π.Θεόδωρος Ζήσης, Υποτίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου σε περιοδικό της εκκλησίας από οικουμενιστή καθηγητή

0
737

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης
Ὁμότιμος Καθηγητής Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.

ΥΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
ΣΕ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Ἀπό οἰκουμενιστή καθηγητή

1. Ἁγιομαχικά πυρά. Μετά τόν προφήτη Ἠλία ἡ σειρά τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.

Δέν ἔχει περάσει πολύς καιρός πού ἐκυκλοφορήθη στό Διαδίκτυο ἄρθρο μας μέ τίτλο «Ἁγιομάχος οἰκουμενιστής προσβάλλει τήν μνήμη τοῦ προφήτη Ἠλία». Εἰς αὐτό ἐπικρίναμε ἄρθρο πού συνέγραψε ὁ καθηγητής Μιλτ. Κωνσταντίνου στό περιοδικό τῆς Ἐκκλησίας «Ἐφημέριος» μέ τίτλο: «20 Ἰουλίου: Μνήμη προφήτη Ἠλία. Σχόλιο στό Β´ Ἀνάγνωσμα τοῦ Ἑσπερινοῦ: Γ´ Βα ιη´ 1- ιθ´ 16. Ἡ εἰδωλολατρία στόν βιβλικό Ἰσραήλ.» Διαπιστώναμε ὅτι στό ἀρχιεπισκοπικό καί συνοδικό περιβάλλον ἔχει δημιουργηθῆ οἰκουμενιστικό – συγκρητιστικό κλῖμα, τό ὁποῖο εὐνοεῖ τίς ἁγιομαχικές καί μεταπατερικές θέσεις, οἱ ὁποῖες περνοῦν πλέον καί στά ἐπίσημα μέσα ἐπικοινωνίας τῆς Ἐκκλησίας, στά περιοδικά της καί στόν Ραδιοφωνικό της Σταθμό. Στό ἄρθρο αὐτό τοῦ καθηγητῆ Κωνσταντίνου γιά πρώτη φορά στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ζηλωτής προφήτης Ἠλίας, ἀγωνιζόμενος κατ᾽ ἐντολήν τοῦ Θεοῦ ἐναντίον τῆς εἰδωλολατρίας καί ἐγκωμιαζόμενος ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, τήν Πατερική Παράδοση καί τήν Ὑμνογραφία τῆς Ἐκκλησίας, ἐπικρίνεται ἀπό τόν ἀρθρογράφο, διότι μέ τήν σφαγή τῶν ἱερέων τῆς αἰσχύνης διέπραξε ἀποτροπιαστική πράξη, ἡ ὁποία δῆθεν ἀποδοκιμάσθηκε ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό. Δέν θά ἐπαναλάβουμε ἐδῶ ὅσα ἀναιρετικά αὐτῶν τῶν ἀθεμελίωτων ἰσχυρισμῶν γράψαμε στό δικό μας ἄρθρο.

Ἡ εἰσαγωγική αὐτή ἀναφορά μας ἁπλῶς ἐπιδιώκει νά συνδέσει τήν ἁγιομαχική αὐτή στάση τοῦ ἐν λόγῳ καθηγητῆ μέ νέα συνέχισή της πολύ χειρότερη, ἡ ὁποία πλήττει τήν πρώτη μεταξύ τῶν Ἁγίων, τήν ὑπερτέρα καί μείζονα σέ Ἁγιότητα καί τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων, τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Συγκεκριμένα φυλλομετρώντας τό τεῦχος τοῦ «Ἐφημερίου», τῶν μηνῶν Σεπτεμβρίου-Ὀκτωβρίου τοῦ 2019 καί ἔχοντας κατά νοῦν τό κακό προηγούμενο τοῦ προηγουμένου τεύχους, ὅπου ὑπῆρχε ἡ ἀπαξιωτική γιά τόν προφήτη Ἠλία ἐκτίμηση, ἐπρόσεξα ὅτι ὁ ἴδιος συγγραφεύς ἐδημοσίευε καί πάλι σχόλιο σέ ἀνάγνωσμα τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τοῦ Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, μέ τίτλο: «8 Σεπτεμβρίου: Τό γενέθλιον τῆς Ὑπεραγίας ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας. Σχόλιο στό Α´ Ἀνάγνωσμα τοῦ Ἑσπερινοῦ: Γεν. 28:10-17. Ἡ κλῖμαξ δι᾽ ἧς κατέβη ὁ Θεός». Ἴσως εἶναι καί πάλι ἡ πρώτη φορά πού σέ ὀρθόδοξο περιοδικό, καί μάλιστα ἐπίσημο ὄργανο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πού προορίζεται γιά τούς ἱερεῖς της, δημοσιεύονται ἀπαξιωτικές κρίσεις γιά τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, τήν ἀσυγκρίτως ἁγιωτέραν ὅλων τῶν Ἁγίων, τιμιωτέραν καί ἐνδοξοτέραν τῶν Χερουβείμ καί τῶν Σεραφείμ. Αὐτό μάλιστα γίνεται μέ ἕνα ἐπιστημονικοφανῆ τρόπο, γιά νά ἐντυπωσιάσει τούς μή εἰδότας, καί μέ ἕνα ὁλοφάνερο ἅλμα ἀπό τήν κλίμακα τοῦ Ἰακώβ, πού συμβολίζει τήν Θεοτόκο, στό ἄσχετο μέ τό βιβλικό ἀνάγνωσμα θέμα τῶν κριτηρίων μέ τά ὁποῖα ἐπιλέγει ὁ Θεός τά πρόσωπα πού διακονοῦν στό σχέδιο τῆς Θείας Οἰκονομίας. Τολμᾶ ὁ μικρός καί μηδαμινός «καθηγητής» νά βρεῖ καί νά καθορίσει τό πῶς κινεῖται ὁ θεῖος νοῦς στίς ἐπιλογές του, λησμονώντας ὅτι ἀκόμη καί ὁ οὐρανοβάμων Ἀπόστολος Παῦλος ἐκφράζει τήν ἀδυναμία του νά κατανοήσει καί νά ἑρμηνεύσει τίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων: «Ὤ βάθος πλούτου καί σοφίας καί γνώσεως Θεοῦ! Ὡς ἀνεξερεύνητα τά κρίματα αὐτοῦ καί ἀνεξιχνίαστοι αἱ ὁδοί αὐτοῦ! Τίς γάρ ἔγνω νοῦν Κυρίου; Ἤ τίς σύμβουλος αὐτοῦ ἐγένετο»1;

Στή συνάφεια λοιπόν αὐτή πού ἐρευνῶνται τά κριτήρια μέ τά ὁποῖα ἐπιλέγει ὁ Θεός τούς συνεργούς του στό ἔργο τῆς σωτηρίας γίνεται λόγος καί γιά τό τί ἐκίνησε τόν Θεό νά ἐπιλέξει τήν Παναγία, ὥστε νά γίνει Μητέρα Του, νά γίνει Θεομήτωρ καί Θεοτόκος. Καί ἐνῶ ἡ ἀπάντηση εἶναι προφανής, μέ βάση ὅσα διδάσκουν ἡ Ἁγία Γραφή, οἱ Ἅγιοι Πατέρες καί ἡ Ὑμνογραφία τῆς Ἐκκλησίας, στά ὁποῖα σύντομα θά ἀναφερθοῦμε, ὁ καθηγητής Κωνσταντίνου προτεσταντίζων προτιμᾶ νά ἀκολουθήσει τόν δικό του ἐπισφαλῆ καί σκολιό δρόμο. Ἄς παρακολουθήσουμε ὅμως τόν εἱρμό τοῦ Σχολίου του στό Α´ Ανάγνωσμα τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τοῦ Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου.

2. Προτεσταντικές καί οἰκουμενιστικές προσεγγίσεις

Ξεκινάει μέ τήν ὀρθή διαπίστωση ὅτι ἡ ἀρχή καί τό τέλος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους σηματοδοτοῦνται ἀπό δύο ἑορτές τῆς Παναγίας· ἀπό τήν ἑορτή τοῦ Γενεθλίου Της (8 Σεπτεμβρίου) καί ἀπό τήν ἑορτή τῆς Κοιμήσεως (15 Αὐγούστου). Λανθασμένη ὅμως εἶναι ἡ «διαπίστωση ὅτι ἡ Καινή Διαθήκη ἐλάχιστους μόνο στίχους ἀφιερώνει γιά τήν περιγραφή τοῦ προσώπου καί τοῦ ἔργου τῆς Παναγίας». Ἄν συγκεντρωθοῦν ὅλα ὅσα λέγει ἡ Καινή Διαθήκη γιά τήν Παναγία μας, εἶναι πολύ περισσότερα ἀπό ἐλάχιστους στίχους, καί τόσο μάλιστα ἐπαινετικά καί μεγαλυντικά, ὥστε νά ἀποστομώνουν τούς Προτεστάντες πού δέν τιμοῦν, ἀλλά ὑποτιμοῦν τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Δέν χρειάζεται νά ἐνισχύουμε τήν προτεσταντική αἵρεση, προβάλλοντας καί ἐμεῖς τό ἐπιχείρημα ὅτι ἡ Καινή Διαθήκη λέγει ὀλίγα γιά τήν Θεοτόκο. Καί μόνον ὁ χαιρετισμός τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, ὁ ὁποῖος μεταφέρει τήν γνώμη καί τήν ἐκτίμηση τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, «Χαῖρε κεχαριτωμένη ὁ Κύριος μετά σοῦ, εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξί»2, μαζί μέ ὅσα ἡ ἴδια ἡ Θεοτόκος εἶπε στήν γνωστή Της ὠδή κατά τήν ἐπίσκεψή Της στήν Ἐλισάβετ, «ὅτι ἐποίησέ μοι μεγαλεῖα ὁ δυνατός» καί «ἰδού γάρ ἀπό τοῦ νῦν μακαριοῦσι με πᾶσαι αἱ γενεαί»3, εἶναι ἀρκετά γιά νά θεμελιώσουν τό μεγαλεῖο τῆς Παναγίας καί τήν διά τῶν αἰώνων τιμή πρός τό πάντιμον πρόσωπόν Της, τά ὁποῖα μόνον οἱ δῆθεν «εὐαγγελικοί» Προτεστάντες παραγνωρίζουν καί οἱ ἐξ ἡμῶν προτεσταντίζοντες.

