Νέου Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας Μακαρίου, Οικουμενιστικά Λεχθέντα και πραχθέντα (Μέρος 1ον)

0
342

ΣΥΝΑΞΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΩΝ

Ἀποκλειστικά γιά τό Katanixi.gr

e-mail : synaxisorthkm@gmail.com
Θεσσαλονίκη, 24 Ἰουνίου 2019

Ὁ νέος Ἀρχιεπίσκοπος Αὐστραλίας Μακάριος, διαψεύδει δυστυχῶς τό ὄνομά του, διότι δέν εἶναι ὁ μακάριος ἐκεῖνος ἀνήρ, ὁ ὁποῖος, ὅπως λέγει ὁ πρῶτος ψαλμός, «οὐκ ἐπορεύθη ἐν βουλῇ ἀσεβῶν καί ἐν ὁδῷ ἁμαρτωλῶν οὔκ ἔστη», ἀλλά εἶναι ὁ δυστυχής ἐκεῖνος ἀνήρ, ὁ ὁποῖος ἐπορεύθη ἐν βουλῇ βαρθολομαιϊκῇ καί ἔστη ἐν κολυμπαριστικῇ ὁδῷ Οἰκουμενισμοῦ.

Παραθέτουμε τά κυριώτερα οἰκουμενιστικά λεχθέντα καί πραχθέντα τοῦ νέου Ἀρχιεπισκόπου Αὐστραλίας Μακαρίου, ἀπό τά ὁποῖα ἀποδεικνύεται ὅτι εἶναι αἱρετίζων, οἰκουμενιστής, φιλοπαπικός, φανατικός Κολυμπαριστής, ὑμνητής τοῦ «πρωτείου» τοῦ Κωνσταντινουπόλεως, πολέμιος τῆς ἱεροκανονικῆς διακοπῆς μνημοσύνου καί ὑποστηρικτής τῆς σχισματικῆς Οὐκρανικῆς «Αὐτοκεφαλίας».

1) 13-7-2015 Ἡ πρώτη συνέντευξη τοῦ νέου Ἐπισκόπου Χριστουπόλεως : «Οἱ Καθολικοί θά πρέπει νά ἀλλάξουν τόν τρόπο καθορισμοῦ τοῦ Πάσχα», λέει στό ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟ ΒΗΜΑ

Ἀποσπάσματα ἀπό τήν συνέντευξη στόν Μάνο Χατζηγιάννη

– Ἐπειδή ἀρκετός κόσμος δέν γνωρίζει ἐπακριβῶς, θά θέλατε νά μᾶς πεῖτε ποιός εἶναι ὁ ρόλος τοῦ Ἐπισκόπου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου παρά τῷ πλευρῷ τοῦ Προκαθημένου τῆς Ἐσθονικῆς Ἐκκλησίας;

Μέσα σέ αὐτό τό ἀγαπητικό πλαίσιο ὁραματίζομαι νά κινηθῶ στήν εὐλογημένη γῆ τῆς Ἐσθονίας, ὅπου μέ ἔταξε ὁ Θεός καί παράλληλα μέ τήν διακονία μου θά προσπαθήσω νά δώσω τήν καλή μαρτυρία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τοῦ μεγάλου Πατριάρχου μας Βαρθολομαίου

– Τό τελευταῖο διάστημα γίνεται μιά συζήτηση γιά κοινό ἑορτασμό τοῦ Πάσχα Ὀρθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν μετά τήν σχετική πρόταση τοῦ Πάπα Φραγκίσκου. Πῶς σχολιάζετε τό σχετικό ζήτημα;

Τό θέμα τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα δέν εἶναι ζήτημα τῶν τελευταίων ἡμερῶν οὔτε φυσικά εἶναι ἕνα θέμα, πού ἀπασχολεῖ μόνο τόν Πάπα καί τήν Λατινική Ἐκκλησία. Τό ζήτημα ἔχει συζητηθεῖ ἤδη ἀπό τά πρῶτα χριστιανικά χρόνια καί ἐπ’ αὐτοῦ ἀπεφάνθη ἡ Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος. Εἶναι αὐτονόητο ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν μπορεῖ στό σύνολό της νά λάβει κάποια θέση γιά τόν κοινό ἑορτασμό τοῦ Πάσχα, ἀγνοώντας τίς ἀποφάσεις αὐτές, οἱ ὁποῖες ἔχουν τό κύρος τῶν Ἱερῶν Κανόνων. Ἀπό τότε καί ἑξῆς, ὁ κοινός ἑορτασμός, ἔχει ἀπασχολήσει πολλάκις τήν Ἐκκλησία καί τό πλήρωμα τῶν πιστῶν, ἰδιαίτερα μετά τή μετανάστευση τῶν Ὀρθοδόξων στήν Εὐρώπη, στήν Ἀμερική καί στήν Αὐστραλία τούς δύο τελευταίους αἰῶνες. Στίς κοινωνίες αὐτές τό πλήρωμα δέν εἶναι ὁμοιογενές, ἔχουν γίνει πολλοί μεικτοί γάμοι, οἱ διακοπές τῶν σχολείων γιά τό Πάσχα καί οἱ μέρες ἀργίας, καθορίζονται ἀπό τό Πάσχα τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν. Αὐτή ἡ πραγματικότητα δημιουργεῖ πολλά πρακτικά προβλήματα. Ἴσως γι’ αὐτό ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στή Φινλανδία ἑορτάζει Πάσχα πάντα μέ τό Πάσχα τῶν Λατίνων. Ἐπειδή ἔχω ζήσει στό ἐξωτερικό, ἀναγνωρίζω τήν πρακτική δυσκολία καί ἴσως συμφωνῶ μέ τόν Προκαθήμενο τῆς Παλαιᾶς Ρώμης ὅτι εἶναι σκάνδαλο ὁ διαφορετικός ἑορτασμός τοῦ Πάσχα στή Χριστιανοσύνη. Εἶναι δύσκολο, ὅμως, ἡ θέση αὐτή, ἀπό πρόταση νά γίνει πράξη, ἀφ’ἑνός διότι θά ὑπάρξουν πολλές ἀντιδράσεις ἀπό τήν πλευρά τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί ἀφ’ἑτέρου διότι δέν ξέρω ἄν ὁ Πάπας, πού εἰσηγεῖται αὐτή τή θέση, εἶναι διατεθειμένος νά ἀκολουθήσει τόν τρόπο, πού ὁρίζεται ὁ ἑορτασμός τοῦ Πάσχα τῶν Ὀρθοδόξων. Αὐτό θά ἦταν τό ἰδανικότερο. Οὐσιαστικά ἡ Καθολική Ἐκκλησία θά πρέπει νά ἀλλάξει τόν τρόπο καθορισμοῦ τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα. Πρακτικά δέν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος, γιά νά γίνει κοινός ἑορτασμός.

– Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἔχει καθιερώσει τό τελευταῖο διάστημα συχνές ἐπαφές μέ τόν Πάπα Φραγκῖσκο. Δέν εἶναι λίγοι ἐκεῖνοι, πού ἀντιδροῦν. Ἐσεῖς τί πιστεύετε;

Κατ’ἀρχάς δέν ἔχει καθιερωθεῖ καί δέν ἔχει θεσπιστεῖ τίποτα. Δέν ἔχει ληφθεῖ κάποια ἀπόφαση, πού νά λέει ὅτι ὁ Πάπας θά συναντιέται μέ τόν Πατριάρχη μία ἤ δύο φορές τό χρόνο. Προσωπικά πιστεύω καί ἐμπιστεύομαι τόν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο. Μέσα ἀπό τό διάλογο καί τίς συναντήσεις σᾶς διαβεβαιώνω ὅτι δέν ὑπάρχει καμία ἔκπτωση τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων ἤ καμιά παραποίηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας ἀλήθειας καί τῶν παραδόσεών μας. Κάποιοι ἀνησυχοῦν. Ὅμως, ὅταν περάσει ὁ χρόνος, διαπιστώνουμε ὅλοι μας ὅτι δέν ἔγινε κάποιο κακό καί ἡ ἀνησυχία ἦταν μόνο, γιά νά γίνει θόρυβος. Γι᾽αὐτό πρέπει νά εἴμαστε προσεκτικοί στίς κρίσεις μας. Ἀπό τήν ἄλλη, ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, ἀπό ὅσο τόν ξέρω, δέν κάνει κάτι, τό ὁποῖο δέν μελετᾶ προηγουμένως. Ἐπίσης, γνωρίζω πολύ καλά ὅτι λαμβάνει ὑπ’όψιν του ὅλες τίς ἀπόψεις, καί τίς θετικές καί τίς ἀρνητικές. Ὁπότε θεωρῶ ὅτι δέν ὑπάρχει λόγος νά ἀνησυχοῦμε. Ὁ Πατριάρχης μας θά δεῖ, θά ἀφουγκραστεῖ καί θά πράξει ἀναλόγως. Νά τοῦ ἔχουμε ἐμπιστοσύνη. Νά ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στήν Ἐκκλησία.

– Ποιά εἶναι ἡ ἄποψή σας γιά τούς διαχριστιανικούς διαλόγους ἐν γένει, ἰδίως μετά ἀπό ὅσα παρατηροῦμε στίς ἄλλες ὁμολογίες; Ὁμοφυλόφιλοι ἱερεῖς στούς προτεστάντες, γυναῖκες ἱερεῖς καί Ἐπίσκοποι στούς Ἀγγλικανούς καί ἄλλα τινά. Πῶς θωρακίζεται ἡ Ὀρθοδοξία μας ἀπέναντι σέ ὅλους αὐτούς τούς δῆθεν προοδευτισμούς;

Δέν θέλω νά διαχωρίσω τήν θέση μου ἤ νά διαμορφώσω ἄλλη ἄποψη ἀπό αὐτή τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στό σύνολό της σχετικά μέ τούς διαχριστιανικούς διαλόγους. Οἱ διάλογοι αὐτοί γίνονται μετά ἀπό ἀπόφαση ὅλων τῶν κατά τόπους Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν καί τῶν Παλαιφάτων Πατριαρχείων, γι᾽ αὐτό καί μετέχουν σ᾽ αὐτούς ἐκπρόσωποι ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν. Θά ἤθελα, λοιπόν, νά σᾶς παρακαλέσω νά μοῦ ἐπιτρέψετε νά μήν κρίνω μία πανορθόδοξη πράξη. Ἄν μέ ρωτᾶτε γιά τά ἀποτελέσματα τοῦ διαλόγου μέ τούς προτεστάντες ἤ μέ ἄλλες ὁμολογίες, πού δέχονται τούς ὁμοφυλόφιλους, τίς γυναῖκες στήν ἱερωσύνη καί ἄλλα παρόμοια, θεωρῶ ὅτι στίς περιπτώσεις αὐτές δέν θά φτάσουμε ποτέ σέ κάποιο τέρμα. Στίς περιπτώσεις αὐτές ὁ διάλογος νομίζω πώς γίνεται περισσότερο, γιά νά καταγγελθεῖ ἡ ἀλήθεια καί μόνο ἤ ἀκόμη γιά νά γνωρίσει ὁ ἕνας τόν ἄλλο, ἀφοῦ ὁ πλησίον μας, ὅποιος κι ἄν εἶναι αὐτός, εἶναι ἄξιος τῆς ἀγάπης μας καί ὄχι τοῦ μίσους μας.

Ὡστόσο, θέλω στό σημεῖο αὐτό νά τονίσω ὅτι στό ποίμνιο τῆς Ἐκκλησίας μας θά συναντήσωμε καί τούς «ὑπέρ ὀρθόδοξους», οἱ ὁποῖοι χάριν τῆς Ὀρθοδοξίας, ὑποστηρίζουν κακοδοξίες καί δημιουργοῦν μερισμούς καί σχίσματα ἤ ὅπως σημειώνει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος «διαμοιράζουν τόν Χριστό οἱ πολύ φιλόθεοι καί φιλόχριστοι, οἱ ὁποῖοι χάριν τῆς ἀληθείας λένε ψέματα καί χάριν τῆς ἀγάπης σπέρνουν μίσος». Θά πρέπει, ἑπομένως, νά εἴμαστε προσεκτικοί, μήπως μέ τήν ὑπερορθοδοξία μας κάνουμε περισσότερο κακό παρά καλό. Ὅσον ἀφορᾶ στό πῶς θωρακίζεται ἡ Ὀρθοδοξία ἀπέναντι σέ αὐτούς τούς δῆθεν προοδευτικούς θεωρῶ ὅτι ἡ ἀπάντηση δέν κρύβεται οὔτε στήν ἀνθρώπινη σοφία οὔτε στήν ἀνθρώπινη δύναμη. Κάποια πράγματα μέσα στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας συνιστοῦν δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τό Ἅγιο Πνεῦμα ἔχει τεθωρακισμένη τήν Ἐκκλησία μας. Νά μήν φοβόμαστε.

