηρίζουν τούς κατά κόσμον ἰσχυρούς καί πλουσίους.

Οἱ Ὀρθόδοξοι, καί μεταξύ αὐτῶν πρῶτοι οἱ Σέρβοι, λόγῳ τῶν προσφάτων δοκιμασιῶν τους, ἔχουν στήν ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία τους ἔμφυτα ἀνεπτυγμένη καί ἀδίδακτη τήν ἀποστροφή πρός τόν Παπισμό. Γι᾽ αὐτό καί δύο ἀπό τίς μεγαλύτερες πανορθοδόξως ἐκκλησιαστικές καί θεολογικές φυσιογνωμίες τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος, τοῦ ἀπατεῶνος, τούς ὁποίους προσφάτως ἡ Σερβική Ἐκκλησία ἐνέταξε μεταξύ τῶν Ἁγίων, ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος Νικόλαος (Βελιμίροβιτς), καί ὁ ἀρχιμανδρίτης καί καθηγητής τῆς Δογματικῆς στή Θεολογική Σχολή τοῦ Βελιγραδίου Ἰουστῖνος (Πόποβιτς), ἀκολουθώντας τούς μεγάλους ἀντιπαπικούς Ἁγίους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐξέφρασαν μέ ἀκαταμάχητα ἐπιχειρήματα την παντελῆ ἀλλο τρίωση τοῦ Παπισμοῦ ἀπό τίς εὐαγγελικές ἀλήθειες, οὐσιαστικῶς τήν διαστροφή τοῦ Εὐαγγελίου καί τήν ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς διαστροφῆς ἀποχριστιάνιση τῆς Εὐρώπης. Ἦταν γι᾽ αὐτό πολύ φυσικό καί ἀ ναμενόμενο, ὅταν στά πλαίσια τῶν ἀποφάσεων τῆς Β/ Βατικανείου Συνόδου (1962-1965) ἄρχισε νά ἐνισχύεται ὁ διαχριστιανικός καί διαθρησκειακός Οἰκουμενισμός τῶν συγκρητιστικῶν σχεδιαστῶν τῆς Νέας Ἐποχῆς, καί τό Βατικανό ὑποκριτικά μέ τό ἔνδυμα τῆς ἀγάπης, ὡς ἄγγελος φωτός, ἄρχισε νά ἀνοίγεται πρός τούς Ὀρθοδόξους, ἰσχυρά ἀντέδρασαν στίς φιλοπαπικές ἐνέργειες τοῦ πατριάρχου Ἀθηναγόρου ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλ λάδος ὑπό τον μακαριστό ἀρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο Β΄ (Χατζησταύρου), τόν ἐκ Φιλίππων, τό σύνολο σχεδόν τῶν ἱεραρχῶν τῆς ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας και ἑνωμένο τό Ἅγιον Ὄρος. Τήν ἴδια στάση κράτησε καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Σερβίας, κυριαρχούμενη τότε ἀπό τήν θεολογική σκέψη καί τήν πατερική κατεύθυνση τῶν ἀνά τούς αἰῶνες Σέρβων Ἁγίων καί ἱεραρχῶν, ἰδιαιτέρως δέ ἀπό τήν ἰσχυρή παρουσία τῶν μνημονευθέντων δύο νέων Ἁγίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁ δεύτερος ἐκ τῶν ὁποίων, δηλαδή ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος (Πόποβιτς), ἤ λεγξε πατερικά μέ ἐκτενές Ὑπόμνημα τίς ἐνέργειες τοῦ πατριάρχου Ἀθηναγόρου.

Τό ἴδιο ἔπραξε ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος, ὅταν τό 1974 ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἱεραρχία τῆς Σερβίας, ἀπέστειλε ἐπιστολή πρός τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Σερβικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μέ τήν ὁποία ζητοῦσε νά ἐπιτραπεῖ στούς Ὀρθοδόξους κληρικούς νά συμμετάσχουν στίς κοινές συμπροσευχές πού ὀργάνωσε ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἱεραρχία ἀπό 18- 25 Ἰανουαρίου 1975, πού καθιερώθηκαν δειλά τότε καί γιγαντώθηκαν στίς ἡμέρες μας ὡς «ἑβδομάς τῶν προσευχῶν ὑπέρ τῆς ἑνώσεως τῶν ἐκκλησιῶν», τελούμενες κάθε ἔτος, τό τελευταῖο δεκαήμερο τοῦ Ἰανουαρίου. Πρίν ἀπαντήσει τότε ἡ Σύνοδος τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας στήν ἐπιστολή πρόσκληση τῶν Παπικῶν για συμπροσευχή, ἐζήτησε γνωμάτευση θεολογική ἀπό τόν διωχθέντα ἀπό τό κομμουνιστικό καθεστώς καθηγητή τῆς Δογματικῆς π. Ἰουστῖνο. Μετά τήν λήψη τῆς γνωμάτευσης ἡ Ἱερά Σύνοδος ἀπήντησε ἀρνητικά στήν πρόσκληση τῶν παπικῶν ἱεραρχῶν νά μετάσχουν και ὀρθόδοξοι κληρικοί στήν ἑβδομάδα συμπροσευχῶν. Τήν γνωμάτευση αὐτή τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου ἐναντίον τῶν συμπροσευχῶν ἐντοπίσαμε μέ πολλή χαρά δημοσιευμένη στό περιοδικό «Κοινωνία» τῆς «Πανελληνίου Ἑνώσεως Θεολόγων» (Μάρτιος-Ἀπρίλιος 1975, σελ. 95-101) καί στήν ἐφημερίδα «Ὀρθόδοξος Τύπος» (ἀριθμ. φύλλου 235 τῆς 1-6-1975).