Στά ὅσα ὑπεραρκετά γιά τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο λέγει ἡ Καινή Διαθήκη ἔχει προσθέσει περισσότερα ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί ἔχει διασώσει πληροφορίες γιά γεγονότα τῆς ζωῆς της πού δέν ἀναφέρονται στήν Καινή Διαθήκη, ὅπως π.χ. γιά τήν Γέννηση τῆς Θεοτόκου, γιά τά Εἰσόδιά Της στό Ναό καί γιά τήν Κοίμησή Της. Οἱ Προτεστάντες ἀπορρίπτουν τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, στηριζόμενοι μόνο στήν Ἁγία Γραφή (Sola Scriptura) γι᾽ αὐτό καί ἀποξενώθηκαν ἀπό ὅσα ἡ Ἐκκλησία πιστεύει συνολικά γιά τό πρόσωπο καί τό ἔργο τῆς Θεοτόκου. Εἶναι πάντως ἐνδεικτικό τό ὅτι ὁ ἀρθρογράφος καθηγητής, ἐνῶ γράφει σχόλιο γιά τήν ἑορτή τῆς Γεννήσεως τῆς Θεοτόκου, δέν ἀναφέρεται καθόλου στό γεγονός αὐτό καί στό θαῦμα τῆς Γεννήσεώς Της ἀπό τούς ἡλικιωμένους γονεῖς Της, τόν Γέροντα Ἰωακείμ καί τήν στείρα γυναίκα του Ἄννα, προφανῶς γιατί στά ἐλάχιστα δῆθεν πού γράφει ἡ Καινή Διαθήκη γιά τήν Παναγία δέν περιλαμβάνεται καί ἡ Γέννησή Της, ὅπως θά ἔπραττε κάθε γνήσιος Προτεστάντης.

Ἐσφαλμένη εἶναι καί ἡ γνώμη ὅτι, ἐπειδή ἡ Καινή Διαθήκη ἐλάχιστους μόνον στίχους ἀφιερώνει γιά τήν περιγραφή τοῦ προσώπου καί τοῦ ἔργου τῆς Παναγίας, αὐτό ἔχει σάν ἀποτέλεσμα «σέ κάθε σχεδόν γιορτή πρός τιμήν της νά διαβάζονται τά ἴδια ἀποσπάσματα ἀπό τό Κατά Λουκᾶν Εὐαγγέλιον (10:38-42· 11:27-28), πού φαινομενικά τουλάχιστον, ἐλάχιστη σχέση ἔχουν μέ τό ἑορταζόμενο γεγονός». Θά πρέπει ὁ ἀρθρογράφος νά ἀνανεώσει ἤ νά συμπληρώσει τίς λειτουργικές του γνώσεις. Τό ἀληθές ἐν προκειμένῳ εἶναι ὅτι ὅσες θεομητορικές ἑορτές ἀναφέρονται σέ γεγονότα γιά τά ὁποῖα ἔχομε διήγηση στήν Καινή Διαθήκη, ὅπως ὁ Εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου, διαβάζεται ἡ σχετική περικοπή ἀπό τήν Καινή Διαθήκη (Λουκᾶ 1, 24-38), ὅπως καί κατά τήν ἑορτή τῆς Συνάξεως τῆς Θεοτόκου (26 Δεκεμβρίου) κατά τήν ὁποία διαβάζεται ἡ περικοπή τῆς σφαγῆς τῶν νηπίων, καί τῆς φυγῆς στήν Αἴγυπτο (Ματθ. 2, 13-23). Τά ἴδια ἰσχύουν καί γιά τίς ἑορτές τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ (25 Δεκεμβρίου), τῆς Περιτομῆς (1η Ἰανουαρίου) καί τῆς Ὑπαπαντῆς (2 Φεβρουαρίου), πού εἶναι Δεσποτικές Ἑορτές, ἔχουν ὅμως καί Θεομητορικό χαρακτήρα, διότι εἶναι ἔντονη ἡ παρουσία τῆς Θεοτόκου. Καί εἰς αὐτές λοιπόν διαβάζονται οἱ σχετικές περικοπές ἀπό τήν Καινή Διαθήκη πού ἀναφέρονται στά γεγονότα. Σέ ὅποιες ὅμως ἑορτές δέν ἔχουμε διήγηση ἀπό τήν Καινή Διαθήκη, ὅπως οἱ ἑορτές τοῦ Γενεθλίου, τῶν Εἰσοδίων καί τῆς Κοιμήσεως, ἄριστα σκεπτόμενοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἐπέλεξαν νά διαβάζονται δύο περικοπές πού δέν ἔχουν σχέση μέ τό ἑορταζόμενο γεγονός, ἀλλά ἀναφέρονται γενικά στό μεγαλεῖο τῆς Θεοτόκου καί στήν ἐπάξια τιμή της, καί ἑπομένως καί φαινομενικά καί οὐσιαστικά ἔχουν σχέση μέ τό ἑορταζόμενο γεγονός. Εἶναι ὡς νά λέγουν οἱ δύο αὐτές περικοπές ὅτι καλά κάνετε καί τιμᾶτε καί αὐτό τό γεγονός ἀπό τήν ζωή τῆς Παναγίας. Τῆς ἀξίζει· Ἄξιόν ἐστι. Σημειώνουμε ὅτι οἱ δύο αὐτές «περικοπές», ὅπως τίς χαρακτηρίζει ἡ λειτουργική γλώσσα, καί ὄχι «ἀποσπάσματα», ὅπως τίς ὀνομάζει ὁ ἐλλιπῆ λειτουργική παιδεία διαθέτων ἀρθρογράφος, διαβάζονται ἡ μέν μία στόν Ὄρθρο τῶν Θεομητορικῶν Ἑορτῶν, «Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἀναστᾶσα Μαριάμ…» (Λουκᾶ 1, 39-49.56), ἡ δέ ἄλλη κατά τήν Θεία Λειτουργία, «Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ εἰσῆλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς κώμην τινά» (Λουκᾶ 10, 38-42· 11,27-28). Οἱ ἐπαναλαμβανόμενες περικοπές εἶναι δύο, μία στόν Ὄρθρο, καί μία στήν Θ. Λειτουργία καί ὄχι μία, ὅπως νομίζει ὁ ἀρθρογράφος.

Μετά τήν ἐκτίμηση ὅτι ἡ Καινή Διαθήκη ἐλάχιστους μόνον στίχους ἀφιερώνει στήν Θεοτόκο ἐνθυμεῖται ὁ ἀρθρογράφος ὅτι ἡ χριστιανική ἑρμηνευτική παράδοση πού παρέλαβε τά κείμενα τῆς Π. Διαθήκης ἀπό τήν Συναγωγή, ἀκολούθησε διαφορετική ἑρμηνευτική προσέγγιση, καί τά εἶδε ὅπως τά βλέπουν οἱ συγγραφεῖς τῆς Κ. Διαθήκης, ὅτι δηλαδή καί στά γεγονότα τῆς Π. Διαθήκης ἐνεργεῖ ὁ ἴδιος Λόγος τοῦ Θεοῦ στόν ὁποῖο ἀναφέρεται καί ἡ Κ. Διαθήκη. Ἀπέναντι στήν Συναγωγή καί στήν Ἐκκλησία μένει οὐδέτερος ὁ ἀρθρογράφος· δέν παίρνει τό μέρος τῆς Κ. Διαθήκης καί τῆς Ἐκκλησίας καί νά πεῖ ὅτι ἡ Π. Διαθήκη ἀποκτᾶ νόημα, μόνον ὅταν ὁδηγεῖ στήν Κ. Διαθήκη, μέ τήν ὁποία ὁλοκληρώνεται τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, καί ἡ μόνη ἀληθινή ἑρμηνευτική προσέγγιση τῆς Π. Διαθήκης εἶναι ἡ χριστιανική. Χωρισμένη ἀπό τήν Κ. Διαθήκη ἡ Π. Διαθήκη παραμένει ἕνα ἑβραϊκό μόνο βιβλίο, πού ἔχει σχέση μέ τήν ἱστορία τοῦ Ἰσραήλ, χάνει τόν οἰκουμενικό σωτηριολογικό της χαρακτήρα, ἕνα βιβλίο τῆς Συναγωγῆς. Φαίνεται ὅτι ἔτσι τήν βλέπει περισσότερο ὁ ἀρθρογράφος, ὁ ὁποῖος ὡς γνήσιος Οἰκουμενιστής ἐξισώνει τίς θρησκεῖες καί τίς ὁμολογίες ὡς διαφορετικούς ἀλλά νόμιμους δρόμους προσέγγισης τοῦ Θεοῦ καί σωτηρίας. Καί στήν Συναγωγή καί στήν Ἐκκλησία σώζονται οἱ ἄνθρωποι.

3. Σύμβουλος τοῦ Θεοῦ ὁ Μιλτ. Κωνσταντίνου. Ὁ Θεός ἐπιλέγει βλάκες καί ἀνήθικους;

Στά πλαίσια λοιπόν αὐτῆς τῆς νέας χριστιανικῆς ἀντιμετώπισης τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού δέν τήν βλέπει πάντως ὡς τήν μόνη ἀληθινή, συνδέει ὁ ἀρθρογράφος τήν κλίμακα πού εἶδε ὁ πατριάρχης Ἰακώβ στό ὄνειρό του, ὅπως περιγράφεται στό Α´ Ἀνάγνωσμα τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τοῦ Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Γεν. 28, 10-17), μέ τήν Θεοτόκο πού ἔγινε ἡ κλίμακα γιά νά κατέβει ὁ Θεός στήν γῆ. Αὐτός εἶναι ἄλλωστε καί ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο οἱ Πατέρες ὅρισαν νά διαβάζεται αὐτό τό ἀνάγνωσμα, διότι ἡ κλίμακα τοῦ Ἰακώβ εἶναι μία προτύπωση τῆς Θεοτόκου ὡς κλίμακας πού ἕνωσε τόν οὐρανό μέ τήν γῆ, μέσῳ τῆς ὁποίας κατέβηκε ὁ Θεός στήν γῆ, ὅπως ψάλλει ἡ Ἐκκλησία στόν πρῶτο οἶκο τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Παναγίας: «Χαῖρε κλῖμαξ ἐπουράνιε δι᾽ ἧς κατέβη ὁ Θεός», καί σέ πολλά ἄλλα πατερικά καί ὑμνογραφικά κείμενα. Δέν τόν ἀναπαύει ὅμως πολύ αὐτή ἡ ἀξιολογικῶς ἐπάξια θεώρηση τῆς Θεοτόκου ὡς κλίμακας, ἡ ὁποία καί ἀποτελεῖ τόν αἰτιώδη λόγο τῆς τοποθετήσεως τοῦ παλαιοδιαθηκικοῦ ἀναγνώσματος στήν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ, καί γι᾽ αὐτό εἰς αὐτήν τήν σωτηριώδη λειτουργία Της ἔπρεπε νά ἐπικεντρώσει τόν σχολιασμό του. Ἀφήνει λοιπόν τήν κλίμακα τοῦ Ἰακώβ καί τήν Θεοτόκο ὡς κλίμακα καί μέ ἕνα ἀπροσδόκητο καί ἐκτός συναφείας ἐννοιολογικό ἅλμα ἀφιερώνει τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ ἄρθρου το στό νά ἀπαντήσει ὑπερήφανα καί αὐθαδέστατα ὅτι αὐτός γνωρίζει «ποιά εἶναι τά κριτήρια ἐπιλογῶν τοῦ Θεοῦ», ὅταν ἐκλέγει πρόσωπα γιά νά διακονήσουν τό ἔργο τῆς σωτηρίας, καί ἄς λέγει ὁ οὐρανοβάμων Ἀπόστολος Παῦλος καί ὅλη ἡ Ἁγιογραφική καί Πατερική Παράδοση ὅτι εἶναι ἀνεξερεύνητες οἱ βουλές καί τά κριτήρια τοῦ Θεοῦ, ὅπως προείπαμε.