(ΠΗΓΗ : http://www.agioritikovima.gr)

2) 15/16-5-2016 Ἐπιστημονικό Συμπόσιο στήν Πατριαρχική Ἀνώτατη Ἐκκλησιαστική Ἀκαδημία (Π.Α.Ε.Α.) Κρήτης

Μέ ἰδιαίτερη ἐπιτυχία διεξήχθη στήν αἴθουσα ἐκδηλώσεων τῆς Πατριαρχικῆς Ἀνώτατης Ἐκκλησιαστικῆς Ἀκαδημίας Κρήτης οἱ ἐργασίες τοῦ Ἐπιστημονικοῦ Συμποσίου, πού διοργάνωσε ἡ Πατριαρχική Ἀκαδημία καί τό Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου τῆς Κύπρου μέ γενικό θέμα : «Ἐν ὄψει τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», στίς 15 καί 16 Μαΐου. Στόχος τοῦ Συμποσίου ἦταν νά ἐνημερωθεῖ ὁ κλῆρος καί ὁ λαός γιά τήν ἀναγκαιότητα τῆς συγκλήσεως τῆς «Μεγάλης Συνόδου», ἡ ὁποία θά πραγματοποιηθεῖ σέ λίγες ἡμέρες στήν Κρήτη.

Ἀνακοινώθηκαν μεταξύ ἄλλων οἱ εἰσηγήσεις α) τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Προύσης κ. Ἐλπιδοφόρου, τοῦ ὁποίου ἡ εἰσήγηση ἐξέτασε τό ζήτημα τῆς διασπορᾶς καί ἡ ὁποία ἀνεγνώσθη ὑπό τοῦ Θεοφιλ. Ἐπισκόπου Χριστουπόλεως κ. Μακαρίου, λόγῳ ἀπουσίας τοῦ Προύσης, ἐξ αἰτίας τῆς ἐπισκέψεως τοῦ Προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Τσεχίας καί Σλοβακίας στήν Θεολογική Σχολή τῆς Χάλκης καί β) τοῦ Θεοφιλ. Ἐπισκόπου Χριστουπόλεως κ. Μακαρίου, Καθηγητοῦ τῆς Πατριαρχικῆς Ἀκαδημίας καί Κοσμήτορος τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Ἐσθονίας, μέ θέμα τό Αὐτόνομο ἐκκλησιαστικό καθεστώς καί τόν τρόπο ἀνακηρύξεως αὐτοῦ.

(ΠΗΓΗ : http://www.romfea.gr)

3) 3-6-2016 Αὐτοί, πού φοβοῦνται τόν Οἰκουμενισμό, προσχωροῦν στήν αἵρεση τοῦ ζηλωτισμοῦ

Ἀποκλειστική συνέντευξη τοῦ Θεοφ. Ἐπισκόπου Χριστουπόλεως κ. Μακαρίου στο flashnews.gr (Μέρος Α΄)

– Βρισκόμαστε, Θεοφιλέστατε, ἐνώπιον ἑνός μεγάλου ἐκκλησιαστικοῦ καί ἱστορικοῦ γεγονότος : τή σύγκληση τῆς ἀπό πολλοῦ προετοιμαζομένης Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου. Πῶς αἰσθάνεστε γι᾽ αὐτό τό γεγονός; Πῶς τό ἀξιολογεῖτε;

Ὄντως θά ζήσει ὅλη ἡ Ὀρθοδοξία ἕνα μεγάλο ἐκκλησιαστικό καί ἱστορικό γεγονός, τό ὁποῖο θά πραγματοποιηθεῖ σέ μερικές ἡμέρες στήν Κρήτη ὑπό τήν Προεδρία τοῦ Παναγιωτάτου Πατριάρχου μας καί μέ τή συμμετοχή ὅλων τῶν Πατριαρχῶν καί Ἀρχιεπισκόπων τῶν κατά τόπους Ἐκκλησιῶν, μαζί μέ ἀντιπροσωπεῖες Ἀρχιερέων ἀπό ὅλες τίς Ἐκκλησίες. Εἶναι ἕνα γεγονός, τό ὁποῖο πραγματοποιεῖται στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μετά ἀπό πολλούς αἰῶνες. Αὐτό ἀπό μόνο του δίνει μηνύματα ὅτι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ εὐδόκησε. Δοξάζω τόν Θεό γι᾽ αὐτό τό γεγονός, ὅπως κάνει κάθε καλόπιστος ὀρθόδοξος χριστιανός. Αἰσθάνομαι μεγάλη εὐγνωμοσύνη πρός τόν Τριαδικό Θεό γι᾽ αὐτό, τό ὁποῖο, μετά ἀπό πολλές προσπάθειες, τελικῶς πραγματοποιεῖται καί προσεύχομαι ταπεινά, ὁ Θεός νά στηρίξει τόν Πατριάρχη μας γιά τήν Προεδρία τῆς Συνόδου, καθώς καί τά λοιπά μέλη, ὥστε νά λάβουν τίς δέουσες ἀποφάσεις. Πάντως, εἶναι μεγάλο γεγονός καί μόνο ἡ σύγκληση τῆς Συνόδου, διότι, ξέρετε, ὁ διάβολος πολεμᾶ τήν ἑνότητα καί δέν ἐπιθυμεῖ μέ κανένα τρόπο νά ἀκούγεται ἡ μία φωνή τῆς ἑνωμένης Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Αὐτό καί μόνο εἶναι μέγιστη ἐπιτυχία τῆς Ἐκκλησίας μας.

– Ἀκριβῶς εἶναι μεγάλη ἐπιτυχία ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀκριβῶς. Θεμέλιο τῆς ἑνότητας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ ἡ Θεία Λειτουργία, ὅπως πολύ σωστά λέτε. Γι᾽ αὐτό οἱ ἐργασίες τῆς Συνόδου ξεκινοῦν ἐπίσημα τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς μέ τό Συλλείτουργο τῶν Προκαθημένων στόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό Ἁγίου Μηνᾶ Ἡρακλείου. Καί θέλω νά σᾶς πῶ κάτι, τό ὁποῖο δέν γνωρίζουν πολλοί : καθημερινά θά τελεῖται Θεία Λειτουργία πρίν ἀπό τίς ἐργασίες τῆς Συνόδου, διότι ἀκριβῶς καί ὁ Πατριάρχης μας καί οἱ Προκαθήμενοι καί οἱ ὑπόλοιποι Ἀρχιερεῖς γνωρίζουν ὅτι δέν μετέχουν σέ ἕνα κοσμικό συνέδριο, ἀλλά στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, τῆς ὁποίας οἱ ἐργασίες ἀποτελοῦν συνέχεια τῆς Θείας Λειτουργίας. Ὅλα ὅσα θά ἐπιτελεστοῦν τίς ἡμέρες αὐτές δέν βασίζονται στίς ἀνθρώπινες δυνάμεις. Κι αὐτό πρέπει νά τό ξεκαθαρίσουμε. Ἐμεῖς εἴμαστε ὄργανα τοῦ Θεοῦ, πού ἐλευθέρως Τοῦ ἐμπιστευόμαστε τούς ἑαυτούς μας, γιά νά φανεῖ ἡ δική Του δόξα καί ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας. Ὄχι ἡ δική μας. Γι᾽ αὐτό λέμε : «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν». Ἐνδεχομένως νά παρουσιαστοῦν ἀδιέξοδα καί δυσκολίες, ἀλλά τελικῶς, κατά ἕνα παράδοξο τρόπο, ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος θά φτάσει στόν τελικό της προορισμό. Γιατί, ὅλα τά τακτοποιεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ὅσα ἐμεῖς δέν καταφέρνουμε μέ τίς δικές μας προσπάθειες, τά ἐπιτυγχάνουμε τῇ παρακλήσει Του. Τό Ἅγιο Πνεῦμα δέν γνωρίζει διχασμό, προτρέπει σέ ἀγάπη καί ἑνότητα, «εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε».

– Ὑπάρχουν ἀντιδράσεις ἀπό κάποιες Ἐκκλησίες σχετικά μέ τά κείμενα. Πῶς νομίζετε ὅτι θά ἀντιμετωπιστοῦν τέτοιες ἀντιδράσεις τελικά στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο;

Δέν ὑπάρχουν οὔτε ἀντιδράσεις οὔτε ἐπαναστάσεις. Ὑπάρχουν παρατηρήσεις ἀπό κάποιες Ἐκκλησίες καί κάποιες ὑποδείξεις, ὥστε νά ὑπάρξει καλύτερο ἀποτέλεσμα. Γι᾽ αὐτό, ἄλλωστε, πᾶμε στή Σύνοδο. Γιά τό καλύτερο, ὄχι γιά τό χειρότερο. Προσωπικά πιστεύω ὅτι ὅλα ὅσα εἶναι κατοχυρωμένα καί τεκμηριωμένα θά γίνουν σεβαστά. Δέν θά ὑπάρξει πρόβλημα. Ἐξάλλου, μήν ξεχνᾶτε ὅτι αὐτά τά κείμενα ἔχουν γίνει ὁμοφώνως ἀποδεκτά ἀπό ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Ἀπό τήν ἄλλη ὁ Πατριάρχης μας εἶναι ἑνωτικός καί, ἐπίσης, εἶναι καλός θεολόγος. Κατέχει τά θέματα. Θά εἶναι ὅλα καλά. Ὅλοι θά ἀναπαυθοῦν καί θά ἐπέλθει ἡ χαρά καί ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού θά πλημμυρίσει τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας μας. Βέβαια, ἄν μοῦ ἐπιτρέπεται, νά καταθέσω ἐδῶ μιά προσωπική σκέψη, θά ἔλεγα ὅτι χαίρομαι, πού κάποιες Ἐκκλησίες μετέχουν ἐνεργά καί καταθέτουν τίς παρατηρήσεις τους γιά μιά καλύτερη ἀπόφαση. Ὅμως, προσωπικά, τό τονίζω καί πάλι, θά μοῦ ἄρεσε νά ὑπάρχει μία ὁλότητα σκέψεως καί κρίσεως τῶν πραγμάτων, διότι, ὅταν τά πράγματα τά μελετοῦμε μονομερῶς, σημαίνει ὅτι ὑπάρχει πνευματικό πρόβλημα. Κατηγοροῦν, γιά παράδειγμα, κάποιες Ἐκκλησίες τόν Ρωμαιοκαθολικισμό ὅτι διολίσθησε σέ Παγκόσμια Ἐκκλησία μέ καθαρά πολιτικό καί κοσμικό χαρακτήρα, καί δέν ἔχουν ἄδικο. Δέν βλέπουν, ὅμως, ὅτι βρεθήκαμε ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι σήμερα νά ἔχουμε στήν πράξη ἕξι παγκόσμιες Ἐκκλησίες μέ ὑπερόριες δικαιοδοσίες, δηλαδή μέ ἐκκλησιαστικές ἐπαρχίες ἐκτός τῶν ὁρίων τους. Καυτηριάζουμε κάτι, τό ὁποῖο, τήν ἴδια ὥρα, μιμούμαστε. Ἀλλά, ἐν πάσῃ περιπτώσει, γιά νά ἐπανέλθω στό ἐρώτημά σας, ὑπάρχουν παρατηρήσεις ἀπό κάποιες Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες εἶναι καλόπιστες καί προσβλέπουν σέ ἕνα θεολογικώτερο καί καλύτερο ἀποτέλεσμα.

– Θεοφιλέστατε, ὅσο κι ἄν θέλουμε νά ποῦμε ὅτι τά πράγματα εἶναι τελείως καλά, ὑπάρχουν καί κάποιοι, πού ἀντιδροῦν πολύ ἔντονα. Τί ἔχετε νά πεῖτε γιά τούς ἐπικριτές τῆς Συνόδου;

Τά πράγματα εἶναι πολύ καλά, ἐπειδή ἀκριβῶς δέν εἶναι τελείως καλά καί ἀφήνουμε χῶρο στό Ἅγιο Πνεῦμα νά ἐνεργήσει καί νά συμπληρώσει τά ἐλλείποντα. Ὅσον ἀφορᾶ τούς ἐπικριτές, τούς ἀκούω, διαβάζω ὅ,τι κατά καιρούς δημοσιεύουν, τούς ἀγαπῶ, ἀλλά δέν συμμερίζομαι τίς ἀπόψεις τους καί τόν τρόπο, πού τίς ἐκφράζουν. Προσωπικά θεωρῶ ὅτι ἔχουν κουράσει καί ὅτι κάπου ἔχουν ξεφύγει πιά. Εἶναι τά ἴδια γνωστά πρόσωπα. Ἡ εἰκόνα, πού μοῦ δίδουν, εἶναι ὅτι περισσότερο ἀγωνίζονται, γιά νά ἐπιβάλουν τήν γνώμη τους καί νά προβληθοῦν, παρά γιά νά στηρίξουν τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Γι᾽ αὐτό ξέρουμε ὅλοι μας ποιοί θά ἀντιδράσουν καί τί, πάνω-κάτω, θά ποῦν, ὁποιοδήποτε θέμα κι ἄν προκύψει. Βεβαίως, ὅλων ἡ γνώμη χρειάζεται. Ἀκόμη καί μέσα ἀπό ἀντιρρήσεις καί διαφωνίες τελικά γίνεται τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Θά φανεῖ, λοιπόν, στήν πορεία ποῦ βρισκόμαστε καί πιστεύω οἱ ἀντιδρῶντες νά καλάβουν ὅτι δέν γίνεται καμία προδοσία τῆς πίστεως.