Στήν Γνωμάτευσή του ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος παραθέτει τούς ἱερούς κανόνες πού ἀπαγορεύουν τίς συμπροσευχές, ὄχι μόνο κατά τίς ἐπίσημες ἀκολουθίες καί τήν Θ. Λειτουργία ἀλλά «κάθε κοινήν μεθ᾽ αἱρετικῶν προσευχήν, ἔστω καί την κατ᾽ ἰδίαν». Οἱ κανόνες αὐτοί ἰσχύουν καί σήμερα καί περιλαμβάνουν ὡς αἱρετικούς καί τούς Ρωμαιοκαθολικούς καί τούς Προτεστάντες·«ἤδη ὁ Ἅγιος Σάββας εἰς τήν ἐποχήν του, ἑπτάμισυ αἰῶνας πρίν, δεν ὠνόμαζε τόν ρωμαιοκαθολικισμόν λατινικήν “αἵρεσιν”»; Στήν συνέχεια διαζωγραφεῖ μέ μελανά χρώματα τόν εὐτελισμό πού ὑφίσταται ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξος Ἁγιοπατερική και Ἁγιοσαββιτική Ἐκκλησία μέ τη συμμετοχή της στό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν. Χαρακτηρίζει ὡς «φρικαλέαν» τήν ἀπόφαση τῆς συμμετοχῆς, ὡς «ἀνήκουστον προδοσίαν», πού προκαλεῖ «ἐντροπήν εἰς πάντα εἰλικρινῆ ὀρθόδοξον, ἀνατραφέντα ὑπό τήν καθοδήγησιν τῶν Ἁγίων Πατέρων».

2. Ἐπισημάνσεις καί ἐκτιμήσεις

α) Καλόν εἶναι οἱ ἐπίσκοποι να συμβουλεύονται τούς ἄλλους κληρικούς. Δέν εἶναι πάνσοφοι.

Εἶναι πρός τιμήν καί ἔπαινον τῆς τότε Σερβικῆς Ἱερᾶς Συνόδου, διότι δέν στηρίχθηκε ἐγωϊστικά στις θεολογικές δυνάμεις τῶν μελῶν της ἐπισκόπων, ἀλλά ἐζήτησε την γνώμην ἑνός ἀρχιμανδρίτου καθηγητοῦ, τήν ὁποία καί υἱοθέτησε, ἀπαγορεύσασα τήν συμμετοχή Ὀρθοδόξων κληρικῶν στίς συμπροσευχές μέ τούς Παπικούς και τούς Προτεστάντες. Στίς ἡμέρες μας οἱ συμπροσευχές ὄχι μόνο με ἑτεροδόξους Χριστιανούς ἀλλά και μέ ἀλλοθρήσκους ἔχουν καταντήσει καθημερινή πρακτική πατριαρχῶν, ἀρχιεπισκόπων, μητροπολιτῶν, ἐπισκόπων, λοιπῶν κληρικῶν, δυστυχῶς καί μοναχῶν, καί πολλῶν λαϊκῶν.

Τά ὑπομνήματα καί οἱ γνωματεύσεις ἑκατοντάδων κληρικῶν και μοναχῶν, μεταξύ τῶν ὁποίων διακεκριμένοι ἱεράρχες, σεβαστοί καθηγούμενοι καί ἱερομόναχοι, κληρικοί καθηγηταί, πλῆθος εὐαισθήτων καί ἀγρυπνούντων μοναχῶν καί λαϊκῶν, ὅπως συνέβη μέ την γνωστή «Ὁμολογία Πίστεως κατά τοῦ Οἰκουμενισμοῦ», ὄχι μόνον δέν λαμβάνονται ὑπ᾽ ὄψιν, οὔτε προβληματίζουν τούς ἐγωϊστικῶς ἐπιμένοντας στήν αἱρετική ἐκτροπή τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀλλ᾽ ἀντιθέτως αὐξάνουν τίς συμπροσευχές καί τίς οἰκουμενιστικές ἐκδηλώσεις, μερικοί δέ τῶν ἐξάρχων τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ζητοῦν καί τά ρέστα, προτείνοντες τήν τιμωρία καί τήν δίωξη τῶν ἀνησυχούντων γιά τήν ἐξάπλωση τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ κληρικῶν και μοναχῶν.