Μέ κάποια παραδείγματα λοιπόν ἀπό τήν Π. Διαθήκη, ὅπως τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰακώβ, τοῦ Ἰσαάκ, τοῦ Μωϋσῆ, τοῦ Ἰωσήφ, τοῦ Δαβίδ καί ἄλλα καταλήγει στήν ἀπροσδόκητη ἐκτίμηση ὅτι «ὁ Θεός ἐπεμβαίνει πάντοτε τήν κατάλληλη στιγμή γιά νά δώσει λύσεις στά ἀδιέξοδα, ἐκλέγοντας γιά τόν σκοπό αὐτόν τά πρόσωπα ἐκεῖνα πού αὐτός θεωρεῖ κάθε φορά κατάλληλα. Αὐτό πού καθιστᾶ ἕνα πρόσωπο ἄξιο τῆς θείας ἐκλογῆς δέν εἶναι κάποιες ἰδιαίτερες σωματκές ἤ διανοητικές ἱκανότητές του, οὔτε κἄν ἡ ἠθική του, ἀλλά ἡ ἑτοιμότητά του γιά ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ». Ἦσαν λοιπόν διανοητικά καθυστερημένοι καί ἀνόητοι ὅσοι ἐπιλέχθηκαν ἀπό τόν Θεό ὡς ἡγέτες τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλά καί σωματικά ἀνάπηροι καί ἀσθενεῖς; Μά ὁ Θεός δέν εἶναι πού δίνει σοφία καί σύνεση στούς ἀνθρώπους, γιά νά ἀντιλαμβάνονται τήν πανσοφία Του, τήν δύναμη καί τήν πρόνοιά Του καί νά τηροῦν τό θέλημά Του; Δέν ὑπάρχουν τόσοι ὕμνοι τῆς σοφίας στήν Π. Διαθήκη, δέν ἐγκωμιάζεται ὁ σοφός Σολομών, καί δέν ἐξυμνεῖται ἡ σοφία στό βιβλίο «Σοφία Σολομῶντος» ὅπως καί στό βιβλίο τῶν «Παροιμιῶν»; Δέν ἐδιάβασε ἤ δέν ἐπρόσεξε ὁ ἄσοφος καθηγητής ὅτι σέ πολλούς Ἑσπερινούς Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας διαβάζονται ἀναγνώσματα ἀπό τό βιβλίο τῶν «Παροιμιῶν» καί τό βιβλίο τῆς «Σοφίας Σολομῶντος», στά ὁποῖα ἐξυμνεῖται καί ἐγκωμιάζεται ἡ σοφία4; Θά βασανίσθηκε πολύ ὁ ἀρθρογράφος, γιά νά γράψει ὅτι ἀκόμη καί ἀνηθίκους ἐπιλέγει ὁ Θεός ὡς ὄργανα τοῦ θείου σχεδίου. Γνωρίζει κανέναν Σοδομίτη ὁμοφυλόφιλο, κανένα μοιχό ἤ πόρνο, πού νά ἐξέλεξε ὁ Θεός ὡς ἡγέτη τοῦ λαοῦ του; Ὁ Δαβίδ, ὅταν ἐπελέγη, δέν ἦταν μοιχός· ἁμάρτησε μετά τήν ἐπιλογή του, καί ἔκλαυσε γι᾽ αὐτό καί μετενόησε πικρά, δέν ἐκαυχᾶτο γιά τήν μοιχεία του, ὅπως πράττουν σήμερα μέ τίς «παρελάσεις ὑπερηφανείας» (Gay Pride). Ὁ Ἰακώβ ἐπελέγη ἀπό τόν Θεό γιά νά συνεχίσει καί νά ἀνανεώσει μέ αὐτόν τήν Διαθήκη πού εἶχε συνάψει μέ τόν Ἀβραάμ, διότι ἀσφαλῶς ἔκρινε ὁ Θεός ὅτι ἦταν καταλληλότερος καί ἠθικώτερος τοῦ ἀδελφοῦ του Ἠσαῦ, ἀπό τόν ὁποῖο ἔκλεψε τά πρωτοτόκια μέ ἀπάτη. Ὁ Θεός γνωρίζει καλύτερα νά μᾶς κρίνει καί νά μᾶς ζυγίζει συνολικά καί ὡς πρός τήν νοημοσύνη μας καί ὡς πρός τήν ἠθική μας, γιατί αὐτός μόνον «ἐτάζει καρδίας καί νεφρούς»5. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι, ἐπειδή ὁ Ἰακώβ «ἐξηπάτησε τόν ἀδελφό του καί τόν πατέρα του», ὅπως γράφει ὁ ἀρθρογράφος, ἦταν συνολικά ἀνήθικος, ὥστε νά συμπεραίνει ὅτι ὁ Θεός δέν λαμβάνει ὑπ᾽ ὄψιν του οὔτε κἄν τήν ἠθική κατάσταση αὐτῶν πού ἐπιλέγει ὡς ἡγέτες.

4. «Τίποτε τό ξεχωριστό δέν εἶχε ἡ Μαρία». Ποιά Μαρία;

Τό πιό φοβερό ὅμως, ἀπαράδεκτο, βλάσφημο καί καθαρά αἱρετικό καί προτεσταντικό εἶναι ὅτι μετά ἀπό αὐτές τίς γενικές ἐκτιμήσεις γιά τά κριτήρια τῶν ἐπιλογῶν τοῦ Θεοῦ, τολμᾶ, ἤ καλύτερα ἀποθρασύνεται, ὁ ἀρθρογράφος νά τίς ἐπεκτείνει καί στήν ἐπιλογή τῆς Θεοτόκου ἀπό τόν Θεό γιά τήν πραγματοποίηση τοῦ ἔργου τῆς σωτηρίας.

Φαίνεται ὅτι ἡ μακροχρόνια «ἐπιστημονική» του ἐνασχόληση μέ τήν Π. Διαθήκη καί μέ τήν ραββινική ἑρμηνευτική της παράδοση, πού φθάνει μέχρις ἐξευτελισμοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, θίγοντας ἀκόμη καί τήν ἠθική Της, ὅπως καί μέ τήν προτεσταντική ὑποτιμητική ἐπίσης θεώρηση καί βιβλιογραφία ἀφάνισε τά ὅποια ὀρθόδοξα κριτήρια διέθετε. Βρῆκε τά κριτήρια τοῦ Θεοῦ καί ἔχασε τά δικά του. Γι᾽ αὐτό γράφει γιά τήν Παναγία ὡς Ἑβραῖος Ραββῖνος ἤ ὡς Προτεστάντης θεολόγος. Σκεφθῆτε πόσα ἀντορθόδοξα μαργαριτάρια θά βρεῖ κανείς, ἄν ἐρευνήσει τά πανεπιστημιακά του συγγράμματα πού ἐδίδασκε καί ἐμοίραζε στούς φοιτητές τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, πολλοί ἀπό τούς ὁποίους ἔρχονταν στό γραφεῖο μου καί παρεπονοῦντο, διότι δέν ἄκουγαν στό μάθημα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἕναν ὀρθόδοξο καθηγητή, ἀλλά ἕναν Ἑβραῖο Ραββῖνο ἤ ἕναν φιλελεύθερο Προτεστάντη θεολόγο.

Θά προσφέρει θεοφιλῆ ὑπηρεσία καί θά εὐλογηθεῖ ἰδιαίτερα ἀπό τή Θεοτόκο ὅποιος θεολόγος, ἱκανός ἐπιστήμων καί ἐρευνητής, ἀσχοληθεῖ μέ τόν ἐντοπισμό τῶν ἀντορθοδόξων καί ἀντιπατερικῶν παρεκκλίσεων τοῦ ἐν λόγῳ καθηγητοῦ, κορυφαίου στελέχους τῆς σχισματικῆς παρασυναγωγῆς τῶν «θεολόγων» τοῦ «Καιροῦ», πού ἔδιωξαν τό ὀρθόδοξο μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν ἀπό τά σχολεῖα, πρωτεργάτη τῆς ἵδρυσης τοῦ Τμήματος Ἰσλαμικῶν Σπουδῶν, καί στενοῦ συνεργάτη τῆς μεταπατερικῆς καί ἀντιπατερικῆς «Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν» τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος τοῦ Βόλου. Εἶναι ἐπίσης, ὅπως ὁ ἴδιος προβάλλει καί καυχᾶται μετά τήν παράθεση τοῦ ὀνόματος καί τῆς καθηγητικῆς του ἰδιότητος, ὀφφικιάλος, ἀξιωματοῦχος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, «Ἄρχων διδάσκαλος τοῦ Εὐαγγελίου τῆς ΜτΧ (Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ) Ἐκκλησίας».