Πάντως, ὁ Ἅγιος Μάρκος, Ἐπίσκοπος Ἐφέσου, χαρακτηρίστηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία ὡς Εὐγενικός, διότι ἦταν ὄντως εὐγενής καί εὐαίσθητος. Δέν ἔχουμε ἐκφράσεις τοῦ Ἁγίου Μάρκου ἐπιθετικές σέ προσωπικό ἐπίπεδο, δέν ἔχουμε ἀπειλές, δέν ἔχουμε ἐκφράσεις ἀπαξιωτικές γιά τή Σύνοδο καί τό Συνοδικό Θεσμό. Ὁ Ἅγιος Μάρκος μᾶς διδάσκει ἕνα ἄλλο ἦθος, τό ὁποῖο δυστυχῶς κάποιοι ἀπό αὐτούς, πού τόν ἐπικαλοῦνται, δέν τό ἔχουν. Θέλω νά ὑπενθυμίσω ἐδῶ ὅτι ἀκόμη καί μέσα στήν Ἐκκλησία θά συναντήσουμε τούς «ὑπέρ-ὀρθοδόξους», οἱ ὁποῖοι, χάριν τῆς Ὀρθοδοξίας, ὑποστηρίζουν κακοδοξίες καί δημιουργοῦν μερισμούς καί σχίσματα ἤ, ὅπως χαρακτηριστικά σημειώνει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός, «διαμοιράζουν τόν Χριστόν οἱ πολύ φιλόθεοι καί φιλόχριστοι, οἱ ὁποῖοι χάριν τῆς ἀληθείας λένε ψέματα καί χάριν τῆς ἀγάπης σπέρνουν μίσος», ὁπότε διαπιστώνεται ὅτι ἐπιτελεῖται μέγιστο κακό στήν Ἐκκλησία ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ. Μιλοῦν κάποιοι γιά τήν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀλλά δέν ἔχουμε καταλάβει αὐτή τή στιγμή ὅτι αὐτό, πού ταλανίζει τήν Ἐκκλησία σάν καρκίνωμα, καί τό ὁποῖο ἔχει χαρακτηριστεῖ ἀπό τήν Ἐκκλησία, πανορθοδόξως καί συνοδικῶς, ὡς αἵρεση, εἶναι ὁ Ἐθνικισμός. Καμία νύξη, ὅμως, γιά τήν αἵρεση τοῦ Ἐθνικισμοῦ. Ὅλα γιά τόν Οἰκουμενισμό. Νά συμπληρώσω καί μιά σκέψη ἀκόμη : μήπως θά πρέπει ἡ Ἐκκλησία νά ἀσχοληθεῖ καί μέ μιά ἄλλη, νέας μορφῆς, αἵρεση, πού ἔχει δημιουργηθεῖ σήμερα, τήν αἵρεση τοῦ ζηλωτισμοῦ;

– Μιλώντας γιά ζηλωτισμό καί ἐθνικισμό τί θέλετε νά πεῖτε; Μπορεῖτε νά γίνετε λίγο πιό σαφής;

Ναί. Ἐθνικισμός εἶναι, ὅταν ἐπιχειροῦμε νά θέσουμε τά ἐθνικά συμφέροντα πάνω ἀπό τά συμφέροντα τῆς Ἐκκλησίας, ἤ, ἀκόμη, ὅταν χρησιμοποιοῦμε τήν Ἐκκλησία, προκειμένου νά ἐξυπηρετήσουμε ἐθνικές σκοπιμότητες. Ἡ Ἐκκλησία σίγουρα δέν λειτουργεῖ ὡς συνομοταξία ἡ συνομοσπονδία Ἐκκλησιῶν, οὔτε ὡς κοινοβουλευτικό ὄργανο ἐπί μέρους ἐθνῶν. Γι᾽ αὐτό εἶναι ἀπαράδεκτο νά ὑποστηρίζονται τά ἐθνικά συμφέροντα τῆς Ἐθνικῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι τά δίκαια καί οἱ ἀλήθειες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Ζηλωτισμός πάλι εἶναι, ὅταν, ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ, ἀλλά δίχως τό πνεῦμα καί τό ἦθος τῶν Πατέρων καί τῶν Ἁγίων μας, προσπαθοῦμε νά ἑρμηνεύσουμε τά πράγματα τῆς Ἐκκλησίας ἤ ὅταν ἀκόμη θέτουμε τόν ἑαυτό μας πάνω ἀπό τήν Ἐκκλησία καί νομίζουμε ὅτι μόνο ἐμεῖς ἔχουμε τήν ἀλήθεια ὡς πρόσωπα. Ὁ ζηλωτισμός παραπέμπει στόν ἀτομισμό. Νά δώσω ἕνα παράδειγμα, γιά νά γίνω περισσότερο κατανοητός. Ρώτησαν κάποτε τόν Ἅγιο Παΐσιο τόν Ἁγιορείτη ποιά εἶναι ἡ σωστή ἀντιμετώπιση γιά τά δύσκολα ἐκκλησιαστικά ζητήματα. Εἶπε πολύ σοφά ὁ Γέροντας : «Νά ἀποφεύγονται τά ἄκρα. Μέ τά ἄκρα δέν λύνονται θέματα». Μάλιστα χρησιμοποιοῦσε καί τό παράδειγμα τοῦ μπακάλη. Ἔλεγε : «Ὅπως παλιά ὁ μπακάλης ἔβαζε μέ τή σέσουλα στήν ζυγαριά λίγο-λίγο καί ἰσορροποῦσε τήν ἀκρίβεια, ἔτσι πρέπει νά ἀντιμετωπίζουμε καί τά ἐκκλησιαστικά πράγματα». Ὄχι στά ἄκρα, λοιπόν. Αὐτοί, πού φοβοῦνται τόν Οἰκουμενισμό, προσχωροῦν στήν αἵρεση τοῦ ζηλωτισμοῦ καί γίνεται ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης.

– Τί συμβουλεύετε ὅλους αὐτούς;

Δέν μπορῶ νά συμβουλεύσω κανένα. «Διά τήν ἀγάπην παρακαλῶ», ὅπως ἔλεγε ὁ Παῦλος, νά ἔχουμε εἰρήνη στήν ψυχή μας καί νά ἐμπιστευόμαστε τήν Ἐκκλησία μας. Βλέπετε ὁ Πατριάρχης τούς ἀκούει ὅλους. Κάποιοι δέν ἔχουν ποτέ ἕνα καλό λόγο νά ποῦνε. Ὅμως, δέν βγῆκε ποτέ νά κατηγορήσει κανένα. Μέ βάση αὐτή τήν μακρόθυμη τακτική, νά πῶ καί πάλι ἕνα λόγο τοῦ Παύλου : «Ὁ μνημονεύων τόν μή μνημονεύοντα μή ἐξουθενείτω καί ὁ μή μνημονεύων τόν μνημονεύοντα μή κρινέτω» (Ρωμ. 14, 3). Νά εἴμαστε ἑνωτικοί καί νά προσπαθοῦμε νά ἀναπαύουμε τούς ἀνθρώπους μέσα ἀπό τήν ἀγάπη καί τήν ἀλήθεια.

(ΠΗΓΗ : http://flashnews.gr)

4) 6-6-2016 Ἔχουν κουράσει καί ξεφύγει ὅσοι ἀντιδροῦν. Θέλουν προσωπική προβολή

Ἀποκλειστική συνέντευξη τοῦ Θεοφ. Ἐπισκόπου Χριστουπόλεως κ. Μακαρίου στο flashnews.gr (Μέρος Β΄)

– Ὑπάρχουν ἐνστάσεις ὅσον ἀφορᾶ τό κείμενο τῆς σχέσης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπό χριστιανικό κόσμο. Πῶς κρίνετε αὐτές τίς ἀντιδράσεις;

Κατ’ἀρχάς, ἀπό τόν τίτλο ἀντιλαμβανόμαστε τό γενικότερο πνεῦμα, πού ἐπικρατεῖ στό κείμενο. Δέν λέει ὁ τίτλος τοῦ ἐγκριθέντος κειμένου «σχέση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τίς ἄλλες Ἐκκλησίες» ἀλλά «μέ τόν λοιπό χριστιανικό κόσμο». Σαφῶς, λοιπόν, ἡ ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας ὡς θεοΐδρυτου καί θεοσύστατου θεσμοῦ δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τήν ἱστορική παρουσία ἄλλων ὁμολογιῶν. Αὐτό, βέβαια, στάθηκε ἡ ἀφορμή νά μιλήσουν κάποιοι γιά ἕνωση μέ τούς Λατίνους, γιά προδοσία τοῦ δόγματος κλπ. Αὐτά δέν ἰσχύουν καί ξέρουν πολύ καλά πρῶτοι αὐτοί, πού μιλοῦν γιά τήν δῆθεν ἕνωση, ὅτι δέν ἔγινε καμία ἕνωση οὔτε τώρα, οὔτε κατά τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο θά γίνει, ἀλλά οὔτε καί μετά ἀπό αὐτήν. Θά τό διαπιστώσουμε ὅτι δέν τίθεται θέμα ἑνώσεως. Καί εἶναι μεγάλη ἁμαρτία γι᾽ αὐτούς τούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δηλητηριάζουν τό λαό τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἤδη κουρασμένος καί βασανισμένος.

Θέλω, ὅμως, στό σημεῖο αὐτό νά πῶ ὅτι, ὅπως αὐτοί ἔχουν μιά σειρά ἐπιχειρημάτων, γιά νά στηρίξουν τίς ἀπόψεις τους, ἔτσι ἀντιστοίχως καί ὅσοι μετέχουν στίς Τοπικές Συνόδους τῶν κατά τόπους Ἐκκλησιῶν ἔχουν τή δική τους ἐπιχειρηματολογία. Ἄς δώσουμε ἕνα τέτοιο ἐπιχείρημα. Ὁ Μέγας Βασίλειος ὀνομάζει τίς σχισματικές καί αἱρετικές ὁμολογίες τῆς ἐποχῆς του ὡς Ἐκκλησίες : «τό ἐπαναγαγεῖν πρός ἕνωσιν τάς Ἐκκλησίας τάς πολυμερῶς καί πολυτρόπως ἀπ᾽ἀλλήλων διατμηθεῖσας». Σημαίνει αὐτό ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος ἦταν αἱρετικός; Ἤ, ἀπό τήν ἄλλη, μπορῶ προσωπικά ἐγώ νά χρησιμοποιήσω αὐτή τή φράση τοῦ Μεγάλου Βασιλείου σάν σημαία καί νά πῶ ὅτι ὅλοι οἱ ἀντιδρῶντες εἶναι αἱρετικοί καί ἄχρηστοι; Ὄχι, φυσικά. Οὔτε τό ἕνα εἶναι σωστό οὔτε τό ἄλλο. Γιατί δέν ἔχει σημασία ἡ γνώμη μου, ἀλλά ἡ γνώμη τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί νά ἀκούσω τί μοῦ λέει, γιά παράδειγμα, ὁ Χριστουπόλεως καί ὁ κάθε Χριστουπόλεως καί νά μήν ἀκούσω τήν φωνή τῆς Ἐκκλησίας; Ποιός μπορεῖ νά μοῦ πεῖ τελικά τήν ἀλήθεια; Ὁ ἕνας ἤ ἡ Ἐκκλησία; Γι᾽ αὐτό ἀφήνουμε τίς προσωπικές ἑρμηνεῖες καί τήν προσωπική ἐπιχειρηματολογία στήν ἄκρη, ἀφήνουμε τήν ἐπιλεκτική χρήση φράσεων καί ἀπόψεων τῶν Πατέρων, τούς ὁποίους κάποιες φορές χρησιμοποιοῦμε μέ ἐμπάθεια, καί ἀναμένουμε νά ἀκούσομε τήν φωνή τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία θά μᾶς ὁδηγήσει καί θά μᾶς φωτίσει. Ἤ πιστεύουμε στήν Ἐκκλησία ἡ δέν πιστεύουμε σέ αὐτήν. Ἡ Ἐκκλησία θά μᾶς πεῖ ποιά εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἡ Ἐκκλησία θά μᾶς δώσει τήν καθαρή τροφή. Ὄχι τά μεμονωμένα πρόσωπα. Ἔτσι νομίζω.