β) Γιατί ἄλλαξε γραμμή ἡ Σερβική Ἐκκλησία; Τί ἔχει ἀλλάξει στον Παπισμό καί στόν Προτεσταντισμό;

Ἡ Σερβική Ἐκκλησία, δυστυχῶς, κρίμασιν οἷς οἶδε Κύριος, ἔχει ἐγκαταλείψει, τά τελευταῖα χρόνια, την πατερική γραμμή τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου, μέχρι σημείου νά διερωτᾶται κανείς τί νόημα ἔχει ἡ τιμή του ὡς Ἁγίου, ὅταν δέν ἀκολου θεῖται ἡ διδασκαλία του καί τό παράδειγμά του, ἀφοῦ ὅλοι γνωρίζου με καί διακηρύσσουμε ὅτι «τιμή Ἁγίου, μίμησις Ἁγίου». Αὐτό βέβαια ἰσχύει και γιά τίς ἡγεσίες τῶν ἄλλων ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες τιμοῦν μεγάλους ἀντιπαπικούς Ἁγίους, ὅπως τόν Μ. Φώτιο, τόν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ, τόν Ἅ γιο Μᾶρκο Εὐγενικό, τόν Ἅγιο Κοσμᾶ τόν Αἰτωλό, τον Ἅγιο Νικόδημο Ἁγιορείτη κ.ἄ., δεν ἀκολουθοῦν ὅμως τήν διδασκαλία τους. Ἔχει δίκαιο ὁ ἐπίσκοπος Μπάτσκας Εἰρηναῖος (Μπούλοβιτς) ὅταν προλογίζοντας τήν «Γνωμάτευση» τοῦ Ἁγ. Ἰουστίνου ἐκτιμᾶ ὅτι τῶν συμπροσευχῶν «ὑπόβαθρο ἀποτελεῖ  δυτική ἐκκλησιολογία μετά τῆς ἐξ αὐτῆς προκυπτούσης θεωρίας περί τῶν “κλάδων”, ἤτοι περί “διαιρέσεως” τῆς Ἐκκλησίας, μετά τοῦ δογμα τικοῦ minimum καί τῶν δογματικῶν ὑποχωρήσεων μεταξύ Ρώμης καί Γενεύης», καί ὅτι «ταῦ τα πάντα εἶναι ἀπαράδεκτα διά τόν π. Ἰουστῖνον, ὡς καί διά πάντα ὀρθόδοξον». Ἄλλαξε ὅμως τώρα ἡ δυτική ἐκκλησιολογία καί ὁ δογματικός μινιμαλισμός τῆς Ρώμης καί τῆς Γενεύης δηλαδή τοῦ Παπισμοῦ και τοῦ προτεσταντικοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν», καί δεν τό πληροφορηθήκαμε; Ἔπαυσαν νά ἔχουν δίκαιο οἱ ὀνομασθέντες Ἅγιοι Πατέρες, ὁ μεγάλος Ἅγιος Σάββας τῶν Σέρβων, οἱ νέοι Ἅγιοι Νικόλαος Ἀχρίδος καί Ἰουστῖνος, πού χαρακτηρίζουν τόν Παπισμό ὡς αἵρεση; Τί συνέβη καί τί ἄλλαξε, ὥστε τά πρώην ἀπαράδεκτα διά πάντα ὀρθόδοξον, τώρα νά εἶναι παραδεκτά; Τό 1997 μετά ἀπό ἐμβριθές καί πατερικώτατο Ὑπόμνημα πού ὑπέβαλε στήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας ὁ ἐπίσκοπος Ράσκας καί Πριζρένης Ἀρτέμιος, ἡ Σύνοδος ἀποφάσισε, εὐθυγραμμιζόμενη μέ τήν γραμμή τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου καί μέ τίς διαπιστώσεις καί προτάσεις τοῦ μόνου, ὅπως ἀποδεικνύεται, γνησίου και πιστοῦ μαθητοῦ τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου ἐπισκόπου Ἀρτεμίου, νά ἀποχωρήσει ἡ Ἐκκλησία τῆς Σερβίας ἀπό τό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν[5]. Αὐτό ζητοῦσε καί αὐτό θέλει καί τώρα «σύν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις» ἀπό τόν οὐρανό ὁ Ἅγιος Ἰου στῖνος. Καί ὄχι μόνο δέν πραγματοποιήθηκε αὐτή ἡ προτροπή τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου ἀλλά τώρα ἀπορρίπτεται στόν κάλαθο τῶν ἀχρήστων καί ἡ γνώμη του γιά ἀποφυγή τῶν συμπροσευχῶν. Τώρα, ὅπως πληροφορούμαστε, δέν κυριαρχεῖ στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Βελιγραδίου ἡ δογματική διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου, ἀφοῦ δέν διδάσκεται κἄν τό σύγγραμμά του «Ὀρθόδοξος Δογματική», ἀλλά ἡ θεολογική διδασκαλία καί ἡ «Δογματική» τοῦ μεγαλυτέρου οἰκουμενιστοῦ θεολόγου τῶν καιρῶν μας μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου (Ζηζιούλα), ὁ ὁποῖος μεταξύ τῶν Σέρβων ἱεραρχῶν καί θεολόγων ἔχει πολλούς θαυμαστάς. Τώρα πλέον εἶναι γεμᾶτες οἱ σελίδες τῶν εἰδήσεων στό Διαδίκτυο ἀπό τίς συμπροσευχές τοῦ νέου οἰκουμενιστοῦ Πατριάρχου τῶν Σέρβων Εἰρηναίου καί τοῦ ἄλλοτε πιστοῦ μαθητοῦ τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου καί τώρα φιλοπαπικοῦ ἐπισκόπου Μπάτσκας, Εἰρηναίου (Μπούλοβιτς) καί ἄλλων ἐπισκόπων. Ὁ φιλοπαπισμός καί ὁ Οἰκουμενισμός τοῦ νέου πατριάρχου τῶν Σέρβων ἁμιλλᾶται τήν ἀνάλογη στάση γνωστῶν πατριαρχῶν καί προκαθημένων. Νομίζει ὁ Σέρβος πατριάρχης ὅτι θά ζημιωθοῦν οἱ ὀργανούμενες στήν σερβική Νύσσα, γενέτειρα τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, τό 2013 ἑορτές γιά τά 1700 χρόνια ἀπό τήν ἔκδοση τοῦ Διατάγματος τῶν Μεδιολάνων, ἄν ἀπουσιάζει ὁ πάπας, γι᾽ αὐτό και πράττει τό πᾶν γιά νά ἐξασφαλίσει τήν παρουσία του. Ποῦ εἶσθε Ἅγιε Σάββα, Ἅγιε Νικόλαε ᾽Αχρίδος, Ἅγιε Ἰουστῖνε; Αὐτή εἶναι ἡ Ἁγιοσαββιτική κληρονομία σας; Ποῦ πῆγαν τώρα «τά ἀπαράδεκτα διά τόν π. Ἰουστῖνον καί διά πάντα ὀρθόδοξον» τοῦ ἐπισκόπου Μπάτσκας Εἰρηναίου; Θά καλοῦσε ὁ Μ. Ἀθανάσιος σέ παρόμοιες ἐκδηλώσεις τόν Ἄρειο; Ἐξ αἰτίας τῶν ἀγώνων του ἐναντίον τοῦ Ἀρείου, ἔχοντας κάποιες φορές ἐναντίον του πλῆθος αἱρετικῶν ἐπισκόπων, ἀκόμη καί τόν αὐτοκράτορα, πέρασε στην ἐξορία διωκόμενος δεκαέξη (16) ἔτη ἀπό τά 46 τῆς πατριαρχίας του.