Πῶς νά κρατηθεῖ στόν Ὀρθόδοξο δρόμο ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, ὅταν ἐνθαρρύνει καί ἐπιβραβεύει καί προβάλλει καί τιμᾶ ὡς ἄρχοντες, «διδασκάλους τοῦ Εὐαγγελίου» μάλιστα, πρόσωπα πού ἔχουν χάσει τά ὀρθόδοξα κριτήρια καί δέν εὑρίσκονται πλέον μέσα στήν αὐλή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅπως ἔπραξε πρόσφατα καί μέ τήν ἀνακήρυξη τοῦ Νεονικολαΐτη καί Νεορθόδοξου καθηγητῆ Χρήστου Γιανναρᾶ σέ «Ἄρχοντα ρήτορα τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας;» Πῶς νά μήν ἀμφιταλαντεύεται καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀρχικά, καί τελικά νά ἀκολουθεῖ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ὅταν στελεχώνει τίς συνοδικές ὑπηρεσίες καί τίς συνοδικές ἐπιτροπές κατά πλειοψηφία μέ οἰκουμενιστές ἀρχιερεῖς καί καθηγητές, ὅταν ἀκόμη σέ μία ἀπό τίς δύο συνοδικές ἐπιτροπές, αὐτήν «Ἐπί τῶν Διορθοδόξων καί Διαχριστιανικῶν Σχέσεων», οἱ ὁποῖες εἰσηγοῦνται κάκιστα τήν ἀναγνώριση τῆς σχισματικῆς ψευδοαυτοκέφαλης «ἐκκλησίας» τῆς Οὐκρανίας, ὅπως θέλει τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τακτικό μέλος εἶναι καί ὁ ἁγιομάχος, τώρα δέ καί θεοτοκομάχος, καθηγητής Μιλτ. Κωνσταντίνου;

Ἐπεκτείνοντας λοιπόν τίς ἐκτιμήσεις του γιά τά κριτήρια μέ τά ὁποῖα ὁ Θεός ἐπιλέγει κάποια πρόσωπα ὡς συνεργούς του στό ἔργο τῆς σωτηρίας, καί ἀφοῦ προηγουμένως δέχθηκε ὅτι «αὐτό πού καθιστᾶ ἕνα πρόσωπο ἄξιο τῆς θείας ἐκλογῆς δέν εἶναι κάποιες ἰδιαίτερες σωματικές ἤ διανοητικές ἱκανότητές του, οὔτε κἄν ἡ ἠθική του, ἀλλά ἡ ἑτοιμότητά του γιά ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ», δέν βρίσκει στήν Θεοτόκο τίποτε ἰδιαίτερο καί ξεχωριστό σέ σχέση μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους, πού ἐκίνησε τόν Θεό νά τήν ἐπιλέξει, ἀλλά ὅπως καί σέ ἄλλες περιπτώσεις τῆς Π. Διαθήκης πού ἐμνημόνευσε ἐβάρυνε ἡ «ἑτοιμότητα γιά ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ». Δηλαδή ἄν ἕνας πόρνος ἤ μοιχός ἤ ὁμοφυλόφυλος, ἄν ἕνας κίναιδος ἤ μία λεσβία, ἦσαν πρόθυμοι νά συνεργασθοῦν μέ τόν Θεό, θά δεχόταν ὁ Θεός νά τούς χρησιμοποιήσει γιά νά σώσει τόν κόσμο; Θά μποροῦσε ὁ Χριστός νά ἐνανθρωπήσει, νά ἐνσαρκωθεῖ, ἐπιλέγοντας ὡς μητέρα μία πόρνη ἤ μία λεσβία; Γράφει ἐπί λέξει ὁ καλός μας ἀρθρογράφος, τακτικός συνεργάτης τοῦ «Ἐφημερίου», γιά νά «διαφωτίσει» τούς ἱερεῖς μας: «Ὅταν λοιπόν ἦρθε ὁ κατάλληλος καιρός, ὁ Θεός ἀναζήτησε ἄλλον ἕναν ἄνθρωπο, πού καί πάλι ἐλεύθερα καί χωρίς καταναγκασμό, θά δεχόταν νά συνεργαστεῖ μαζί του. Ὅταν ὁ ἄγγελος μετέφερε στήν Μαρία τήν ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ, ἐκείνη χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς ἀντίρρηση, δέχτηκε νά γίνει ὄργανό του. Εὔκολα ἀντιλαμβάνεται κανείς ὅτι χωρίς αὐτήν τήν ἀπροϋπόθετη συνεργασία τῆς Μαρίας, ἡ πραγματοποίηση τοῦ σχεδίου τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου θά ἦταν ἀδύνατη. Ἡ Μαρία δέν εἶχε τίποτε τό ξεχωριστό, δέν εἶχε τίποτε πού δέν θά μποροῦσε νά ἔχει ὁ κάθε ἄνθρωπος. Καταγόταν ἀπό ἕνα χωριό τῆς Παλαιστίνης, ἦταν φτωχή καί ἄσημη καί οὔτε φαίνεται νά εἶχε κάποια μόρφωση. Ἀλλά εἶχε κάτι πού καί πάλι θά μποροῦσε κάθε ἄνθρωπος νά ἀποκτήσει, χρειάζεται ὅμως γι᾽ αὐτό ἰδιαίτερη προσπάθεια καί συνεχής ἀγώνας. Εἶχε ἀκλόνητη ἐμπιστοσύνη στό Θεό καί ἦταν πάντοτε ἕτοιμη νά ὑποταχθεῖ στό θέλημά του. Ἔτσι, ἀξιώθηκε νά γίνει αὐτή ἡ «κλίμακα» πού κατέστησε δυνατή τήν κάθοδο τοῦ Θεοῦ στῆ γῆ καί ἔγινε τό σύμβολο τῆς ἀνθώπινης συμμετοχῆς στό σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου».

Ἐντυπωσιάζει ἐν πρώτοις τό ὅτι στό παρατιθέμενο αὐτό ἀπόσπασμα τρεῖς φορές ἀναφέρεται στό πρόσωπο τῆς Θεοτόκου· καί τίς τρεῖς φορές τήν ὀνομάζει μέ τό κοσμικό της ὄνομα Μαρία, ὡσάν νά ἦταν μία συγγενής, γνωστή του ἤ φίλη του, ὡσάν νά μήν εἶχεξεχωρίσειἡ ἴδια μέ τά ἐξαίρετα χαρίσματά της, κυρίως μέ τήν μοναδική της ἁγιότητα, πού τήν ἀνύψωσε ὑπεράνω πάσης τῆς κτίσεως, τήν κατέστησε Παναγία (=σέ ὅλα, στά πάντα ἁγία) καί Ὑπεραγία (=ὑπεράνω ὅλων τῶν Ἁγίων). Ἐπιβεβαιώνει ἔτσι μέ αὐτό ὁ ἀρθρογράφος τήν διαπίστωσή του ὅτι «ἡ Μαρία δέν εἶχε τίποτε τό ξεχωριστό, δέν εἶχε τίποτε πού δέν θά μποροῦσε νά ἔχει ὁ κάθε ἄνθρωπος». Ἄν στό σημεῖο αὐτό ἀντί τοῦ Μαρία ἔλεγε ἡ Παναγία ἤ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, θά ἀντέφασκε πρός τήν διαπίστωσή του· θά ἐγειρόταν ἀμέσως ἡ ἔνσταση, μά ἀφοῦ ἐσύ τήν λές Παναγία ἤ Ὑπεραγία, πῶς δέν ἔχει τίποτε ξεχωριστό; Ὑπάρχουν ἄλλοι ἄνθρωποι, ἄλλοι Ἅγιοι, πού τό Πανάγιος -Παναγία τούς ἔχει γίνει τό ὄνομά τους ἤ ἔχει προστεθῆ στό ὄνομά τους ὡς σταθερό ἐπίθετο, ὅπως στόν στίχο πού προτάσσεται στά τροπάρια τῶν κανόνων της «Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς», καί σέ ἄλλες προσευχητικές ἐπικλήσεις;

Στή συνάφεια αὐτή τῶν ὑποτιμητικῶν ἐκτιμήσεων καί ἐκφράσεων γιά τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο ἐνθυμοῦμαι, πάντοτε ὅσα μᾶς ἐγνωστοποίησε ὁ ἀείμνηστος Γέροντας Θεόκλητος Διονυσιάτης γιά τόν ἀείμνηστο ἐπίσης ἐπιφανῆ Γέροντά του Ἀθανάσιο Ἰβηρίτη στήν σχετική μονογραφία πού συνέγραψε γι᾽ αὐτόν. Ἀφιερώνει ἰδιαίτερο κεφάλαιο γιά νά παρουσιάσει τήν μεγάλη ἀγάπη καί τιμή πού ἔτρεφε ὁ Ἀθανάσιος πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ὅπως ἄλλωστε καί ὅλοι οἱ Ἅγιοι, ἀλλά καί τήν λύπη καί τήν ὀργή του γιά ὅσους ἐκ τῶν ξένων καί ἡμετέρων τήν ὑποτιμοῦν, χρησιμοποιώντας μάλιστα βαρύτατους χαρακτηρισμούς. Γράφει ὁ π. Θεόκλητος μεταφέροντας καί τά ὅσα σέ ἐπιστολή τοῦ ἔγραφε ὁ Γέροντας Ἀθανάσιος Ἰβηρίτης:

«Ζώντας πάντοτε μέ τήν διαρκῆ αἴσθηση τῆς παρουσίας τῆς Παναγίας καί αἰσθανόμενος τόν “ἀπαθῆ πόθον” ἀενάως στήν καρδιά του γιά τή δόξα Της, κάθε τόσο μαζί μέ ἄλλα θέματα, μοῦ ἔγραφε ὁ γέροντας Ἀθανάσιος ἀναλόγως μέ τίς περιστάσεις. Λοιπόν καταχωρίζω κατ᾽ ἐπιλογήν μερικές περιστατικές σκέψεις του, πού ἀπεικονίζουν τήν ψυχή τοῦ μακαρίτου φίλου μου καί πατέρα μου.

Ὁ προτεσταντικός Βορρᾶς μέσῳ τῶν καθηγητῶν μας εἰς τά δύο Πανεπιστήμια ἐπάγωσε καί τόν ἐκ θερμοῦ κλίματός μας υἱϊκόν συναισθηματισμόν πρός τήν γλυκυτάτην μητέρα μας Παναγίαν καί οὕτως τήν ἀπεμάκρυνεν ἀπό τάς προσευχάς μας ὡς ἄμεσον μεσίτριαν καί συνήγορον ἡμῶν πρός τόν Υἱόν της. Ὁμιλοῦντες καί κληρικοί ἀκόμη περί προσευχῆς ἀγνοοῦν τήν Θεοτόκον καί κοπανοῦν ἀκαταπαύστως· ὁ πρῶτος μετά τόν ἕνα. Ἐνῶ ἡ ὑμνολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι διηρθρωμένη μέ τό χαροποιόν ὄνομά της. Φοβερόν νά ἔχῃ διαποτισθῆ μόνον ἡ Ἑλλαδική Ἐκκλησία μέ τόσον πνεῦμα Ὀρθολογικόν, Γερμανικόν, προτεσταντικόν ἀκόμη, ὥστε νά μοῦ λέγουν ὅτι οἱ ὕμνοι μας πρός τήν Θεομήτορα εἶναι ποίησις. Αὐτά ἐδιδάχθησαν ἀπό τό Μόναχον· ἡ Μαρία εἶναι (ἦτο) μιά καλή μητέρα (οἱ σκύλοι!!!).