– Ὅταν λέτε Ἐκκλησία, ἐννοεῖτε τή Σύνοδο;

Ὁ τρόπος, μέ τόν ὁποῖο ἐκφράζεται ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, εἶναι ὁ συνοδικός. Μάλιστα στήν Σύνοδο ἐπικρατεῖ ἡ γνώμη τῶν πλειόνων, κατά τόν 6ο Κανόνα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καί ὄχι ἡ τακτική τῆς ὁμοφωνίας, ὅπως ἀποφασίστηκε στόν Κανονισμό Λειτουργίας τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου. Ἡ ὁμοφωνία εἶναι τό ζητούμενο, ἀλλά δέν εἶναι αὐτή καθεαυτή, πού καθορίζει τή ζωή καί τήν πορεία τῆς Ἐκκλησίας. Ἄν αὐτό τό ζητούμενο τό θέσουμε ὡς προϋπόθεση καί ὅρο, τότε εἰσάγουμε μιά ὀλέθρια τακτική στήν Ὀρθοδοξία : τήν ἀρνησικυρία (veto), τήν ὁποία θά ἐκμεταλλευτοῦν κάποιες Ἐκκλησίες καί θά ἀγωνιζόμαστε δίχως ποτέ νά φτάσουμε σέ κάποιο τέρμα. Ἡ Ἐκκλησία, ἑπομένως, ἐκφράζεται συνοδικῶς διά τῆς πλειοψηφίας. Μπορεῖ κάποια σύνοδος νά θεωρηθεῖ ληστρική (δηλαδή μή ἀναγνωρισμένη ἀπό τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας), μπορεῖ ἐπίσης μία γνώμη ἑνός ἐπισκόπου νά ἐκφράζει τήν ἀλήθεια, ἀλλά αὐτό θά πρέπει νά περάσει ἀπό Σύνοδο. Ἡ Σύνοδος τελικά θά μᾶς πεῖ ὅτι ὁ ἕνας εἶχε δίκιο καί οἱ πολλοί ἄδικο. Μέσα σέ αὐτό τό πνεῦμα, ἐάν κάποιος ἔχει κάποιο πρόβλημα ἤ προβληματισμό, ἀπευθύνεται στόν Ἐπίσκοπό του καί ὁ Ἐπίσκοπος στήν Τοπική Σύνοδο. Κάποιοι ἀπό ἐμᾶς σήμερα, δυστυχῶς, ἀντιστρέψαμε τή σειρά. Μαζεύουμε τούς ἀνθρώπους καί τούς φανατίζουμε, λέγοντάς τους ὅτι προδόθηκε τό δόγμα καί ἀλλοιώθηκε ἡ πίστη, ἐνῶ, κατά βάθος, πολύ καλά γνωρίζουμε ὅτι αὐτό δέν πρόκειται νά συμβεῖ καί δέν ἔχει συμβεῖ. Εἶναι αὐτό, πού σᾶς ἔλεγα προηγουμένως γιά τήν αἵρεση τοῦ ζηλωτισμοῦ. Χωρίς νά τό καταλάβουμε, μοιράσαμε τήν Ἐκκλησία στούς παραδοσιακούς καί στούς φιλελευθέρους. Ἔτσι, ὅμως, δέν διδάσκουμε ἐκκλησιαστικό ἦθος καί φρόνημα. Καί θέλω ἐδῶ νά τονίσω ὅτι ἐξίσου σημαντική μέ τή διαφορά δόγματος εἶναι καί ἡ διαφορά ἤθους. Βλέπετε, μέ τούς παλαιοημερολογίτες δέν ἔχουμε καμία δογματική διαφορά. Ἔχουμε, ὅμως, διαφορά ἤθους, γιατί αὐτοί ἀλλιῶς βλέπουν τά πράγματα κι ἀλλιῶς τά ἐξετάζει ἡ Ἐκκλησία. Αὐτοί προτάσσουν τόν ἑαυτό τους καί τό φρόνημά τους, ἐνῶ ἕνας γνήσιος Ὀρθόδοξος Χριστιανός προτάσσει τή γνώμη τῆς Ἐκκλησίας καί αὐτήν ἀκολουθεῖ καί ὄχι τό δικό του θέλημα.

– Θεωρεῖτε ὅτι ὑπάρχει αὐτή ἡ τάση σήμερα στήν Ἐκκλησία;

Τό πνεῦμα τῶν ἀρχαίων αἱρετικῶν τοῦ 3ου καί 4ου αἰώνα διασώθηκε στό χῶρο τῆς Δύσης, πέρασε ὅμως καί στό χῶρο τό δικό μας, κυρίως μέσα ἀπό παρεκκλησιαστικές ὀργανώσεις, καί διαμόρφωσε τή σχολαστική θεολογία. Ἔτσι ὑπάρχει αὐτό τό θέμα, ναί. Ἀτομική θεολογία, διαφορετικά, σχολαστική θεολογία.

– Τί εἶναι σχολαστική θεολογία;

Θά σᾶς ἀπαντήσω μέ ἁπλά λόγια. Σχολαστική θεολογία εἶναι τό νά μήν ἔχεις καρδιά. Νά ἔχεις μόνο ἐγκέφαλο. Τό νά προσπαθεῖς ἀτομικά νά τά ἑρμηνεύσεις ὅλα μέ τό γράμμα τοῦ νόμου. Τό νά ἐπικαλεῖσαι συνεχῶς τούς Κανόνες καί τήν ἴδια στιγμή νά τούς καταπατᾶς. Π.χ. ἄκουσα κάποιους, πού μιλοῦν μέ πολλή περιφρόνηση γιά τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο καί τήν προσπάθεια, πού γίνεται, ἐπικαλούμενοι συγκεκριμένους Κανόνες, πού γράφτηκαν λόγῳ συγκεκριμένων ἱστορικῶν συγκυριῶν καί συγκεκριμένα χωρία Πατέρων. Ὅταν ρώτησα ποιοί εἶναι αὐτοί, πού ἀντιδροῦν, μοῦ εἶπαν γιά μιά ὁμάδα κληρικῶν καί μοναχῶν. Μά, ὑπάρχει κάτι τέτοιο στούς Ἱερούς Κανόνες; Προβλέπουν οἱ Ἱεροί Κανόνες ὁμάδες ἀπό κληρικούς, πού δέν ἔχουν τήν ἀναφορά τους στόν ἐπίσκοπο, ἤ ἐπίσκοπο, πού νά μήν ἔχει τήν ἀναφορά του στή Σύνοδο; Μπορεῖ ὁ καθένας νά ἐντάσσεται σέ μιά ὁμάδα ἤ νά φτιάχνει τή δική του ὀργάνωση; Καί, ἐν πάσῃ περιπτώσει, θά τό ἐπαναλάβω, ποιός θά μᾶς διασφαλίσει τήν ἀλήθεια; Ἡ ὁμάδα; Ἡ σύναξη; Ὁ ἕνας ἤ ἡ Σύνοδος καί ἡ Ἐκκλησία;

Σχολαστική θεολογία, λοιπόν, εἶναι νά μήν ἔχουμε πληρότητα. Ἡ θεολογία μας δέν ἔχει πληρότητα, ὅταν ἐξετάζει τά πράγματα μονομερῶς καί μέ σκεπτικισμό, δίχως νά ἀφήνει τήν πνοή τοῦ Θεοῦ νά πνεύσει. Πρέπει νά κατανοήσουμε ὅτι ἡ πραγματική θεολογία δέν εἶναι ἐπινόηση ἀνθρώπινης λογικῆς ἤ ἀνθρώπινης σοφίας. Ἡ Ἐκκλησία δέν λειτουργεῖ σάν τά μαθηματικά. Παλαιότερα οἱ Πατέρες μας ἐθέσπισαν τούς Ἱερούς Κανόνες μετά ἀπό ἔριδες, αἱρέσεις καί ἀντίθετες πρός τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας πράξεις. Οἱ Κανόνες ἦταν λύση καί ἀκολουθοῦσαν ὡς λύση τό πρόβλημα. Δέν ἦταν ἐπιχείρημα. Σήμερα ἔχω τήν αἴσθηση ὅτι χρησιμοποιοῦμε τούς Κανόνες, γιά νά δημιουργήσουμε πρόβλημα καί ὄχι γιά νά λύσουμε. Τότε, ὅμως, ὁ σκοπός τῶν Κανόνων χάνει την ἀξία του. Αὐτό εἶναι μιά νέα προσέγγιση τῆς Θεολογίας. Πάντως δέν εἶναι Ὀρθόδοξη Θεολογία αὐτό. Ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία ἔχει ἀκρίβεια, ἀλλά ἔχει καί οἰκονομία. Ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία ἔχει μεγαλεῖο καί εἶναι σωστική. Σώζει, ἀναπαύει, εἰρηνεύει, ἑνώνει. Στεναχωριέμαι, ὅταν βλέπω σήμερα κάποιους νά ἐπαγγέλλονται μιά Θεολογία, πού ταράζει καί διχάζει καί πόρρω ἀπέχει ἀπό τήν εἰρήνη της ψυχῆς. Στίς περιπτώσεις αὐτές κυριαρχεῖ ὁ ἀτομισμός, ὁ ὁποῖος, ξέρετε, ἀποτελεῖ τό ὑπόβαθρο ὅλων τῶν αἱρέσεων.

– Θέλω νά σᾶς εὐχαριστήσω γιά τό χρόνο σας καί γιά τά ὅσα μᾶς εἴπατε. Θέλετε νά δώσετε μία τελευταία εὐχή; Νά καταθέσετε μιά τελευταία σκέψη;

Ἐγώ θέλω νά σᾶς εὐχαριστήσω γιά τόν κόπο σας καί τόν χρόνο σας καί τήν εὐκαιρία, πού μοῦ δώσατε μέσα ἀπό αὐτή τή συζήτηση νά ἀναφερθῶ σ᾽ αὐτό τό μεγάλο ἐκκλησιαστικό γεγονός.

Ἐπιθυμῶ μόνο νά ὑπάρχει ἑνότητα καί εἰρήνη ψυχῆς. Ὅταν βλέπεις κάποια πράγματα, πού εἶναι γεμάτα μίσος καί φανατισμό, διερωτᾶσαι ποῦ εἶναι ἡ εἰρήνη τῆς ψυχῆς μας. Καί, δυστυχῶς, ἐπειδή κάποιοι ἀπό μᾶς δέν τήν ἔχουμε, δέν μποροῦμε καί νά τή δώσουμε στούς ἄλλους. Καί τί δίνουμε; Αὐτό πού ἔχουμε : Μίσος, ἔχθρα, φανατισμό. Πόλεμο τῶν παιδιῶν πρός τόν πατέρα, τῶν κληρικῶν πρός τόν Ἐπίσκοπο, τῶν πιστῶν πρός τήν Ἐκκλησία. Ποῦ εἶναι ἡ εἰρήνη τῆς ψυχῆς σέ ὅλο αὐτό τό σκηνικό; Παρακαλῶ, λοιπόν, νά ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στήν Ἐκκλησία καί νά προσευχόμαστε γιά τόν Πατριάρχη μας, πού ἔχει ἀναλάβει ὡς πρῶτος τήν Προεδρία τῆς Συνόδου, γιά τούς Προκαθημένους καί τούς Ἀρχιερεῖς, πού θά μετέχουν, ὥστε νά ἔχουν τή χάρη καί τό φωτισμό τοῦ Θεοῦ. Ἡ Ὀρθοδοξία δέν θά καταισχυνθεῖ. Ὅλα θά εἶναι ὄμορφα, χαρούμενα, ἀναστάσιμα, ἐκκλησιαστικά καί ὀρθόδοξα.

(ΠΗΓΗ : http://flashnews.gr/)

5) 15-6-2016 Ευλογία Θεοῦ ἡ Μεγάλη Σύνοδος

«Μία ἀπό τίς σημαντικότερες στιγμές τῆς Ὀρθοδοξίας, εἶναι αὐτή τῆς Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στή Κρήτη», εἶπε ὁ ἐπίσκοπος Χριστουπόλεως Μακάριος, μιλώντας στόν 9.84. «Ἡ ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας δέν εἶναι θέμα παρουσιῶν, ἀλλά ἐκκλησιαστικῆς, πνευματικῆς καί λειτουργικῆς συνέχειας μεταξύ τῶν ἐκκλησιῶν. Ἡ σύνοδος», εἶπε ὁ ἐπίσκοπος Χριστουπόλεως, «ὁμόφωνα ἀποφασίστηκε ὡς πρός τόν χρόνο καί τόπο τέλεσής της. Ὅσοι ἐπιλέξουν νά μήν παραστοῦν εἶναι αὐτοί, πού ἀποκόπτονται, καί στή τελική ἑνότητα (sic) γιά τήν ἑνότητα, ἄν κάποιοι δέν τήν ἐπιθυμοῦν, θά ἦταν προσχηματική. Ἡ Σύνοδος καλεῖται» εἶπε ὁ Χριστουπούλεως Μακάριος «νά δώσει ἀπαντήσεις καί στά σύγχρονα ζητήματα τῆς ἀνθρωπότητας, ὅπως οἱ πόλεμοι, ἡ ἀνισότητα, ἡ προσφυγιά ἀλλά καί τά θέματα βιοηθικής».

(ΠΗΓΗ : http://www.amen.gr)

6) 17/27-6-2016 Θεοφ. Ἐπίσκοπος Χριστουπόλεως κ. Μακάριος μετεῖχε ὡς Εἰδικός Σύμβουλος στήν σύνθεση τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης.