γ) Στίς συμπροσευχές ἀθωώνονται ἡ αἵρεση καί ἡ ἀσέβεια στά μάτια τῶν πιστῶν

Πολύ διδακτικώτερη καί ἀφυπνιστική εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ἁγί ου Ἀλεξάνδρου, διαδόχου τοῦ Ἁγίου Μητροφάνους, ὁ ὁποῖος πιεζόμενος ἀπό τόν Μ. Κωνσταντῖνο, τον ὁποῖο ὑποκριτικά ἔπεισε ὁ Ἄρειος πώς εἶχε ἀποκηρύξει τίς πλάνες του, νά δεχθεῖ σέ κοινωνία τόν αἱρεσιάρχη καί νά συλλειτουργήσει μαζί του, προσευχήθηκε τήν προηγουμένη ἡμέρα θερμά στόν Θεό νά τον λυτρώσει ἀπό τήν βλάσφημη αὐτή ἐνέργεια, μέ τό νά τερματίσει την ζωή ἤ τήν δική του ἤ τοῦ Ἀρείου:

«Παρεκάλει δέ δύο ταῦτα, λέγων· Εἰ Ἄρειος αὔριον συνάγεται, ἀπόλυσον ἐμέ τόν δοῦ λόν σου, καί μη συν απολέσῃς εὐσεβῆ μετά ἀσεβοῦς· εἰ δέ φείδῃ τῆς Ἐκκλησίας σου, οἶδα δέ ὅτι φεί δῃ, ἔπιδε ἐπί τά ρήματα τῶν περί Εὐσέβιον, καί μη δῷς εἰς ἀφανισμόν καί ὄνειδος την κληρονομίαν σου· καί ἆρον Ἄρειον, ἵνα μή εἰσελθόντος αὐτοῦ εἰς την Ἐκκλησίαν, δόξῃ καί ἡ αἵρεσις συνεισέρχεσθαι αὐτῷ, καί λοιπόν ἡ ἀσέβεια ὡς εὐσέβεια νομισθῇ».

Αὐτά, μαζί καί μέ ἄλλους ἱστορικούς, τά διασώζει αὐθεντικά καί ἀξιόπιστα ὁ στῦλος τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ Μ. Ἀθανάσιος, ὁ ὁποῖος μᾶς διηγεῖται στή συνέχεια, τό οἰκτρό τέλος τοῦ Ἀρείου, ὡς ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ στίς προσευχές τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου: «Καί γέγονέ τι θαυμαστόν καί παράδοξον· τῶν γάρ περί Εὐσέβιον ἀπειλησάντων, ὁ μέν ἐπίσκοπος ηὔ ξατο, ὁ δέ Ἄρειος ἐθάρρει τοῖς περί Εὐσέβιον, πολλά τε φλυαρῶν, εἰσῆλθεν εἰς καθέδρας, ὡς διά χρείαν τῆς γαστρός, και ἐξαίφνης, κατά τό γεγραμμένον, πρηνής γενόμενος ἐλάκησε μέσος καί πεσών εὐθύς ἀπέψυξεν, ἀμφοτέρων τε, τῆς τε κοινωνίας καί τοῦ ζῆν, εὐθύς ἐστερήθη»[6].