Αὐτός ὁ βαρύς χαρακτηρισμός, γιά ὅσους γνώρισαν τόν ταπεινότατο, πραότατο καί ἀγαθόν Ἀθανάσιον, εἶναι σχεδόν ἀπίστευτος καί ὀφείλεται στήν ἱερή ἀγανάκτησή του, καί ὑψώνεται στά ἐπίπεδα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, πού χρησιμοποιοῦσαν γιά τούς αἱρετικούς βαρύτατες ἐκφράσεις. Παραθέτω καί ἄλλα συγγενῆ κείμενά του γιά νά καταδειχθεῖ ἡ ἀνησυχία του ἀπό τήν ὑποτίμηση τῆς Θεοτόκου ἤ ἀπό τήν ἄγνοια τῆς Θεολογικῆς καί Πνευματικῆς παραδόσεως τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀναφορικῶς μέ τή θέση τῆς Θεομήτορος ἐντός τῆς Ἐκκλησίας»6.

Δέν ἀγνοοῦμε βέβαια ὅτι καί ἡ Κ. Διαθήκη ἀναφέρεται στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο χρησιμοποιώντας τό ὄνομα Μαριάμ, ὅπως χρησιμοποιεῖ καί γιά τόν Σωτήρα Χριστό τό ὄνομα Ἰησοῦς, κατά τήν τότε ἀνθρώπινη συνήθεια. Ὅταν ὅμως ἐτελειώθη τό ἔργο τῆς σωτηρίας μέ τήν ἔνδοξη Ἀνάσταση καί ἀνάληψη τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία προσάρμοσε καί τά ὀνόματα ὡς πρός τόν Θεάνθρωπο Χριστό, Σωτῆρα καί Λυτρωτή καί ὡς πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ἰδιαίτερα μάλιστα μετά τίς συνοδικές ἀποφάσεις σέ οἰκουμενικό ἐπίπεδο πού κατοχύρωσαν τήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ (Α´ Οἰκουμενική τῆς Νικαίας τό 325) καί τήν ἀξία τῆς Παναγίας ὡς Θεοτόκου (Γ´ καί Δ´ Οἰκουμενικές Σύνοδοι στήν Ἔφεσο τό 431 καί στήν Χαλκηδόνα τό 451).

Ἐπανερχόμενοι στά ὅσα ὑποτιμητικά γράφει ὁ Μιλτ. Κωνσταντίνου στό ἄρθρο του, γιά τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο ἐκτός ἀπό τήν ἀπαράδεκτη καί βλάσφημη θέση του ὅτι «ἡ Μαρία δέν εἶχε τίποτε τό ξεχωριστό», τήν ὁποία σύντομα θά σχολιάσουμε στήν ἑπόμενη δική μας ἑνότητα μέ τίτλο «Ὅλα εἶναι μοναδικά καί ξεχωριστά στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο», ἐπισημαίνουμε καί ἄλλες ὑποτιμητικές καί ἀνακριβεῖς ἐκτιμήσεις.

Ἡ Θεοτόκος δέν ἦταν «ἕνας ἄλλος ἄνθρωπος πού ἀναζήτησε ὁ Θεός, ὅταν ἦλθε ὁ κατάλληλος καιρός», ὡσάν τούς ἄλλους ἀνθρώπους πού ἐπέλεξε ὁ Θεός στήν Π. Διαθήκη. Ἦταν ὁ μοναδικός ἄνθρωπος μέσῳ τοῦ ὁποίου θά ἐγεννᾶτο ὁ Θεός, ἡ μοναδική γυναίκα πού θά ἀξιωνόταν νά γίνει Μητέρα τοῦ Θεοῦ, νά γίνει Θεομήτωρ, Θεογεννήτρια. Ὑπάρχουν ἄλλοι ἄνθρωποι, ἄλλες γυναῖκες στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος μέ τό ἐξαιρετικό αὐτό γνώρισμα; Μόνο τά ἀναγνώσματα τῆς Π. Διαθήκης ἐπρόσεξε ἀπό τήν ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς τοῦ Γενεθλίου ὁ ἀρθρογράφος μας; Δέν ἐδιάβασε τό δίστιχο πού προτάσσεται τοῦ Συναξαρίου, τό ὁποῖο ἀπευθυνόμενο πρός τήν Ἄννα, τήν μητέρα τῆς Θεοτόκου τῆς λέγει ὅτι «Ἐσύ Ἄννα νικᾶς ὅλες τίς μητέρες, γιατί γέννησες τήν Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ἡ νίκη σου ὅμως ξεπεράστηκε ἀπό τήν θυγατέρα σου, τήν Θεοτόκο, ἡ ὁποία ἔγινε μητέρα τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ».

Πάσας ἀληθῶς Ἄννα, νικᾷ μητέρας,

Μήτηρ ἕως ἄν σή γένηται θυγάτηρ.

(Ὅλες τίς μητέρες τίς νικᾶς Ἄννα στ᾽ ἀλήθεια, μέχρις ὅτου γίνει μητέρα ἡ θυγατέρα σου)·

Ἐσφαλμένη ἐπίσης, εἶναι ἡ ἐκτίμηση ὅτι «ὅταν ὁ ἄγγελος μετέφερε στή Μαρία τήν ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ, ἐκείνη χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς ἀντίρρηση, δέχτηκε νά γίνει ὄργανό του». Ἀπό τήν ἴδια τήν εὐαγγελική διήγηση προκύπτει ὅτι ἡ Θεοτόκος ἔκανε καί δεύτερη σκέψη καί διετύπωσε καί τίς ἀντιρρήσεις της· δέν βιάστηκε νά ἀπαντήσει, γιά νά μή πάθει ὅ,τι ἔπαθε ἡ Εὔα στόν Παράδεισο πού δέχθηκε ἀμέσως τήν συμβουλή τοῦ Ὄφεως. Αὐτό μάλιστα, ὅπως ἐξηγοῦν οἱ Πατέρες, δείχνει τήν σύνεση, τήν φρονιμάδα, τήν ἐξυπνάδα της. Διηγεῖται ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς ὅτι μετά τόν κολακευτικό χαιρετισμό τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ «Χαῖρε κεχαριτωμένη ὁ Κύριος μετά σοῦ, εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξίν» δέν παρασύρθηκε ἀπό τούς ἐπαίνους σέ αὐτοθαυμασμό καί αὐταρέσκεια, ἀλλά ἔβαλε σέ λειτουργία τό μυαλό της γιά τό τί ἆραγε σημαίνει αὐτός ὁ χαρακτηρισμός· «διελογίζετο ποταπός εἴη ὁ ἀσπασμός οὗτος»7. Ὅπως ἐξηγεῖ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος, ἀναιρώντας πλήρως τήν ἐκτίμηση τοῦ ἀρθρογράφου, «Θαυμαστή ἦν ἡ Παρθένος καί δείκνυσιν αὐτῆς τήν ἀρετήν ὁ Λουκᾶς λέγων ὅτι, ἐπειδή τόν ἀσπασμόν ἤκουσεν, οὐκ εὐθέως ἑαυτήν ἐξέχεεν, οὐδέ ἐδέξατο τό λεχθέν, ἀλλ᾽ ἐταράχθη ζητοῦσα τό ποταπός εἴη ὁ ἀσπασμός»8. Ἀκόμη καί ὅταν ὁ Ἀρχάγγελος τήν καθησυχάζει καί τῆς ἐξηγεῖ ὅτι θά συλλάβει καί θά γεννήσει τόν Λυτρωτή καί Σωτήρα, καί πάλι προβάλλει τίς ἀντιρρήσεις της ἐπικαλούμενη τήν ἁγνότητα καί παρθενία της, λέγοντας «πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεί ἄνδρα οὐ γινώσκω»9. Καί μόνον ὅταν ὁ Ἀρχάγγελος τῆς ἐξηγεῖ ὅτι αὐτό δέν θά γίνει κατά τόν φυσικό τρόπο, μέ τήν συνδρομή κάποιου ἄνδρα, ἀλλά κατά ὑπερφυσικό, μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς ὑπενθυμίζει δέ καί τό θαυμαστό τρόπο μέ τόν ὁποῖο συνέλαβε ἡ Ἐλισάβετ ἡ συγγενής της στά γηρατειά της, γιά νά τήν πείσει ὅτι γιά τόν Θεό ὅλα εἶναι δυνατά, «οὐκ ἀδυνατήσει παρά τῷ Θεῷ πᾶν ρῆμα», τότε μόνο, μετά ἀπό αὐτές τίς συνετές καί καλόπιστες ἀντιρρήσεις καί τίς ἀρχαγγελικές ἀπαντήσεις, δέχτηκε νά ὑπακούσει στό σχέδιο τοῦ Θεοῦ10. Ἐξηγεῖ πειστικώτατα καί τιμητικά γιά τήν Θεοτόκο ὁ Θεοφύλακτος: «Οὐχ ὡς ἀπιστήσασα ἡ Παρθένος εἶπε τό Πῶς ἔσται μοι τοῦτο; Ἀλλ᾽ ὡς σοφή καί συνετή, ἐπιζητοῦσα μαθεῖν τόν τρόπον τοῦ πράγματος. Οὐδέ γάρ γέγονέ τι τοιοῦτον πρότερον, οὐδέ μετά ταῦτα γενήσεται»11.

Ἀλλά ἀκόμη καί ἄν δέν πρόσεξε τό κείμενο τοῦ εὐαγγελιστῆ Λουκᾶ, ἀκόμη καί ἄν δέν συμβουλεύθηκε τούς Ἁγίους Πατέρες ὁ μεταπατερικός καί ἀντιπατερικός θεολόγος, δέν ἄκουσε τόσες φορές ἀπό τά παιδικά του χρόνια τόν «Ἀκάθιστο Ὕμνον», τούς «Χαιρετισμούς τῆς Παναγίας», τούς οἴκους πού ἀρχίζουν ἀπό τά γράμματα τῆς ἀλφαβήτου Β´ καί Γ´, οἱ ὁποῖοι οὐσιαστικῶς ὑπομνηματίζουν τόν διάλογο μεταξύ τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ καί τῆς Θεοτόκου:

Βλέπουσα ἡ Ἁγία ἑαυτήν ἐν ἁγνείᾳ φησί τῷ Γαβριήλ θαρσαλέως· Τό παράδοξόν σου τῆς φωνῆς δυσπαράδεκτόν μου τῇ ψυχῇ φαίνεται· ἀσπόρου γάρ συλλήψεως τήν κύησιν πῶς λέγεις;

Γνῶσιν ἄγνωστον γνῶναι ἡ Παρθένος ζητοῦσα ἐβόησε πρός τόν λειτουργοῦντα· ἐκ λαγόνων ἁγνῶν υἱόν πῶς ἐστι τεχθῆναι δυνατόν; λέξον μοι.