(ΠΗΓΗ : Ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου γιά τήν Μεγάλη Σύνοδο, http://www.romfea.gr/)

7) 21-6-2016 Σημασία ἔχει ὅτι ἡ Σύνοδος αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή

(ΠΗΓΗ : http://www.amen.gr)

8) 15-2-2017 «Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας»

Ὁμιλία τοῦ Θεοφ. Ἐπισκόπου Χριστουπόλεως κ. Μακαρίου κατά τήν τελετή κοπῆς τῆς Βασιλόπιτας τῆς ἐν Ἀθήναις Ἀδελφότητος τῶν ὀφικιαλίων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου «Παναγία ἡ Παμμακάριστος».

«Σεβασμιώτατε Μητροπολῖτα Προικοννήσου κ. Ἰωσήφ,

Ἐντιμολογιώτατοι Ἄρχοντες τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας,

Φίλτατοι ἀδελφοί καί ἐκλεκτοί παρόντες,

Μία Μεγάλη Σύνοδος γιά τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι καί ἀπό θεολογικῆς, ἀλλά καί ἀπό ἱστορικοπρακτικῆς πλευρᾶς γεγονός «ὅλως ἔκτακτον καί σημαντικόν». Ἀπό πλευρᾶς θεολογικῆς καί κανονικῆς προσβλέπει στό νά ἐντάξει στό καθολικό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τά νέα δεδομένα ἤθους, ὀργάνωσης, ἐνδεχομένως τά ἐπιστημονικά ἐπιτεύγματα καί τίς σύγχρονες προκλήσεις τῆς καθημερινότητας τοῦ ἀνθρώπου. Προσπαθεῖ, δηλαδή, νά ἐκκλησιαστικοποιήσει τίς νέες μορφές ζωῆς καί νά ὁριοθετήσει ὀρθοδόξως τή σχέση μας μέ τόν πλησίον καί τό Θεό. Ἀπό πλευρᾶς δογματικῆς γιά τήν Ἐκκλησία ἡ σύνοδος ἀποτελεῖ «σημεῖον μέγα» τῆς ἀγάπης τοῦ Ὕψιστου καί Ὑπέρτατου Θεοῦ, ὁ ὁποῖος, κατά τόν Προφήτη, «ὑπάρχει αἰωνίως καί κατοικεῖ σέ τόπο ὑψηλό καί ἅγιο, ἀλλά βρίσκεται μαζί μέ τούς ταπεινούς, γιά νά ξαναδώσει ζωή σ᾽ αὐτούς πού ἔχουν συνετριμμένη καρδία» [1]. Ἡ Σύνοδος, ξαναδίνει ζωή. Εἶναι γεγονός, πού σημαδεύει ἀποφασιστικά τήν πορεία τῆς Ἐκκλησίας καί γιά τήν ἐποχή της εἶναι κεντρικό γεγονός, ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ μιᾶς ὁλόκληρης περιόδου, τό ὁποῖο πραγματικά ἀποτελεῖ Θεοφάνεια καί Πεντηκοστή [2].

Δοξάζουμε τόν Τριαδικό Θεό, πού μᾶς ἀξίωσε ὡς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς νά ζήσουμε αὐτή τήν κλήση στόν καιρό μας καί νά γευόμαστε ἐμεῖς, ἀλλά καί οἱ ἐπερχόμενες γενεές, τούς καρπούς καί τούς κόπους τῶν πατέρων μας, καθώς καί τίς ἀνεκτίμητες δωρεές τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία πραγματοποιήθηκε στήν Κρήτη τόν Ἰούνιο τοῦ 2016, χρειάστηκε περίπου ἕνα αἰώνα, γιά νά ἐκφραστεῖ ὡς αἴτημα, νά ὡριμάσει καί, τελικῶς, νά συγκληθεῖ. Μέ τή χάρη καί τήν εὐδοκία τοῦ Θεοῦ, ὅμως, καί μετά ἀπό πολλές διεργασίες καί ἀγωνίες, ἦλθε ὁ «καιρός τοῦ ποιῆσαι».

Ἐάν τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, ὑποκύπτοντες στίς διάφορες φωνές τοῦ φονταμενταλισμοῦ καί τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ, στίς φωνές τῆς ἐσωστρέφειας καί τῆς ἀποκλειστικότητας, εἶχαν ἀρνηθεῖ αὐτή τήν κλήση τοῦ Θεοῦ, τότε θά εἶχε καταγραφεῖ μία ἀπό τίς μεγαλύτερες ἧττες στήν πολύχρονη καί πολύπαθη ἱστορία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας [3].

Ἀξίζει στό σημεῖο αὐτό νά θυμηθοῦμε καί νά ἐπαναλάβουμε τά λόγια τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Χρυσοστόμου, τά ὁποῖα ἐκφράζουν αὐτή τή μεγάλη ἱστορική καί ἐκκλησιαστική πραγματικότητα : «Ὅσο καί ἄν ἡ σύγκληση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου εἶναι ἔργο συλλογικό, ὄχι μόνον ἡμῶν τῶν ζώντων, ἀλλά καί τῶν προαπελθόντων πατέρων καί ἀδελφῶν ἡμῶν… ὀφείλουμε, ἀπό τήν ἀρχή, νά ὁμολογήσουμε ὅτι ὁ ἰθύνων νοῦς καί ὁδηγῶν ἐγκέφαλος τῆς ὅλης προσπάθειας κατέστη ἡ Α.Θ.Π., ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος… Στό ψηφιδωτό τῆς προετοιμασίας καί σύγκλησης τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου κάθε Ἐκκλησία, κάθε Προκαθήμενος καί κάθε Ἱεράρχης, ἔχουν τή θέση τους. Στό κέντρο, ὅμως, δεσπόζει ἡ ἐπιβλητική μορφή τοῦ Παναγιωτάτου. Ἕνας μεγάλος Ἄνθρωπος σέ μιά μεγάλη ὥρα τῆς Ἱστορίας!» [4].

Δοξάζουμε τό Θεό, λοιπόν, ἐν εὐγνωμοσύνῃ πολλῇ, γι᾽ αὐτή τή μεγάλη δωρεά πού χάρισε στόν κόσμο καί εὐχαριστοῦμε ὁλοκαρδίως τόν Πατριάρχη μας γιά τόν ὁραματισμό, τόν ὁποῖο εἶχε ἤδη ἀπό τήν πρώτη στιγμή τῆς ἀναλήψεως τῶν πατριαρχικῶν του καθηκόντων. Μέσα στίς πολλές εὐλογίες καί δωρεές τῆς 25ετοῦς πορείας του εἶναι καί ἡ σύγκληση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τό πιό σημαντικό ἐκκλησιαστικό γεγονός τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας μας κατά τήν τελευταία χιλιετία. Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν.

Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος, μέσα ἀπό τίς ἀποφάσεις της, οἱ ὁποῖες κάλυψαν τά ἕξι θέματα τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, προσπάθησε νά προσεγγίσει ἀγαπητικά τόν σύγχρονο ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰκόνα Θεοῦ, ἀλλά ἔχει τίς δικές του δυσκολίες. Ὁ σημερινός ἄνθρωπος βιώνει μιά ἐπικίνδυνη αὐτοπεποίθηση, αἰσθάνεται μιά παντοδυναμία, μιά ἀνεξαρτησία, δέν ἐπιδέχεται συμβουλές καί νουθεσίες, δέν θέλει νά διορθωθεῖ καί δέν ἀνοίγεται. Οἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου εἶχαν ἐνώπιόν τους αὐτόν τόν ἄνθρωπο, τόν βασανισμένο καί ταλαιπωρημένο. Δέν ἦταν σκοπός τῶν κειμένων νά ἐπιθέσουν δυσβάστακτα φορτία στούς ὥμους τῶν ἀνθρώπων, γιατί σέ αὐτό τό πνεῦμα ἀκριβῶς κινήθηκαν καί οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν καί τῶν ἄλλων Συνόδων τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας κατά τό παρελθόν. Γι᾽ αὐτό οἱ ἀποφάσεις της εἶναι ἁπλές, οἰκεῖες, σεμνές καί ἀνθρώπινες. Προσεγγίζουν τόν ἄνθρωπο μέ πνεῦμα ἀγάπης καί στοργῆς καί ἀφήνουν περιθώριο νά δράσει ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ σέ κάθε καλόπιστο καί καλοπροαίρετο χριστιανό, ἀνάλογα μέ τίς ἀνάγκες του καί τή διαφορετικότητά του.

Βεβαίως, ἡ κάθε Σύνοδος ἀξιολογεῖται ἀπό τίς ἑπόμενες Συνόδους, οἱ ὁποῖες θά κληθοῦν νά τήν χαρακτηρίσουν, συνεκτιμώντας τίς ἀντιδράσεις, τούς σχολιασμούς, τίς θεολογικές προσεγγίσεις καί, βεβαίως, τήν ἀποδοχή τῶν ἀποφάσεών της ἀπό τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Πρέπει, ὡστόσο, νά ἀφήσουμε τό χρονικό περιθώριο στόν εὐσεβῆ κλῆρο καί λαό νά γνωρίσει τά κείμενα, ὄχι μέσῳ τῆς παραπληροφόρησης ἤ τοῦ διαδικτύου, ἀλλά μέ τήν ἐμπειρία καί τό βίωμά του. Τά κείμενα δέν τά κρίνουμε, ἄν δέν τά ζήσουμε. Τά κείμενα τῆς Συνόδου δέν εἶναι ποιήματα ἤ ἄλλα λογοτεχνικά τεχνουργήματα ἤ ἀκόμη πληροφοριακά κείμενα, τά ὁποῖα καλούμαστε νά μελετήσουμε σχολαστικά. Ἡ κλήση μας εἶναι νά ἐμπιστευτοῦμε μέ καλή προαίρεση τήν Ἐκκλησία μας καί τό Θεό, ὁ ὁποῖος θά μιλήσει μέσῳ αὐτῶν. Ἡ αὐθεντία τῶν κειμένων δέν συνιστᾶ μιά νομική, γνωστική καί ὀρθολογική διαδικασία, ἀλλά προϋποθέτει τήν πίστη καί τήν ἀποδοχή τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ.

Κάποιοι, δυστυχῶς, βιάστηκαν νά κρίνουν τή Σύνοδο καί νά τήν χαρακτηρίσουν ὡς ληστρική, ἐπισυνάπτοντάς της «τίς πλέον ἀπίθανες κατασκευές καί θεωρίες συνωμοσίας» [5], πρίν ἀκόμη τήν πραγματοποίησή της, γεγονός πρωτοφανές γιά τά δέδομένα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Κάποιοι πάλι βιάστηκαν νά ἀπορρίψουν τά κείμενα, πρίν ἀπό τήν τελική διαμόρφωσή τους καί πρίν ἀκόμη δοθεῖ ἡ δυνατότητα σέ ὅλους μας νά τά ζήσουμε, γεγονός πού δείχνει ὁλιγοπιστία στό συνοδικό θεσμό καί στήν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν λειτουργεῖ ἐγκεφαλικά, γιατί μέ τόν τρόπο αὐτό δημιουργεῖται ἕνας τρομακτικός κίνδυνος : ἡ σιγουριά τῆς ἀκρίβειας ἀναπτύσσει τόν ἐγκέφαλο σέ βάρος τῆς καρδιᾶς. Θά μποροῦσα νά τό πῶ διαφορετικά : ἡ λογική, ἡ ἀπολυτοποιημένη ἑρμηνεία τῶν δογμάτων ἤ ἡ τήρηση τοῦ γράμματος καί ἡ παραθεώρηση τοῦ πνεύματος τῶν Ἱερῶν Κανόνων δημιουργοῦν ἕνα διχασμό στήν προσωπικότητα ἀπό τούς πλέον ἀπογοητευτικούς καί ἀπεχθεῖς. Ἡ θεολογία μας εἶναι ζωντανή, ὅταν τή χρησιμοποιοῦμε καί τή διδάσκουμε ὡς ἐμπειρία καί βίωμα καί ὄχι ὡς γνώση. Ἡ στεγνή θεολογική γνώση, αὐτή πού βασίζεται στήν εὐφυΐα μας, μᾶς ἐπιβάλλει μιά ἀδιόρατη αὐτάρκεια καί δημιουργεῖ μιά ἐξόγκωση τῶν λογικῶν στοιχείων τῆς προσωπικότητάς μας σέ βάρος τοῦ μυστηρίου, τοῦ σημείου καί τοῦ θαύματος.