Πέραν τοῦ θαυμαστοῦ πράγματι γεγονότος τῆς ἀνταποκρίσεως τοῦ Θεοῦ στήν προσευχή τοῦ πατριάρχου Ἁγίου Ἀλεξάνδρου, πού ἦταν πράγματι «Οὐρανοῦ κρίσις», ὅπως ἔλεγε ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος Πάριος σέ παρόμοιο θαῦμα πού ἔκανε ὁ Ἅγιος Σπυρίδων στήν Κέρκυρα ἐναντίον τῶν Παπικῶν, καί τό ὁποῖο φαίνεται ὅτι ξεχνᾶ ἡ σημερινή οἰκουμενίζουσα καί παπίζουσα ἐκκλησιαστική ἡγεσία, καί ἡ τοπική καί ἡ καθόλου, εἶναι πολύ σημαντικός ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖον ζητοῦσε ὁ πατριάρχης Ἀλέξανδρος να ἐμποδισθεῖ ἡ συμπροσευχή, το συλλείτουργο μέ τόν αἱρετικό Ἄρειο, λόγος πού ἰσχύει πολύ περισσότερο σήμερα καί καθιστᾶ ἀναπολογήτους τούς συμπροσευχομένους “Ὀρθοδόξους” κληρικούς και λαϊκούς ὄχι μόνο μέ τούς αἱρετικούς Παπικούς, Προτεστάντες, Μονοφυσίτες, ἀλλά καί μέ τούς ἀλλοθρήσκους Μουσουλμάνους, Βουδδιστάς, Ἰνδουϊστάς, Παγανιστάς κ.ἄ. Ὁ λόγος εἶναι ἐν πρώτοις ὅτι ἡ ἀνίερη αὐτή συμπροσευχή ὁδηγεῖ σέ ἀπώλεια τούς συμπροσευχομένους “᾽Ορθοδόξους” μετά τῶν οὕτως ἤ ἄλλως καταδικασμένων αἱρετικῶν· «καί μή συναπολέσης εὐσεβῆ μετά ἀσεβοῦς». Ἐξ ἴσου ὅμως σημαντικό εἶναι καί το ὅτι οἱ συμπροσευχές καί τά συλλείτουργα δημιουργοῦν στό Ὀρθόδοξο πλήρωμα ἄμβλυνση τῶν ὀρθοδόξων κριτηρίων, σύγχυση ὡς πρός τήν αἵρεση, τήν ὁποία βλέπουν παραδόξως νά συνεισέρχεται μαζί μέ τήν Ὀρθοδοξία στούς ναούς, καί ἔτσι ἀθωώνεται καί θριαμβεύει ἡ ἀσέβεια: «Ἵνα μή, εἰσελθόντος αὐτοῦ (=τοῦ αἱρετικοῦ) εἰς τήν Ἐκκλησίαν, δόξῃ καί ἡ αἵρεσις συνεισέρχεσθαι αὐτῷ, καί λοιπόν ἡ ἀσέβεια ὡς εὐσέβεια νομισθῇ». Τώρα, δυστυχῶς, ἀντί ἡ παρουσία τοῦ παναιρετικοῦ πάπα νά εἶναι βδελυκτή καί ἀνεπιθύμητη, γίνεται δεκτός θριαμβευτικά μετά φανῶν καί λαμπάδων, μετά θυμιαμάτων, ὕμνων καί ἀσπασμῶν, μέ τούς διαδόχους τοῦ Ἁγίου ᾽Αλεξάνδρου να δίδουν τό κακό παράδειγμα στην Κωνσταντινούπολη καί μέ τήν δεινή σωτηριολογική συνέπεια νά συνεισέρχεται στούς ναούς ἡ αἵρεση καί νά θεωρεῖται ἡ ἀσέβεια ὡς εὐσέβεια. Ὁ πατριάρχης τῆς Σερβίας, ἀντί νά προσπαθεῖ νά φέρει τόν πάπα στή Νύσσα τό 2013, ἔπρεπε νά κάνει τό πᾶν καί νά προσεύχεται ἀκόμη, ὥστε νά ἀποφευχθεῖ κάτι τέτοιο, ὥστε, μαζί μέ τόν πάπα, νά μή ἔλθει καί ὁ Παπισμός στην πολύπαθη καί μαρτυρική Σερβία «καί λοιπόν ἡ ἀσέβεια ὡς εὐσέβεια νομισθῇ».