Ἀπό τίς ἀντιρρήσεις λοιπόν τῆς Θεοτόκου, τίς ὁποῖες ἀποκρύπτει καί προσπερνᾶ ὁ Μιλτ. Κωνσταντίνου, προκύπτει ὅτι ἡ Παναγία εἵλκυσε τήν προσοχή τοῦ Θεοῦ, διότι ἦταν ἁγνή καί παρθένος, δέν εἶχε γνωρίσει ἄνδρα, καί αὐτό τό βασικό κριτήριο γιά τήν ἐπιλογή της, ἀντιβαίνει στίς σημερινές ἀντιευαγγελικές γνῶμες πού ἀποενοχοποιοῦν καί δικαιολογοῦν τούς πόρνους, τούς μοιχούς, τούς ἀρσενοκοῖτες, τούς κάθε εἴδους ὁμοφυλοφίλους, τίς ἐκτροπές τῶν ὁποίων καταδικάζει μέ βαρύτατους χαρακτηρισμούς ἡ Ἁγία Γραφή καί ἡ Πατερική Παράδοση. Γι᾽ αὐτό καί ὁ καλός μας ἀρθρογράφος δέν μνημονεύει καθόλου τό τῆς Παναγίας «πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεί ἄνδρα οὐ γινώσκω», καί τονίζει μόνον τήν ὑπακοή τῆς Παναγίας στήν ἐπιλογή τοῦ Θεοῦ. Τσιμουδιά γιά τήν ἁγνότητα καί παρθενία τῆς Θεοτόκου.

Ἐσφαλμένες εἶναι ἐπίσης καί οἱ βιογραφικές πληροφορίες περί τῆς Θεοτόκου, «ὅτι καταγόταν ἀπό ἕνα χωριό τῆς Παλαιστίνης, ἦταν φτωχή καί ἄσημη καί οὔτε φαίνεται νά εἶχε κάποια μόρφωση». Ἀπό ποιές πηγές ἀντλεῖ αὐτές τίς πληροφορίες ὁ ἀρθρογράφος; Γιατί δέν τίς κατονομάζει, ὥστε συνολικά καί ἡ Ἐκκλησία νά βελτιώσει, νά διορθώσει, νά μάθει ἀκριβέστερα γιά τήν καταγωγή καί τήν οἰκογενειακή κατάσταση τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου; Ἐπί αἰῶνες πάντως ἡ Ἐκκλησία πιστεύει καί γράφει στά συναξάρια, καί εἰς αὐτό τῆς 8ης Σεπτεμβρίου, πού γιορτάζουμε τό Γενέθλιό της, ὅτι ὁ πατέρας τῆς Θεοτόκου Ἰωακείμ «ἐκ βασιλικῆς φυλῆς εἷλκε τό γένος», καί μολονότι προσέφερε στόν Ναό διπλᾶ δῶρα «ὡς φιλόθεος καί πλούσιος», παρά ταῦτα «διά τήν ἀπαιδίαν ὠνειδίζετο». Καί ἡ μητέρα Της Ἐλισάβετ ἐπίσης καταγόταν ἀπό βασιλικό γένος καί ἦταν καί αὐτή πλούσια. Μορφώθηκε δέ ἡ Θεοτόκος κατά τήν δωδεκαετῆ παραμονή Της μέσα στόν Ναό, ἀπό τήν ἡλικία τῶν τριῶν ἐτῶν, πού ἔγινε ἡ εἴσοδός Της εἰς αὐτόν μέχρι τῆς ἡλικίας τῶν δεκαπέντε ἐτῶν πού ἔγινε ὁ Εὐαγγελισμός. Ἐκεῖ ἄκουε τά ἀναγνώσματα πού ἐδιάβαζαν οἱ ἱερεῖς συνεχῶς, μελετοῦσε προφανῶς καί ἡ ἴδια τόν Νόμο καί τούς Προφῆτες, ἀλλά καί ἐλάμβανε ὑπερφυῆ μηνύματα οὐρανόθεν. Ὅπως λέγει τό Συναξάρι τῶν Εἰσοδίων «ἐνταῦθα οὖν ἐνηυλίζετο καί ἐνδιῃτᾶτο, θείας ἐπιφανείας ἀξιουμένη καί τροφήν οὐράνιον ἀδιαλείπτως δεχομένη, Ἀγγέλου ἐπί τῇ ταύτης, ὡς ἔφην, ἀποστολῆς καθυπηρετοῦντος εἰς δόξαν Θεοῦ, ᾧ ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν». Αὐτήν τήν γνώση ἔχει ἡ Ἐκκλησία διά τῶν αἰώνων μέσῳ πανσόφων καί Ἁγίων Πατέρων καί δέν θά τήν ἀλλάξει μέ τούς Νεογνωστικούς ὀφφικιάλους τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἦταν ὄντως Μεγάλη, ἀλλά ἐδῶ καί ἕνα αἰώνα διαψεύδει τήν ὀνομασία της.

5. Ὅλα εἶναι μοναδικά καί ξεχωριστά στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο

Ἐρχόμαστε τώρα στόν πιό ἐσφαλμένο, ἀνακριβῆ καί βλάσφημο ἰσχυρισμό τοῦ τακτικοῦ ἀρθρογράφου τοῦ «Ἐφημερίου», περί τοῦ ὅτι «ἡ Μαρία δέν εἶχε τίποτε τό ξεχωριστό, δέν εἶχε τίποτε πού δέν θά μποροῦσε νά ἔχει ὁ κάθε ἄνθρωπος». Τό μόνο ὅμως κοινό μέ ὅλους ἐμᾶς τούς συνανθρώπους Της πού εἶχε ἡ Θεοτόκος ἦταν ἡ κοινή ἀνθρώπινη φύση. Γεννήθηκε καί Ἐκείνη ὅπως ὅλοι μας μέ φυσική γέννηση, μέ τήν σαρκική συνεύρεση τῶν γονέων της, κατά θαυμαστό βέβαια τρόπο, γιατί ἦσαν ἡλικιωμένοι, καί ἡ μητέρα Της Ἄννα ἦταν στείρα, κουβαλοῦσε ὅμως καί Αὐτή, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τόν προπατορικό ρύπο, πού συνοδεύει κάθε φυσική γέννηση. Ὁ μόνος ἀπηλλαγμένος τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ἦταν ὁ Υἱός της, ὁ Κύριος Ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, τοῦ ὁποίου ἡ γέννηση δέν προῆλθε ἀπό σαρκική φυσική ἕνωση, ἀλλά ἀπό τήν ὑπερφυσική ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπί τοῦ ἁγνοῦ σώματος τῆς Παρθένου Μαρίας, ὅπως συνοπτικά λέγει τό Σύμβολο τῆς Πίστεως· «κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν, καί σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου καί ἐνανθρωπήσαντα». Γιά τόν λόγο αὐτό εἶναι πλάνη καί αἵρεση ἡ διδασκαλία τοῦ Παπισμοῦ γιά τήν «ἄσπιλη σύλληψη» τῆς Θεοτόκου, τήν σύλληψή Της δηλαδή χωρίς τό προπατορικό ἁμάρτημα, γιατί προσβάλλει τήν μοναδικότητα τῆς ἄσπιλης σύλληψης τοῦ Υἱοῦ Της, τοῦ Κυρίου Ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί δέν μαρτυρεῖται οὔτε ἀπό τήν Ἀγία Γραφή, οὔτε ἀπό τήν Πατερική Παράδοση. Παρά ταῦτα ὁ πάπας Πίος ὁ Θ´ ἀνύψωσε τό 1854 σέ δόγμα τοῦ Παπισμοῦ τήν ἀμάρτυρη αὐτή καί πλανεμένη διδασκαλία γιά τήν «ἄσπιλη σύλληψη» τῆς Θεοτόκου.

Κατά τά ἄλλα, ὅλα στήν Παναγία ἦσαν ὑψηλά, μεγαλειώδη καί ἐξηλλαγμένα (ἀλλιώτικα, διαφορετικά) σέ σχέση μέ ἐμᾶς τούς ἄλλους, ἀκόμη καί σέ σχέση μέ τούς Ἁγίους. Σέ ὅλα ἡ Θεοτόκος ἀποτελεῖ ἐξαίρεση, ὅπως συνοπτικά ὁμολογοῦμε στήν Θεία Λειτουργία, ὅπου ἀφοῦ ὁ ἱερεύς μνημονεύσει ὅλες τίς ὁμάδες Ἁγίων, Προπάτορες, Πατέρες, Πατριάρχες, Προφῆτες, Ἀποστόλους, Κήρυκες, Εὐαγγελιστές, Μάρτυρες, Ὁμολογητές, Ἐγκρατευτές καί κάθε ἄλλο Δίκαιο, ξεχωρίζει τήν Θεοτόκο λέγοντας: «Ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας».

Δέν προτιθέμεθα βέβαια ἐδῶ νά παρουσιάσουμε ἐν πλάτει τήν μοναδικότητα καί τά ἐξαίρετα χαρίσματα τῆς Θεοτόκου, τό ξεχωριστό μεγαλεῖο της. Τά ἔχουν αὐτά παρουσιάσει φωτισμένοι καί οὐρανοβάμονες Πατέρες καί Ἅγιοι, μεγάλοι διδάσκαλοι καί ὑμνογράφοι, σέ ἀμέτρητο πλῆθος πεζῶν κειμένων καί ὕμνων, πού μποροῦν νά γεμίσουν τόμους ὁλοκλήρους. Ἐνδεικτικά μόνο θά παραθέσουμε μερικές μαρτυρίες, γιά νά φανεῖ τό μέγεθος τῆς πλάνης κάποιων συγχρόνων «θεολόγων», πού ἐπιχειροῦν νά ξεπεράσουν τούς Γίγαντες, αὐτοί οἱ νάνοι, καί νά φανοῦν τῶν ἀληθινῶν Διδασκάλων σοφώτεροι.