Ἔτσι, πολλοί ἐπιχειροῦν νά μιλήσουν γιά τίς ἀλήθειες τῆς Ἐκκλησίας, θυσιάζοντας δήθεν ὑπέρ τῆς ἀληθείας καί τῆς πίστεως φίλους καί ἀφελφούς, ἀλλά μιλοῦν γιά μιά ἀλήθεια, πού ἡ καρδιά ἀγνοεῖ, γι᾽ αὐτό καί δέν ἀναζωογονοῦν μέ τό λόγο τους, δέν πείθουν, δέν ἀναπαύουν καί δέν εἰρηνεύουν τούς ἀνθρώπους. Ἡ θεολογία μας, ὅταν διδάσκεται ὡς γνώση, στεγνώνει τά αἰσθήματα τῶν ἀνθρώπων. Τό δόγμα καί οἱ Ἱεροί Κανόνες, ὅταν παρουσιάζονται ὡς Νομοθεσία ἀπό κατά τά ἄλλα εὐφυέστατους καί ἐπιτυχημένους θεολόγους, ὁδηγοῦν στό ἀποκαρδιωτικό φαινόμενο νά χάνεται ἡ ὑπαρξιακή ἑνότητα τῶν ἀνθρώπων, νά χάνεται ἡ σύμπνοια τῆς καρδιᾶς καί τῆς σκέψης καί ὁ ἄνθρωπος νά ὑφίσταται μιά ἐσωτερική διαστροφή ἀπό τίς πιό ὀδυνηρές.

«Στούς καιρούς μας πού ἡ γνῶση καί ἡ εὐφυΐα ἐκτιμῶνται περισσότερο ἀπό ὅσο πρέπει, χρειάζεται κάποιος νά θυμᾶται καί νά συνειδητοποιεῖ τούς κινδύνους, πού ἐγκυμονεῖ γιά τόν ἄνθρωπο καί γιά τήν ἀκεραιότητά τῆς ὕπαρξής του, αὐτός ὁ ὑπερτονισμός τῆς γνώσης καί τῆς εὐφυΐας, καθώς καί ἡ στυγνή ἐπιδίωξη τους. Καί γιά νά θυμᾶται καί γιά νά συνειδητοποιεῖ, πρέπει νά φροντίζει ν᾽ ἀκούει καί τό λόγο τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς, πρίν ἡ εὐφυΐα μας καί ἡ ἐπιστημονική ξερή θεολογική μας κατάρτιση τήν ἀδρανήσει καί τήν παγώσει. Καί ὁ λόγος αὐτός δέν εἶναι ποτέ λόγος μωρίας, ἀλλά σοφίας καί χάριτος τοῦ ἀνθρώπου»[6].

Χρησιμοποιοῦν κάποιοι, μέσῳ τῆς δικῆς τους, βέβαια, ἀτομικῆς προσέγγισης, τήν Ἁγία Γραφή, τούς Ἱερούς Κανόνες καί τά πατερικά κείμενα, γιά νά μᾶς ἀποδείξουν ὅτι ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δέν εἶναι Ἁγία, δέν εἶναι Μεγάλη καί δέν εἶναι Ὀρθόδοξη, πλήττοντας μέ τόν τρόπο αὐτό – ἑκουσίως ἤ ἀκουσίως – τόν μέγιστο, ἱεροκανονικό καί τίμιο θεσμό τῆς συνοδικότητας, ἡ ὁποία δέν εἶναι ἁπλῶς μία τεχνική, διοικητική ἤ πρακτική δραστηριότητα, πού ἄν θέλουμε τήν ἐφαρμόζουμε ἤ ἄν θέλουμε τήν ἀπορρίπτουμε. Ἡ συνοδικότητα εἶναι ἱερός, ἀρχέγονος, θεμελιώδης καί ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟΣ θεσμός γιά τή λειτουργία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, γιά τή διασφάλιση τῆς ἑνότητάς της καί τή μαρτυρία τοῦ προφητικοῦ της λόγου στόν κόσμο [7]. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῶν Συνόδων καί τῆς Εὐχαριστίας. Δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δίχως Εὐχαριστία, ἀλλά καί δίχως Σύνοδο, κι αὐτό εἶναι κάτι, πού πρέπει νά ξεκαθαρίσουμε μέσα μας ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί θεολόγοι.

Μέσα ἀπό τή Θεία Εὐχαριστία καί τό μυστήριο τῆς ἀρχιερατικῆς χειροτονίας, τό ὁποῖο, ΤΟΝΙΖΩ, ὑποχρεωτικῶς ἀκολουθεῖ τή Συνοδική Ἐντολή, διασφαλίζεται ἡ Ἀποστολική Διαδοχή, πού ἀποτελεῖ τεκμήριο τῆς αὐθεντικῆς καί βεβαίας συνέχειας τῆς, κατά τόπους καί κατά Ἐκκλησίες, Θείας Εὐχαριστίας. Ὁ κάθενας ἀπό μᾶς τούς Ἐπισκόπους χειροτονήθηκε, γιατί κάποια Σύνοδος ἔδωσε αὐτή τήν ἐντολή καί πῆρε τή συγκεκριμένη ἀπόφαση. Ἡ εὐχαριστιακή ἑνότητα καί ἡ μετοχή στή Σύνοδο, ἑπομένως, ἀποδεικνύουν ὅτι ἕνας ἐπίσκοπος εἶναι κανονικός διάδοχος τῶν Ἀποστόλων. Κι αὐτά τά δύο, δηλαδή Θεία Εὐχαριστία καί Σύνοδος, εἶναι ἀδιαίρετα καί ἄτμητα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Μέ αὐτό τό πνεῦμα ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος, Ἐπίσκοπος Λυῶνος, διεκήρυσσε : «ἡμῶν γάρ σύμφωνος ἡ γνώμη τῇ Εὐχαριστίᾳ, ἡ δέ Εὐχαριστία βεβαιοῖ τήν γνώμην» [8], ὁ δέ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, Πρόεδρος τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (381), τόνιζε ὅτι καί αὐτή καθ᾽ ἑαυτή «ἡ Ἐκκλησία Συνόδου ὄνομα» [9].

Χρησιμοποιοῦν, λοιπόν, κάποιοι τήν Ἁγία Γραφή καί τούς Ἱερούς Κανόνες, γιά νά μᾶς ἀποδείξουν ὅτι ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος δέν ἦταν ἔγκυρη. Πάνω στήν ἀγωνία τους, ὅμως, νά «σώσουν» τήν Ἐκκλησία, ξέχασαν ὅτι ὅλα αὐτά τά ἐπιχειρήματα, πού ἐπικαλοῦνται, γιά νά πλήξουν τό κῦρος τῆς Συνόδου, κάποια ἄλλη Σύνοδος τούς τά ἔδωσε καί ὄχι μεμονωμένα πρόσωπα ἤ ὁμάδες ἀποτειχισμένων ζηλωτῶν. Τόν Κανόνα τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης, τῆς ὁποίας τά χωρία τόσο ἄκριτα καί ἐπιθετικά χρησιμοποιοῦν, τόν διαμόρφωσε Σύνοδος. Σύνοδος, δηλαδή, καθόρισε ποιά βιβλία θά συμπεριλαμβάνονται στήν Παλαιά καί ποιά στήν Καινή Διαθήκη, ποιά κείμενα εἶναι ἔγκυρα καί ποιά μποροῦν νά ἀποτελέσουν πηγή ζωῆς γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Τούς Ἱερούς Κανόνες, ἐπίσης, οἱ Σύνοδοι τούς συνέταξαν ἤ τούς ἐνέκριναν. Κατά τόν ἴδιο τρόπο, τά δόγματα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας δέν ἦταν θελογικές διατριβές μεμονωμένων προσώπων, ἀλλά ἀποφάσεις Συνόδων.

Οἱ πατέρες εὐλαβῶς μᾶς κληροδότησαν τά κείμενά τους, τά ὁποῖα προῆλθαν μετά ἀπό ἐπίπονη, ἐξαντλητική, θεολογική, πνευματική καί προσευχητική διεργασία, ἀλλά οἱ Σύνοδοι ἔπειτα ἐπεξεργάστηκαν πολλά ἀπό αὐτά. Ἄλλα τά διόρθωσαν, ἄλλα τά διεύρυναν, κάποια ἄλλα τά σμίκρυναν, κάποια πάλι τά ἀπέρριψαν ἐντελῶς, ἀλλά, τελικῶς, αὐτές διαμόρφωσαν ποιά ἀπό αὐτά θά μποροῦσαν νά ἀποτελέσουν τή βάση γιά τά δόγματα καί τούς Ἱερούς Κανόνες καί κατόπιν τά παρέδωσαν στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι σαφές ὅτι τόν πρῶτο καί τόν τελευταῖο λόγο τόν εἶχε πάντοτε ἡ Σύνοδος. Καί φυσικά θά συνεχίσει νά τόν ἔχει στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Τή βαρύτητα καί τήν ἀναγκαιότητα τῆς συνοδικότητας, σέ συνάρτηση μέ τή Θεία Εὐχαριστία, δυστυχῶς κάποιοι τήν ἀγνοοῦν παντελῶς κι αὐτό ἀποτελεῖ αἰτία πολλῶν ἐκκλησιολογικῶν παρεκτροπῶν. Γι᾽ αὐτό βλέπετε σήμερα νά ὑπάρχει τόση διαστρέβλωση τῆς ἀλήθειας, τόση ἐπιβολή τοῦ ψεύδους καί τῆς πλάνης καί κατασυκοφάντηση τῆς ἀληθινῆς Πίστεως καί Εὐσεβείας.

Διεωτῶμαι πολλές φορές : ποῦ βρίσκεται σήμερα ἡ Ἐκκλησία; Τή συκοφαντοῦν οἱ ἄπιστοι, τήν ἀμφισβητοῦν καί οἱ χριστιανοί. Ἔχουμε τούς ἐχθρούς τῆς πίστεως, ἀλλά ἔχουμε καί τούς σύγχρονους «ὁμολογητές», πού προδίδουν τό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ. Φέρουν τό ὄνομα τοῦ χριστιανοῦ, ἀλλά παραγνωρίζουν τό λόγο τοῦ Χριστοῦ καί τό πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου καί τῶν Ἱερῶν Κανόνων. Σχίζουν τόν χιτῶνα τῆς Ἐκκλησίας καί διασύρουν τό λόγο της, μεταποιώντας τον σέ ὅπλο κρίσεως καί κατακρίσεως. Ὅμως, ἡ Ἐκκλησία παραμένει ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική, ἡ ὁποία βαστάζει τόν Σταυρό τοῦ Κυρίου καί οὐδέποτε ἐκπίπτει [10].

Ὅπως δέν μπορεῖ ἕνα μεμονωμένο πρόσωπο ἡ μιά ὁμάδα ζηλωτῶν νά ἀμφισβητήσει τήν ἀρχιερωσύνη ἑνός ἐπισκόπου ἤ τήν ἐγκυρότητα μιᾶς Θείας Λειτουργίας, κατά τόν ἴδιο τρόπο δέν μπορεῖ κάποιος, ἱεροκανονικῶς καί δογματικῶς, νά ἀμφισβητήσει τήν ἐγκυρότητα μιᾶς Συνόδου. Βεβαίως, ὁ καθένας ἀπό μᾶς ἔχει τή γνώμη του καί τήν ἀποψή του γιά τή Σύνοδο ἤ γιά συγκεκριμένα πρόσωπα ἱερέων καί ἀρχιερέων. Ἡ ἄποψη, ὅμως, αὐτή, ἐάν δέν γίνει ἄποψη συνόδου, δέν εἶναι ἐκκλησιαστική, δέν εἶναι σωστική, δέν εἶναι ἠθική ἀλλά προσωπική καί ἐγωιστική, πού περισσότερο βλάπτει παρά ὠφελεῖ. Ἐάν ἐγώ χαρακτηρίζω κάποιο κληρικό ὡς ἀνάξιο, ὅσο κι ἄν ἐπιμένω στόν ἰσχυρισμό μου, ἐπιδεικνύοντας στοιχεία καί ἀποδείξεις, τά μυστήρια τά ὁποῖα ἐπιτελεῖ δέν θά πάψουν νά εἶναι ἔγκυρα καί κανονικά, μέχρι πού ἡ Σύνοδος θά ἀποφανθεῖ καί θά καταστήσει τήν ἱερωσύνη του ἀνενεργή. Ἀντίστοιχα καί μέ μιά Σύνοδο : ὅσο κι ἄν ἐγώ ἐπιμένω νά ἀποδείξω ὅτι αὐτή εἶναι ἄκυρη ἤ μή ὀρθόδοξη, αὐτό δέν μπορεῖ νά γίνει ἀποδεκτό, μέχρι πού θά τό ἀποφασίσει ἄλλη ἰσάξια, ἰσοβάθμια καί κανονική Σύνοδος.