Οἱ φιλοπαπικές καί οἰκουμενιστικές αὐτές ἐξελίξεις στήν Σερβία ἀποτελοῦν δι καίωση ὁλοφάνερη τοῦ ὁμολογητοῦ ἐπισκόπου Ράσκας Ἀρτεμίου, ὁ ὁποῖος ἀποδεικνύεται ἐν τοῖς πράγμασι ὁ μόνος γνήσιος μαθητής τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου, διότι, ἐνῶ οἱ ἄλλοι τρεῖς γνωστοί ἱεράρχαι καί καθηγηταί πρωτοστατοῦν σέ φιλοπαπικές και οἰκουμενιστικές ἐκδηλώσεις, σε συμπροσευχές καί συνέδρια, ἀθετώντας τό «σύν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις», τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου καί υἱοθετώντας τό «σύν πᾶσι τοῖς αἱ ρετικοῖς και ἀσεβέσι», ὁ μόνος ἀκλινῶς ἀκολουθῶν τήν ὀρθόδοξη πατερική γραμμή καί τήν παράδοση τήν ἀντιπαπική τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ ἐπίσκοπος Ἀρτέμιος. Γι᾽ αὐτό καί βρίσκεται τώρα ἀντικανονικά καθηρημένος καί ἐξόριστος, ὅπως ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καί ἄλλοι ὁμολογηταί Ἅγιοι. Εἴχαμε γράψει παλαιότερα ὅτι ὁ ὅσιος Γέρων Παΐσιος διορατικῶς εἶχε καταλήξει στήν ἴδια διαπίστωση γιά τους τρεῖς Σέρβους ἱεράρχας-καθηγητάς, καί συνιστοῦσε προσοχή ἀπέναντί τους, ὅπως μᾶς εἶχε μεταφέρει αὐτήκοος μάρτυς τῶν λεχθέντων του. Αὐτό ἐπιβεβαιώνεται τώρα μέ γραπτή μαρτυρία τοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, ὁ ὁποῖος στο γνωστό βιβλίο τοῦ Ν. Ζουρνατζόγλου, «Γέροντας Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης (1924-1994). Μαρτυρίες, προσκυνητῶν» σέ καινούργια ἔκδοση τοῦ 2012 (σελ. 55) γράφει: «Σέ μιά ἐπίσκεψη στόν Γέροντα, ὅταν ἡ κουβέντα ἦρθε στήν Σερβία καί στούς γνωστούς μας Σέρβους Θεολόγους, πού εἶχαν σπουδάσει στήν Ἑλλάδα, κάποιος ἀνέφερε ἕνα ὄνομα. Καί τότε ὁ Γέροντας εἶπε κάτι ἀνατριχιαστικό γιά ἐμᾶς τούς ἀνυποψίαστους: “Αὐτός, πού λές, εἶναι φίδι κολοβό!”. Τότε ἀπορήσαμε ὅλοι· τώρα πιά ὅμως, μέ τις ἐξελίξεις στήν σερβική Ἐκκλησία, ἀναγνωρίζουμε τήν σημασία και τήν ἀλήθεια τῶν λόγων του»[7].

δ) Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος δεν συμπροσεύχεται ἐπισήμως

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος χαρακτηριζόμενη ἀπό τούς Οἰκουμενιστάς ὡς μαῦρο πρόβατο μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀρχιεπισκόπου Σεραφείμ, λόγω τῆς παραδοσιακῆς συντηρητικῆς γραμμῆς της, καί μύρια βέλη δεχόμενη γι᾽ αὐτό, ἄρχισε ἀπό τήν ἐποχή τοῦ ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου νά διολισθαίνει προς τόν φιλοπαπισμό καί τόν Οἰκουμενισμό, πρᾶγμα πού συνεχίζεται κρυφίως μέ ἐντονώτερο ρυθμό ἐπί τοῦ νῦν ἀρχιεπισκόπου, ὁ ὁποῖος στελεχώνει πλέον τά συνοδικά ὄργανα καί τίς ἐπιτελικές θέσεις τῆς Ἐκκλησίας μέ οἰκουμενιστάς κληρικούς καί θεολόγους. Οἱ βάλλοντες προηγουμένως μέ φαρμακερά βέλη ἐναντίον τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας, λαϊκοί κυρίως θεολόγοι, τοῦ οἰκουμενιστικοῦ καί μεταπατερικοῦ κλίματος, ἔχουν ἁλώσει τώρα τά πάντα καί, «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», διατυπώνουν ἀντορθόδοξες θέσεις καί ἀπό τόν Ραδιοφωνικό Σταθμό τῆς Ἐκκλησίας καί σέ ἔντυπα τῆς Ἐκκλησίας («Θεολογία»,«Ἐκκλησία», «Ἐφημέριος») ἀλλά καί ὡς θεολογικοί σύμβουλοι στις διάφορες ἐπιτροπές καί ἐκπρόσωποι σέ διαχριστιανικές καί διαθρησκειακές συναντήσεις. Παρ᾽ ὅλα αὐτά, ἐπειδή μεταξύ τῶν κληρικῶν, μοναχῶν καί λαϊκῶν, ὑπάρχει ἰσχυρό ἀντιπαπικό καί ἀντιοικουμενιστικό κίνημα, τό ἰσχυρότερο μεταξύ ὅλων τῶν αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, διστάζουν οἱ τά πρῶτα φέροντες να συμμετάσχουν ἐπίσημα σέ συμπροσευχές σέ ὑψηλό καί συνοδικό ἐπίπεδο, μολονότι ἴσως καί νά τό ἐπιθυμοῦσαν. Ἀπό τό σύνολο τῶν ὀγδόντα καί πλέον ἐπισκόπων ἐλάχιστοι, μετρούμενοι εἰς τά δάκτυλα τῆς μιᾶς χειρός ἤ καί λιγώτεροι (Σύρου καί Τήνου Δωρόθεος, Δημητριάδος Ἰγνάτιος, Μεσσηνίας Χρυσόστομος, Κερκύρας Νεκτάριος) συμπροσεύχονται μέ ἑτεροδόξους. Εἶναι μάλιστα χαρακτηριστική ἡ δήλωση τοῦ μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Ἀνθίμου, ὁ ὁποῖος ἐρωτηθείς γιατί στήν ἑβδομάδα συμπροσευχῶν, πού γίνεται καί στήν Θεσσαλονίκη κάθε χρόνο, τό τελευταῖο δεκαήμερο τοῦ Ἰανουαρίου, δεν συμμετέχουν κληρικοί, ἀπήντησε ὅτι δέν εἶναι στήν τάξη τῆς Ἐκκλησίας οἱ συμπροσευχές μέ ἑτεροδόξους, πολύ περισσό τερο μέ ἑτεροθρήσκους. Ὑπάρχει ἄλλωστε και συνοδική ἀπόφαση τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος κατά τήν συνεδρία τῆς 4-9.2.1999, ἡ ὁποία ἐπανέλαβε τις ἀρχές τῆς συμμετοχῆς τῆς Ἐκκλησίας στήν Οἰκουμενική Κίνηση σημειώνοντας ὅτι «δέν συμμετέχει σε συμπροσευχές κατά τήν ἐπιταγή τῶν Ἱ. Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας»8. Ἔτσι ἡ γνωμάτευση τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου, ἡ ὁποία βάσει τῶν κανόνων, ἀπαγορεύει τήν συμμετοχή τῶν Ὀρθοδόξων σέ συμπροσευχές τηρεῖται πρός τό παρόν ἀπό την Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἐνῶ ἀθετεῖται ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Σερβίας, ἡ ὁποία τήν προκάλεσε και τήν τηροῦσε μέχρι σήμερα, ἐνῶ τώρα, πρωτοστατούντων τῶν γνωστῶν τριῶν ἱεραρχῶν μαθητῶν τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου, τήν παραβαίνει, διευκολύνουσα τήν σύγχυση μεταξύ εὐσεβείας καί ἀσεβείας, Ὀρθοδοξίας καί αἱρέσεως.