Ἀρχίζοντας ἀπό τήν Θεία Λατρεία σημειώνουμε ὅτι στό δοξαστικό τοῦ Μικροῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου πού ἐπαναλαμβάνεται καί ὡς τροπάριο τῆς Λιτῆς τοῦ Μεγάλου Ἑσπερινοῦ, γραμμένο ἀπό τόν πατριάρχη Ἀνατόλιο, καί πού ἀρχίζει μέ τήν φράση «Ἡ τῶν οὐρανῶν ὑψηλοτέρα», ὁ ὑμνογράφος μᾶς λέγει ὅτι ἡ Παναγία ἐπιλέχθηκε ἀπό τόν Θεό νά γίνει δοχεῖο τῆς Θεότητος, λόγῳ τῆς ὑπερβολικῆς της καθαρότητος, καί ὄχι μόνο λόγῳ τῆς ὑπακοῆς της, ὅπως θέλει ὁ σύγχρονος «διδάσκαλος». Λέγει ὁ ὕμνος· «Ἡ δι᾽ ὑπερβάλλουσαν καθαρότητα τῆς ἀϊδίου οὐσίας δοχεῖον γεγενημένη». Αὐτή ἡ ὑπερβάλλουσα καθαρότης δέν εἶναι ξεχωριστό γνώρισμα τῆς Θεοτόκου; Στό ὀκτάηχο δοξαστικό τοῦ Μεγάλου Ἑσπερινοῦ τῆς ἴδιας ἑορτῆς ὁ ὑμνογράφος γράφει ὅτι τό ὑπερβολικό μεγαλεῖο της ξεπερνάει κάθε σύγκριση· «Ταύτης γάρ τό ὑπερβάλλον ὑπερέχει πᾶσαν ἔννοιαν». Ἡ Θεοτόκος εἶναι ὑψηλότερη τῶν οὐρανῶν καί καθαρώτερη ἀπό τίς λάμψεις τοῦ ἡλίου, ψάλλουμε στά Μεγαλυνάρια τῶν Παρακλήσεων τόν Δεκαπενταύγουστο: «Τήν ὑψηλοτέραν τῶν οὐρανῶν καί καθαρωτέραν λαμπηδόνων ἡλιακῶν».

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνός, ὁ μεγάλος αὐτός δογματικός θεολόγος τοῦ 8ου αἰῶνος, σέ Ὁμιλία του στήν Γέννηση τῆς Θεοτόκου, ἀπευθυνόμενος πρός τούς γονεῖς της, τόν Ἰωακείμ καί τήν Ἄννα, τούς μακαρίζει, διότι ἐγέννησαν τό «κειμήλιον τῆς παρθενίας, τήν πρό τόκου παρθένον καί ἐν τῷ τίκτειν παρθένον καί μετά τόκον παρθένον, τήν μόνην παρθένον καί ἀειπάρθενον, τήν μόνην καί νῷ καί ψυχῇ καί σώματι ἀειπαρθενεύουσαν»12. Στήν ἴδια ὁμιλία τήν ὀνομάζει ἔμψυχο ἄγαλμα, γιά τήν δημιουργία τοῦ ὁποίου εὐφράνθηκε ὁ Θεός, διότι εἶχε θεοκυβέρνητο νοῦ πού πρόσεχε μόνο τό Θεό, ὅλη της ἡ ἐπιθυμία, ἦταν στραμμένη πρός τό «μόνον ἐφετόν καί ἀξιέραστον», ὁ θυμός καί ἡ ὀργή στρέφονταν ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας καί αὐτοῦ πού τήν ἐγέννησε καί γενικῶς ζοῦσε ζωή ὑπεράνω τῆς φύσεως· δέν ζοῦσε γιά τόν ἑαυτό της ἀλλά γιά τόν Θεό, γιά τόν ὁποῖο γεννήθηκε, ὥστε νά ἐξυπηρετήσει τήν παγκόσμια σωτηρία13.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς στόν θαυμάσιο λόγο του στά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου λέγει ὅτι ὁ Θεός, προκειμένου νά ἐνανθρωπήσει, δέν βρῆκε κανένα ἄνθρωπο δεκτικό τῆς θεότητος, γι᾽ αὐτό ἐδημιούργησε τήν ἀειπάρθενο Μαρία, ὥστε λόγῳ τῆς ἄκρας καθαρότητός της νά γίνει δεκτική τοῦ πληρώματος τῆς θεότητος σωματικῶς. Ὁ Θεός στό πρόσωπο τῆς Θεοτόκου θέλησε νά κατασκευάσει μία εἰκόνα κάθε καλοῦ, μία συγκεφαλαίωση ὅλων τῶν χαρισμάτων πού μοιράζει στά πλάσματά τους. Μάζεψε, λοιπόν, εἰς Αὐτήν ὅλα τά χαρίσματα πού μοιράζει εἰς ὅλα τά δημιουργήματά Του καί ἔτσι μᾶς ἔδειξε μία ξεχωριστή δημιουργία πού ταιριάζει μόνο στήν Μητέρα Του. Συμπεραίνει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος καί λέγει ὅτι ὅσα χαρίσματα μοιράσθηκαν εἰς τούς Ἁγίους ὅλων τῶν ἐποχῶν καί ὅσα ἀξιώματα ἔλαβαν ὅλοι μαζί οἱ φίλοι τοῦ Θεοῦ, τόσο οἱ ἄγγελοι ὅσο καί οἱ ἄνθρωποι, ὅλα αὐτά τά συγκέντρωσε στόν ἑαυτό Της ἡ Παρθένος καί μόνη αὐτή ἔχει τά χαρίσματα ὅλων14. Ἀπευθυνόμενος πρός τήν Παναγία ὁ θεοφώτιστος ἀρχιερεύς τῆς Θεσσαλονίκης Τῆς λέγει ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά περιγράψει τό θεαυγές κάλλος Της, τό ὁποῖο ὑπερβαίνει πάντα νοῦν καί λόγον. Μόνον νά τήν ὑμνοῦμε μποροῦμε: «Σύ γάρ καί χαρίτων ἁπασῶν χωρίον καί πλήρωμα καλοκαγαθίας παντοίας καί πίναξ ἔμψυχος ἀρετῆς καί χρηστότητος πάσης, ὡς μόνη πάντων ἠξιωμένη συλλήβδην τῶν τοῦ Πνεύματος χαρισμάτων»15.

Ἄλλος σπουδαῖος θεολόγος τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, ὁ Ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας, παρουσιάζει ἐπίσης ἐναργέστατα τήν μοναδικότητα καί ἰδιαιτερότητα τῆς Θεοτόκου σέ Ὁμιλία του «Εἰς τήν ὑπερένδοξον τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου Γέννησιν». Σύμφωνα μέ ὅσα λέγει ἡ Θεοτόκος μετά τήν πτώση τῶν πρωτοπλάστων «μόνη τῶν ἐξ αἰῶνος ἀνθρώπων ἐξ ἀρχῆς εἰς τέλος κατά πάσης ἔστη κακίαςκαί τῷ Θεῷ τό παρ᾽ αὐτοῦ δοθέν ἡμῖν ἀκήρατον ἀπέδωκε κάλλος καί τῇ δυνάμει πάσῃ καί τοῖς ἀποτεθεῖσι ὅπλοις ἐχρήσατο»16. Μέ τόν ἔρωτα πού εἶχε γιά τό Θεό, μέ τήν ρωμαλέα σκέψη της, τήν εὐθύτητα τῆς θελήσεως καί τήν μεγαλειώδη σωφροσύνη της ἔτρεψε σέ φυγή κάθε ἁμαρτία καί ἔστησε τέτοιο τρόπαιο νίκης πού δέν μπορεῖ μέ τίποτε νά συγκριθεῖ: «Πᾶσαν τρεψαμένη τήν ἁμαρτίαν καί τρόπαιον στήσασα πρός οὐδέν παράδειγμα βλέπον». Εἶναι ἡ μόνη πού διέσωσε τήν εἰκόνα τοῦ πρώτου ἀνθρώπου ὅπως τόν ἔπλασε ἐξ ἀρχῆς ὁ Θεός17.

Ἔχουν ὅλα αὐτά κάποια σχέση μέ ὅσα μᾶς ἐκθέτει στόν «Ἐφημέριο» ὁ μεταπατερικός θεοτοκομάχος θεολόγος; Κατά τόν Ἅγιο Καβάσιλα κατά τήν ἑορτήν τοῦ Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου δέν ἑορτάζομε μόνον τήν δική Της γέννηση, ἀλλά τήν γέννηση ὅλης τῆς οἰκουμένης, ἡ ὁποία εἶδε στό πρόσωπό Της τόν ἀληθινό ἄνθρωπο, ἀπό τόν ὁποῖο ἐπήγασε ἡ δυνατότης γιά ὅλους νά γίνουν ἀληθινοί ἄνθρωποι18. Σέ ἄλλο του Λόγο «Εἰς τήν πανένδοξον Κοίμησιν τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν καί Παναχράνου Θεοτόκου» μεταξύ πολλῶν ἄλλων λέγει ὅτι ἡ Παναγία μέ τό νά εἶναι ἄνθρωπος τιμᾶ καί μεγαλύνει τούς ἀνθρώπους, μέ τό κάλλος της ὅμως ἐκίνησε καί τόν ἔρωτα τοῦ Θεοῦ πρός τούς ἀνθρώπους: «Τῷ μέν ἄνθρωπος εἶναι τούς ἀνθρώπους σεμνύνει, Θεόν δέ πρός ἔρωτα κινεῖ τῶν ἀνθρώπων τῷ ἑαυτῆς ἑλκύσασα κάλλει»19. Παρόμοια σκέψη ἐκφράζει καί στόν Λόγο του «Εἰς τόν Εὐαγγελισμόν τῆς Θεοτόκου», ὅπου ἐπίσης, ἀφοῦ ἀναφέρει ὅλα ἐκεῖνα πού ἔπραξε ἡ Παρθένος, ὥστε νά προσελκύσει τόν Τεχνίτη τοῦ σύμπαντος στήν γῆ καί νά κινήσει τό δημιουργικό του χέρι, δηλαδή τήν πανάμωμη ζωή της καί πάναγνη, τήν ἄρνηση κάθε κακίας, τήν ἄσκηση ὅλων τῶν ἀρετῶν, τήν καθαρώτερη καί ἀπό τό φῶς ζωή Της, τό ἐντελῶς πνευματικό Της σῶμα, λαμπρότερο καί ἀπό τόν ἥλιο, καθαρώτερο ἀπό τόν οὐρανό καί ἱερώτερο ἀπό τούς χερουβικούς θρόνους καί πολλά ἄλλα, λέγει ὅτι τελικά ἐκόσμησε καί τό σῶμα καί τήν ψυχή της μέ τέτοιο κάλλος, ὥστε κατόρθωσε νά ἑλκύσει ἐπάνω της τό βλέμμα τοῦ Θεοῦ. Μέ τήν δική της ὀμορφιά ἔδειξε ὡραία τήν κοινή ἀνθρώπινη φύση. Καί κατέκτησε τόν ἀπαθῆ Θεό, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἄνθρωπος ἐξ αἰτίας τῆς Παρθένου, ὁ μισητός στούς ἀνθρώπους λόγῳ τῆς ἁμαρτίας: «Πρός τοιοῦτον ἀσκήσασα κάλλος καί σῶμα καί ψυχήν τοῦ Θεοῦ πρός ἑαυτήν ἐπιστρέφει τόν ὀφθαλμόν· καί τῇ παρ᾽ ἑαυτῆς ὥρᾳ καλήν τήν κοινήν ἀπέδειξε φύσιν· καί εἷλε τόν ἀπαθῆ καί ἦν ἄνθρωπος διά τήν Παρθένον ὁ διά τήν ἁμαρτίαν ἀνθρώποις ἀπηχθημένος»20.