Αὐτό, ἐν προκειμένῳ, σημαίνει ὅτι κανονικῶς ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος δέν ὑπόκειται στήν κρίση τῶν τοπικῶν συνόδων. Μιά ἄλλη μελλοντική Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος θά τήν χαρακτηρίσει, ὅταν ἔρθει τό πλήρωμα τοῦ χρόνου. Ὡστόσο, στό σημεῖο αὐτό δίδουμε ὅλοι τίς ἐξετάσεις μας. Εἴμαστε διατεθειμένοι νά ἀκούσουμε καί νά ἀκολουθήσουμε τή φωνή τῆς Ἐκκλησίας ἤ προσπαθοῦμε νά πείσουμε τούς πάντες ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔκανε λάθος καί θά πρέπει νά προσαρμοστεῖ στή δική μας διδασκαλία;

Βεβαίως, συχνά πυκνά παρουσιάζεται ἐνώπιόν μας «τό φάντασμα τῆς Φερράρας Φλωρεντίας, τῆς ληστρικῆς ἐκεῖνης συνόδου, ἡ ὁποία διατηρεῖ δεσπόζουσα θέση στήν ἐπιχειρηματολογία τῶν ἀποτειχισμένων καί ἀντιδρώντων» [11]. Εἶναι γεγονός ὅτι ὑπῆρξαν κάποιες σύνοδοι στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖες χαρακτηρίστηκαν ἔτσι, ὅπως ἐπίσης ὑπῆρξαν καί κάποιες ἀρχιερατικές πράξεις, πού καταδικάστηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία, ὡς μή ἔγκυρες καί ἰσχυρές. Αὐτό, ὅμως, δέν δίνει τό δικαίωμα σέ κανένα ἀπό μᾶς νά θεωρεῖ αὐτομάτως ὅτι κάθε Σύνοδος εἶναι ληστρική ἤ ὅτι κάθε Θεία Λειτουργία μπορεῖ νά εἶναι ἄκυρη. Δέν πρέπει νά ξεχνοῦμε ὅτι οἱ ληστρικές σύνοδοι στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἦταν ἡ ἐξαίρεση τῆς ἐξαιρέσεως καί ὄχι ὁ κανόνας τῆς ἱστορίας μας. Δέν πρέπει, ἐπίσης, νά διαφεύγει τῆς προσοχῆς μας τό πολύ σημαντικό, ὅτι δηλαδή, ἀκόμη καί αὐτές τίς ληστρικές συνόδους, κάποια ἑπόμενη Σύνοδος τίς χαρακτήρισε ἔτσι, καί ὄχι μεμονωμένα πρόσωπα ἤ ὁμάδες.

Εἶναι σαφές, λοιπόν, ὅτι ἡ διατήρηση τῆς γνήσιας ὀρθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται διά τοῦ συνοδικοῦ συστήματος, τό ὁποῖο ἀνέκαθεν ἀποτελοῦσε γιά τήν Ἐκκλησία ἀνώτατη αὐθεντία γιά θέματα τῆς πίστεως καί ζητήματα κανονικῶν διατάξεων, ὅπως ἄλλωστε ὁρίζεται καί στόν 6ο Κανόνα τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Γι᾽ αὐτό στίς ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου ὑπογραμμίστηκε αὐτή ἡ ἀλήθεια, ἐνῶ, παράλληλα, καταδικάστηκε κάθε διάσπαση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας ἀπό ἄτομα ἤ ὁμάδες, πού προφασίζονται ὅτι τηροῦν ἤ δῆθεν προασπίζονται τή γνήσια Ὀρθοδοξία [12]. Φυσικά, δέν εἶναι κακό νά προσπαθεῖ κάποιος νά ἐφαρμόζει τήν ἀκρίβεια τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀντίθετα μάλιστα, αὐτό εἶναι τό ζητούμενο. Ὅμως, μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν ὑπάρχει ἀκρίβεια, πού δέν ὁδηγεῖ στή σωτηρία. Κι ὅταν βρισκόμαστε μπροστά στό δίλημμα μεταξύ ἀκριβείας καί σωτηρίας, εἶναι ξεκάθαρο ὅτι ἐπιλέγουμε τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης, πού εἶναι ὁ μόνος πού σώζει.

Μέσα σέ αὐτό τό πλαίσιο, ὅλοι στούς σχολιασμούς μας καί τίς προσεγγίσεις μας δεχόμαστε ὅτι ὁ Θεός μας εἶναι ὁ μόνος ἀληθινός Θεός τῆς ἀγάπης. Ὑποστηρίζουμε μέν τήν ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ καί τήν κυριότητά του ἐπί τῆς ἱστορίας, ἀλλά τήν ἴδια στιγμή παράγονται θεολογίες, πού προσπαθοῦν νά ἀποδείξουν τό ἀντίθετο : ὅτι δηλαδή ἡ Ἐκκλησία κατέχει τό Θεό καί ὄχι ὁ Θεός τήν Ἐκκλησία. Εἶναι εὔκολο, βέβαια, νά καταλάβουμε σέ τί ἐκκλησιασιολογικές καί θεολογικές ἐπιπτώσεις μπορεῖ νά ὁδηγήσει μιά τέτοια πεποίθηση. Ἡ Ἐκκλησία ξαφνικά γίνεται κτῆμα μας καί ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία κατέχει τό Θεό, ἐμεῖς αὐτομάτως ἀποκτοῦμε δικαιώματα ἐπί τοῦ Θεοῦ, ἐπί τῆς ἀληθείας καί ἐπί τῆς Θείας Χάριτος. Ἡ πραγματικότητα, ὅμως, εἶναι ὅτι ἐμεῖς μετέχουμε τῆς ἀληθείας καί τῆς θείας χάριτος καί δέν εἴμαστε, σέ καμμία περίπτωση, ἰδιοκτῆτες τους. Δέν εἴμαστε, ἐπίσης, διαχειριστές τῆς συναίνεσης τοῦ Θεοῦ, γιατί ὁ Θεός, εὐτυχῶς, δέν σύρεται πίσω ἀπό τίς παράλογες θέσεις καί φονταμενταλιστικές ἑρμηνεῖες τῶν δογμάτων καί τῶν Ἱερῶν Κανόνων, στίς ὁποῖες ὁδηγοῦνται οἱ ἄνθρωποι μονομερῶς, κατά τά πάθη τους καί τίς ἐπιθυμίες τους. Ὁ Θεός πάντα ἀγαπᾶ καί μόνο ἀγαπᾶ. Δέν περιορίζεται στήν Ἐκκλησία οὔτε ἡ δράση Του μᾶς εἶναι πάντα γνωστή. Κι αὐτό πρέπει νά τό γνωρίζουμε. «Ὁ Θεός δέν ἔχει ἐκχωρήσει τήν κρίση καί τά δικαιώματά του σέ πληρεξουσίους Του» [13].

Κάποιοι μιλοῦν γιά κακοδοξίες σήμερα. Ὅμως, πρέπει νά γνωρίζουμε ὅτι ἡ κακοδοξία δέν ἀφορᾶ μόνο τήν μή τήρηση τῶν δογμάτων καί τῶν Ἱερῶν Κανόνων ἤ τήν, κατά τό δοκοῦν, ἑρμηνεία τους, ἀλλά καί ἀλλές ἐκκλησιαστικές συμπεριφορές. Ἀπό τή μιά μεριά ἔχουμε τίς αἱρέσεις καί τά σχίσματα, ἀλλά ἀπό τήν ἀλλή ὑπάρχουν οἱ ἔριδες τῶν πρωτείων, οἱ πολιτικές καί ἐθνικιστικές φιλοδοξίες, οἱ ἐθνοφυλετικές προτεραιότητες, πού τίθενται πάνω ἀπό τά συμφέροντα τῆς Ἐκκλησίας, οἱ παρά φύσιν ζηλωτισμοί, εὐσεβισμοί καί συντηρητισμοί, ἡ ταυτοποίηση τῆς ὀντότητας τῆς Ἐκκλησίας μέ μιά ὁμολογιακή καί γνωσιολογική ἰδεολογικοποίηση τῆς θεολογίας καί τοῦ δόγματος καί, τέλος, οἱ ἐπεκτατικές τάσεις ὁρισμένων Ἐκκλησιῶν ἐκτός τῶν ὁρίων τους, θέματα τά ὁποῖα ἐπίσης παραπέμπουν σέ μέγιστες κακοδοξίες καί εἶναι ἀπολύτως ἐπικίνδυνα, ὅπως οἱ αἱρέσεις καί τά σχίσματα, διότι ἐκφράζουν ἐκκλησιαστική ἔπτωση καί ἀλλοτρίωση τοῦ φρονήματος τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας καί ἐκφυλίζουν μέ τό χειρότερο τρόπο τό ἦθος τῆς Ὀρθοδοξίας μας.

Ὅταν μιά ἐκκλησιαστική κοινότητα ἤ ἕνα ἐκκλησιαστικό πρόσωπο, πού ἀποπνέει μίσος, μισαλλοδοξία καί ἀπανθρωπιά, χειρίζεται τή δογματική σάν πέτρα γιά λιθοβολισμό, τότε μιλοῦμε, ἐπίσης, γιά μέγιστη κακοδοξία, γιατί ἔτσι θεμελιώνεται δογματικά ἡ ἀκύρωση τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ ζῆλος, ἡ ἐμμονή καί ἡ ἐπαγρύπνηση γιά τήν ὑπεράσπιση τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν δέν συνοδεύονται ἀπό τό εὐαγγελικό ἦθος, ὁδηγοῦν σέ ματαιοπονία, ἄσχετα ἄν αὐτοί, πού φωνάζουν καί κόπτονται ὑπέρ τῶν δογμάτων, πιστεύουν ὅτι ἀγωνίζονται ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ.

Στήν πραγματικότητα, ὅμως, οἱ δήθεν ὑπερασπιστές τῆς πίστεως καί σωτῆρες τῆς Ἐκκλησίας ταράζονται καί ἐκνευρίζονται, ἄν δέν βροῦν νά λιθοβολήσουν κάποιον, ὑφαρπάζουν τήν κρίση τοῦ Θεοῦ καί δηλώνουν ἀνενδοίαστα ὅτι ὀνειδίζονται καί πάσχουν ὑπέρ Χριστοῦ καί Ἐκκλησίας, ὅταν κάποιος τούς ἀσκήσει κριτική καί τούς ἐλέγξει γιά τίς, ἐν ὀνόματι τῆς Ὀρθοδοξίας, μή ὀρθόδοξες πράξεις τους καί τίς γεμᾶτες μίσος καί ὀργή ἐνέργειές τους ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης [14]. Ἰσχύει στίς περιπτώσεις αὐτές ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ πρός τούς Φαρισαίους, τούς ὁποίους κάποιοι σήμερα ἀκολουθοῦν κατά πόδας: «Οὐαί ὑμῖν, γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι περιάγετε τήν θάλασσαν καί τήν ξηράν ποιῆσαι ἕνα προσήλυτον, καί ὅταν γένηται, ποιεῖτε αὐτόν υἱόν γεέννης διπλότερον ὑμῶν» [15]. Πραγματικά, κάποιοι πολύ εὐτελιστικά περιάγουν σήμερα «τήν θάλασσαν καί τήν ξηράν», γιά νά πείσουν ὅτι ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος δέν εἶναι οὔτε Ἁγία οὔτε Μεγάλη καί, ὅταν διαπιστώσουν ὅτι τελικῶς δέν ὑπάρχει ἡ ἀναμενόμενη ἀνταπόκριση, τότε καί αὐτοί καί οἱ ὁπαδοί τους γίνονται «διπλότεροι γεέννης».

Τό ζήτημα, πού τίθεται ἐδῶ, εἶναι βαθύτερο καί οὐσιαστικότερο. Ἡ Ἐκκλησία θά πορευθεῖ, ἐνῶ αὐτοί, πού ἀντιδροῦν παράλογα καί φανατικά, σίγουρα θά χαθοῦν καί θά ἀφανιστοῦν. Τό ξέρουμε πολύ καλά καί τό ξέρουν καί οἱ ἴδιοι ὅτι ὅλα αὐτά εἶναι προσπάθειες δίχως μέλλον, γιατί ὁ χρόνος εἶναι σάν τό δυνατό βοριά. Τά ἐλαφριά καί ἄσημα τά σηκώνει καί τά ἐξαφανίζει, μά τά βαριά καί σταθερά τά ἀφήνει ἀνέγγιχτα καί ἀμετακίνητα. Εἴτε τό θέλουμε εἴτε ὄχι, ἡ Ἐκκλησία εἶναι βράχος καί «πύλαι ᾂδου οὐ καταισχύσουσιν αὐτῆς» [16]. Παρ᾽ ὅλες τίς παρεκτροπές καί κακοήθειες ὁρισμένων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, κληρικῶν ἤ λαϊκῶν, ὁ προσανατολισμός καί ἡ πορεία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μόνιμος καί σταθερός. Εἶναι τά ἔσχατα, δηλαδή ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πρᾶγμα πού δέν πρέπει νά ξεχνοῦμε.