Μέ ὅσες ἑρμηνευτικές παραδοξολογίες καί ἄν ἐπιχειροῦν πανεπιστημιακοί δάσκαλοι καί Πατριαρχικά Ἱδρύματα νά δικαιολογήσουν τήν πρακτική τοῦ Φαναρίου καί ἄλλων ἐκκλησιῶν ὑπέρ τῶν συμπροσευχῶν, δέν θά κατορθώσουν τίποτε, διότι προσκρούουν στήν Ἁγιοπνευματική καί ἀλάθητη ἀπόφαση καί ἀπόφανση τῶν Ἁγίων Πατέρων καί τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς ἡ ὁ ποία ὁρίζει ὅτι «Ἐπίσκοπος ἤ πρεσβύτερος ἤ διάκονος αἱρετικοῖς συνευξάμενος, μόνον, ἀφοριζέσθω, εἰ δέ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς, ὡς κληρικοῖς ἐνεργῆσαί τι, καθαιρείσθω»[9] καί ὅτι «Οὐ δεῖ αἱρετικοῖς ἤ σχισματικοῖς συντύχεσθαι»[10]. Θά συνιστούσαμε μάλιστα στον μητροπολίτη Προύσσης Ἐλπιδοφόρο (Λαμπρυνιάδη), ἀναπληρωτή καθηγητή τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος διανέμει στούς φοιτητάς τό βιβλίο τριῶν καθηγητῶν[11]  ὑπέρ τῶν συμπροσευχῶν νά διανείμει καί τό πολύ καλύτερο βιβλίο τοῦ π. Ἀναστασίου Γκοτσοπούλου κατά τῶν συμπροσευχῶν[12], τό ὁποῖο μέ συντριπτική ἐπιχειρηματολογία καταρρίπτει ὅλα τά ἐπιχειρήματα τῶν τριῶν πανεπιστημιακῶν, τά ὁποῖα εἶχαν παραθέσει σέ προηγούμενα δημοσιεύματά τους. Ἐκτιμοῦμε ὅτι εἶναι τόσο ἀκαταμάχητα ὅσα παραθέτει ὁ π.

Ἀναστάσιος κατά τῶν συμπροσευχῶν, πού καθιστοῦν τό βιβλίο του τό πιό ἀντικειμενικό καί ὁλοκληρωμένο σύγγραμμα περί τῶν συμπροσευχῶν. Τόσο πολύ ἀνησύχησε τούς Οἰκουμενιστάς ἡ δύναμή του, ὥστε ἐπεστράτευσαν ἀκαδημαϊκούς δασκάλους ἀπέναντί του, οἱ ὁποῖοι ὅμως, εὐτυχῶς, δέν εἶναι οὔτε πειστικοί οὔτε ἀντικειμενικοί. Εἶναι δέ τόση ἡ φοβία πρό τοῦ βιβλίου ἑνός ἁπλοῦ πρεσβυτέρου – θεολόγου, ὥστε γιά νά μή γίνει περαιτέρω γνωστό, ἀλλά ἴσως καί για λόγους ἀκαδημαϊκῆς ἀξιοπρεπείας καί ἐπιστημονικοῦ ἐγωϊσμοῦ, οὐδεμία ἀναφορά γίνεται στό βιβλίο, ἐνῶ τῶν τριῶν ἡ ἔκδοση εἶναι μεταγενέστερη. Τί νά κάνουμε ὅμως; Στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας κατά τον Ἀπόστολο Παῦλο «τά μωρά τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός ἵνα τους σοφούς καταισχύνῃ, καί τά ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός, ἵνα καταισχύνῃ τά ἰσχυρά»[13].