Θά τελειώσουμε μέ τήν γνώμη ἑνός ἀκόμη Ἁγίου, μεγάλου Θεοτοκόφιλον συγγραφέα, τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, ἐναντίον τοῦ ὁποίου δυστυχῶς ἔστρεψε τά ἁγιομαχικά του βέλη ὁ προσφάτως τιμηθείς ἀπό τόν πατριάρχη Βαρθολομαῖο μέ τό ὀφφίκιο τοῦ «Μεγάλου Ρήτορος» καθηγητής Χρῆστος Γιανναρᾶς. Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ἔγραψε πολλά τιμητικά καί ἐγκωμιαστικά γιά τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Θά μνημονεύσουμε μόνον αὐτό πού μεταξύ πολλῶν ἄλλων μνημονεύει καί ὁ ἐπίσης Θεοτοκόφιλος ἀείμνηστος Γέροντας Θεόκλητος Διονυσιάτης. Γράφει ὁ Ἅγιος Νικόδημος: «Ἄν τά ἐννέα τάγματα τῶν ἀγγέλων ἤθελαν κρημνισθῆ ἀπό τούς οὐρανούς, καί νά γίνουν δαίμονες. Ἄν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἐγένοντο κακοί. Ἄν ὅλα τά κτίσματα, οὐρανός, φωστῆρες, ἱερεῖς, ζῶα, ἤθελον ἀποστατήσει κατά τοῦ Θεοῦ. Ὅλαι αὐταί αἱ κακίαι τῶν κτισμάτων συγκρινόμεναι μέ τό πλήρωμα τῆς Ἁγιότητος τῆς Θεοτόκου δέν ἐδύναντο νά λυπήσουν τόν Θεόν. Διότι μόνη ἡ Κυρία Θεοτόκος ἦτο ἱκανή νά τόν εὐχαριστήσει κατά πάντα»21.

Ἐπίλογος

Δέν παραθέσαμε παρά ἐλάχιστα μόνον ἀπό ὅσα ὑψηλά καί μεγαλειώδη ἔχουν γράψει οἱ θεοφώτιστοι Πατέρες γιά τό πάνσεπτο πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Αὐτά ἔπρεπε νά παρουσιάζονται στίς στῆλες τοῦ «Ἐφημερίου» καί ὄχι ὅσα ἀνακριβῆ καί ὑποτιμητικά συλλαμβάνει ὁ ἀφώτιστος νοῦς συγχρόνων καθηγητῶν καί «θεολόγων». Αἰσθανθήκαμε ὡς ἐπιβαλλόμενο χρέος νά διαφωτίσουμε τούς ἱερεῖς καί τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας περί τοῦ ὅτι οἱ ἐχθροί τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ἐχθροί τῆς Παναγίας καί τῶν Ἁγίων, εἶναι πλέον ἐντός τῶν τειχῶν, γιά νά ἀναλάβουν τίς εὐθύνες τους ὅσοι, ἀντί νά τούς πολεμοῦν, τούς τιμοῦν καί τούς ὑψώνουν σέ ἐκκλησιαστικές θέσεις καί ἀξιώματα. Μακάρι ὅσα ἐγράψαμε νά ἀγγίξουν καί τούς ἴδιους, ἄν εἶναι καλοπροαίρετοι, καί νά ἀκολουθήσουν ἐν μετανοίᾳ τούς φίλους τῆς Ἀειπαρθένου καί Θεοτόκου Μαρίας πού εἶναι καί φίλοι τοῦ Υἱοῦ της, τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

  • 1. Ρωμ. 11, 33-34.
  • 2. Λουκᾶ 1, 23.
  • 3. Αὐτόθι, 1, 48-49.
  • 4. Βλ. π.χ. τόν Ἑσπερινό τῆς 27ης Ἰανουαρίου, ἑορτῆς τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, ὅπου διαβάζονται περικοπές ἀπό τό βιβλίο τῶν Παροιμιῶν καί τῆς Σοφίας Σολομῶντος, ὅπου λέγονται τά ἑξῆς γιά τήν σοφία: «Μακάριος ἄνθρωπος ὅς εὗρε σοφίαν καί θνητός ὅς εἶδε φρόνησιν. Κρεῖττον γάρ αὐτήν ἐμπορεύεσθαι ἤ χρυσίου καί ἀργυρίου θησαυρούς… Ὅτι ἐγώ ἡ σοφία κατεσκεύασα βουλήν καί γνῶσιν καί ἔννοιαν ἐγώ ἐπεκαλεσάμην (Παροιμίες, κεφ. 10, 6-7. 3, 13-16)». «Ἐπιθυμήσατε τοιγαροῦν, ὦ ἄνδρες, σοφίαν καί ποθήσατε καί παιδευθήσεσθε. Ἀρχή γάρ αὐτῆς ἀγάπη καί τήρησις νόμων. Τιμήσατε σοφίαν, ἵνα εἰς τόν αἰῶνα βασιλεύσητε (Σοφία Σολομῶντος, ἐκλογή
  • 5. Ψαλμ. 7, 10.
  • 6. Θεοκλητου Μοναχου Διονυσιατου, Ἱερομόναχος Ἀθανάσιος Ἰβηρίτης (1885-1973), Ἐκδόσεις Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας, Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 39-40. Ὅσα λέγει ὁ Ἁγιορείτης Γέροντας γιά τό «πρῶτος μετά τόν ἕνα» ἀναφέρονται σέ βιβλίο τοῦ προτεστάντη J. Holzner, Παῦλος. Ὁ πρῶτος μετά τόν ἕνα, πού μετέφρασε στά ἑλληνικά ὁ ἀρχιεπίσκοπος καί καθηγητής Ἱερώνυμος Κοτσώνης, τό ὁποῖο συνετέλεσε ὥστε πολλοί νά θεωροῦν τόν Ἀπόστολο Παῦλο ὡς πρῶτο μετά τόν Ἕνα, μετά τόν Χριστό δηλαδή, ἐνῶ πρώτη μετά τόν Ἕνα εἶναι ἡ Θεοτόκος.
  • 7. Λουκᾶ 1, 28-29.
  • 8. Εἰς Ματθαῖον Ὁμιλία 4, 5, PG 57, 45.
  • 9. Λουκᾶ 1, 34.
  • 10. Αὐτόθι 1, 35-38.
  • 11. Θεοφυλακτου Βουλγαριασ, Ἑρμηνεία εἰς τό κατά Λουκᾶν Εὐαγγέλιον, στίχ. 34, PG 128, 704-705.
  • 12. Λόγος εἰς τό Γενέσιον τῆς Θεοτόκου 5, PG 96, 668.
  • 13. Αὐτόθι 9, PG 96, 676.
  • 14. Ὁμιλία ΝΓ´, Εἰς τήν πρός τά Ἅγια τῶν Ἁγίων εἴσοδον καί τόν ἐν αὐτοῖς θεοειδῆ βίον τῆς πανυπεράγνου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας, 10-11, εἰς Γρηγοριου του Παλαμα, Συγγράμματα, τόμος 6ος, Ἐπιμελείᾳ Π. Χρηστου, ἐκδίδει Βασ. Ψευτογκασ, Θεσσαλονίκη 2015, Ἐκδοτ. Οἶκος Κυρομάνος, σελ. 556-557: «Ὥσπερ γάρ βουληθείς ὁ Θεός εἰκόνα στήσασθαι παντός καλοῦ καί τήν ἑαυτοῦ περί ταῦτα δύναμιν καθαρῶς ἐνδείξασθαι καί ἀγγέλοις καί ἀνθρώποις, ὁρατῶν καί ἀοράτων κοινόν ὑποστήσας κόσμον, μᾶλλον δέ θείων τε καί ἀνθρωπίνων ἁπασῶν χαρίτων κοινόν ὑποδείξας κρᾶμα καί καλλονήν ὑπερτέραν ἀμφοτέρους ἐπικοσμοῦσαν τούς κόσμους, οὕτω ταύτην οὕτω παγκάλην ὄντως ἐξειργάσατο πάντα συνελών, οἷς πάντα διελών ἐκόσμησε, τρόπον τῆς αὐτῷ διαφερύσης μόνῳ δημιουργικῆς δυνάμεως ἡμῖν ἐπιδεικνύς ἐξαίσιον καί ὄντως προσήκοντα τῇ τοῦ φωτός μητρί…Καί τοίνυν ἅ πᾶσι τοῖς ἐκ τοῦ παντός αἰῶνος ἀρίστοις ἤρκεσε νειμαμένοις ἀρίστοις εἶναι, καί ὅσα πάντες οἱ Θεῷ κεχαρισμένοι κατά μέρος εἰσίν, ἄγγελοί τε καί ἄνθρωποι, ταῦθ᾽ ἅπαντα συνειληφυῖα καί μόνη πάντα διατελοῦσα καί περιτεύουσα…».
  • 15. Αὐτόθι 13, σελ. 557.
  • 16. Νικολαου Καβασιλα, Ἡ Θεομήτωρ. Τρεῖς Θεομητορικές Ὁμιλίες, Κείμενο-Μετάφραση-Εἰσαγωγή-Σχόλια Παναγιωτη Νελλα, Ε´ Ἔκδοση ἀπό Ἀποστολική Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος: Εἰς τήν ὑπερένδοξον τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου Γέννησιν 6, σελ. 66.
  • 17. Αὐτόθι.
  • 18. Αὐτόθι 18, σελ. 106.
  • 19. Αὐτόθι 6, σελ. 178.
  • 20. Αὐτόθι 2, σελ. 116-118.
  • 21. Μοναχου Θεοκλητου Διονυσιατου, Μαρία ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ (Μέσα ἀπό τήν Θεολογία καί τήν Ὑμνολογία τῶν Ἁγίων Πατέρων), Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 21.