Τό ζήτημα, πού τίθεται, δέν εἶναι θέμα κυριαρχίας ἤ δυνάμεως ἤ πλειοψηφίας. Οὔτε βέβαια μᾶς ἀπασχολεῖ ποιός θά βρεῖ τά περισσότερα ἐπιχειρήματα, γιά νά ἐπιβεβαιώσει ὅτι κατέχει τήν ἀλήθεια καί, ἑπομένως, ὡς ἐνιστάμενος πρίγκηψ θά δικαιωθεῖ καί θά ἀναλάβει τήν διακυβέρνηση τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Θεολογίας της. Δέν τίθεται ζήτημα δικαίωσης τῶν προσώπων. Ὅμως, ὁ πειρασμός, πού ἀντιμετωπίζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία, εἶναι ἡ ἔξαρση μιᾶς μορφῆς πνευματικῆς τρομοκρατίας. Σύχρονοι ἱεροεξεταστές καί συγκεκριμένοι ζηλωτικοί κύκλοι, κληρικοί καί λαϊκοί, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ περισσότεροι εἶναι ψυχικά διαταραγμένοι, ἐπιδίδονται συστηματικά στόν ἐκφοβισμό τῶν συμφωνούντων μέ τή Σύνοδο καί τήν ἐπίσημη Ἐκκλησία. Δημιουργοῦν τήν ἐντύπωση ὅτι αὐτοί, πού ἀντιδροῦν, εἶναι οἱ σωστοί, οἱ δίκαιοι, οἱ πνευματικοί, αὐτοί πού ἔχουν ἐμπειρία τῆς νοερᾶς προσευχῆς καί τῆς καθάρσεως, αὐτοί πού ἔχουν ἀσκητικό καί πατερικό φρόνημα, ἐνῶ ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης, οἱ Προκαθήμενοι, οἱ τόσοι Ἱεράρχες καί ἱερεῖς, διάκονοι, μοναχοί καί λαϊκοί, πού συντασόμαστε μέ τή φωνή τῆς Ἐκκλησίας, εἴμαστε ἐκκοσμικευμένοι καί δέν ἔχουμε καμμιά ἀγωνία γιά τά δόγματα καί καμμία σχέση μέ τήν γνήσια Ὀρθοδοξία. Ἀπό τή μιά ἔχουμε τούς νομοφύλακες καί δογματοφύλακες καί ἀπό τήν ἀλλη τούς προδότες τῶν δογμάτων καί τούς χλιαρούς τῇ πίστει.

Φτάσαμε ἀκόμη καί στό σημεῖο κάποιοι νά ἀνακαλοῦνται στήν τάξη ἀπό τούς «ἀξίους καί δικαίους», γιατί δέν ἀντέδρασαν περισσότερο δυναμικά, ὅπως θά ἅρμοζε στήν «πνευματικότητά τους», στή σύγκληση τῆς Ἁγίας Συνόδου καί τίς ἀποφάσεις της. Καί ἄν κάποιος ἀντιδράσει ἤ καταθέσει τήν ἄποψή του ἐνώπιον ὅλων αὐτῶν τῶν παράλογων, ἀντιεκκλησιαστικῶν καί ἀντιευαγγελικῶν κινήσεων, τότε γίνεται στόχος λιβέλων καί δριμύτατων ἀπαντήσεων, γεμάτων με ἐπιχειρήματα, πού δείχνουν βέβαια ὅτι οἱ ἀντιδρώντες ἔχουν κάποια θεολογική γνώση, ἀλλά δέν ἔχουν ἦθος. Γι᾽ αὐτό φτάνουν καί στό ἀκραῖο σημεῖο νά ἐλέγχουν καί νά κατακρίνουν τήν θεσμική Ἐκκλησία, παρουσιάζοντάς την ὡς ἀλλοιωμένη καί ὄχι ὡς θεοΐδρυτο θεσμό. Ἔτσι δημιουργοῦν μέσα στόν πανικό τους μιά παρεκκλησία, πράξη γιά τήν ὁποία θά δώσουν λόγο στό Θεό.

Ὅπως ὅλοι ἀντιλαμβανόμαστε, εὑρισκόμεθα ἐνώπιον μιᾶς μορφῆς ἀγυρτείας ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ. Τρομοκρατοῦν τούς ἀνθρώπους, γιά νά ἱκανοποιήσουν τόν ἐγωισμό τους. Δέν ξέρουν τί θά πεῖ καρδιά καί συμπάθεια. Νομίζουν ὅτι ἡ τιμή τοῦ Θεοῦ κρέμεται ἀπ᾽ τά δικά τους χέρια, γιατί οὐσιαστικά δέν πιστεύουν ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα ἀγρυπνεῖ καί κατευθύνει τήν Ἐκκλησία μας[17].

Ἐντιμολογιώτατοι Ἄρχοντες τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου,

Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι γεγονός καί πραγματικότητα. Παρά τίς ἀνατριχιαστικές κραυγές παράνοιας καί κακοήθειας ὁρισμένων ἀδελφῶν μας, ἡ ἀρχή ἔγινε. Ἡ ὁμορφιά τῆς Συνόδου δέν βρίσκεται πρωταρχικά στά κείμενά της. Ἡ ὀμορφιά της βρίσκεται σ᾽ αὐτό τό ἴδιο τό γεγονός τῆς συγκλήσεώς της. Ἐνδεχομένως νά ὑπάρξουν στό μέλλον παρεμβάσεις καί ἀλλαγές, συμπληρώσεις ἤ καί βελτιώσεις ἐπί τῶν κειμένων, ἀλλά αὐτές θά γίνουν ἀπό μιά ἄλλη Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, πού θά ὀνομαστεῖ ΔΕΥΤΕΡΑ, διότι ἡ Πρώτη ἤδη πραγματοποιήθηκε. Καί σ᾽ αὐτή τήν Δεύτερη Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, νά εἶστε σίγουροι, θά ἔρθουν καί οἱ Ἐκκλησίες, πού δέν ἦρθαν, γιατί τό ξέρουν, καί κατά βάθος ἐλέγχονται, ὅτι δέν ὑπῆρχαν λόγοι δογματικοί καί θεολογικοί, ἀλλά ἐθνοφυλετικοί καί πολιτικοί, οἱ ὁποῖοι ἐκκλησιολογικῶς καί κανονικῶς δέν δικαιολογοῦν τήν ἀπουσία τους. Ἡ ἀρχή, λοιπόν, ἔγινε μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί τήν ἐπιμονή τοῦ Πατριάρχου μας καί, ἐν τῷ προσώπῳ του, στό Πατριαρχεῖο μας χρεώνεται θετικά ἀπό τήν ἱστορία αὐτή ἡ μέγιστη ἐκκλησιαστική καί θεολογική ἐπιτυχία.

Τελειώνοντας, θά ἤθελα νά μοιραστῶ μαζί σας τό λόγο τοῦ Ἁγίου Ἱερωνύμου, ὁ ὁποῖος πολύ εὔστοχα προέτρεπε : «Nodum Christum nudus sequere»[18], πού σημαίνει «νά ἀκολουθοῦμε γυμνοί τό γυμνό Χριστό». Ἡ εὐχή μου πρός ὅλους τούς ἀδελφούς μας Ὀρθοδόξους Χριστιανούς, ἡ προτροπή μου καί ἡ προσευχή μου εἶναι νά ἀκολουθοῦμε ὅλοι τό Χριστό καί τήν Ἐκκλησία Του, γυμνοί ἀπό τόν πλοῦτο τῶν θεολογικῶν μας γνώσεων καί τήν εὐφυΐα μας, γυμνοί ἀπό ἐθνοφυλετικές προτεραιοτήτες καί ζηλωτικές ἀποτειχιστικές πράξεις, γυμνοί ἀπό μίσος πρός τό πρόσωπο τοῦ πλησίον, γυμνοί ἀπό τήν προσωπική ἑρμηνεία τῶν δογμάτων, γυμνοί ἀπό τή σκληρότητα τῆς καρδιᾶς μας. Στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ συμβαίνει ὅ,τι ἀκριβῶς καί μέ τόν ἄνθρωπο, πού σπέρνει τό σπόρο στή γῆ : κοιμᾶται τή νύχτα καί ξυπνάει τήν ἡμέρα, κι ὁ σπόρος βλαστάνει κι αὐξάνει μέ τρόπο πού ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά ἑρμηνεύσει [19]. Ἀπό τήν πλευρά μας χρειάζεται λίγη ὑπομονή καί προσευχητική καρτερία. Καί τότε θά δοῦμε τούς καρπούς τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου νά εὐδοκιμήσουν, πρός σωτηρίαν ψυχῶν καί δόξαν τῆς Ἁγίας μας Ὀρθοδοξίας.

Σᾶς εὐχαριστῶ».

  • [1] Ἠσ. 57, 15-19.
  • [2] Νέλλα Παναγιώτη, «Γνωμοδότηση γιά τή μέλλουσα Σύνοδο», Σύναξη, Τριμηνιαία Ἔκδοση Σπουδῆς στήν Ὀρθοδοξία, Τεῦχος 134, Ἀπρίλιος- Ἰουνίος 2015, σελ. 97.
  • [3] Σταμούλη Χρυσοστόμου, «Κατόπιν ἑορτῆς. Σχόλιο γιά τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας» Σύναξη, Τριμηνιαία Ἔκδοση Σπουδῆς στήν Ὀρθοδοξία, Τεῦχος 140, Ὀκτώβριος- Δεκέμβριος 2016, σελ. 79.
  • [4] Ἀρχιεπισκόπου Νέας Ἰουστινιανῆς καί πάσης Κύπρου Χρυσοστόμου, «Χαιρετισμός κατά τήν Ἕναρξη τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου», Βλέπε: https://www.holycouncil.org/-/opening-archbishop-chrysostomos
  • [5] Γιαγκάζογλου Σταύρου, «Μετά τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας», Σύναξη, Τριμηνιαία Ἔκδοση Σπουδῆς στήν Ὀρθοδοξία, Τεῦχος 140, Ὀκτώβριος- Δεκέμβριος 2016, σελ. 60.
  • [6] Κώστα Τσιρόπουλου, «Ἡ Μαρτυρία τοῦ Ἀνθρώπου», Ἐκδόσεις τῶν Φίλων, 1η Ἔκδοση, Ἀθήνα 1995, σελ. 125.
  • [7] Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, «Τοῖς ἐντευξομένοις ἀδελφοῖς καί τέκνοις τῆς ἡμῶν Μετριότητος ἐν Κυρίῳ ἀγαπητοῖς, χάριν καί εἰρήνην παρά Θεοῦ», «Ἐν Συνόδῳ», Ἔπετειακή Ἔκδοσις τοῦ Περιοδικοῦ Ἀπόστολος Τίτος μέ ἀφορμή τήν σύγκλησιν τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τήν Κρήτην, Κρήτη 2016, σελ. 9.
  • [8] Εἰρηναῖος Ἐπίσκοπος Λυῶνος, «Κατά αἱρέσεων Δ´ , 18», PG Migne 7, 1028.
  • [9] «Ἐν Συνόδῳ», ὅπ. π., σελ. 15
  • [10] Νικοδήμου Μητροπολίτου Ἱερισσοῦ Ἁγίου Ὄρους καί Ἀρδαμερείου, «Ποιμαντορική Ἐγκύκλιος ἐπί τῇ εἰσόδῳ εἰς τόν νεόν ἔτος 2010».
  • [11] Μπαθρέλλος π. Δημήτριος, «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος: Παρατηρήσεις καί Σχόλια», Σύναξη, Τριμηνιαία Ἔκδοση Σπουδῆς στήν Ὀρθοδοξία, Τεῦχος 140, Ὀκτώβριος- Δεκέμβριος 2016, σελ. 69.
  • [12] Σχέσεις Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον. Ἄρθρο 22.
  • [13] Παπαθανασίου Θανάση, «Ἡ γοητεία τῆς εἰδωλολατρίας ἤ ποιές ἀσφάλειες ἀναζητοῦν οἱ Χριστιανοί ὅταν δέν ἀντέχουν τήν ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ», Σύναξη, Τριμηνιαία Ἔκδοση Σπουδῆς στήν Ὀρθοδοξία, Τεῦχος 140, Ὀκτώβριος- Δεκέμβριος 2016, σελ. 13.
  • [14] Παπαθανασίου Θανάση, «Ἡ γοητεία τῆς εἰδωλολατρίας ἤ ποιές ἀσφάλειες ἀναζητοῦν οἱ Χριστιανοί ὅταν δέν ἀντέχουν τήν ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ», ὅπ. π., σελ. 14.
  • [15] Ματθ. 23, 15.
  • [16] Ματθ. 16,18.
  • [17] Κώστα Τριρόπουλου, «Ἡ Μαρτυρία τοῦ Ἀνθρώπου», Ἐκδόσεις τῶν Φίλων, 1η Ἔκδοση, Ἀθήνα 1995, σελ. 280.
  • [18] Jerome, Select Letters, Harvard University Press, Boston 1933, pg. 282.
  • [19] Μάρκ. 4, 26-27: Καί ἔλεγεν. οὕτως ἐστίν ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὡς ἄν ἄνθρωπος βάλῃ τόν σπόρον ἐπί τῆς γῆς, καί καθεύδῃ καί ἐγείρηται νύκτα καί ἡμέραν, καί ὁ σπόρος βλαστάνῃ καί μηκύνηται ὡς οὐκ οἶδεν αὐτός.

(ΠΗΓΗ : http://www.amen.gr)

Σύν Θεῷ, θά συνεχίσουμε στό ἑπόμενο ἄρθρο μας.