______________________________

Ὑποσημειώσεις:

  • 1. Πρόκειται περί τῶν δεκατριῶν Ὁσιομαρτύρων Ὁμολογητῶν τῆς Ἱ. Μονῆς Παναγίας Καντάρας πού τους ὁδήγησαν στό Μαρτύριο οἱ Λατίνοι τῆς Κύπρου στίς 19 Μαΐου, τό 1231, τιμώμενοι γι᾽ αὐτό στίς 19 Μαΐου ἑκάστου ἔτους. Τό Ἅγιον Ὄρος ἑορτάζει τούς ἐπί τοῦ λατινόφρονος πατριάρχου Βέκκου μαρτυρήσαντας ὁσιομάρτυρες τῆς Ἱ. Μ. Ἰβήρων στίς 26 Μαΐου (13 μέ παλ. Ἡμερολόγιο), τούς ὁσιομάρτυρες τοῦ Πρωτάτου μετά τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ πρώτου στίς 17 Ἰουνίου (4 μέ παλ. Ἡμερολ.) καί τους ὁσιομάρτυρες τῆς Ἱ. Μ. Ζωγράφου στίς 23 Ὀκτωβρίου (10 μέ τό παλ.). Ἅπαντες οἱ Ἁγιορεῖτες ἐμαρτύρησαν τό 1274 ἀπό τούς Λατίνους.
  • 2. Περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος 1, 1, ἐν Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Συγγράμματα, τόμ. 1, σελ. 23-24: «Οὗτος τοίνυν ὁ νοητός και διά τοῦτο μᾶλλον ἐπάρατος ὄφις, το πρῶτον καί μέσον καί τελευταῖον κακόν, ὁ πονηρός καί τήν χαμερπῆ και γηΐνην πονηρίαν ἀεί σιτούμενος, ὁ τῆς πτέρνης, δηλαδή τῆς ἀπάτης, ἐπιτηρητής ἀκάματος, ὁ πρός πᾶσαν θεοστυγῆ δόξαν ποριμώτατος σοφι στής και ἀμηχάνως εὐμήχανος, μηδαμῶς ἐπιλελησμένος τῆς οἰκείας κακοτεχνίας, διά τῶν αὐτῷ πειθηνίων Λατίνων περί Θεοῦ καινάς εἰσφέρει φωνάς…».
  • 3. Ἰω. 8, 44.
  • 4. Ἐφημ. «Τό Βῆμα», 31-1-1993 στή στήλη «Γνώμη». Βλ. καί πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, «Στη Σερβία κτυποῦν τήν Ὀρθοδοξία», Θεοδρομία 1 (1999), τεῦχος 2, σελ. 115ἑ.
  • 5. Βλ. περισσότερα εἰς Ἐπισκόπου Ράσκας καί Πριζρένης ΑΡΤΕΜΙΟΥ, «Ἡ Ἐκκλησία τῆς Σερβίας ἔναντι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ», εἰς Οἰκουμενισμός. Γένεση-Προσδο κίες-Διαψεύσεις. Πρακτικά Διορθοδόξου Ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου, Θεσσαλονίκη 20-24 Σεπτεμβρίου 2004, ἐκδ. «Θεοδρομία», Θεσσαλονίκη 2008, τόμ. Α/, σελ. 271 ἑ.
  • 6.Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ἐπιστολή πρός Σεραπίωνα 3, PG 25, 688.
  • 7. Βλ. http://christianvivliografia.wordpress.com 2012 /09/20 τό –σερβικό κολοβό-φίδι.
  • 8. Βλ. π. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΓΚΟΤΣΟΠΟΥΛΟΥ, «Οὐ δεῖ αἱρετικοῖς καί σχισματικοῖς συνεύχεσθαι». Προσεγγίζοντας τήν κανονική πράξη τῆς Ἐκκλησίας», Πάτρα 2008, σελ. 145. Βλ. καί β/ ἔκδοση ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΓΚΟΤΣΟΠΟΥΛΟΥ,  Συμπροσευχή μέ αἱρετικούς. Προσεγγίζοντας τήν κανονική πράξη τῆς Ἐκκλησίας, Ἐκδόσεις «Θεοδρομία», Θεσσαλονίκη 2009, σελ. 135- 136.
  • 9. Κανών ΜΕ/ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.
  • 10.Κανών ΛΓ/ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ τοπικῆς συνόδου.
  • 11. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΛΑΡΕΝΤΖΑΚΗ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΣΚΟΥΤΕΡΗ, ΒΛΑΣΙΟΥΦΕΙΔΑ, Συμπροσευχή μέ τούς ἑτεροδόξους κατά την Ὀρθόδοξη Θεολογική Παράδοση, Θεσσαλονίκη 2011, ἔκδ. Πατριαρχικοῦ Ἱδρύματος Πατερικῶν Μελετῶν.
  • 12. Βλ. ὑποσημ. 8.
  • 13. Ρωμ. 1, 27
  • Ορθόδοξος Τύπος, 2/11/2012